Translate

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΖΗΣΗΣ, Ο ΑΡΧΙΜΑΣΣΩΝΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ Α΄ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ Η.Π.Α.






Ὁ Μασόνος Πατριάρχης Ἀθηναγόρας Α΄,
ἡ πολιτική τῶν Η.Π.Α. καί ἡ σημερινή Οὐκρανία

Γεωπολιτική ἀνάλυση (μέρος α΄) :
Ἀθηναγόρας Σπύρου, ὁ «ἄνθρωπος τοῦ Προέδρου» ...


τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ (Ζήση)
Διαφαίνεται πλέον καθαρῶς στόν ὁρίζοντα ἡ προοπτική δυναμικῆς ἀναμείξεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μέ βαρύτατη εὐθύνη τοῦ Προκαθημένου Του κ.κ. Βαρθολομαίου, στήν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας! Ταράσσει τά ὕδατα ἡ ἐπιδιωκόμενη καί διαφαινόμενη χορήγηση ἀπό τό Φανάρι αὐτοκεφαλίας στό σχισματικό Πατριαρχεῖο τοῦ Κιέβου, εἰς βάρος τῆς νομίμου ἐν Οὐκρανίᾳ ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας, τῆς Μητροπόλεως Κιέβου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας (UOC-MP, τῆς ὑπό τόν Μητροπολίτη κ.  Ὀνούφριο). Τά γεγονότα φωτίζουν ἄπλετα, γιά μιά ἀκόμη φορά, τήν ἀτυχῆ ὑποδούλωση τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου τῆς ΚΠόλεως, ἐξ αἰτίας ὀλίγων ἐπιλέκτων προσώπων, στίς δυτικές, ἀμερικανικές τώρα, γεωπολιτικές προτεραιότητες. Ἡ κληρονομία τῶν Μασόνων Πατριαρχῶν Μελετίου Δ΄ (Μεταξάκη), ἀνθρώπου τῶν Βρεττανῶν, καί Ἀθηναγόρα Α΄ (Σπύρου), ἐκλεκτοῦ τῶν Ἀμερικανῶν, φαίνεται ὅτι δυστυχῶς «καλά κρατεῖ» ...
Ὅπως θά δοῦμε στό τέλος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἡ ἐπιδιωκόμενη τελεία ἐκκλησιαστική ἀποξένωση τῶν Οὐκρανῶν Ὀρθοδόξων ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, ἐλέῳ τώρα τοῦ ἐν Φαναρίῳ Προκαθημένου, συμπίπτει «ἐντελῶς τυχαῖα» μέ τήν προσπάθεια τῶν Δυτικῶν Συμμάχων ἐδῶ καί 30 περίπου χρόνια (συμφώνως μέ τούς Kissinger, Brzezinski, βλ. κατωτέρω), νά ἀπομακρύνουν διαπαντός τήν Οὐκρανία, τήν κοιτίδα τοῦ ρωσσικοῦ πολιτισμοῦ, ἀπό τόν φυσικό γεωπολιτικό καί πολιτισμικό χῶρο της, τήν κυρίως Ρωσσία. Ἔτσι θά ἀποκλειστεῖ καί τό παραμικρό ἐνδεχόμενο ἐπανασυστάσεως μιᾶς Ὀρθοδόξου Ρωσσικῆς «Αὐτοκρατορίας», ὡς διηυρυμένης Ὁμοσπονδίας Δημοκρατιῶν, κατά τήν ὠμή ἐκτίμηση τοῦ Χένρυ Κίσσιντζερ.
Ἡ ὑπαγωγή τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου στίς γεωπολιτικές ἐπιλογές τοῦ NATO ὑπῆρξε “must” τῆς δυτικῆς διπλωματίας ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Μασόνου Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποῖος κληροδότησε στούς διαδόχους του τήν γραμμή αὐτή. Εἶναι ἄκρως ἐνδεικτικό ἕνα ἄρθρο τοῦ καθηγητοῦ Ἀλεξάνδρου Κύρου πού ἀναλύουμε κατωτέρω ἐκτενῶς, ἐπικαιροποιώντας ἔπειτα τόν προβληματισμό αὐτό μέ ἀφορμή τήν Οὐκρανία (οἱ πιό ἐρευνητικοί ἀναγνῶστες θά βροῦν καί στίς ὑποσημειώσεις ἐνδιαφέρον ὑλικό).



● Περιεχόμενα:
Εἰσαγωγικά
1. Τό ἄρθρο τοῦ καθηγητοῦ Ἀλεξάνδρου Κύρου (ἀντίδοτο γιά τήν ἐθνοφυλετική ἀφέλεια)
2. Τό κείμενο τοῦ ἄρθρου τοῦ καθηγητοῦ Κύρου
3. Ἀνάλυση τοῦ ἄρθρου τοῦ καθ. Κύρου στά κυριώτερα σημεῖα του
4. Ἐξαγωγή συμπληρωματικῶν διαπιστώσεων ἀπό τό ἄρθρο
5. Τί ἀποκρύπτεται στό ἄρθρο τοῦ καθηγητοῦ Κύρου
6. Τό θέμα τῆς Οὐκρανίας: τό Φανάρι καί ἡ πολιτική τῶν ΗΠΑ στό παρόν
πίλογος


Εἰσαγωγικά
Πολλές φορές στήν πάροδο τῶν τελευταίων ἐτῶν ἔχουμε συζητήσει γιά τόν Οἰκουμενισμό μέ ἀνθρώπους (ἀκόμη καί σημαίνοντες), οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς καί ἐκπεφρασμένως ἀνησυχοῦν γιά τήν πασιφανῆ ἐπιδείνωση τῶν θεολογικῶν πραγμάτων καί τήν διολίσθησή τους ἀπό τόν παλαιό «ἤπιο» Οἰκουμενισμό πρός τήν νεο-εποχική πανθρησκεία. Παρά ταῦτα, πολλοί ἐξ αὐτῶν τείνουν νά ὑποβαθμίζουν τό θέμα σέ μία ἁπλῆ καί παροδική θεολογική «μπόρα», σέ ἕνα ἰδεολογικό «φλέρτ» συγκεκριμένων προσώπων μέ τούς χώρους τοῦ θεολογικοῦ σχετικισμοῦ καί τοῦ ἀγαπισμοῦ. Διαπιστώνεται, δυστυχῶς, μιά γενική ἀδυναμία νά ἐντάξουν οἱ Ὀρθόδοξοι τόν Οἰκουμενισμό - ὡς κίνηση γιά τήν ἑνοποίηση ὁμολογιῶν καί θρησκειῶν - στόν εὐρύτερο χωρο-χρόνο τῆς παγκοσμιοποιήσεως καί τοῦ μοντερνισμοῦ. Ἔτσι, ἄλλοι προσβλέπουν στήν στιγμή τῆς φυσιολογικῆς ἀποβιώσεως τῶν πρωτεργατῶν τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (στάση πού ὡς Χριστιανούς πρέπει νά μᾶς βρίσκει ἐντελῶς ἀντίθετους)· ἄλλοι πάλιν ἐπαφίενται ἀποκλειστικῶς σέ κάποια μελλοντική «χιλιαστική» ἐλπίδα «ἀναλαμπῆς» τῆς Ὀρθοδοξίας ἤ ἄλλης «ἀποκαταστάσεως» τῶν πραγμάτων «ἀπό μηχανῆς». Εἶναι, νομίζω, δεδομένο ὅτι ἡ ὀρθόδοξη σωτηριολογία, ἐφ’ ὅσον προβάλλει τήν «συνεργία» Θεοῦ καί ἀνθρώπου, δέν μπορεῖ νά ἀποδέχεται τέτοιου εἴδους μοιρολατρική ὑποταγή καί ἡττοπάθεια ἔναντι τῶν καθοδηγουμένων ἐξελίξεων, ἰδίως τῶν ἐκκλησιαστικῶν.
Μπορεῖ, πράγματι, νά στερεῖται ἡ παγκοσμιοποίηση μιᾶς θρησκευτικῆς πλευρᾶς; Εἶναι δυνατόν νά ἔχει μείνει ἡ θρησκεία, μολονότι πανανθρώπινο καί ἀκαταμάχητο φαινόμενο, ἐκτός τῶν σχεδιασμῶν τῆς παγκοσμιοποιήσεως;  Μέ τήν παρουσίαση τῶν ἐδῶ ἀδιαμφισβήτητων τεκμηρίων, ἀποδεικνύεται σέ καθένα ἀναγνώστη ἀναντιρρήτως τό ἀντίθετο.
Οὕτως ἤ ἄλλως, ἔστω καί μιά ἐλάχιστη ἐνασχόληση μέ τήν κοινωνιολογία, βεβαιώνει ὅτι ἀκόμη καί γιά τούς ἀθέους «τό ἐπιστημονικό πεδίο τῆς κοινωνιολογίας ἔχει συνδεθεῖ στενά μέ τήν μελέτη τῆς θρησκείας συνεχῶς ἀπό τήν στιγμή πού ἡ κοινωνιολογία ἀνεδείχθη ὡς ἰδιαίτερο πεδίο στά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος· μόνον ἡ ψυχολογία εἶναι συγγενική σέ ἀνάλογο βαθμό [...] Ἀλλ’ ἡ πραγματική καί ἀνθεκτική σχέση μεταξύ τῆς κοινωνιολογίας καί τῆς θρησκείας καθιερώθηκε ἀπό ἐκείνους, συμπεριλαμβανομένου τοῦ Comte[1], πού εἶδαν τήν θρησκεία ὡς ἕνα ἀπό τά ζωτικά συστατικά τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς καί, κατά συνέπειαν, ἀπαραιτήτως ὡς ὑλικό γιά προσεκτική μελέτη ἀπό τούς κοινωνιολόγους»[2].
Ἄν λοιπόν κάποιος προτίθεται νά ἀναγνωρίσει ὅτι οἱ παγκόσμιες ἐξελίξεις στήν παγκοσμιοποίηση προωθοῦν - πολλές φορές μέσῳ ποικίλης βίας - ἑνιαῖο ἀνθρώπινο πολιτισμό, ἑνιαία διακυβέρνηση καί ἑνιαία οἰκονομία, θά παραδεχθεῖ μέ λογική συνέπεια, ὅτι ἀπό τούς ἴδιους μηχανισμούς διοργανώνεται καί ἡ μαρτυρούμενη προβολή μιᾶς παγκοσμίου θρησκευτικότητος: αὐτῆς πού βλέπουμε πλέον φανερή, μέ τόν συγχρωτισμό διαφόρων ὁμολογιῶν καί θρησκειῶν. Δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρξει παράγων τόσο ἀνόητος μεταξύ τῶν παγκοσμιοποιητῶν, ὥστε νά παραβλέψει καί ἀποκλείσει τήν θρησκεία ἀπό τό χωνευτήριο τῆς παγκοσμιοποιήσεως, παραγνωρίζοντας τήν πρωταρχική κοινωνική σημασία της. Ὁ Οἰκουμενισμός, λοιπόν, δέν εἶναι παρά ἡ θρησκευτική συνιστῶσα τῆς παγκοσμιοποιήσεως, διοργανούμενος, χρηματοδοτούμενος καί διαφημιζόμενος ἀπό τούς ἴδιους, ὅπως καί ἡ ὑπόλοιπη νεο-ταξική διαδικασία, παράγοντες.

Ἑπομένως, ὁ Οἰκουμενισμός ὡς θρησκευτικός συγκρητισμός δέν θά ἀνασταλεῖ ποτέ, διότι δέν θά ἀνασταλεῖ καί ἡ ὑπόλοιπη παγκοσμιοποίηση, ἀσχέτως ἄν τούς τωρινούς ἡγήτορές του διαδεχθοῦν ἄλλοι. Ὡς Χριστιανούς μᾶς ἔχει δοθεῖ νά γνωρίζουμε, ὅτι μετά ἀπό περίπλοκες διαδικασίες, πιθανές ἀντιδράσεις (ὅπως τώρα τῆς Ὀρθοδόξου Ρωσσίας καί τῆς ἀθρόον γιγαντουμένης κοσμικῆς [secular] Κίνας) καί προσωρινά ἐμπόδια ἤ πολέμους, τελικῶς ἡ παγκοσμιοποίηση καί ὁ οἰκουμενισμός της θά ὁδηγήσουν κάποτε στήν ἀνάδυση μιᾶς ἑνοποιημένης ἀνθρωπότητος ὑπό ἕνα ἀναμενόμενο «πλανητάρχη». Ὅπως ἐπεσήμανε εἰδικότερα καί ὁ ὅσιος Γέρων Σεραφείμ Ρόουζ: «ἡ οἰκουμενιστική συμπεριφορά τῆς θρησκευτικῆς “προσδοκίας” καί “ἔρευνας” ἀρχίζει νά ἀνταμείβεται ἀπό τή δραστηριότητα ἑνός συγκεκριμένου “πνεύματος”, τό ὁποῖο δίνει θρησκευτική ἱκανοποίηση στίς στεῖρες ψυχές τοῦ οἰκουμενιστικοῦ ἐρημότοπου [...] ἡ “χαρισματική ἀναγέννηση” εἶναι μόνο ἡ ἐμπειρική πλευρά τῆς κυρίαρχης “οἰκουμενικῆς” μόδας - ἕνας κίβδηλος Χριστιανισμός πού προδίδει τό Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του [...] Τό “πνεῦμα” πού ἔχει ἐμπνεύσει τή “χαρισματική ἀναγέννηση” εἶναι τό πνεῦμα τοῦ ἀντιχρίστου»[3].
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ
[1] Ὁ Αὔγουστος Κόντ (Auguste Comte, 1798-1857): Γάλλος φιλόσοφος καί κοινωνιολόγος, ὁ
ἡγέτης τῆς θετικῆς φιλοσοφίας (“positivismus), ἡ ὁποία διδάσκει ὅτι «μόνον τό κατ΄ αἴσθησιν ἀντιληπτόν, τό ὑποκείμενον τῆς ἐμπειρίας, ὑπάρχει. Τό ἐπέκεινα τούτου, περί ὅ ἀσχολεῖται ἡ Μεταφυσική, εἶνε παντελῶς ἀπρόσιτον τῷ ἀνθρώπῳ». Κατά τόν Comte ἡ ἀνθρώπινη ἐξέλιξη, μεταβαίνει ἀπό τό πρωτόγονο θεολογικό στάδιο καί τό ἀκόλουθο μεταφυσικό, στό θετικό (τό ἀνώτερο), ὅπου ἀφοῦ ἀποκρούσει «πᾶσαν θεωρίαν περί τῆς οὐσίας καί τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων, ἀρκεῖται νά ἐρευνᾷ τόν σύνδεσμον καί τάς σχέσεις τῶν φαινομένων ἐπί τῇ βάσει τῆς ἐμπειρίας» κ.λπ. (Χρ. Ανδρουτσοσ, Λεξικόν τῆς Φιλοσοφίας, ἐκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1984[3], σσ.178, 214ἑ.). Εἶναι σαφές ὅτι ὁ Κόντ ἐκπροσωπεῖ τήν ἄθεη ἤ τοὐλάχιστον τήν ἀγνωστικιστική διανόηση.

[2] R. Nisbet, «Sociology», The Encyclopedia of
Religion, vol. 13, ed. M. Eliade, Macmillan Publishing Company, New York 1987, p. 385: «The discipline of sociology has been closely associated with the study of religion ever since sociology emerged as a distinct field in the mid- nineteenth century; only psychology is similarly close […] But the real and enduring relationship between sociology and religion was established by those, including Comte, who saw religion as one of the vital constituents of the social bond and thus necessarily a matter for careful study by sociologists».
[3] Ιερομ. Σεραφειμ Ροουζ, Ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ θρησκεία τοῦ μέλλοντος, ἐκδ. «Μορφή ἐκδοθήτω», Ἀθήνα 2006, σσ. 19.225.