Translate

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

ΑΝΩΝΥΜΟΣ, ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ



ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΥΠΟ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ» ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ «ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ»

Το πιο κάτω ποίημα το αφιερώνω στον Μητροπολίτη Hσαΐα και κάθε Hσαΐα, την Μαρία Μ. και κάθε Μαρία, απλά για να τους θυμίσω ότι ο Θεάνθρωπος, μας έδειξε πως να εφαρμόζουμε την αγάπη μας και με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην έχουμε δικαιολογία πλέον ότι ξεχάσαμε ή ότι δεν καταλάβαμε.

Φυσικά αν αναλογιστώ ότι ο ίδιος δήλωσε ευθαρσώς, όταν τον προσκάλεσαν να παραστεί στο πρόγευμα, μετά την λειτουργία, ότι θα πάει εκεί όπου συμφέρει και επεξήγησε ότι εννοούσε το ραντεβού που είχε με Ρώσσους, τότε είναι που κατάλαβα πόσο καλά κατέχει το θέμα με τα λεφτά και όπως ακριβώς το επεξήγησε ο κύριος ημών Ιησούς Χριστός.

Πολύ δε περισσότερον κατάλαβα πόσο μετράει για αυτόν η ανθρώπινη αδελφή ψυχή και η έδρα της πρωτοκαθεδρίας.

Και για να ξεκαθαρίσουμε κάτι, αυτά όλα είναι παρατηρήσεις και όχι κρίσεις, σαν να λέω π.χ ότι αυτός ο δρόμος που ακολουθείς σε παίρνει Πάφο και όχι Λεμεσό που είπες ότι θέλεις να πας και τραβάς μαζί σου και όλους που σ' ακολουθούν σαν αρνιά σε λάθος τόπο. Αν ακολουθούσαμε μόνο μερικά από όσα είπε ο Θεάνθρωπος τότε θα ήταν όλα τόσο πολύ διαφορετικά, αλλά δεν......


ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ

Του «Ανωνύμου» εν Χριστώ αδελφού

Παλάτι να ’χεις την καρδιά,

και θρόνο την Αγάπη.
Kι αν Αλήθεια ζητάς και φως,
εκεί που ’ναι ο Θεός σου,
τότε σίγουρα ναι θ’ ακούς,
γιατί μιλάει ο Δημιουργός σου.

Δασκάλα η συνείδηση,

κι αφέντης ο Χριστός σου.
Τα λόγια Του περπάτησε,
και κάνε τα σκοπό σου.

Αγάπη είναι λάβαρο,

κι Αλήθεια ο ιστός σου,
και τίποτα ολιγότερο,
από ίνδαλμα κι ιδανικό σου.

Αγάπα τον πλησίον σου,

όπως τον εαυτό σου.
Δώσε του ότι ζήτησε,
και πίσω μην ζητήσεις.

Δώσε βοήθεια αλλά,

χωρίς να την δανείζεις.
Δώσε του ότι επιθυμεί,
κι όχι ότι εσύ ορίζεις.

Ποτέ μην αρνηθείς,

ότι κι αν θελήσει.
Πρόσφερε απλόχερα,
και διπλά η φύση θα χαρίσει.

Θα πάρεις δυο αν ένα έδωσες,

δέκα αν δώσεις πέντε.
Η φύση είναι μάστορας,
που λάθος δεν γνωρίζει.

“Λάθος” δεν έκανε ποτέ,

κι ούτε ποτέ θα κάνει.
Τ’ άδικο δεν το γνώρισε,
κι ούτε θα γνωριστούνε,
γιατί όλα είναι τέλεια,
και τέλεια πάντα θα ’ναι.

Εσύ είσαι μόνο π’ αγνοείς,

και που ποτέ δε βλέπεις,
πως ομορφιά και τελειότητα,
ολόγυρα σου υπάρχει.

Υπάρχει κι είναι δίπλα σου,

για σένα να τη ζήσεις.
Να ζήσεις και να χαρείς,
αυτά που Αυτός έπλασε,
και δίπλα σου τα άπλωσε,
για σένα να κρατείς
και να βιώσεις ευτυχής.

Αγάπα τον πλησίον σου,

κι ας είναι και εχθρός σου.
Δώσε ευχές κι ας έτυχε,
κατάρες να εισπράξεις.

Ευεργεσία μόνο πρόσφερε,

απάντηση στο μίσος.
Και προσευχήσου αδελφέ,
για όσους σε διώκουν.

Κι αν βάρεσαν το μάγουλο,

πρόσφερε και τ’ άλλο,
κι αν πήρε το πουκάμισο,
δώσε και πανωφόρι.

Κι αν μ’ αγγαρεία σε βάρεσε

μίλι να διανύσεις,
πήγαινε κι άλλα δυο,
και ξέχνα τις αντιρρήσεις,
φτάνει που ‘δωσες σ’ αυτόν,
ότι λεν κι οι ρήσεις.

Αγάπη δώσε σ’ όλους

και σ’ όλα γύρω σου,
αλλ’ όχι μόνο σε φίλους.
Κάνε καλό, χαιρέτησε,
Αγάπησε κι ευχήσου.

Συγχώρησε ειλικρινά,

ποτέ όμως μόνο μία.
Και δυο και τρεις και τέσσερις,
κι όσες ζητήσει δώσε.
Φτάνει που μετανόησε,
και ντόμπρα το μολόγησε.

Πλούσιος ο άνθρωπος,

αυτός που συγχωράει,
μα πιο πλούσιος από ποτέ,
όποιος συγχώρεση κρατάει,
και σαν συγχώρεση αγνή,
πλούσια την τιμάει,
για όλα όσα του ’τυχε,
‘‘λάθος’’ απλά να κάνει.

Ρακά μην τόνε πεις ποτέ,

κι ούτε μωρός δεν είναι,
αφού ευλογητός κι αυτός,
και όλοι οι δικοί του.

Αγάπα και θυσίασε,

γιατ’ έτσι είν’ η Αγάπη,
η αγνή κι Αληθινή,
κι η Αγάπη δίχως όρους.

Αγάπη δίχως όρους κι όρια,

πού ‘ναι η Αλήθεια.
Αλήθεια είναι και το φως,
Πλάστης και Δημιουργός.

Αγάπα μετανόησε,

με όλη την καρδιά σου.
Συγχώρησε αναμφίβολα,
όλους στο μερτικό σου,
κι όλους τους γύρω ευλόγησε,
μόν’ πάντοτε μ’ Αλήθεια.

Αυτά δεν ήταν λόγια μοναχά,

και τρόπος για να υπάρξεις.
Ήταν η γλώσσα του Χριστού,
κι η Αλήθεια η γυμνή,
όλο σοφία κι αρετή.

Αυτά είναι που σου ζήτησε,

από καταβολής του κόσμου,
ο μεγάλος Αρχιτέκτονας,
ο Πλάστης και Θεός σου.

Κι όμως ποτέ δε νοιάστηκες,

σε πράξη αυτά να φέρεις,
υπακοή να καταφέρεις,
κι έτσι γαλήνη να προσφέρεις.

Για σένανε είναι που δόθηκαν,

και μόνο το καλό σου.
Αρνήθηκες δεν πίστεψες,
ποτέ εις το Θεό σου.

Όλα σε πίστη ανάγονται,

Αγάπη, φως κι Αλήθεια.
Κι αν όλα αυτά τα έκανες,
αγαπητέ αδελφέ μου,
μόνο Παράδεισο θα ζούσες,
χωρίς εαυτό να τυραννούσες.

Τη Βασιλεία τ’ ουρανού στη γη,

σαν πρίγκιπας θα ζούσες,
μ’ ευτυχία και χαρά,
κι ανείπωτη γαλήνη,
μ’ ηρεμία κι ειρήνη άφθονη,
τόσο πλούσια Αλήθεια.

Αγάπη, Αλήθεια και το φως,

και τα κλειδιά που είχες,
αυτά που εσύ αγνόησες,
κι Αλήθεια παρανόησες.

Παρανόησες κι είν’ δύσκολο

αυτά ν’ ανακαλύψεις,
γιατί σίγουρα τα πέταξες,
εκεί που δεν τα βρίσκεις,
δήθεν στραβά να κρύψεις
κι αυτά να τα καλύψεις.

Αυτά είναι που θα δεις ποτέ,

ευτυχία πως κουβαλούν,
με ειρήνη και χαρά,
ηρεμία και γαλήνη άφθονη,
να ζήσεις, να βιώσεις,
και γιος του Βασιλιά να νιώσεις.

Αυτός και ο Παράδεισος,

που σου ’χανε δωρίσει.
Ζήσε αυτόν κι απόλαυσε,
και χαίρε τη ζωή σου.
Αυτό σε καθοδήγησαν,
από καταβολής του κόσμου.

Που είναι όμως τα κλειδιά,

που σου ’χανε χαρίσει,
ζωή μ’ απόλαυση να ζεις,
αλλά και να βιώνεις;

Κι αν τα κλειδιά λειτούργησες,

όπως πολλοί σου είπαν,
την κάθε εικόνα γύρω σου,
θα ζεις ν’ απολαμβάνεις,
λες κι είναι παιχνίδι η ζωή,
χορός κι ατέλειωτη φιέστα.
Λες κι είναι διασκέδαση,
μια όμορφη μπαλάντα.

Σάμπως και τα ’χασες μωρέ,

ή σου τα πήρε κάποιος;
Αλήθεια τι νομίζεις να ’γινε,
και βρέθηκες στον πάτο;

Ψάξε στο μπόι σου καλέ,

κι ερεύνα το ναό σου.
Αυτός που πάνσοφα μιλά,
γνωρίζει το καλό σου.

Γνωρίζει αφού ο ίδιος,

τα ’χε σχεδιάσει.
Πως εδώ έτσι θα ’φτανες,
μετά που το παράκανες,
το είχε εις το νου του.

Γι αυτό πιο κάτω σκέφτηκε,

και πως θα σε εξελίξει.
Κι αυτό σου τόπε καθαρά,
δεν ήταν μυστικό του.

Στην πόλη του φωτός θα πας,

στο γνώρισε ο Χριστός σου.
Κλειδιά όμως πρέπει να κρατάς,
την πόρτα για ν’ ανοίξεις.

Μάτι δεν είδε δεν αντίκρισε,

αυτί δεν άκουσε ποτέ,
και νους ανθρώπου δε συνέλαβε,
όσα ο Θεός ετοίμασε,
για εκείνους που τον αγαπούν,
ξέρουν πώς να σέβονται,
κι όλα να συγχωρούν.

Κάνε λοιπόν τα πρέπει σου,

αλλά και προσευχή σου,
κοντά Του να ’σαι σίγουρα,
αφού έτσι είν’ η ευχή Του.

Στην πόλη αυτή για χίλια,

το φως θα σε φωτίζει,
για σένανε να βλέπεις καθαρά,
τα πάντα πως θα λάμπουν.

Η λάμψη θα’ ναι αλλόκοτη,

μπόλικη κι ωραία,
χωρίς ανάγκη αστεριών,
και ήλιου για να φέγγουν.

Στη πόλη του φωτός σαν πας,

ο Κύριος κι ο Θεός σου,
για όλους θε να φέγγει,
χωρίς σελήνη να φωτίζει,
αφού κι η νύκτα η σκοτεινή,
για πάντα θα εκλείψει.

Το κακό πως χάθηκε

όλο που θα ρωτάς,
συνέχεια μ’ απορία.
Γιατί κανείς εδώ ποτέ
δεν έχει να ξεδώσει,
και θυμούς αλλόκοτα,
σ’ αδελφούς να παραδώσει.

Κανείς δεν πρόκειται εδώ ποτέ,

σε σένα να φωνάξει,
δήθεν πως λάθος έκανες,
ή να τσιρίξει άσχημα,
για κάτι που ίσως ξέχασες,
ή κι ακόμη να μαλώσει,
γι αυτό που αποφάσισες.

Όλα θα ’ναι τόσο ήρεμα,

ονειρικά κι ωραία,
που αρνάκι και λιοντάρι,
μαζί θα κάνουν πάρτι,
επειδή τόπε ο Χριστός σου.

Και χίλια χρόνια όλο φως,

χρόνια γεμάτα Αγάπη,
ζωή μ’ Αλήθεια και χαρά,
θα ζεις για ν’ απολαύσεις,
κι όχι απλά και μόνο,
να τρως για να υπάρχεις.

Αυτό κι αν είναι όνειρο,

πλούσιο και άπιαστο,
Παράδεισος και βάλε,
κι ο στόχος ενός πιστού,
μετάλλιο κι αριστείο.

Χωρίς δάκρυ και καημό,

και θάνατο να υπάρχει,
κι όλα αυτά για χρόνια χίλια,
χωρίς λαγούς και πετραχήλια.

Αλήθεια, ειρήνη και το φως,

παντού θα βασιλεύει,
όλο Αγάπη αληθινή,
χωρίς κέρδος κι όρια,
τους όρους και ανάγκη.

Στη πόλη του φωτός θα πας,

υπόσχεσης και όρκου,
που πήρε και μας δήλωσε,
πριν είκοσι αιώνες.

Να ζήσουν για αιώνες όλοι πια,

κι όχι μονάχα εξήντα,
και να ’χουν τον πόνο μακριά,
και την Αγάπη δίπλα.

Αγάπη που ’ναι ο Θεός,

Θεός που ’ναι η Αλήθεια,
Τ΄ όνομα Αυτού κι επίθετο,
Πλάστης και Δημιουργός σου,
αιώνια δάσκαλός σου,
και πάντα λατρευτός σου.

Μάτι κι αυτί δεν είδε κι άκουσε,

κι άνθρωπος ποτέ δε σκέφτηκε ,
όσα ο Θεός ετοίμασε,
για κείνους που Τον αγαπούν,
και ξέρουν Αυτόν για να τιμούν.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Οι λέξεις Αγάπη και Αλήθεια, προσφέρονται παντού με κεφαλαία, γιατί Αγάπη είναι το μικρό όνομα του Θεού κι Αλήθεια το επίθετο Του.