Translate

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2020

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΝΗΣ, ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ: Ο ΩΦΕΛΙΜΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 




Πολιτικός Φιλοσοφικός Στοχασμός 022

ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (*****)

‘ΩΦΕΛΙΜΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ’

ΘΕΜΑ: Από τις ακόλουθες κατανομές μηνιαίου εισοδήματος, εξηγήστε α) ποιά είναι η δικαιότερη σύμφωνα με τον Ωφελιμισμό, β) ποιά είναι η δικαιότερη σύμφωνα με τον John Rawls. Ας υποθέσουμε ότι όλες οι ομάδες είναι ισάριθμες. Δικαιολογήστε την απάντηση σας.
i. Α= 600 ευρώ, Β = 600 ευρώ
ii. Α = 800 ευρώ, Β = 3.000 ευρώ
iii. Α = 500 ευρώ, Β = 10.000 ευρώ
iv. Α = 1.000 ευρώ, Β= 9.000 ευρώ
v. Α = 1.000 ευρώ, Β = 2.500 ευρώ
.......................................................
Εξ αρχής να διατυπώσουμε ένα ορισμό μέσα από τις πηγές της βιβλιογραφίας μας περί του Ωφελιμισμού, ώστε να θέσουμε εκείνο το φιλοσοφικό κριτήριο και το πολιτικό μέτρο της διαισθητικής μας επιλογής για το πιο πάνω πολιτικο-φιλοσοφικό δίλλημα ώστε να υπάρξει υποθετικά μια εφαρμόσιμη μεθοδολογία.
Ο Ωφελιμισμός, είναι: εκείνη η ηθικά και πολιτικά ορθή ενέργεια ή πράξη η οποία προάγει και παράγει την μεγίστη ευδαιμονία και ωφελιμότητα, ευημερία, ευτυχία και ευζωΐα των ατόμων μιάς κοινωνίας. Διότι, εξάλλου ο Ωφελιμισμός ως πολιτική Ηθική αποτελεί ίσως τη μοναδική συνεπειοκρατική, συνεκτική και συστηματική ηθική Φιλοσοφία μου ενδιαφέρεται αδιακρίτως για την ευδαιμονία του ατόμου ανεξαρτήτως των όποιων μεταφυσικών τάσεων και πεποιθήσεων των ατόμων.
Βέβαια, να προσθέσω, ότι ο Ωφελιμισμός είναι εκείνη η φιλοσοφική ηθική θεωρία που μας δίνει τα ανάλογα πολύτιμα φιλοσοφικά εργαλεία ώστε να αντιμετωπίζονται ικανώς εκείνες οι ανόητες προκαταλήψεις και προλήψεις των πάσης φύσεως ηθικιστών, ώστε μάλιστα να αντιμετωπίζονται επαρκώς και αντιρρητικώς οι κατεγνωσμένοι ηθικολόγοι και διάφοροι ηθικολογούντες που απολυτοποιούν με απόλυτες βεβαιότητες την αυθεντία μίας τάδε ή δείνα προσδιορίσιμης Ηθικής.
Ποιά είναι τώρα η δικαιότερη κατανομή εισοδήματος στο πιο πάνω φιλοσοφικό δίλλημα σύμφωνα με τον Ωφελιμισμό;
Η δικαιότερη κατανομή εισοδήματος σύμφωνα με τον προηγούμενο συνοπτικό και εν τάχει ορισμό του Ωφελιμισμού, θεωρούμε σύμφωνα με τις προσωπικές φιλοσοφικές διαισθήσεις μας, ότι είναι η τρίτη περίπτωση (Α = 500 ευρώ, Β = 10.000 ευρώ), καθότι συγκριτικώς με όλες τις κατανομές, φαίνεται σε τούτο ακριβώς το σημείον «Β» να αυξάνεται στον μέγιστο βαθμό η ωφελιμότητα και ευδαιμονία των ατόμων, με την θυσία μίας ελάχιστης κατανομής εισοδήματος στο σημείο «Α».
Βέβαια πιο αναλυτικά, σύμφωνα με την ωφελιμιστική αρχή, την αρχή της ικανοποιήσεως των προτιμήσεων, και αφού η ευζωΐα ή ευδαιμονία των ατόμων θεμελιώνεται επάνω στην ικανοποίηση των αναγκών, επιθυμιών και προτιμήσεων τους, αν είχαμε να επιλέξουμε υποθετικά τα δύο πρώτα στοιχεία και σημεία, αναντίρρητα η δεύτερη περίπτωση (Α = 800 ευρώ, Β = 3.000 ευρώ) είναι πιο ωφελιμιστική από τον πρώτη, και άρα η κατανομή του εν λόγω μηνιαίου εισοδήματος θα ήταν πιο δικαιότερη σύμφωνα με άποψη του Ωφελιμισμού. Ανν όμως, συγκρίναμε την τέταρτη και πέμπτη περίπτωση, αναντίλεκτα, τότε, και μόνο τότε, η δικαιότερη κατανομή εισοδήματος θα ήταν η τέταρτη περίπτωση (Α = 1.000 ευρώ, Β= 9.000 ευρώ).
Παρ΄ όλα αυτά, σύμφωνα τώρα με την ωφελιμιστική ερμηνευτική προσέγγιση και αρχή των ενημερωμένων και ορθολογικών προτιμήσεων, οι οποίες ορίζονται ως εκείνες οι προτιμήσεις που επιλέγονται και προτιμούνται από τα ορθολογικά άτομα της κοινωνίας, διότι, αποσκοπούν στην μεγίστη ωφελιμότητα και προάγουν την υψηλώτερη ικανοποίηση των ατομικών αναγκών για την ευζωΐα και ευημερία των ατόμων, βασίζονται αυτές στην πλήρη ορθολογική ενημέρωση και σωστή αξιολογική κρίση τους. Παράλληλα, εξοστρακίζει, απωθεί και εξοβελίζει όλες εκείνες τις ανορθόλογες και μη επαρκώς ενημερωμένες προτιμήσεις.
Ανν, δύναται να εφαρμωσθεί πρακτικά το υποθετικό μας σενάριο -στο όνομα της μεγιστοποιήσεως της ωφελιμότητος και αφού απορρίπτεται ένα ακριβοδίκαιο μερίδιο- με τις προηγούμενες κατανομές εισοδημάτων και συγκρίνουμε τις πρώτες δύο περιπτώσεις, φαίνεται ότι η δεύτερη περίπτωση είναι άκρως ωφελιμιστική, τότε, ανταποκρίνεται στις ορθολογικές προτιμήσεις των ατόμων.
Ενώ η πρώτη περίπτωση απορρίπτεται άρδην ως μη ορθολογική, διότι ίση κατανομή εισοδήματος ενδεχομένως να παράγει άνιση ευδαιμονία στα άτομα, και αφού υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές με αυξημένο δείκτη ωφελιμότητας κατανομών. Αν όμως συγκριθεί η δεύτερη περίπτωση με την τρίτη, κατά την εν λόγω αρχή θα πρέπει να επιλεγεί η τρίτη κατανομή. Μεταξύ όμως της τρίτης και τέταρτης περίπτωσης κατανομών, θα πρέπει να επιλεγεί και πάλιν η τρίτη κατανομή εισοδήματος. Ενώ σύγκριση μεταξύ της τέταρτης και της πέμπτης, θα πρέπει να επιλεχθεί η τέταρτη κατανομή εισοδήματος. Και η προηγούμενη σύγκριση γίνεται ουσιωδώς επί της βάση της ακριβοδίκαιης ωφελιμιστικής κατανομής της μεγιστοποιήσεως της ωφελιμότητας.
Βέβαια, αν μία καταπιεσμένη πλειονότητα βρίσκεται στην εξ αριστερών μικρότερη κατανομή εισοδήματος, και μια μικρή προνομιούχος οικονομικά ελίτ γεύεται και εκμεταλεύεται την μεγαλύτερη κατανομή εισοδήματος εκ δεξιών, τότε, η ηθική και η ιστορία του Ωφελιμισμού μας παρέχει εκείνα τα πολίτιμα φιλοσοφικά εργαλεία προς αντιμετώπιση της κοινωνικής αδικίας. Αν συμβαίνει το ακριβώς ανάποδο όμως, τότε διασαλεύονται εκ θεμελίων τα ωφελιμιστικά δόγματα.
Κάπου εδώ ο Rawls εισάγει μία εξαιρετικά εύστοχη κριτική έναντι του Ωφελιμισμού, την ‘Θεωρία της Δικαιοσύνης’, στοχαζόμενος για μια κοινωνική δικαιοσύνη που απαιτεί ίσο και ακριβοδίκαιο μερίδιο κοινωνικών αγαθών, αφού πολύ ορθά διέκρινε ότι για να υφίσταται μία δικαία κατανομή εισοδήματος και ενός ακριβοδίκαιου μισθού θα πρέπει να σταθμιστούν παράλληλα άλλα διάφορα, επιπρόσθετα και κυρίως ανταγωνιστικά μεταξύ τους ατομικά κριτήρια όπως π.χ. εκείνο της δεξιότητας, του φυσικού ατομικού χαρίσματος, κοινωνικά χρήσιμα χαρίσματα, της εκπαίδευσης-κατάρτισης του ατόμου, της προσπάθειας, της ευθύνης, της δύσκολης φύσης του επαγγέλματος, και το μέγεθος των ανάλογων ατομικών αναγκών.
Ένας τυποποιημένος συλλογισμός της ‘ΘτΔ’, λέει: αν, και μόνο αν, το να κατανεμηθεί υψηλότερο εισόδημα σε ένα άτομο «Χ» απ΄ όσο χαμηλότερο εισόδημα κατανέμεται σε κάποιο άλλο άτομο «Ψ», και η πράξη αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντα του «Ψ», τότε, και μόνο τότε, αφού συνάμα προάγει την ίση και ακριβοδίκαια μέριμνα για τα ατομικά συμφέροντα του «Ψ», δύναται να επιτραπεί και να γίνει ανεκτική η εν λόγω οικονομική ανισότητα.
Άρα, συναφώς, σύμφωνα με την ‘ΘτΔ’: οι λόγου χάριν οικονομικές ανισότητες είναι επιτρεπόμενες και ανεκτές από όλους από την στιγμή που βελτιώνουν το ίσο και ακριβοδίκαιο μερίδιο των ατόμων και εξυπηρετούνται έτσι πολλαπλώς τα συμφέροντα των λιγότερο οικονομικά ευνοημένων ατόμων της κοινωνίας.
Η δεύτερη αρχή, στο πρώτο σημείο της λεξικογραφικής προτεραιότητας της ‘ΘτΔ’ επισημαίνει κάτι το εξαιρετικά χρήσιμο για να απαντηθεί το εν λόγω δίλλημα μας, ότι: οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες θα πρέπει να διαρρυθμίζονται με τέτοιον ακριβοδίκαιο τρόπο ώστε να επωφελούνται ικανώς και επαρκώς τα λιγότερα κοινωνικο-οικονομικά ευνοημένα άτομα μίας κοινωνίας.
Κατ΄αρχήν ως απάντηση στο δεύτερο σκέλος του φιλοσοφικού μας διλλήματος, έχω την γνώμη, ότι ο Rawls θα όριζε ως την δικαιότερη κατανομή εισοδήματος την πέμπτη περίπτωση (Α = 1.000 ευρώ, Β = 2.500 ευρώ) καθότι η θεωρία δικαιοσύνης του δεν μας επιβάλλει όρια για το ποιές ανισότητες είναι εφικτές και ποιές όχι.
Η ‘ΘτΔ’ ως ακριβοδικία ορίζει να βελτιώνεται η θέση καθενός ατομικά, πίσω από ένα πέπλο άγνοιας, ενώ συνάμα θα υφίστανται οικονομικά και κοινωνικά οφέλη. Συνεπώς, η οικονομική ανισότητα που παρατηρώ θα πρέπει να είναι διαρρυθμισμένη, κατά τον Rawls, πρός όφελος των λιγότερο οικονομικά ευνοημένων.
Θα μπορούσε άραγε να είναι δικαιότερη κατανομή εισοδήματος λ.χ. η τέταρτη περίπτωση (Α = 1.000 ευρώ, Β= 9.000 ευρώ);
Διαισθητικά και αντικειμενικά, θεωρώ πως όχι, δεν μπορεί να είναι μια δικαιότερη κατανομή, κατά την ‘ΘτΔ’ του Rawls, διότι η οικονομική ανισότητα είναι μεγάλη, προκλητική, χαοτική και άδικη, συγκριτικά πάντοτε με την πέμπτη περίπτωση που επιλέξαμε εξ αρχής, αφού η τέταρτη περίπτωση φαίνεται να είναι ειδικά διαρρυθμισμένη προς όφελος των περισσότερο οικονομικά ευνοημένων. Δηλαδή θα απέρριπτα την τέταρτη περίπτωση ως μια δικαιότερη κατανομή εισοδήματος, διότι δεν είναι διαρρυθμισμένη προς όφελος των λιγότερο οικονομικά ευνοημένων.
Αν, όμως, οι επιλογές μας ήταν μόνο οι πρώτες δύο περιπτώσεις κατανομών, ποιά περίπτωση κατανομής δύναται κανείς να θεωρήσει ότι θα ήταν η πλέον δικαιότερη στο αξιακό και ηθικό σύστημα δικαιοσύνης του Rawls;
Θα επέλεγα μάλλον την δεύτερη περίπτωση κατανομής, αντί την πρώτη, διότι η δεύτερη είναι πιο βελτιωμένη και ακριβοδίκαιη κατανομή ατομικού εισοδήματος από την πρώτη κατανομή, και τούτο διότι προφανώς οφελεί και πάλι τους λιγότερο οικονομικά ευνοημένους.
Ανν, είχαμε να εξετάσουμε για να επιλέξουμε μόνο μεταξύ τρίτης και τέταρτης κατανομής εισοδήματος, τότε, και μόνο τότε, θα επέλεγε ο γράφων διαισθητικά την τέταρτη περίπτωση -ενώ εξ αρχής την απέρριψα κάτω από άλλο μέτρο σύγκρισης- ως μια μάλλον δικαιότερη κατανομή εισοδήματος, διότι είναι διαρρυθμισμένη και πάλιν προς όφελος των λιγότερο οικονομικά ευνοημένων.
Όσον αφορά τώρα τα προηγούμενα, θεμελιώνονται επάνω στο επιχείρημα της ακριβοδίκαιης ισότητας ευκαιριών όπου επισημαίνει ότι η ζωή των ανθρώπων πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με τις ατομικές επιλογές του βίου τους και όχι από τις φυσικές και κοινωνικές περιστάσεις που έτυχεν να αναπτυχθούν και εξελιχθούν σε μία οργανωμένη κοινωνία, η εν λόγω ενδιαφέρουσα ιδέα όπου στα σημεία φαίνεται να είναι ηθικώς αυθαίρετη, μας οδηγεί ιδιαζόντως στην αρχή της διαφοράς, αφού οι κοινωνικο-οικονομικές και φυσικές ανισότητες είναι παντελώς αυθαίρετες για τα άτομα της κοινωνίας.
Συνεπώς, η διαισθητική μας απάντηση στο φιλοσοφικό δίλλημα θεμελιούται εν τέλει στην ακριβοδίκαιη αρχή της διαφοράς του Rawls διότι οι οικονομικές ανισότητες που παρατηρούνται για το κοινωνικό πρωταρχικό αγαθό της κατανομής εισοδημάτων εξάπαντος θα πρέπει να λειτουργήσουν ή να διαρρυθμιστούν κυρίως προς όφελος εκείνων των ατόμων που βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση της χαμηλότερης κατανομής εισοδήματος.
Η προηγούμενη προσέγγιση κατά τον Rawls εξ όσων φαίνεται στην ουσία της απορρίπτει μάλλον ρωμαλέα τον Ωφελιμισμό. Και τούτο το πράττει εξ αιτίας του ότι ο Ωφελιμισμός φαίνεται να αρνείται την διακριτότητα ή διάκριση των προσώπων μίας ευνομούμενης κοινωνίας. Τα πρόσωπα σε μίαν φιλελεύθερη πολιτεία και επί τη βάση μιάς δεοντοκρατικής ιδέας είναι ξεχωριστές, ελεύθερες ή μοναδικές ηθικές οντότητες με ανεξάρτητα και διαφορετικά ενδιαφέροντα, ανάγκες, χαρίσματα και επιθυμίες.
Η αρχή βέβαια της εξατομίκευσης, κατά τον Sandel, είναι η αχίλλειος πτέρνα του Rawls. Ο Ωφελιμισμός, ωστόσο, αδυνατεί να κάνει τέτοια οντολογική διάκριση, αφού αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα όντα-πρόσωπα ως μία ενιαία ηθική οντότητα με ένα ειδικό σύστημα ιεραρχημένων επιθυμιών όπου για την ευμάρεια και ευδαιμονία τους πρέπει απλά να αυξάνεται μόνον ο δείκτης της ωφελιμότητας.
Ο Sandel, αναστοχαζόμενος τις πολυποίκιλες δεοντοκρατικές τάσεις και θεωρίες, επισημαίνει ότι η αρχή της διαφοράς δεν είναι απλά μια ολοκληρωμένη εκδοχή της αρχής των ακριβοδίκαιων ευκαιριών, καθότι η εν λόγω αρχή φαίνεται εξίσου να αντιμάχεται εκ θεμελίων το ζήτημα της οικονομικής κ.ά. κοινωνικής αυθαιρεσίας. Βέβαια έναντι της αρχής της διαφοράς αντιπαραβάλλεται η αρχή της αξιοκρατίας και όλα μοιάζουν να οδηγούν στην ηθική βάση μιάς επάξιας ανταμοιβής, όπου ορίζει ποιος κερδίζει επάξια και ακριβοδίκαια την ανάλογη άξια ανταμοιβή και κατανομή τινός εισοδήματος. Ο Sandel φαίνεται να αντιμετωπίζει επίσης, κριτικά τις διάφορες θεωρίες του Ωφελιμισμού και της ‘ΘτΔ’ χρησιμοποιώντας επαρκώς και πολλαπλώς τα επιχειρήματα του Nozick κ.ά.

Του Παναγιώτη Νούνη
8ο Εξάμηνο
30 Οκτωβρίου 2020
....................................................................................

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΤΜΗΜΑ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
Διδάσκουσα: Δρ Κατερίνα Ψαρουδάκη
....................................................................................

Υγ.: Το εν λόγω φιλοσοφικό δοκίμιο βαθμολογήθηκε 5/5 με πολύ θετικά σχόλια από την διδάσκουσα, ενώ ετεροχρονισμένα μέσα στο ίδιο χρονικό πλαίσιο μετά την παράδοση της εργασίας η διδάσκουσα ήταν (ψευδο)Μάρτυρας κατηγορίας του υποφαινόμενου Φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής ο οποίος εν τέλει καταδικάστηκε από το ακαδημαϊκό πειθαρχικό καταδικαστήριο με εξορία και διωγμό του από το Π.Κ. εξ αιτίας των γραπτών ή προφορικών φιλοσοφικών ή πολιτικών ή θεολογικών στοχασμών του.

....................................................................................

* Το επόμενο καρτελάκι που επισυνάπτω μαζί με το εν λόγω δοκίμιο κρίθηκε καθόλα ύποπτο και απειλητικό από το Π.Κ., το Π.Κ. το κατήγγειλε στην Αστυνομία, και η Αστυνομία κάλεσε τον Φοιτητή για να δώσει εξηγήσεις για το καρτελάκι.
** Η πρώτη κουβέντα των Αστυνομικών όταν έσπευσε ο Φοιτητής για κατάθεση για το εν λόγω καρτελάκι και το φιλοσοφικό δίλλημα που συγκλόνισε το Π.Κ., ήταν «είναι παράνομο το εν λόγω καρτελάκι, το ξέρεις;». Και μόλις το ξανακοίταξαν και άρχισαν να το μελετούν προσεκτικότερα 2η ματιά αμέσως άλλαξαν γνώμη και είπαν «μα δεν βρίσκουμε κάτι το παράνομο!». Βέβαια το ίδιο καρτελάκι έγινε θέμα έρευνας και Ανακριτού. Αστυνόμοι Σαΐνηδες να σου πετύχουν!!
*** Το ίδιο καρτελάκι έγινε αντικείμενο έντονου κριτικού σχολιασμού από την Πειθαρχική Επιτροπή δίωξης του Φοιτητή αλλά και λόγος πειθαρχικής καταδίωξης και οριστικής καταδίκης του Φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής Παναγιώτη Νούνη. Το καρτελάκι επισημάνθηκε από Ψευδομάρτυρες οι οποίοι υπερεστίασαν στο πυροβολημένο κεφάλι, στο όπλο και στην σφαίρα... κατά την διάρκεια της δίκης του Φοιτητού ανακάλυψαν και αναγνώρισαν με έκπληξη τους, δικαστές και ακαδημαϊκοί την μορφή του Εσταυρωμένου Ιησού Χριστού...
**** Το εν λόγω καρτελάκι είναι δημιούργημα και σύνθεση της Συνεργάτιδος και Συναδέλφου Ψυχικής Υγείας κ. Ιωάννας Κατσιμίγα, η οποία ως Μάρτυρας υπερασπίσεως του Φοιτητού απεκάλυψε ρωμαλέα ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής ότι η ίδια είναι η δημιουργός του.
***** Τα γραφθέντα στο καρτελάκι που επεσημαίνονται με έμφαση είναι στοχευμένη επιλογή του Φοιτητή, από το ακαδημαϊκό μάθημα της Πολιτικής Φιλοσοφίας και παραπέμπουν στην «ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ» το κορυφαίο εγχειρίδιο του Τζών Ρώλς.

....................................................................................


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1. John RAWLS, ‘ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ’, τέταρτη έκδοση, 2003, εκδόσεις: «ΠΟΛΙΣ», σσ. 696.
2. Will KYMLICKA, ‘Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ - ΜΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ’, εκδόσεις: «ΠΟΛΙΣ», 2005, σσ. 691.
3. M.J. SANDEL, ‘Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ’, μτφρ: Κατερίνα Γ., εκδόσεις: «ΠΟΛΙΣ», 2003, σσ. 378.
4. John RAWLS, ‘Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ’, μτφρ: Σ. Μαρκέτος, εκδόσεις: «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ», 2004, σσ. 456.
5. Robert NOZICK, ‘ANARCHY, STATE, AND UTOPIA’, ed.: «BLACKWELL», pp. 367.
6. David HARVEY, ‘A Brief History of Neoliberalism’, ‘ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ’ (Ιστορία και παρόν), μτφρ.: Α. Αλαβάνου, εκδόσεις: «ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ», 2007, σσ. 299.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου