Translate

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2020

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΡΟΧΕΙΛΑ, ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

 




ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Της κ. Βασιλικής Τρόχειλα*,
Ιστορικός Νεώτερης Στρατιωτικής Ιστορίας
(MA, Modern War Studies and Contemporary Military History)

Αποκλειστικό δημοσίευμα για το Ιστολόγιον «ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ»

Oι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου
«Κάπου ἀκεκά ρούζ΄ τη κυροῦ μ΄ τα΄ ὀσπίτ’ τ’ ὀσπίτ’ ντό ἐγεννέθα»
Στις αρχές του εικοστού αιώνα, στα Βαλκάνια κυρίαρχο είναι το αίτημα δημιουργίας και ολοκλήρωσης εθνικού κράτους, του κράτους ενός έθνους, το οποίο θεωρείται ότι αποτελεί την ιδεώδη μορφή πολιτικής οργάνωσης. Στην πολυεθνική οθωμανική αυτοκρατορία, αναπτύσσονται κινήματα με στόχο την ίδρυση εθνικών κρατών ή τη συνένωση με ομοεθνή τους γειτονικά εθνικά κράτη, τα οποία έχουν πολλές φορές ίδιες εδαφικές διεκδικήσεις. Το πολιτικό πρόγραμμα εθνικών Βαλκανικών κρατών στηρίζεται στην ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας, η οποία εκφράζει την επιθυμία του εθνικού κράτους να επεκτείνει τα σύνορα του ελαττώνοντας το σύνολο του εδάφους πάνω στο οποίο κατοικούν ομοεθνείς πληθυσμοί. Εμφιλοχώρησε στη Βουλγαρία η Μεγάλη Ιδέα των Βουλγάρων αστών και στη Σερβία τα Μεγαλοσερβικά σχέδια της αστικής τάξης. Στο ελληνικό κράτος ο όρος πρωτοεμφανίζεται στην αγόρευση του Ιωάννη Κωλέττη στην Εθνοσυνέλευση στις 14 Ιανουαρίου 1844, με αφορμή το Σύνταγμα του 1844. Από τότε μέχρι το 1922, το περιεχόμενο της ιδεολογίας παρουσιάζει διαφοροποιήσεις ανάλογα με το ιστορικό πλαίσιο.
Το 19ο αιώνα το σπουδαιότερο εθνικό κέντρο του Ελληνισμού είναι η Κωνσταντινούπολη. Σταδιακά, όμως, την θέση του εθνικού κέντρου παίρνει η Αθήνα, η πρωτεύουσα του ιδρυμένου το 1830 νεοελληνικού κράτους. Την πολιτική του εθνικού κέντρου κατευθύνει ήδη από τον 19ο αιώνα η ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας, η οποία εκφράζει το στόχο ένταξης στο ελληνικό κράτος όλων των τμημάτων του ελληνισμού που έχουν μείνει έξω από τα σύνορα του. Η ταύτιση του έθνους με το κράτος μεθοδεύεται με την σταδιακή επέκταση των συνόρων. Η ιδεολογία της εθνικής ενότητας καλλιεργείται, και ουσιαστικώς νομιμοποιεί το ελληνικό κράτος σαν το κέντρο των αποφάσεων για τον έξω-ελλαδικό ελληνισμό, ενώ οργανώνεται η μεταλαμπάδευση της ιδεολογίας του αλυτρωτισμού στους ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολής, και πραγματοποιούνται απόπειρες για δυναμική εφαρμογή της ενσωμάτωσης των εδαφών των ομοεθνών, είτε με παροχή ενίσχυσης σε εξεγέρσεις και επαναστατικά κινήματα, είτε με απόπειρες εμπλοκής σε απευθείας πολεμική αναμέτρηση με την Τουρκία.
Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, εξελίσσεται το Ανατολικό ζήτημα. Όταν σταμάτησε η εδαφική επέκταση άρχισε η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που έφθασε μέχρι το 1922. Η σύγχρονη εθνική συνείδηση των Τούρκων διαμορφώθηκε πολύ αργά, σαν συνείδηση απώλειας των κατακτημένων εδαφών, που εκπορεύεται από τα πάνω, από το κράτος και τους λειτουργούς του, και μάλιστα το στρατό. Η διαμόρφωση της σύγχρονης Τουρκίας έγινε με μία πολιτική συστηματικής ενσωμάτωσης και εξανδραποδισμού των μειονοτήτων. Η αναμενόμενη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κινητοποιεί τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, τους Συμμάχους της Αντάντ, δηλαδή τις Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, και τις Κεντρικές Δυνάμεις της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, για ουσιαστική επέμβαση, ώστε να εξασφαλιστούν καλύτερα τα συμφέροντά τους στην ευρύτερη περιοχή. Όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισήλθε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η γερμανό-οθωμανική συμμαχία είχε ήδη μια μακρά ιστορία. Οι διπλωματικές, οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις είχαν ενταθεί ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1880, οι γερμανό-οθωμανικές οικονομικές σχέσεις, ιδίως οι παραδόσεις όπλων και οι εξαγωγές κεφαλαίου, είχαν αυξηθεί μαζικά. Το 1835,ο Γερμανός Συνταγματάρχης Χέλμουτ Κάρολος Βερνάρδος Κόμης φον Μόλτκε είχε κληθεί να οργανώσει τον οθωμανικό στρατό. Αφού εργάστηκε ως στρατιωτικός σύμβουλος στην Τουρκία από το 1836 έως το 1840, έγινε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Στρατού το 1857. Στο τελευταίο του ταξίδι, κατά την οθωμανική εκστρατεία των Αιγυπτίων, μέχρι την ήττα στις 24 Ιουνίου 1939, στην Μάχη του Νίζιπ, αναφέρει ότι: «Ήταν από καιρό καθήκον των δυτικών στρατών να θέσουν όρια στην οθωμανική εξουσία και σήμερα φαίνεται να είναι η ανησυχία της ευρωπαϊκής πολιτικής να της δώσει την ύπαρξή της». Βλέποντας όμως την πορεία της εθνικής αφύπνισης των Βαλκανίων, θα εισηγηθεί στο Σουλτάνο να μεταφέρει την έδρα του στο Ικόνιο, όπου υπήρχαν πιο συμπαγής τουρκικές δυνάμεις. Ως στόχο τους οι Τούρκοι εποφθαλμιούσαν την εξάπλωση τους προς την αρχική τους κοιτίδα, τις στέπες της Κεντρικής Ασίας, όπου διαβιούσαν τουρκικές εθνότητες.

Το ενδιαφέρον της αρχικά ήταν περιορισμένο σε ενεργό βαθμό της γερμανικής οικονομίας στη Μέση Ανατολή στον επενδυτικό τομέα, της αγοράς πωλήσεων και της πηγής πρώτων υλών. Αυξήθηκε ραγδαία λόγω της υπερβολικής κορεσμένης εγχώριας αγοράς και των αυξημένων διεθνών τελωνειακών φραγμών. Τις επόμενες δεκαετίες αυτές οι γερμανό-οθωμανικές οικονομικές σχέσεις εκβαθύνθηκαν.

Χάρη στη σχετικά φιλική πολιτική της έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Γερμανική Αυτοκρατορία και η βιομηχανία όπλων της είχαν αποκτήσει την καλή θέληση και την ενεργή υποστήριξη της Οθωμανικής κυβέρνησης ως ακρογωνιαίος λίθος, η οποία αγωνιζόταν για οικονομική και στρατιωτική μεταρρύθμιση. Γύρω στο 1897, η γερμανική βιομηχανία είχε ένα είδος μονοπωλίου όπλων στην οθωμανική αγορά και κατάφερε να πραγματοποιήσει τεράστια κέρδη στις εξαγωγές όπλων. Το 1988 το γερμανικό κεφάλαιο αναλαμβάνει από τον Αμπντούλ Χαμίτ την λειτουργία της κατασκευασμένης από τους Άγγλους σιδηροδρομικής γραμμής και τη δημιουργία μίας νέας γραμμής από το Εσμίντ μέχρι την Άγκυρα, με διακλαδώσεις για το Σκούταρι, Προύσα, Κόνια και Καϊζαρίλ. Οι γερμανικές επενδύσεις στην επέκταση του οθωμανικού σιδηροδρομικού δικτύου αποδείχθηκαν επίσης επικερδείς. Μακροπρόθεσμα, υπήρχε η προοπτική περαιτέρω κερδοφόρων συμβάσεων και στους δύο τομείς. Λόγω των υφιστάμενων πολιτικών και οικονομικών δεσμών, η γερμανική υπεροχή στον τομέα των εξοπλισμών υπερασπίστηκε με επιτυχία έναντι του γαλλικού ανταγωνισμού τη δεκαετία του 1900.Το 1901 η Τουρκική κυβέρνηση παραχώρησε στη Γερμανική τράπεζα την άδεια για την κατασκευή της Μεγάλης σιδηροδρομικής γραμμής Βαγδάτης- Περσικού Κόλπου και το 1907 την άδεια για την αποξήρανση της λίμνης του Καραβιράν και την ύδρευση της περιοχής Κόμα. Αυτές οι εξελίξεις έδεσαν τον γερμανικό πλούτο και το γερμανικό πολιτικό ενδιαφέρον σε μεγάλο βαθμό στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η φιλική προς την βιομηχανία και φιλική προς τις εξαγωγές αυτοκρατορική κυβέρνηση προσπάθησε επίσης να δημιουργήσει ένα κεντρικό ευρωπαϊκό οικονομικό μπλοκ υπέρ της αυτοκρατορίας με στόχο τη διασφάλιση της γερμανικής οικονομικής ανάπτυξης μακροπρόθεσμα. Σε αυτό το μπλοκ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία με τον ταχέως αναπτυσσόμενο πληθυσμό της έπρεπε να χρησιμεύσει ως δεκτική και αποκλειστική αγορά. Η Τουρκία έγινε το σημαντικότερο πεδίο δράσης του Γερμανικού Ιμπεριαλισμού με κινητήριο δύναμη την Γερμανική Τράπεζα με τις κολοσσιαίες επιχειρήσεις της στην Ασία, οι οποίες βρίσκονταν και στο επίκεντρο της Γερμανικής πολιτικής στην Ανατολή. Το πολιτικό τμήμα εξωτερικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών του Βερολίνου βομβαρδίζεται με πολυσέλιδες αναφορές, στις οποίες επισημαίνεται ότι μοναδικά εμπόδια της Γερμανικής πολιτικής στο γεωγραφικό χώρο της Μικράς Ασίας ήταν η υψηλή επιστασία των Άγγλων και των Γάλλων στο Οθωμανικό κράτος και οι Χριστιανικές μειονότητες της Ανατολής, δηλαδή οι Έλληνες και οι Αρμένιοι, στα χέρια των οποίων βρίσκονταν το εμπόριο και η οικονομία. Οι Γερμανοί ιμπεριαλιστές εποφθαλμιούσαν το εμπόριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά για να το πάρουν έπρεπε να εξοντωθούν οι φορείς αυτοί του εμπορίου, που τους θεωρούσαν ως κύριους πράκτορες του αγγλογαλλικού κεφαλαίου. Για την Γερμανική Αυτοκρατορία διαδραματιστήκαν επίσης και παγκόσμια στρατηγικά ζητήματα - τελικά, οι χερσαίοι δρόμοι οδήγησαν μέσω της οθωμανικής επικράτειας στην Κεντρική Ασία, στην ινδική υποήπειρο και στην Αφρική, όπου η Ρωσία, η Αγγλία και η Γαλλία είχαν αποικίες και περιοχές επιρροής. Οι επιθέσεις σε αυτούς τους τομείς, θα μπορούσε έμμεσα να αποδυναμώσει τους αντιπάλους στα ευρωπαϊκά θέατρα πολέμου. Τα τουρκικά στρατεύματα έπρεπε επομένως να βοηθήσουν τους αδήλωτους στόχους πολέμου της Γερμανίας. Για να το πετύχουν αυτό χρειάζονται κάποια προσχήματα, και αυτά τα προσχήματα ήταν να ενισχύσουν την τάση των Νεότουρκων οι οποίοι ήθελαν να εκτουρκίσουν με κάθε μέσο τις εθνότητες της Αυτοκρατορίας. Αναφέρουν χαρακτηριστικά οι Ντριό-Λετιγιέ ότι: «πίσω από τον εθνικισμό των Τούρκων βρίσκονται οι Εβραίοι, οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί, που επιδίωκαν να καταστρέψουν το ελληνικό εμπόριο, την ελληνική εθνότητα και όλους τους παλαιούς του υποστηρικτές στην Ανατολή. Στο διάστημα που μεσολάβησε από την κήρυξη του πολέμου προς τη Ρωσία, ο πρεσβευτής της Γερμανίας στην Κωνσταντινούπολη με τον στρατηγό Όθων Λίμαν φον Σάντερς διαπραγματεύονταν με τους εκπρόσωπους της Οθωμανικής κυβέρνησης, Μεχμέτ Ταλαάτ και Ισμαήλ Ενβέρ Πασσά, τους μυστικούς όρους της συμφωνίας με τους οποίους η Τουρκία θα τασσόταν στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Η Γερμανία παραχωρούσε πλήρη ελευθερία δράσης στην Οθωμανική κυβέρνηση για να λύσει η ίδια όπως ήθελε το εσωτερικό της ζήτημα, με το όρο ότι τα μέτρα τα οποία θα χρησιμοποιήσει κυβέρνηση θα λαμβανόταν υπό τύπου «αντίποινων στα πλαίσια της ασφάλειας του κράτους».
Στις 2 Αυγούστου 1914, και οι δύο πλευρές υπέγραψαν τη συνθήκη συμμαχίας χωρίς, ωστόσο, να είχαν προηγουμένως συμφωνήσει σε κοινούς πολεμικούς στόχους. Εκτός από την παροχή στρατευμάτων, το Βερολίνο ανέμενε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία πάνω από όλα ότι η πολιτική του επιρροή ως ασιατική μουσουλμανική αυτοκρατορία θα επεκταθεί στις περιοχές επιρροής των δυνάμεων της Αντάντ, όπου ζούσαν οι Μουσουλμάνοι. Από τότε που επισκέφθηκε την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1898, ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Γουλιέλμος Β΄, θεωρούσε τον εαυτό του ως «προστάτη» όλων των Μουσουλμάνων. Η πολιτική του για την Μέση Ανατολή βασίστηκε σε γεωπολιτικές ιδέες, που προωθούσε μία ιμπεριαλιστική αποικιακή πολιτική από το 1890, προκειμένου να ανταγωνιστεί τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις. Σε επιστημονικούς, βιομηχανικούς και τραπεζικούς κύκλους, κυκλοφόρησαν ιδέες ότι οι μουσουλμανικοί λαοί περίμεναν να αποκτήσουν νέα δύναμη και ευημερία "μέσω της γερμανικής σκληρής δουλειάς, της γερμανικής γνώσης υπό μια ισχυρή γερμανική κυβέρνηση", όπως σε ένα από τα πολλά πολιτικά μνημόνια της εποχής κλήθηκε. Ορισμένοι συγγραφείς ανέπτυξαν ακόμη και σενάρια μιας μεγάλης οικονομικής περιοχής από τη Βόρεια Θάλασσα έως τον Περσικό Κόλπο, στο οποίο πρέπει να βασίζεται η μελλοντική αξίωση για την παγκόσμια δύναμη. Άλλοι υποστήριξαν τον αποικισμό της Μεσοποταμίας από Γερμανούς αποίκους και την εκμετάλλευση των πλούσιων ενεργειακών πρώτων υλών της, ειδικά σε πετρέλαιο και άνθρακα. Ο Σιδηρόδρομος της Βαγδάτης, που ήταν υπό κατασκευή, ήταν μια προφανής έκφραση τέτοιων φιλοδοξιών. Επιπλέον, έχουν ήδη αναπτυχθεί ιδέες για έναν ολοκληρωμένο οικονομικό εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ανάπτυξη των πρώτων υλών της από γερμανικές εταιρείες μετά το τέλος του πολέμου. Η συνεχιζόμενη ύπαρξη της συμμαχίας ήταν τόσο σημαντική για τον Γερμανό καγκελάριο Theobald von Bethmann-Hollweg, που ο ίδιος δεν δίστασε την κριτική αναφορά στον γερμανικό τύπο: "Ο μόνος μας στόχος είναι να διατηρήσουμε την Τουρκία στο πλευρό μας μέχρι το τέλος του πολέμου, ανεξάρτητα από το αν οι Αρμένιοι θα χαθούν ή όχι", οπότε και η απάντησή του σε αντίστοιχη πρόταση της γερμανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη.
Το «Κρητικό» Ζήτημα
Οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων στον Πόντο μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους βελτιώνονται συνεχώς και μετά το τούρκικο πόλεμο του 1876 μπορούν να χαρακτηριστούν ως καλές γενικώς. Κατά το βάθος βέβαια, οι ξένοι διπλωμάτες διαπίστωναν ότι ήταν μία νόθος κατάσταση. Με το κίνημα των Νεότουρκων του 1908 και την δημιουργία του Κρητικού Ζητήματος παρουσιάζονται οι πρώτες ρωγμές. Οι Νεότουρκοι, μετά το στρατιωτικό κίνημα του 1908 και την ανατροπή του σουλτάνου, δημιουργούν ένα ισχυρό εθνικιστικό κίνημα, το οποίο στην αρχή εμφανίζεται με συνθήματα υπέρ της προόδου και της ισονομίας ανάμεσα στους Τούρκους και τις άλλες εθνικές ομάδες του τουρκικού κράτους, αλλά πολύ γρήγορα αποκαλύπτει την πρόθεση του να εξοντώσει οικονομικά και βιολογικά τις εθνικές μειονότητες να που είναι δύσκολο να αφομοιωθούν. Ο τούρκικος εθνικισμός ανατινάζει τα θεμέλια μιας ανοιχτής συμβίωσης αιώνων. Η Αυστροουγγαρία που στήριζε και αυτή την ύπαρξη της στην ειρηνική συμβίωση διαφόρων εθνοτήτων, διαβλέπει τον κίνδυνο για την οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά προς το παρόν εκείνο που την ενδιαφέρει είναι να συμμετάσχει στο μοίρασμα ως μεγάλη δύναμη. Όλες οι εκθέσεις των διπλωμάτων της μέχρι την έκρηξη του πολέμου αναφέρουν τα γεγονότα εναντίον των Ελλήνων όπως συνέβηκαν και σχεδόν βλέπουμε τους διπλωμάτες να κινούν το κεφάλι ως προς την τουρκική νοημοσύνη. Μία τέτοια έκθεση είναι του αυστριακού πρόξενου Σαιν Μόριτς, γραμμένη στην Τραπεζούντα στις 14 Ιουνίου 1910. Γράφει προς τον Αυστροούγγρο Υπουργό των Εξωτερικών Υποθέσεων, Άλοϊς Λέξα φον Έρενταλ.
«Χθες έλαβε χώραν εδώ μία διαδήλωσις Τούρκων δια το Κρητικόν Ζήτημα. Εις ένα δημόσιον κήπον εγένοντο δεκτοί εθελονταί. Εδηλώθησαν περίπου 500, ηλικίας 14 έως 70 ετών. Η όλη υπόθεσις είχε την σφραγίδα της σκηνοθεσίας, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι η Τούρκοι λαμβάνουν σοβαρώς υπ’ όψιν τας διαμαρτυρίας των και τα αξιώσεις ως προς το Ζήτημα της Κρήτης. Εις αυτήν την διάθεσιν οφείλεται και το γεγονός ότι η συγκέντρωσις έγινε με μεγάλην συμμετοχήν του πληθυσμού, αν και η πλειονότης απετελείτο από περίεργους. Εις μίαν λευκήν σημαίαν αναγράφετο με κόκκινον χρώμα η τούρκικη φράσις: «Κρήτη ή θάνατος»
Η απόφαση για εξόντωση των γηγενών λαών της Μικράς Ασίας είχε παρθεί από τους Νεότουρκους τον Οκτώβριο του 1911, κατά την διάρκεια του τρίτου συνεδρίου του κινήματός τους στην Θεσσαλονίκη. Στην απόφαση του συνεδρίου αναγράφεται:
«Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα, όπου η μωαμεθανική δύναμη και οι μωαμεθανικές αντιλήψεις θα κυριαρχούν και κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα θα καταπνίγεται. Η ύπαρξη της αυτοκρατορίας εξαρτάται από την δύναμη του κόμματος των Νεότουρκων και από την συντριβή κάθε άλλης ανταγωνιστικής προς τη δική τους ιδεολογίας. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η πλήρης Οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας. Και είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με την πειθώ, άρα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένοπλη βία (…). Το δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν τις δικές τους οργανώσεις θα πρέπει να αποκλειστεί. Κάθε μορφή αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης θα θεωρείται προδοσία προς την Τουρκική Αυτοκρατορία. Οι εθνότητες είναι αμελητέες ποσότητες. Μπορούν να κρατήσουν την θρησκεία τους, αλλά όχι την γλώσσα τους. Η διάδοση της Τουρκικής γλώσσας είναι ένα από τα πρακτικά μέσα για την εξασφάλιση της Μωαμεθανικής υπεροχής και της αφοσίωσης των μη Μωαμεθανικών στοιχείων».
Η περίοδος εμπορικής απομόνωσης, άρνησης των εμπορικών σχέσεων και αντίστοιχων οικονομικών επαφών κάθε ελληνικού είχε αρχίσει. Τα ελληνικά πλοία περνούν σχεδόν άδεια από τα ποντιακά λιμάνια. Ακόμη και οι περιβόητοι τούρκοι καϊκτσήδες συμμετέχουν καθ΄ υψηλή εντολή στην έξαψη του τουρκικού εθνικισμού. Ο φόβος αρχίζει να τυλίγει τον Ελληνισμό του Πόντου. Οι διορατικότεροι βλέπουν την μελλοντική καταστροφή και ζουν ήδη τώρα στη σκιά της.
Οι βαλκανικοί πόλεμοι και ελληνική επέκταση ανησυχούν αυτή τη φορά τους Τούρκους. Ο φόβος πηγαίνει προς το μέρος τους. Οι απειλές είναι πλέον ανοιχτές. Τα έγγραφα της Βιέννης μεταβιβάζουν τους πύρινους λόγους των ηγετών του νέου τουρκικού κομιτάτου «Ἕνωσις και Πρόοδος». Να τι είπε ο ομιλητής Ομέρ Νατζή μπέης σε μία συγκέντρωση της Τραπεζούντας, σύμφωνα με μία έκθεση του προξένου Σαιν Μόριτς στις 29 Νοεμβρίου 1913:
« Πριν αναχωρήσω αύριο για την Κωνσταντινούπολι», είπε ο Νατζή μπέης, «θεωρώ πατριωτικό μου καθήκον να σας πω ότι κάθε Οθωμανός πρέπει να σκέπτεται πάντοτε την εκδίκησι που πρέπει να ετοιμάσωμε κατά των εχθρών μας. Μάλιστα, η εκδίκησι πρέπει να είναι το έμβλημά μας εναντίον του βασιλιά Κωνσταντίνου, του θερμόαιμου αυτού Έλληνος («Bu çapkin Yunan Konstantin”), που πιστεύει ότι είναι ο κληρονόμος των βυζαντινών αυτοκρατόρων και γι᾿ αυτό τον λόγο θέλει να λέγεται Κωνσταντίνος ο Δωδέκατος. Πρέπει να δείξωμε μεγαλύτερο πατριωτισμό. Βρίσκομε ακόμη στην αυτοκρατορία μας πόλεις με τα αρχαία τους ελληνικά ονόματα, Τραπεζούς, Αμισός, Αγιά-Σοφιά και άλλα. Γιατί δεν τ΄ αλλάξαμε και γιατί δεν τ΄ αλλάζουμε τώρα;».
Οι σφαίρες του Σεράγεβο και τα γεγονότα των πρώτων μηνών του πολέμου απλοποίησαν τις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων. Τώρα έλειπαν πλέον και τα προσχήματα. Γράφει ο Αυστριακός πρόξενος της Τραπεζούντας Κβιατκόβσκι τον Ιούνιο του 1914: « Οι κυβερνώντες Νεότουρκοι βασίζονται επί ενός μέρους του υπαλληλικού κόσμου, κατόπιν στους χαμάληδες, τους αραμπατζήδες, και δια την προπαγανδιστικήν των δραστηριότητα στηρίζονται εις τους καικτσήδες των οποίων τας καταχρήσεις ευνοούν δια μιάς σιωπηράς ανοχής. Κατ΄αυτόν τον τρόπον ωδήγησαν αι τελευταίαι βουλευτικαί εκλογαί παρά την εντυπωσιακήν αποχήν των εκλογέων, εις πλήρη νίκην των νεοτούρκων υποψηφίων, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν απλώς την μειονότητα του πληθυσμού».
Αυτά γράφει ο Αυστριακός διπλωμάτης από την Τραπεζούντα, ενώ έπειτα από ένα χρόνο, τον Σεπτέμβριο του 1915, διαβάζουμε σε μία αυστριακή έκθεση από την Αμισό, τα εξής χαρακτηριστικά:
«Οι εδώ Τούρκοι είναι ως επί το πλείστον με το μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων. Μόνο μία μικρά μερίς εχθρική προς τον Κομιτατον «Ένωσίς και Πρόοδος» είναι εναντίον μας. Οι Έλληνες δεν ευρίσκονται ανευ εξαιρέσεων το μέρος των εχθρών μας δια τον λόγον ότι έχομεν συμμαχήσει με τους Τούρκους. Η υπό της Ελλάδος ακολουθουμένη προς ημάς φιλική πολιτική δεν ευρίσκει μεταξύ των ουδεμίαν απήχησιν. Ο διακαής των πόθος είναι να εισέλθουν σύντομως εις την Κωνσταντινούπολιν οι Άγγλοι και Γάλλοι δια να τους ελευθερώσουν από τον τουρκικόν ζυγόν». Ο ίδιος αυστριακός διπλωμάτης της Αμισού γράφει ακόμη: «Όλοι οι Έλληνες της Τουρκίας θεωρούν ως πραγματικήν των πατρίδα την Ελλάδα, ενώ οι εθνικοί των στοχασμοί κατευθύνονται αποκλειστικά προς τας Αθήνας».

Προσχεδιασμένη πολιτική
Αλλά στην Αθήνα ο διχασμός μαίνεται. Είναι Σεπτέμβριος του 1915. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναγκάζεται να παραιτηθεί για δεύτερη φορά. Αιτία το τηλεγράφημα του Πασσάρωφ. Η Βουλγαρία παροτρύνεται να χτυπήσει την Σερβία. Η Ελλάδα μένει ουδέτερη παρά τις συμμαχικές της υποχρεώσεις. Οι κεντρικές δυνάμεις και μαζί τους η Τουρκία είχαν κερδίσει τον πρώτο γύρο. Οι Νεότουρκοι πιστεύουν ότι έφτασε η μεγάλη ημέρα. Το στρατιωτικό πνεύμα της Γερμανίας βρίσκει στο πρόσωπο των Νεότουρκων τον αδίστακτο εκτελεστή των πιο βάρβαρων μέτρων. Στρατολόγηση του χριστιανικού πληθυσμού, ένταξη στα περιβόητα τάγματα εργασίας και εκτόπιση των παραλιακών προς την ενδοχώρα είναι τα πρώτα μετρά του Στρατάρχη Όθων Λίμαν Φον Σάντερς. Αυτός έδωσε τις θεωρητικές αυτές ντιρεκτίβες, οι Τούρκοι τις εκτέλεσαν, και ως αμοιβή του έδωσαν τον τίτλο του πασά. Η επίσημη έκθεση της Αμερικανικής Επιτροπής Βοηθείας της Ανατολής δίνει την φρίκη της γενοκτονίας των Ποντίων: «Δεν μας επέτρεπαν να προσλάβουμε εις το Ορφανοτροφείο μας τα ορφανά των νεκρών Ελλήνων. Τα δύο τρίτα των εκτοπισθέντων είναι γυναικόπαιδα. Παρά τις προσπάθειες μας τα περισσότερα νήπια πέθαναν στο δρόμο». Ανατριχιαστική είναι και η περιγραφή της διάσημης Αμερικανίδας δημοσιογράφου, Έθελ Τόμσον: «εβοηθούμε δε με ενδύματα και τρόφιμα, οσάκις μας επετρέπετο τούτο, τας συνοδείας βρυκολάκων, ισχνών λιμοκτονουσών Ελληνίδων γυναικών και παιδίων, αίτινες κλονιζόμενοι διέσχιζον την Ανατολήν διερχόμεναι δια του Χαρπούτ και των οποίων οι υελώδεις οφθαλμοί εξείχον εκ των κογχών των και τα οστά των απλώς εκαλύπτοντο με το δέρμα. Έφερον επί της ράχεως των πάντοτε τα σκελετώδη βρέφη των, οδηγούντο άνευ τροφής και ενδυμάτων υπό χωροφυλάκων , μέχρι ότου έπιπτον νεκραί». Πριν όμως ακούσουμε τον ίδιον αυτόν Γερμανό φεσοφόρο στρατάρχη, ας δούμε πώς σκέφτονταν οι Τούρκοι ως προς τα μέτρα κατά των Ελλήνων. Από τα μέτρα αυτά υπέφερε έως θανάτου η πόλη της Αμισού και της περιοχής της. Τρομαγμένος και αυτός ο αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατκόβσκι, ενημερώνει τον Νοέμβριο του 1916 την κυβέρνηση της Αυστρίας με τα εξής:
«Η διάθεσις των Τούρκων απέναντι των Ελλήνων εκφράζεται εντονώτατα με τας δύο κάτωθι γνώμας του εδώ μουτεσαρίφη Ραφέτ μπέη, ο οποίος είναι κατά τα άλλα ένας ήσυχος άνθρωπος. Εις τας 26 Νοεμβρίου τρέχοντος έτους (1916) μου είπε ο Ραφέτ μπέης: «Τελικά με τους Έλληνας πρέπει να ξεκαθαρίσωμε όπως και με τους Αρμένιους. Η Ελλάς θα εισέλθη εις τον πόλεμος το αργότερον κατά τας διαπραγμάτεύσεις της ειρήνης, οπότε θα είμεθα ελεύθεροι για δράσι».
«Μετά δύο ημέρας μου είπεν ο Ραφέτ μπέης: «Πρέπει τώρα να τελειώνουμε με τους Έλληνες. Έστειλα σήμερα εις τα περίχωρα τάγματα δια να σκοτώσουν επάνω στο δρόμο κάθε Έλληνα».
Την ίδια υπόσχεση έδωσε ο διαβόητος αυτός Ταλαάτ μπέης και στον Αμερικάνο πρέσβη. Είπε ότι θα εξαιρέσει τουλάχιστον τις γυναίκες και τα παιδιά. Αλλά την επόμενη ημέρα κιόλας, 31 Ιανουαρίου, εκμυστηρεύεται ο αιμοσταγής αυτός πασάς και Μέγας Βεζύρης Ταλαάτ μπέης τα εξής σε έναν αυστριακό πράκτορα: « Βλέπω για την Τουρκία να πλησιάζη η ώρα να ξεκαθαρίσουμε τώρα με τους Έλληνες όπως το 1915 με τους Αρμένιους».
Και το μακελειό άρχισε. Ο θάνατος περιοδεύει σε πανάρχαιες πολιτείες του Πόντου. «Ανεώχθηκαν οι ουρανοί». Στο άκουσμα αυτής της φωνής, ένοιωσαν την σάλπιγγα του Αρχάγγελου. Τους καλούσε να ανέβουν κοντά του. Οι Έλληνες εξοντώνονται κατά χωριά. Είναι αδύνατον να αναφέρουμε το πλήρες χρονικό του εγκλήματος. Ιερείς της περιφέρειας Πάφρας σταυρώνονται, κατασφάζονται άνδρες και γυναικόπεδα, στην επαρχία Κωλονίας γδέρνονται και πεταλώνονται ανθρώπινα όντα από τον αιμοσταγή Τοπάλ Οσμάν και στους συμοορίτες του. Χιλιάδες Πόντιοι εξοντώνονται στην Λαοδικεία, στο Τσαρσαμπά, στο Καβάκ, στη Μερζιφούντα, στο Αλατσάμ. Πυρπολούνται και καταστρέφονται τα χριστιανικά χωριά της επαρχίας Αμάσειας, Νεοκαισάρειας, Κολωνίας, Κερασούντος, Σάντας, Ροδοπόλεως, Κολεχισσάρ, Μεσουδιέ. « Η επιτροπεία των εν Ελλάδι Ποντίων» τηλεγραφικά ενημέρωνε την Ελληνική Κυβέρνηση ότι « πανταχόθεν του Πόντου αγγέλονται σφαγαί προκρίτων Ελλήνων, ατιμώσεις Ελληνίδων, ληστείαι και διαρπαγαί ελληνικών περιουσιών παρά τουρκικών ορδών και τουρκικών αρχών». Ο αρχιμανδρίτης Τραπεζούντος Πανάρετος στην έκθεση του προς τον συνταγματάρχη Κατεχάκη αποκάλυπτε το μέγεθος της τουρκικής βαρβαρότητας.
« Εκ των 25.000 εξορισθέντων της επαρχίας Νεοκαισάρειας, εκ μεν των χωρικών εσώθηκαν μόλις 6%, εκ δεν των κατοίκων των πόλεων 35%. Η επαρχία Κολωνίας εξ΄ολοκλήρου κατεστράφη, όλα τα χωριά αυτής ηρημώθηκαν. Η επαρχία Χαλδείας- Κερασούντος είχε ελληνικό πληθυσμό 167.450. Εκ τούτων 45.000 περίπου εξηναγκάστηκαν να καταφύγωσιν εις Ρωσίαν, άνω δε των 90.000 μετατοπίσθησαν και εξορίσθησαν εις τα βάθη της Μικράς Ασίας.Εκ των εξόρισθέντων 80% απέθανον εκ πείνης, εκ των διωγμών, των δεινοπαθημάτων και των δαρμών (…). Εκ των 72 ελληνικών χωρίων του Τμήματος Κερασούντος ουδέν σώζεται».
Ο «αναμορφωτής και ειρηνοποιός» Μουσταφά Κεμάλ, ίδρυσε τα διαβόητα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια, στα οποία παραπέμφθηκαν κοινοτικοί παράγοντες, έμποροι και οι επιστήμονες του Πόντου κατηγορούμενοι ως κινηματίες του Πόντου ( Ποντοστσίδες). Τα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» κατέρριψαν και εξευτέλισαν κάθε ιδέα δικαιοσύνης, καταδικάζοντας σε θάνατο 1.000 περίπου πρόκριτους τον Αύγουστο του 1921. Μητροπολίτες, επίσκοπους, Πρωτοσύγγελους, κληρικούς, επιστήμονες, καθηγητές, τραπεζίτες, μεγαλέμπορους, κτηματίες, μέλη των Επιτροπών Περιθάλψεως Προσφύγων, Ορφανοτροφείων, Αδελφοτήτων, πολιτιστικών συλλόγων.
Ο Αμερικανός γερουσιαστής Kιγκ, υπέβαλε στη Γερουσία ψήφισμα- κατηγορητήριο κατά των Κεμαλικών ωμοτήτων το οποίο εγκρίθηκε παμψηφεί: «Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών να φέρει τις θηριωδίες των Τούρκων στο Πόντο, στη προσοχή των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και στο συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών, με σκοπό να ληφθούν δραστικά μέτρα για να σταματήσει η καταδίωξη και η εξόντωση των κατοίκων του Πόντου οι οποίοι είναι Έλληνες φυλετικά και θρησκευτικά». Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος αναφέρει χαρακτηριστικά: « Με την ενοχή συνεργασία των μεγάλων Χριστιανικών δυνάμεων της Δύσης, της Γερμανίας και της Αυστρίας, κατά το 1916-1918, εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων απεσπάσθησαν βιαίως των εστιών τους και πέθαναν στην εξορία. Με την ενοχή συνεργασία των Συμμάχων Χριστιανικών δυνάμεων της Δύσης κατά τα έτη 1919 -1922 το εθνικό κίνημα των Τούρκων του Μουσταφά Κεμάλ συμπλήρωσε το έργο των Νεότουρκων.
Η ανακοίνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 5 Δεκεμβρίου 1921, καταγγελία των τερατουργημάτων της Κεμαλικής Τουρκίας, κατέληγε:
« Πώς ανέχεται ο πεπολιτισμένος κόσμος τοιάυτα κακουργήματα, διαπράττόμενα υπό σπείρας επαναστατών και μάλιστα εξ οιωνδήποτε ελατηρίων επιτρέπει τας εν τοις κόλποις του πολιτισμένου κόσμου εκδηλώσεις συμπαθείας υπέρ των δημίων;
Πότε θα αποκατασταθή και δια την ημετέραν χριστιανικήν ανατολήν η δικαιοσύνη;».
« Όσον αφορά τους Πόντιους, τους οποίους οι Τούρκοι ονομάζεται επαναστάτας, είναι γνωστόν τοις πάσιν ότι οι Κεμαλικοί από του παρελθόντος Μαΐου, υπό το πρόσχημα υποβολής αντιποίνων κατά των Ελλήνων, έθεσαν εις εφαρμογήν το απάνθρωπον σχέδιον της εξοντώσεως του εναπομείναντος ελληνικού πληθυσμού του Πόντου εκ των προηγούμενων διωγμών».
Ιδού μερικά αποσπάσματα από τις εκθέσεις του μαρκησίου Παλλαβιτσίνι, πρεσβευτή της Αυστροουγγαρίας στην Κωνσταντινούπολη. Αφορούν την πόλη της Σαμψούντας, που υπέφερε ίσως περισσότερο από κάθε άλλη πόλη:
«11 Δεκεμβρίου 1916. Λεηλατήθηκαν 5 ελληνικά χωριά , κατόπιν κάηκαν. Οι κάτοικοι εξετοπίσθηκαν.
12 Δεκεμβρίου 1916. Εις τα περίχωρα της πόλεως καίονται χωριά.
14 Δεκεμβρίου: Χθες έκαψαν το μεγαλύτερο καπνοχώρι.
17 Δεκεμβρίου 1916. Εις την περιφέρειαν της Σαμψούντος έκαψαν 11 χωριά. Μαίνεται η λεηλασία. Κακοποιούνται οι χωρικοί.
31 Δεκεμβρίου 1916. 18 ελληνικά χωριά κάηκαν εξ’ ολοκλήρου, 15 εν μέρει. Περίπου 60 γυναίκες εβιάσθησαν. Ελεηλάτησαν ακόμη και εκκλησίας».
Στις 20 Ιανουαρίου 1917, γράφει ο Αυστριακός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη μαρκήσιος Παλλαβιτσίνι προς τον υπουργό του στην Βιέννη: «Εις Σαμψούντος αγγέλλονται νέοι εκτοπισμοί και φυλακίσεις Ελλήνων. Η κατάστασις των εξορισθέντων προκαλεί την απόγνωσιν. Όλους τους αναμένει ο θάνατος. Προσπάθησα να επιστήσω την προσοχή του Μεγάλου Βεζύρη επί των γεγονότων και να τονίσω πόσον λυπηρόν θα ήτο εάν οι διωγμοί του ελληνικού στοιχείου θα ελάμβανον την μορφήν και τα ς διαστάσεις των αρμενικών διωγμών. Ο Μέγας Βεζύρης μοί υπεσχέθη ότι θα προσπαθήση να ασκήση την επιρροήν του επί του Ταλαάτ μπέη και του Εμβέρ πασά». Στις 17 Φεβρουαρίου 1917 σε έγγραφο του αναφέρει: «Αι πληροφορίαι εις το μνημόνιον του μητροπολίτου Αμασείας Γερμανού περί των διωγμών της περιοχής του ταυτίζονται απολύτως με τας ειδήσεις των ιδικών μας προξένων οι οποίοι επανειλημμένως ομιλούν εις τας έκθεσεις των περί αγριοτήτων, εκτοπισμών του ελληνικού στοιχείου και της δι’ εμπρησμού εξαφανίσεως των ελληνικών χωριών…».
Τις επίσημες αυτές ειδήσεις μεταβιβάζει ο υπουργός των Εξωτερικών της Αυστρίας προς το Βερολίνο με το ερώτημα τι δέον γενέσθαι. Ο υπουργός συνοδεύει τις εκθέσεις των πρεσβευτών του με το εξής ερώτημα:
«Αι εκ της Τουρκίας καταφθάνουσαι ειδήσεις καθιστούν ολονέν και πιθανωτέραν την υπόθεσιν, ότι αι συνέπειαι αι προκληθείσαι εκ της αγκιστρώσεως των Ρώσων εις τας τουρκικάς ακτάς της Μαύρης Θαλάσσης μεταξύ των εκεί χριστιανικών (ελληνικών) πληθυσμών, δηλαδή οι σχηματισμοί αντάρτικων σωμάτων, χρησιμεύουν ως προσχήματα δια τους Τούρκους δια μίαν εκτεταμένην γενικήν καταδίωξιν του ελληνικού στοιχείου, με την έκδηλον τάσιν να εξοντώσουν ολοσχερώς τους Έλληνας ως εχθρούς του κράτους όπως προγενέστερως και τους Αρμένιους. Την τακτικήν αυτήν εφαρμόζουν οι Τούρκοι καταπολεμούντες όχι μόνον τους αντάρτας αλλά και εκτοπίζοντες τους πληθυσμούς, άνευ διακρίσεως της δυνατότητος αν θα επιζήσουν, από τας ακτάς εις το εσωτερικόν της χώρας χωρίς την λήψιν κατάλληλων μέτρων εκ μέρους της τουρκικής διοικήσεως, ώστε οι εκτοπιζόμενοι να είναι εκτεθειμένοι εις την αθλιότητα και τον εκ πείνης θανάτου. Τα εγκαταλειπόμενα σπίτια των εξοριζόμενων λεηλατούνται εις το πλείστον υπό των τουρκικών ταγμάτων τιμωρίας, ή καίονται και καταστρέφονται. Και όλα τα άλλα μέτρα, τα οποία εις τους διωγμούς των Αρμένιων ευρίσκοντο εις την ημερησίαν διάταξιν, επαναλαμβάνονται τώρα εναντίον των Ελλήνων. Τα γεγονότα αυτά, συνεχίζει ο Αυστριακός υπουργός, ενδείκνυται φυσικά να προκαλέσουν εις ολόκληρον τον πολιτισμένον κόσμον κύμα αγανακτήσεως εναντίον του τουρκικού καθεστώτος. Εκτός αυτού υφίσταται και ο κίνδυνος, η Ελληνική Κυβέρνησις, της οποίας η στάσις απέναντι της Τουρκίας ουδαμός εμπνέεται υπό της φροντίδος δια το ελληνικόν στοιχείον της οθωμανικής αυτοκρατορίας, θα ήτο δυνατόν να εγκαταλείψη την εν λόγω στάσιν της εάν καταλήξη εις το συμπέρασμα ότι δεν είναι εις θέσιν να αποτρέψη την μοίραν των συμπατριωτών της εκ την Τουρκίαν».
Όλα αυτά γράφονται από τους συμμάχους των Τούρκων. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο τραγική. Χιλιάδες εκτελούνται κατά τη διάρκεια της εκτόπισης στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Σε ένα κείμενο της Κεντρικής Ένωσης Ποντίων Ελλήνων το 1919 αναφέρονται μερικοί από τους τρόπους εκτόπισης:
«Οι Τούρκοι εξόριζαν και εκτόπιζαν τους Έλληνες πάντοτε το χειμώνα και μέσα στη βαρύτερη κακοκαιρία, χώρις να τους επιτρέψουν να παραλάβουν ούτε τρόφιμα ούτε στρώματα. Τα κυβερνητικά όργανα που συνόδευαν τους εκτοπιζόμενους δεν επέτρεπαν στα θύματά τους να σταθμεύουν σε κατοικημένα μέρη, αλλά μόνο σε μέρη έρημα και εκτεθειμένα στις σημερινές συνθήκες. Ο σκοπός ήταν διπλός: πρώτα να μην μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα και έπειτα να μην μπορούν να στεγασθούν. Δεν επέτρεπαν για κανένα λόγο να δώσουν βοήθεια στους γέρους γονείς ή τα ανήλικα παιδιά και στους αρρώστους, οι οποίοι εγκαταλείπονταν στα φαράγγια και στα δάση και πέθαιναν από την πείνα ή αποτελειώνονταν από τη λόγχη των Τούρκων.
Σε διάφορα μέρη της χώρας ιδρύθηκαν λουτρώνες δήθεν για στρατιωτικούς λόγους. Τα κυβερνητικά και αστυνομικά όργανα που οδηγούσαν τους μετατοπιζόμενους εξανάγκαζαν τους δυστυχείς για λόγους δήθεν υγιεινής να λουσθούν. Έβαζαν κατά εκατοντάδες άντρες, γυναίκες και παιδιά στα λουτρά, γυμνούς με θερμοκρασίες + 40. Τα ενδύματα τους δυστυχώς λεηλατούνταν. Όταν έβγαιναν από το λουτρό, τους εξανάγκαζαν να παρατάσσονται στο χιόνι και με θερμοκρασία κάτω του μηδενός για να περιμένει την επίσκεψη του αστυνόμου για καταμέτρηση, ο οποίος ποτέ δεν έρχονταν πριν από μία ώρα, και έπειτα άλλη μία ώρα τον γιατρό, για ιατρική επιθεώρηση. Κατά την επιθεώρηση χαρακτηρίζονταν σαν άρρωστοι οι νεότεροι και υγιέστεροι, οι οποίες θανατώνονταν κατά την αποστολή στο νοσοκομείο».

Η ασύγγνωστη απουσία του Ελληνικού Κράτους
Η άφιξη του Κεμάλ στον Πόντο σηματοδότησε την αρχή της δεύτερης φάσης της γενοκτονίας. Χρησιμοποίησε τις τουρκικές συμμορίες ατάκτων, όπως αυτή του Τοπάλ Οσμάν. Για τους ηγέτες του Ποντιακού Κινήματος στήθηκαν κρεμάλες στην Αμάσεια. 450 Έλληνες έχασαν την ζωή της εκεί με την κατηγορία ότι πρωτοστάτησαν στην προσπάθεια για τη δημιουργία Ελληνικής Δημοκρατίας στον Πόντο. Η Ελληνική Δημοκρατία του Πόντου δεν ιδρύεται. Ο ποντιακός Ελληνισμός εξοντώνεται την περίοδο 1914-1924 ή ακολουθεί το δρόμο της διασποράς με κύρια κατεύθυνση το ελληνικό κράτος, γιατί οι σύμμαχοι της Αντάντ αδιαφορούν για την τύχη του από την αρχή των διωγμών, και οι ελληνικές κυβερνήσεις όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Καθενιώτης, έμπιστος συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου και γνώστης του ποντιακού ζητήματος, σε υπόμνημα του στην Ελληνική Κυβέρνηση με ημερομηνία 3 Ιουνίου 1920: « Παρ’ όλην την απομάκρυνσίν του, ο Πόντος δεν εξέρχεται της σφαίρας της γενικής δράσεως της Ελλάδος. Πολλάκις, το ζήτημα του Πόντου εξητάσθη ως εθνικόν μέν, αλλά περίπου της αυτής κατηγορίας με το της διατηρήσεως του εθνισμού των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων των ευρισκομένων π.χ. εις Αμερικήν».
Οι ελληνικές κυβερνήσεις της εποχής δεν παρέχουν βοήθεια ικανή να εξασφαλίσει την επιβίωση του ποντιακού ελληνισμού στον τόπο καταγωγής του. Η Ελλάδα προσπαθώντας να εφαρμόσει τη συνθήκες των Σερβών (10 Αυγούστου 1920 ) που της δίνει την Ανατολική Θράκη, τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο, επικυρώνει την ελληνική κυριαρχία στα άλλα νησιά του Αιγαίου που τα κατέχει από το 1913, και της εμπιστεύεται τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης, εδάφους που θα προσαρτούσε με πλήρη κυριαρχία μέσα σε πέντε χρόνια ύστερα από ευνοϊκό δημοψήφισμα, παρασύρεται στην Μικρασιατική εκστρατεία και εγκαταλείπεται σταδιακά από την Ιταλία, τη Γαλλία και τη Σοβιετική Ένωση, που γίνονται υποστηρικτές του εθνικιστικού κινήματος των Νεότουρκων, και τελικά και από την Αγγλία. Η Μικρασιατική καταστροφή του 1922 σήμαινε το τέλος του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού, αφού με τη συνθήκη της Λωζάννης το 1923 ανάμεσα στα κράτη της Ελλάδας και της Τουρκίας, καθορίζεται η βίαιη μετανάστευση και ανταλλαγή 1.200.000 Ελλήνων και 350.000 μουσουλμάνων, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του έθνους μέσα στα όρια του κράτους. Σε όλη τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας οι ένοπλες ποντιακές δυνάμεις, που δημιουργούνται για να προστατεύσουν τον ποντιακό ελληνισμό από την εξόντωση, αποτελούν δυνάμεις αντιπερισπασμού, που δεν έχουν καμία βοήθεια από το ελληνικό κράτος, ενώ παραγνωρίζεται σημαντικότητά τους. Όπως αναφέρει ο Περικλής Ροδάκης: «Μία εκστρατεία κατά του Κεμάλ θα ήταν επιτυχημένη, αν οι Έλληνες ακολουθούσαν τα παράλια της Βιθυνίας, περνούσαν στην αρχαία Παφλαγονία (βιλαέτι Κασταμονής) φτάνοντας στον Πόντο. Σε όλη την διαδρομή αυτή, υπήρχαν συμπαγής ελληνικοί πληθυσμοί που θα εξασφάλιζαν στον Ελληνικό στρατό εφεδρείας και εφόδια. Αντίθετα, στον δρόμο που τελικά ακολούθησαν, υπήρχαν μόνο εχθροί, εχθροί άνθρωποι και φύση».
Η περίπτωση του Πόντου παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα της δυνατότητας δημιουργίας ενός δεύτερου ελληνικού εθνικού κράτους στο χώρο της Μαύρης Θάλασσας. Στον Πόντο, παρουσιάζονται δύο τάσεις. Η πρώτη εκφράζεται από την Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο, ο οποίος από το 1912 μέχρι το 1918 υποστηρίζει μία πολιτική προσέγγισης με τους Τούρκους, πιστεύοντας ότι είναι δυνατή μία ελληνοτουρκική συνεργασία. Παράλληλα με την τάση για ελληνοτουρκική συνεργασία, υπάρχει και η πίστη στην Μεγάλη Ιδέα, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται και η τάση για ένωση του Πόντου με το ελεύθερο ελληνικό κράτος. Όμως τα ιστορικά γεγονότα που ακολούθησαν την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αναδεικνύουν σαν μόνη δυνατή τη λύση της αυτονομίας. Η συστηματική γενοκτονία των Ελλήνων του Δυτικού Πόντου από το Νεοτουρκικό κράτος κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και η ολοκλήρωση των διωγμών σε όλο τον Πόντο που ακολουθεί την ανακωχή, εξαναγκάζει τον ποντιακό ελληνισμό να στραφεί αποκλειστικά προς την Ελλάδα και τους συμμάχους της, τις δυνάμεις της Αντάντ, για την απελευθέρωση του Πόντου. Ταυτόχρονα όμως, υπάρχει η γεωγραφική απομόνωση του Πόντου και η απροθυμία του ελληνικού κράτους για στρατιωτική επέμβαση στην περιοχή. Για αυτό από το 1918 υφίσταται μόνο το αίτημα της ανεξαρτησίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μητροπολίτης Χρύσανθος, από το 1919 έως το1922, γίνεται δυναμικός εκφραστής του κινήματος για την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους.
Σε όλη την διάρκεια των διωγμών οι ελληνικές κυβερνήσεις ακολουθούν ασυνεπή πολιτική. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, το Νοέμβριο του 1917 στη συνάντησή του με τον Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, έναν από τους πρωτεργάτες του κινήματος για την Ανεξαρτησία, επιδοκιμάζει την ιδέα ανεξαρτήτου ποντιακού κράτους. Όμως το 1918 στο πρώτο υπόμνημα που παρουσιάζει στη Διάσκεψη της Ειρήνης με ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 1918, προτείνει την ενσωμάτωση του βιλαετίου της Τραπεζούντας στην Αρμενία και το 1919 πληροφορεί τον αμερικανό πρόεδρο Τόμας Γούντροου Ουίλσον ότι ο ίδιoς αντιτάσσεται απόλυτα στην ίδρυση ο και αδυνάτων ελληνικών κρατιδίων ή θυλάκων στην Μικρά Ασία. Στη συνέχεια τον Οκτώβριο του 1920 αλλάζει πάλι γνώμη και σχεδιάζει άμεση στρατιωτική επέμβαση στον Πόντο. Όμως η ήττα του Ελευθέριου Βενιζέλου μετά τις εκλογές της 14ης Νοεμβρίου 1920 και επιστροφή του Βασιλιά Κωνσταντίνου στην Αθήνα, με το δημοψήφισμα της 5ης Δεκεμβρίου 1920, ματαιώνουν κάθε προσπάθεια ουσιαστικής βοήθειας προς τον Ελληνισμό του Πόντου. Καθοριστικό ρόλο παίζουν οι ψήφοι των αλλοεθνών της Β. Ελλάδας, Σλάβων, Εβραίων και Τούρκων. Η Βασιλική Κυβέρνηση που διαδέχεται τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όχι μόνο δεν έχει συνεπή πολιτική με το ποντιακό ζήτημα, αλλά με ενέργειες, όπως ο βομβαρδισμός της Σαμψούντας από ελληνικά πολεμικά πλοία στις 7 Ιουλίου 1922, ενώ δεν υπάρχει σχέδιο απόβασης, προκαλεί αύξηση του τουρκικού φανατισμού και των βιαιοτήτων εναντίον των Ελλήνων του Πόντου.
Ο ίδιος ο ελληνικός εθνισμός των αρχών του εικοστού αιώνα, που νομιμοποιεί το ελληνικό κράτος σαν το μόνο κέντρο αποφάσεων για τον έξω-ελλαδικό ελληνισμό και συνδυάζει την απελευθέρωση των αλύτρωτων με την ένταξη του εδάφους τους στο ελληνικό κράτος, ίσως είναι ένας ακόμη λόγος για την αδιαφορία δημιουργίας ενός δεύτερου εθνικού κέντρου. Όπως αναφέρει ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης: «Από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους η κυρίαρχη τάση της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, όπως εκφράστηκε άλλωστε και από τη θεωρία του εθνικού κέντρου, υπήρξε η ενσωμάτωση των αλύτρωτων εδαφών στο ελεύθερο κράτος ως αποτέλεσμα και των κατά τόπους «ενωτικών» κινημάτων. Η τάση αυτή και η μαχητική εθνιστική ιδεολογία, που τη νομιμοποιούσε και την υποστήριζε, απέκλεισε το ενδεχόμενο της δημιουργίας περισσότερων από ένα ελληνικών κρατών. (…) η τάση αυτή ήταν τόσο ισχυρή, ώστε και στην περίπτωση του Πόντου υπονόμευσε την επιδίωξη των ανεξαρτησίας, που ίσως να διασφάλιζε την επιβίωση του ελληνισμού αρχαία του εκείνη κοιτίδα».

Της Βασιλικής Τρόχειλα*, Ιστορικός

*Η κ. Βασιλική Τρόχειλα είναι Ιστορικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου Σπουδών Νεώτερης Στρατιωτικής Ιστορίας και Στρατιωτικές Σπουδές απο το Αγγλικό Πανεπιστήμιον του Μπάγκινχάμ.
Σπούδασε: MA Modern War Studies and Contemporary Military History στο The University of Buckingham.

ΠΗΓΗ: ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΝ «ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ»
Περιγραφή Φωτογραφιών:
1. Μετά την επίσημη είσοδο της Τουρκίας στο Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Σείχης του Ισλάμ της Κωνσταντινούπολης Μούσα Καζίμ (Musa Kazım Efendi 1858–1920) , διακηρύσσει τον "Ιερό Πόλεμο",τζιχάντ.
2. Ο Τούρκος υπουργός Πολέμου Ενβερ Πάσα το 1915: Αυτή η φωτογραφία χρησιμοποιήθηκε επίσης ως καρτ ποστάλ στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
3. Ο Γουλιέλμος Β' της Γερμανίας με στην Κωνσταντινούπολη με τουρκική στολή και φέσι. Τον Οκτώβριο του 1917 ο Γερμανός αυτοκράτορας συναντήθηκε με τον Σουλτάνο Μεχμέτ Β' στην Κωνσταντινούπολη.
4. Τουρκική αντιπροσωπεία στο Krupp, 1911. Mεγάλη γερμανική βιομηχανία με έδρα το Έσσεν στην Κοιλάδα του Ρούρ, την οποία δημιούργησε ο Άλφρεντ Κρουπ από την οικογενειακή επιχείρηση Kruppsche Gussstahlfabrik. Η εταιρία κατασκεύαζε φορτηγά, τρένα, μηχανές και όπλα. Επίσης είχε και χυτήρια. Για πολλά χρόνια ήταν το σύμβολο της βαριάς βιομηχανίας. Μεγάλη επιτυχία τις εταιρίας ήταν τα διάφορα όπλα και άρματα που πουλούσε σε διάφορους στρατούς της Ευρώπης.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου