Translate

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2020

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: «ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΩΡΑ ΝΥΧΤΩΝΕΙ» ΤΟΥ π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ



ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: «ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΩΡΑ ΝΥΧΤΩΝΕΙ»
 (Πάλη με τον Θεό στο κενό του Θανάτου), 
του π. Βασιλείου Χριστοδούλου, εκδόσεις: «ΓΡΗΓΟΡΗ».

(...)
Και μήπως υπάρχει μεγαλύτερο μαρτύριο για τους ζώντες από το θάνατο του παιδιού τους; «Καλο Παράδεισο» ευχόμουν κι εγώ σε καθε κηδεία μέχρι και προχθές, αλλά τούτη εδώ μου άλλαξε τα δεδομένα. (σ. 29) Ναι, ο θάνατος ενός παιδιού είναι μια ενεργή νάρκη.

Ο π. Βασίλειος κοιτάζει κατάματα τις σαθρές δικαιολογίες, ακόμα και τον κακώς νοούμενο ασκητισμό. «Είναι ο νοσηρός ασκητισμός που επιτίθεται στο σώμα, που ενοχοποιεί κάθε χαρά και απόλαυση στα όρια της αμαρτίας, που θεμελιώνει την ύπαρξή του πάνω στο αξίωμα «όσο πιο πολύ υποφέρεις, τόσο πιο αρεστός στον Θεό γίνεσαι» (σ. 40) Νομίζω πως ο άγιος του αιώνα μας, Πορφύριος, έχει δώσει την απάντηση επ’ αυτού με την πλέον ερωτική φράση που ειπώθηκε στους καιρούς μας: «Να αγαπάεις και να πονάεις».

Μπροστά στη σκαμμένη γη που θα καταπιεί το νεκρό παιδί, ο συγγραφέας νοιάζεται για τους ζώντες, καίγεται γι’ αυτούς και αναρωτιέται ποια μπορεί να γίνει η «σκαμένη αγκαλιά» που θα τους αγκαλιάσει. «Η Εκκκλησία» ψελλίζει, αφού ταλανιστεί αρκετά «καλείται στο ιστορικό παρόν του Πόνου και του Φόβου να πρφυλάξει τους ανθρώπους και να τους φροντίσει. Να γίνει μια αγκαλιά να τους δεχθεί, να μην ξεπαγιάζουν έξω στο Παράλογο. Να τους ζεστάνει σε Νόημα. Καλείται η Εκκλησία στο ιστορικό παρόν να πάρει το μέρος των ανθρώπων και όχι του Θεού.» (σσ. 52-53) «Του ανθρώπου που πληρώνει ακριβό τίμημα αυτής της επιλογής του, με το να χάνει πρόωρα και αναίτια πολλά απ’ αυτά που αγαπά. Να χαϊδεύει το κεφαλάκι του τρυφερά η Εκκλησία και να του διαβάζει ποίηση, μόνο ποίηση, μυσταγωγώντας τον στο μυστήριο της έμπονης ζωής, και του σκοτεινού θανάτου, αλλά και στο μυστήριο της αναμονής και της Βασιλείας.» (σσ. 53-54).

(...)
Σαν ατάλαντοι και επηρμένοι ποιητές εμείς πλάσαμε έναν Θεό σαν ατσαλάκωτο και αξιοσέβαστο μικροαστό. Έναν Θεό που σηκώνεται όρθιος σαν μαθητής στο θρανίο του και οφείλει να μας απαντήσει σε ό,τι τον ρωτούμε για να διαπιστώσουμε αν διάβασε το μάθημά Του και να του βάλουμε κατόπιν βαθμό. Και ποιος μας είπε πως μας χρωστά ο Θεός απαντήσεις; Και ποιος μας είπε πως οι απαντήσεις βοηθούν; «Να παραμείνουμε στο ερώτημα γιατί αυτό μας κρατά ανοιχτούς στη σχέση, ζωντανούς στην επιθυμία.» (σ. 81) «Αυτή η απόκρυψη ίσως και να ’ναι τελικά αυτό το μυστήριο που συντηρεί σε επίπεδο ερωτικό τη σχέση Θεού ανθρώπου -ο έρωτας πάντα από το μυστήριο τρέφεται.» (σ. 83) Έτσι είναι. Εξάλλου, και στη Γεθσημανή θα παρατηρήσει πολύ εύστοχα «δεν διαβεβαιώνεται Εκείνος για κάτι, εμπιστεύεται: πλην ουχί ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ.» (σ. 83) Εμείς αντί να εμπιστευτούμε Εκείνον, εμπιστευθήκαμε τους ανέραστους παραθεολογούντες που μόνο ενοχικά συμπλέγματα κατάφεραν να μας μεταδώσουν βάζοντας στο ειδώλιλο του κατηγορουμένου το σώμα, τη χαρά, τα όνειρα. Ο συγγραφέας όμως αναλαμβάνει την υπεράσπισή τους. «Κάθε ένας που ονειρεύεται επενδύει, ρισκάροντας πως το αύριο θα ’ναι εκεί.» (σ. 85)

(...)
Τελειώνοντας το βιβλίο αναρωτιέμαι, αν δεν υπήρχε θάνατος θα υπήρχε Θεός; Και δεν εννοώ, βέβαια, αν θα υπήρχε όντως από μόνος Του, γιατί εξάλλου αυτό είναι δικό Του ζήτημα. Εννοώ αν θα υπήρχε για μας. Μήπως πρέπει, τελικά, να διαβάσουμε τη ζωή σαν βιβλίο που το ξεκινούμε από το τέλος για να φτάσουμε στην αρχή σαν ήταν γραμμένο σε αραβκή γλώσσα;

Της κ. Βασιλικής Νευροκοπλή


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου