Translate

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

ΟΜΑΔΙΚΗ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΩΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΒΡΑΧΥΧΡΟΝΗΣ ΜΝΗΜΗΣ


Ερευνητική Μελέτη: Φωνολογική Βραχύχρονη Μνήμη


Γαβριήλια Θεοδώρου

Νίκη Θεοδώρου

Ραφαέλλα Αριστείδου

Νικόλας Παντελή

Παναγιώτης Νούνης








 Εαρινό Εξάμηνο 2017-2018


ΨΥΧ223.1: Ψυχολογία Ατομικών Διαφορών

Τμήμα Ψυχολογίας

Πανεπιστήμιο Κύπρου



  • Παρακαλώ δείτε  την ομαδική μελέτη περί της Ψυχομετρίας ΕΔΩ και ΕΔΩ .


Περίληψη

Η Φωνολογική Βραχύχρονη μνήμη σύμφωνα με την βιβλιογραφία θα μπορούσε να οριστεί ως η ικανότητα του ατόμου να αναγνωρίζει και να θυμάται φωνολογικά στοιχεία. Στην παρούσα ερευνητική υπόθεση, παιδιά προσχολικής ηλικίας (N=48), αξιολογήθηκαν με βάση την επανάληψη λέξεων – ψευδολέξεων στα πλαίσια ενός παιχνιδιού. Οι λέξεις- ψευδολέξεις χωρίζονταν σε τέσσερις ομάδες αναλόγως συλλαβών αλλά και ποσοστού συχνότητας με σκοπό την εκτίμηση της Φωνολογικής Βραχυπρόθεσμης Μνήμης. Η χρήση ψευδολέξεων διασφαλίζει την μη χρήση της σημασιολογικής και φωνολογικής αναπαράστασης της λέξης που είναι ήδη αποθηκευμένη στην μακρόχρονη μνήμη ενός παιδιού. Με την παρούσα ερευνητική υπόθεση, θεωρούμε ότι τα μεγαλύτερα παιδιά προσχολικής ηλικίας θα φέρουν υψηλότερα σκορ σε χαμηλής συχνότητας ψευδολέξεις, πιθανόν λόγω της ανεπτυγμένης τους γνωστικής ικανότητας η οποία τους ευνοεί να κρατάνε στη μνήμη τους καινούριες για αυτούς λέξεις σε σχέση με τις δύο μικρότερες ηλικιακές ομάδες οι οποίες θεωρείται πιο εύκολο να επαναλάβουν ψευδολέξεις εφόσον δεν έχουν προϋπάρχον μεγάλο αριθμό λέξεων στη μνήμη τους ώστε να τις συνδέουν σημασιολογικά κάθε φορά.
(Ραφαέλλα Αριστείδου)









Εισαγωγή
Ο όρος μνήμη εργασίας δημιουργήθηκε το 1960 από τους Miller, Galanter και Pribram και εξελίχθηκε υπό την έννοια της βραχυπρόθεσμης μνήμης αφορώντας την προσωρινή αποθήκευση μικρού περιεχομένου πληροφορίας σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ωστόσο η μνήμη εργασίας ως σύστημα βοηθά στη διατήρηση της πληροφορίας κατά την εκτέλεση μιας γνωστικής εργασίας. Σημαντικό υποσύστημα της είναι το Φωνολογικό κύκλωμα το οποίο λειτουργεί με πρωτεύοντα ρόλο την προσωρινή αποθήκευση και επεξεργασία λεκτικών πληροφοριών. Από την άλλη το φωνολογικό κύκλωμα αποτελείται από δύο σημαντικά υποσυστήματα, από τα οποία το ένα είναι υπεύθυνο για την προσωρινή αποθήκευση των πληροφοριών και το δεύτερο φέρει τη ικανότητα της εσωτερικής επανάληψης, καταγράφοντας κάθε οπτική πληροφορία. Ωστόσο το ενδιαφέρον προς μελέτη εστιάζεται συγκεκριμένα στη φωνολογική μνήμη η οποία ως σύστημα λειτουργεί για τη προσωρινή αποθήκευση και κωδικοποίηση κάθε λεκτικής πληροφορίας. Ενδεχομένως εκτιμάται μέσω της επανάληψης ψευδολέξεων, της σειριακής επανάληψης, του εύρους της πρότασης και του εύρους των ψηφίων(digit span) και τη διαδικασία της άμεσης κατονομασίας (Miyake & Shah, 1999 ; Baddeley., 2003; Baddeley.,  2010; Alloway, Gathercole, Kirkwood & Elliott, 2009 ; Alloway, Gathercole, Adams, Willis, Eaglen & Lamont, 2005 ; Anthony, Williams, McDonald, Corbitt-Shindler, Carlson & Francis, 2006).
 Οι ερευνητές Wagner και Torgesen (1987), θεωρούν ότι η ικανότητα στο άτομο να κωδικοποιεί φωνολογικές πληροφορίες διατηρώντας τις στη μνήμη του ανήκει στο ανεπτυγμένο κομμάτι της φωνολογικής του μνήμης. Η όλη διαδικασία θεωρείται ως ένα είδος φωνολογικής επεξεργασίας, στην οποία το άτομο φέρει την δεξιότητα να χειρίζεται και να επεξεργάζεται τις φωνολογικές πληροφορίες που δέχεται (Wagner & Torgesen, 1987). Η φωνολογική μνήμη όπως παρουσιάζεται διαχωρίζεται σε εργαζόμενη και βραχύχρονη. Με βάση τώρα το μοντέλο των Baddeley και Hitch η φωνολογική εργαζόμενη μνήμη αποτελείται από τρία κύρια συστήματα. Το κεντρικό εκτελεστικό σύστημα (central executive), το φωνολογικό(phonological loop)- υποσύστημα φωνολογικής εργαζόμενης μνήμης, το οποίο θα ασχοληθούμε ιδιαίτερα αφού είναι υπεύθυνο να διατηρεί προσωρινά την εσωτερική ομιλία και κάθε είδους λεκτικό υλικό, φέροντας τη καλύτερη λεκτική κατανόηση. Τρίτο είναι το σύστημα του οπτικοχωρικού σχεδιασμού (visuo-spatial sketchpad).  Επίσης ένα τέταρτο υποσύστημα είναι η επεισοδιακή ρύθμιση  (episodic buffer) η οποία έχει προταθεί πρόσφατα. Τώρα όσον αφορά το φωνολογικό βρόχο         ( phonological loop ) παρουσιάζεται ως ένα σημαντικό σύστημα αποθήκευσης το οποίο μέσα από έρευνες φαίνεται να είναι αρκετά καλός προγνωστικός παράγοντας για την ικανότητα των παιδιών και των ενηλίκων κατά την διαδικασία εκμάθησης μιας επιπλέον γλώσσας. Το να αποκτήσουν λεξιλόγιο τα παιδιά προβλέπεται μέσα από την επανάληψη ψευδολέξεων και της ικανότητας να ακούνε και να επαναλαμβάνουν μια άγνωστη ψευδολέξη. Επομένως, αυτό το σύστημα εξελίχθηκε  για να απομνημονεύει καινούριες λέξεις και ήχους που περιλαμβάνουν μια άγνωστη ακολουθία φωνημάτων στο άτομο (Baddeley & Hitch, 2000 ; Baddeley., 2003). Αντιθέτως, η φωνολογική βραχύχρονη μνήμη  έχει να κάνει με την προσωρινή αποθήκευση λεκτικών στοιχείων, δίνοντας τη δυνατότητα στο άτομο να τα αποθηκεύει προσωρινά και να μπορεί να τα επαναλαμβάνει (Catts, Fey, Zhang  & Tomblin, 2001 ; Carroll & Snowling, 2004). Συνοπτικά η φωνολογική βραχυπρόθεσμη μνήμη αποτελεί σημαντικό κομμάτι της μνήμης εργασίας η οποία όπως προαναφέρθηκε περιλαμβάνει το φωνολογικό κύκλωμα. Η φωνολογική βραχυπρόθεσμη μνήμη θα μπορούσε να οριστεί κατά τον Obrien και τους συνεργάτες του ως η ικανότητα που διακατέχει τον άνθρωπο, δίνοντας του το έναυσμα να αναγνωρίζει και να θυμάται φωνολογικά στοιχεία με τη σειρά εμφάνισής τους (O'brien, Segalowitz, Freed  & Collentine, 2007).
Οι ερευνητές  Gathercole και Baddeley (1989) χρησιμοποίησαν τη δοκιμασία της επανάληψης ψευδολέξεων για την εκτίμηση της φωνολογικής βραχύχρονης μνήμης. Στη δοκιμασία αυτή υπήρχαν γλωσσικοί ήχοι - ψευδολέξεις οι οποίες εκφράζονταν προφορικά σε παιδιά αναμένοντας να τις επαναλάβουν. Θεωρείται σημαντικό να ειπωθεί ότι η ψευδολέξη συγκεκριμένα είναι μια φωνολογική μορφή που μοιάζει σε μια γνωστή λέξη. Επομένως, ο ερευνητής Gathercole μέσα από την έρευνα εξέφρασε ότι όσο περισσότερο ένα στοιχείο μοιάζει σε λέξη τότε τόσο μεγαλύτερο θα είναι το ενδεχόμενο να ανακληθεί αυτός ο μορφικός ήχος σωστά. Ωστόσο με τη χρήση των ψευδολέξεων διασφαλίζεται το γεγονός της μη χρήσης της σημασιολογικής και φωνολογικής αναπαράστασης μιας λέξης που είναι ήδη αποθηκευμένη στη μακρόχρονη μνήμη ενός παιδιού. Με αυτό τον τρόπο το παιδί θα έχει την δυνατότητα να αποθηκεύει προσωρινά ένα ηχητικό ερέθισμα ως καινούριο στη Φωνολογική Βραχύχρονη του μνήμη. Κυρίως οι Gathercole και Adams (1993, 1995) ήταν οι πρώτοι ερευνητές που πραγματοποίησαν αρχικά τις δοκιμές επανάληψης ψευδολέξεων σε παιδιά ηλικίας 3 ετών. Με τις συγκεκριμένες δοκιμές επιβεβαιώθηκε και η σχέση ανάμεσα στη φωνολογική βραχύχρονη μνήμη και στην ανάπτυξη της γραμματικής ικανότητας και εκφραστικού λεξιλογίου. Σημαντικό λοιπόν να αναφερθεί ότι ένα παιδί που ανήκει στη πρώιμη περίοδο της γλωσσικής του ανάπτυξης μη έχοντας αρκετή λεξική αποθηκευμένη γνώση θα φέρει και καλύτερες επιδόσεις κατά την επανάληψη των ψευδολέξεων. Το γεγονός αυτό φαίνεται να αποδίδεται στην ανεπάρκεια των αποθηκευμένων φωνολογικών λεξικών αναπαραστάσεων στη μνήμη του κάθε παιδιού (Baddeley  & Hitch, 2000 ; Gathercole., 1995; Gathercole & Adams, 1993 ; Gathercole, Hitch, & Martin, 1997).
 Όπως θα δούμε και παρακάτω αρκετές έρευνες έχουν διεξαχθεί στο κομμάτι της φωνολογικής βραχύχρονης μνήμης. Αρχικά η έρευνα των Roy & Chiat σχεδιάστηκε χορηγώντας ένα τεστ επανάληψης σε 66 τυπικά αναπτυσσόμενα παιδιά ανήκοντας στην ηλικιακή ομάδα 2- 4 χρόνων. Το τεστ αυτό περιλάμβανε τόσο λέξεις όσο και ψευδολέξεις,  βοηθώντας στη διερεύνηση των επιπτώσεων που μπορεί να έχει η εξοικείωση των παιδιών με τους ήχους μιας γλώσσας παρακολουθώντας την σχετική τους απόδοση στη δοκιμασία της επανάληψης. Οι Roy και Chiat ανέφεραν ότι τα παιδιά έχουν παρουσιάσει υψηλότερες βαθμολογίες κατά την επανάληψη λέξεων από ψευδολέξεις, υποδεικνύοντας ότι υπάρχει κάποια λεκτική εξοικείωση. Συγκεκριμένα στη έρευνα αυτή τα παιδιά κλήθηκαν να επαναλάβουν λέξεις τις οποίες άκουγαν από μια μαριονέτα. Για την παρότρυνση ωστόσο των παιδιών τους δόθηκαν κάποια αυτοκόλλητα ώστε να συνεχίσουν να διατηρούν το ενδιαφέρον τους καθόλη τη δοκιμασία. Αντιθέτως στη έρευνα των Hoff et al. (2008), το δείγμα αφορούσε παιδιά ηλικίας 2 χρόνων. Η συγκεκριμένη έρευνα ήταν πολύ ενδιαφέρον αφού τα παιδιά έπρεπε να επαναλαμβάνουν τα ονόματα των παιχνιδιών τα οποία ήταν λέξεις ή ψευδολέξεις  που τους πρόβαλλε και παράλληλα τους κατονόμαζε η πειραματίστρια ( Chiat & Roy, 2007 ; Hoff, Core & Bridges, 2008).  Όσον αφορά την μελέτη των ερευνητών Masoura & Gathercole (2005), σχεδιάστηκε για να διερευνήσει την υπόθεση εάν η φωνολογική βραχυπρόθεσμη μνήμη ή η προϋπάρχων λεξιλογική γνώση του ατόμου ή και οι δύο παράγοντες μαζί επηρεάζουν την εκμάθηση του σε ένα καινούριο λεξιλόγιο αφού το ίδιο το άτομο φέρει κάποια εμπειρία μελέτης σε μια δεύτερη γλώσσα. Για να εξεταστεί η υπόθεση αυτή δημιουργήθηκαν τέσσερις ομάδες ελληνόφωνων παιδιών σχολικής ηλικίας τα οποία διδάσκονταν την αγγλική γλώσσα. Οι ομάδες αυτές είχαν εξεταστεί σε μια δοκιμασία που αφορούσε τη εκμάθηση μέσω του συνταιριάσματος των εικόνων διαφόρων αντικειμένων με άγνωστες αγγλικές λέξεις. Οι δύο ομάδες από τις τέσσερεις φαίνεται να διέφεραν ως προς τις μετρήσεις (επανάληψη ψευδολέξεων) της βραχυπρόθεσμης τους μνήμης, παρουσιάζοντας όμως αρκετά καλή γνώση του αγγλικού λεξιλογίου και των μη λεκτικών ικανοτήτων. Αντιθέτως οι δύο επιπλέον ομάδες διέφεραν στη γνώση αγγλικού λεξιλογίου αλλά έφεραν όμοιες μετρήσεις ως προς την επανάληψη ψευδολέξεων και σε μη λεκτικές ικανότητες. Αναλυτικότερα, οι δοκιμασίες που χορηγήθηκαν στο κάθε παιδί μεμονωμένα ήταν η επανάληψη ελληνικών ψευδολέξεων και αγγλικών ψευδολέξεων, αφού όπως έχει αποδειχθεί η επανάληψη ψευδολέξεων είναι κατάλληλη στην εκτίμηση της φωνολογικής βραχυπρόθεσμης μνήμης. Συμπερασματικά η αυξανόμενη εξοικείωση του παιδιού ως προς τον ήχο μιας γλώσσας φαίνεται να μπορεί να τον κατευθύνει  ως προς τη χρήση οικείων αποθηκευμένων λέξεων οι οποίες  τον βοηθούν με τη θέση τους στο να αποκτήσει καινούριες λεξιλογικές μορφές (Masoura & Gathercole, 2005). Ερευνητικά ευρήματα τα οποία αφορούν πάλι την επανάληψη ψευδολέξεων και  την εκμάθηση λέξεων τόσο σε τυπικά αναπτυσσόμενα παιδιά και ενήλικες όσο και σε παιδιά και ενήλικες με γλωσσικές διαταραχές, οργανώνονται γύρω από το γεγονός ότι η επανάληψη ψευδολέξεων και η εκμάθηση λέξεων βασίζονται στη φωνολογική αποθήκευση. Καταληκτικά η διαδικασία εκμάθησης λέξεων μέσω της φωνολογικής προσωρινής αποθήκευσης είναι ιδιαίτερη, παραμένοντας διαθέσιμη κατά τα αρχικά στάδια απόκτησης μιας γλώσσας και κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής του ατόμου. Σε έρευνα με πληθυσμό παιδιά ηλικίας μεταξύ 4 και 8 ετών παρουσιάστηκε ως ισχυρή η σχέση μεταξύ της γνώσης του λεξιλογίου και της επανάληψης ψευδολέξεων κατά τα πρώτα στάδια γλωσσικής απόκτησης. Επιπρόσθετα οι μεταβλητές που φαίνεται να επηρέασαν κάθε δοκιμή επανάληψης ψευδολέξεων είναι η ακουστική επεξεργασία και η φωνολογική ανάλυση, ενώ η διαδικασία εκμάθησης μιας νέας φωνολογικής μορφής φαίνεται να ολοκληρώνεται  μετά από αρκετές εκθέσεις (Gathercole., 2006). Σημαντικό ακόμη να σημειωθεί ο ισχυρισμός που υποστηρίζεται από άλλες ερευνητικές απόψεις και συγκεκριμένα ότι τα παιδιά με μεγαλύτερο λεξιλόγιο είναι πιο ικανά να δημιουργήσουν λεπτομερείς φωνολογικές αναπαραστάσεις νέων ερεθισμάτων στη φωνολογική τους μνήμη αποδίδοντας καλύτερα στην επανάληψη των ψευδολέξεων (Bowey., 2001). Τέλος,  στην έρευνα της Karousou (2015), ερευνήθηκε η φωνολογική βραχύχρονη μνήμη σε ελληνόφωνα παιδιά ηλικίας 2-3 ετών χορηγώντας ένα τεστ ψευδολέξεων και λέξεων στα παιδιά δίνοντας τους την εντολή να τις επαναλαμβάνουν κατόπιν συνθήκης παιχνιδιού. Στο πλαίσιο αυτού του παιχνιδιού χρησιμοποιήθηκε ένας λούτρινος παπαγάλος ο οποίος θα έλεγε κάποιες λέξεις- ψευδολέξεις και το παιδί θα επαναλάμβανε ότι άκουγε από τον παπαγάλο. Στη συνέχεια αφού έλεγαν όσα άκουγαν από τον παπαγάλο, αναλάμβαναν οι ίδιοι το ρόλο του παπαγάλου, μετά από μια σύντομη εξοικείωση που είχαν με τρείς λέξεις και ψευδολέξεις. Έπειτα ξεκίνησε η κανονική χορήγηση των ψευδολέξεων και λέξεων της δοκιμασίας με την ερευνήτρια να ενθαρρύνει κάθε φορά τα παιδιά με ένα αυτοκόλλητο. Όσον αφορά τη παρουσίαση των ερεθισμάτων προς το παιδί έγινε με τον εξής τρόπο: στο μισό αριθμό παιδιών ζητήθηκε πρώτα να επαναλάβουν τις λέξεις και μετά τις ψευδολέξεις, και στα υπόλοιπα ζητήθηκε το αντίθετο. Το εργαλείο επανάληψης λέξεων και ψευδολέξεων περιλάμβανε 15 λέξεις και 15 ψευδολέξεις. Η λίστα των στοιχείων αυτών έγινε με βάση τη συχνότητα χρήσης τους από τα παιδιά (5 λέξεις υψηλής συχνότητας, 5 μέσης και 5 χαμηλής συχνότητας). Επίσης βασικό κριτήριο ήταν το σημασιολογικό περιεχόμενο των λέξεων, ο αριθμός των συλλαβών (3 μονοσύλλαβες, 6 δισύλλαβες, 6 τρισύλλαβες λέξεις) και η προσωδιακή δομή των λέξεων ( 6 δισύλλαβες κατανεμήθηκαν σε 3 οξύτονες και 3 παροξύτονες και 6 τρισύλλαβες κατανεμήθηκαν σε 2 οξύτονες, 2 παροξύτονες και 2 προπαροξύτονες). Επίσης έγινε προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν λέξεις χωρίς συμφωνικά συμπλέγματα και να είναι εύκολες στην άρθρωση τους. Τέλος, με τη δοκιμασία επανάληψης λέξεων και ψευδολέξεων παρουσιάστηκε η θετική συσχέτιση της συγκεκριμένης ηλικιακής περιόδου με το γλωσσικό τους επίπεδο, δημιουργώντας δείκτες προληπτικού λεξιλογίου και κατανόησης προτάσεων, διευρύνοντας έτσι τη σχέση μεταξύ της Φωνολογικής Βραχύχρονης μνήμης και της γλωσσικής ανάπτυξης σε παιδιά μικρότερα των τεσσάρων χρόνων (Karousou., 2015). 
 Η διαδικασία σχεδίασης της λίστας ψευδολέξεων πρέπει να είναι αρκετά προσεγμένη ούτως ώστε να φέρει στη συνέχεια αντιπροσωπευτικά αποτελέσματα ως προς τον γενικό πληθυσμό. Επομένως θεωρούμε σημαντικό για την ορθή σχεδίαση της λίστας των ψευδολέξεων με σκοπό την δοκιμασία επανάληψης αυτών, να δώσουμε αρχικά έμφαση στο γλωσσικό επίπεδο των παιδιών (που βαδίζει αναπτυξιακά το κάθε παιδί - εάν υπάρχει αποκλίνων πληθυσμός) ενώ θεωρείται ως απαραίτητη και η ανταπόκριση όλων των παιδιών καθόλη την δοκιμασία της χορήγησης. Συνεπώς το υλικό που θα χρησιμοποιηθεί και ο τρόπος που θα διατυπωθούν κάθε φορά οι ψευδολέξεις πρέπει να είναι ενδιαφέρον και να παρακινούν το παιδί κατάλληλα.
Με βάση τη πιο πάνω βιβλιογραφική ανασκόπηση διαμορφώθηκε και η δική μας ερευνητική υπόθεση, με το ανάλογο ερευνητικό εργαλείο το οποίο έχει δημιουργηθεί με σκοπό την εκτίμηση της Φωνολογικής Βραχυπρόθεσμης μνήμης. Ωστόσο το δείγμα με το οποίο θα ασχοληθεί η εργασία αυτή έχει να κάνει με παιδιά προσχολικής ηλικίας 4-6 χρόνων με τυπικό αναπτυξιακό επίπεδο εφόσον παρθούν οι αναμενόμενες αυτοαναφορές δασκάλων και γονέων. Επομένως τα παιδιά θα χωριστούν σε 3 ηλικιακές ομάδες των 16 ατόμων (8 αγόρια-8 κορίτσια σε κάθε ηλικιακή ομάδα) και θα έρθουν σε επαφή με τη δοκιμή επανάληψης ψευδολέξεων την οποία έχουμε δημιουργήσει. Η ερευνητική υπόθεση της εργασίας αυτής ενδεχομένως προβλέπει ότι τα μεγαλύτερα παιδιά (6χρονα) θα φέρουν υψηλότερα, θετικότερα αποτελέσματα στης χαμηλής συχνότητας ψευδολέξεις.
                                                             
Μεθοδολογία

Συμμετέχοντες
Συμμετέχουν παιδιά προσχολικής ηλικίας (4-6 χρόνων). Με βάση τις τρεις ηλικιακές κατευθύνσεις δημιουργήθηκαν τρεις ομάδες παιδιών στις οποίες υπήρχαν στην κάθε μια ξεχωριστά 16 παιδιά (8 αγόρια και 8 κορίτσια), δηλαδή σύνολο 48 άτομα. Η συμμετοχή των παιδιών έγινε εθελοντικά με βάση τις θετικές ανταποκρίσεις των εκπαιδευτικών τους και των γονέων τους επίσης.

Εργαλείο
Χρησιμοποιήθηκε μια δοκιμή επανάληψης ψευδολέξεων. Το εργαλείο αυτό περιλαμβάνει 24 λέξεις από τις οποίες η κάθε μια φέρει και 3 ήχους ψευδολέξεων. Υπήρξαν 6 μονοσύλλαβες, 6 δισύλλαβες, 6 τρισύλλαβες και 6 τετρασύλλαβες λέξεις- αντίστοιχες ψευδολέξεις από τις οποίες οι 3 ήταν χαμηλής χρήσης συχνότητας και οι 3 ήταν υψηλής συχνότητας λέξεις στη χρήση τους από παιδιά. Επίσης έγινε προσπάθεια οι λέξεις-ψευδολέξεις να διατηρούν τόσο των αριθμών των συλλαβών και την προσωδιακή τους δομή αντίστοιχα δηλαδή όταν η λέξη θα τονίζεται στην αρχή να τονίζεται και η ψευδολέξη στην αρχή. Συγκεκριμένα το εργαλείο χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια ενός παιχνιδιού. Το παιχνίδι αυτό αποτελείτο από ένα λούτρινο μαϊμουδάκι το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως ένα μέσο για να παροτρύνει το ενδιαφέρον των παιδιών, να επαναλαμβάνουν δηλαδή τις ψευδολέξεις  μέσα στο έργο.

Διαδικασία
Αρχικά έγινε μια πιλοτική δοκιμή με στόχο να αποδώσει μια καθαρή εικόνα ως προς τη κατανόηση των παιδιών όσον αφορά τις ψευδολέξεις. Έπειτα θα μας βοηθούσε να βελτιώσουμε και να προσθέσουμε κάποια στοιχεία που θα περιλάμβανε ολόκληρο το εργαλείο εκτίμησης της Φωνολογικής Βραχυπρόθεσμης μνήμης, αποδίδοντας στη συνέχεια με αυτό τον τρόπο αντιπροσωπευτικά  αποτελέσματα. Η πιλοτική δοκιμή έγινε σε 6 παιδιά που ανήκουν στη προσχολική ηλικία (3 αγόρια και 3 κορίτσια).  Το κάθε παιδί ξεχωριστά ήρθε αντιμέτωπο με μια μικρή δοκιμασία επανάληψης ψευδολέξεων. Η πιλοτική αποτελείτο από 8 λέξεις  – 2 μονοσύλλαβες, 2 δισύλλαβες, 2 τρισύλλαβες και 2 τετρασύλλαβες από τις οποίες  η μία λέξη ήταν  χαμηλής συχνότητας και η άλλη λέξη υψηλής συχνότητας, σε κάθε ομάδα. Η κάθε λέξη είχε την αντίστοιχη της ψευδολέξη την οποία και έπρεπε να επαναλαμβάνει το παιδί κατόπιν εντολής.

Όσον αφορά το εργαλείο δοκιμής επανάληψης ψευδολέξεων θα δοθεί σε παιδιά διαφόρων σχολείων προσχολικής εκπαίδευσης.  Τα παιδιά θα λάβουν μέρος εθελοντικά εφόσον υπάρχει θετική ανταπόκριση από τους εκπαιδευτικούς  του σχολείου και από τους ίδιους τους γονείς, οι οποίοι θα μας δώσουν μέσω αυτοαναφοράς το αναπτυξιακό επίπεδο του παιδιού (αποκλίνων παιδιά). Στη συνέχεια το κάθε παιδί θα έρθει σε επαφή με το πειραματιστή και τη  δοκιμασία αντίστοιχα της επανάληψης ψευδολέξεων σε ένα μικρό δωμάτιο του σχολείου. Μετέπειτα ο εξεταστής θα εξηγήσει στο παιδί τη διαδικασία του συγκεκριμένου πειράματος το οποίο θα του παρουσιαστεί ως ένα παιχνίδι. Αρχικά θα αναφέρει ότι θα παίξουν ένα παιχνίδι μαζί με τον Δάκη το μαϊμουδάκι (λούτρινο παιχνίδι). Θα εξηγήσει ο πειραματιστής ότι στον «Δάκη το Μαϊμουδάκι» του αρέσει να επαναλαμβάνει λέξεις που ακούει από τους άλλους. Ενώ όταν θα επαναλαμβάνει σωστά τη λέξη, ο Δάκης θα παίρνει και μια μπανάνα. Ωστόσο αυτό το γεγονός τοποθετήθηκε για να κινήσει το ενδιαφέρον του παιδιού ως προς όλη τη δοκιμασία. Αφού γίνει πρώτα μια εξοικείωση δείχνοντας στο παιδί πως παίζεται το παιχνίδι, δηλαδή, ο ερευνητής πρώτα θα παίρνει τον ρόλο της μαϊμούς, παροτρύνοντας το παιδί να μιλήσει και να επαναλάβει τις λέξεις που προφέρει, μετά θα παραδίδει το μαϊμουδάκι στο ίδιο το παιδί ώστε να αναλάβει αυτό το ρόλο της μαϊμούς. Ακολούθως θα αρχίσει η κανονική δοκιμασία με την ερώτηση του ερευνητή προς το παιδί: «Για να δούμε, θα πω μερικές περίεργες λέξεις. Θα μπορέσει ο Δάκης να τις πει και να πάρει όλες τις μπανάνες;». Έτσι, το παιδί επαναλάμβανε αρχικά τις τρεις ψευδολέξεις κάθε λέξης, τις οποίες άκουγε μια προς μια από τον εξεταστή, κινητοποιημένο από τη διαδικασία του πόσες μπανάνες θα καταφέρει να πάρει ο Δάκης το μαϊμουδάκι. Στόχος ήταν να καταφέρει να τις πάρει όλες τις μπανάνες, επαναλαμβάνοντας όλες τις ψευδολέξεις ορθά.

(Νίκη Θεοδώρου, Γαβριήλια Θεοδώρου, Νικόλας Παντελή, Παναγιώτης Νούνης, Ραφαέλλα Αριστείδου)

Συμπεράσματα
Επιλέξαμε  να μελετήσουμε τη Φωνολογική Βραχύχρονη μνήμη αφού θα μας έδινε τη κατευθυνόμενη διερεύνηση στο κομμάτι της λεκτικής μνημονικής ικανότητας ενός παιδιού. Επίσης όπως φαίνεται υπάρχει αρκετό ενδιαφέρων στο υλικό εκτίμησης της και θέλαμε με αυτό το τρόπο να εξερευνήσουμε ακόμη περισσότερο το συγκεκριμένο θέμα. Στόχος λοιπόν της παρούσης εργασίας με την προκείμενη δοκιμασία επανάληψης ψευδολέξεων ήταν η εξέταση της ερευνητικής υπόθεσης ότι τα μεγαλύτερα παιδιά (6χρονα) θα φέρουν υψηλότερα, θετικότερα αποτελέσματα στης χαμηλής συχνότητας ψευδολέξεις οι οποίες δεν φέρουν καθημερνή συχνή χρήση από τα ίδια τα παιδιά κάτι που ίσως να υποδηλώνει και καλύτερη απόδοση στην επανάληψη τους. Ωστόσο τα παιδιά δεν θα έχουν την ευκολία να τις συνδέσουν με προϋπάρχον αποθηκευμένες λεξικές τους γνώσεις. Επομένως, θα ήταν μια πρόκληση για εμάς να δημιουργήσουμε και να χορηγήσουμε ένα τεστ από ψευδολέξεις όπως θεωρείται ως χρήσιμο και κατάλληλο για τη μέτρηση της βραχύχρονης φωνολογικής μνήμης. Συνεπώς, χρησιμοποιήθηκε η κατάλληλη δοκιμασία ψευδολέξεων, αφού όπως μελετήθηκε και από άλλες έρευνες είναι μια έγκυρη και αξιόπιστη διαδικασία επιβεβαιώνοντας μας πως το παιδί σίγουρα με την επανάληψη μιας ψευδολέξης που δεν έχει ακούσει ποτέ, δεν θα μπορέσει να συνδέσει τη σημασιολογική κατεύθυνση της με βάση κάποιες λέξεις που έχει αποθηκευμένες στη μνήμη του, για να καταφέρει να επαναλάβει με ορθό τρόπο το συγκεκριμένο ήχο λέξης. Τέλος, πιθανός παράγοντας ο οποίος συντείνει στην αναμενόμενη ερευνητική υπόθεση, αποτελεί το κομμάτι των γνωστικών δεξιοτήτων οι οποίες μάλλον είναι πιο ανεπτυγμένες στα εξάχρονα παιδιά σε σχέση με τα τετράχρονα. Παρ’ όλα αυτά το προηγούμενο αποτελεί πιθανή υπόθεση για την οποία χρειάζεται περαιτέρω μελέτη.
(Νίκη Θεοδώρου, Γαβριήλια Θεοδώρου, Ραφαέλλα Αριστείδου)

(Παναγιώτης Νούνης, Ραφαέλλα Αριστείδου, Νικόλας Παντελή, Γαβριήλια Θεοδώρου, Νίκη Θεοδώρου)

ΤΕΣΤ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΨΕΥΔΟΛΕΞΕΩΝ

Μονοσύλλαβες:
Υψηλής συχνότητας λέξεις: Φως – φων, φωξ, φις
                                              Μωβ – μωδ, μωφ, σωβ
                                              Πώς; - πας, πις, πεζ

Χαμηλής συχνότητας λέξεις: Τικ – τιχ, τεκ, λικ
                                                Νιος – κιος, λιος, μιος
Μύς – μες, νυς, μυχ

Δισύλλαβες:
Υψηλής συχνότητας λέξεις: Γάτα – Γάφα, χάτα, ζάτα
                                              Γάλα – Γάβα, Λάλα, Βάλα
                                              Σπίτι – σπότι, σπάτι, σπίλι

Χαμηλής συχνότητας λέξεις: Βάθρο - βάδρο, βάχρο,  κάθρο
                                                Γκάμα -  γκάνα, γκάλα, φκάμα
                                                Νόμος – νάμος, νόλος, νόχος

Τρισύλλαβες :
Υψηλής συχνότητας λέξεις:  Αγάπη - αγάφη, αγάψη, αλάπη
                                               Κεράσι – κεσάπι, ψεράσι, βεράσι
                                               Φαγητό – φεγητέ, φαρετό, λαγητό

Χαμηλής συχνότητας λέξεις:   Άβολος -  άχολος,  άβορος, άβοψος
                                                 Μέγαρο - μέλαρο, μέδαρο, λέγαρο           
                                                 Σιτάρι – σιτόρι, σιράρι, φισάρι
                                  
Τετρασύλλαβες:
Υψηλής συχνότητας λέξεις:  Νανούρισμα -  ξανούρισμα, ναφούρισμα, ναλούρισμα
                                               Καλαμάκι – λαλαμάκι, καμαλάκι, φαμαλάκι
                                               Kαλημέρα – καφημέρα, λασημέρα, χαλημόρα


Χαμηλής συχνότητας λέξεις:   Πελεκάνος - μεγελάνος, περεκάλος, χλεμεχάνος
                                                  Ταραντούλα - παχαντούλα, λαραψούλα, καχαρτούλα
  Eρευνητής – εχευνητής, εφευθητές, ερευρητός


Πιλοτική Δοκιμασία

Μονοσύλλαβες:
            Υψηλής συχνότητας λέξη:    Γεια – νεια,
                                                        
Χαμηλής συχνότητας λέξη:   Μη - Ση

Δισύλλαβες:
            Υψηλής συχνότητας λέξεις:  Σκύλος- σκύδος

             Υψηλής συχνότητας λέξη:   Κολιέ: κοχιέ

Τρισύλλαβες:
Υψηλής συχνότητας λέξη:  Μπανάνα – βανάνα

Χαμηλής συχνότητας λέξη:  Βάσανο - πάσανο

Τετρασύλλαβες:
Υψηλής συχνότητας λέξη:  Παραμύθι – πασαμύδι

Χαμηλής συχνότητας λέξη:  Σαγιονάρα – φαγιοσάρα

Βιβλιογραφία:
Alloway, T. P., Gathercole, S. E., Adams, A. M., Willis, C., Eaglen, R., & Lamont, E. (2005). Working memory and phonological awareness as predictors of progress towards early learning goals at school entry. British Journal of Developmental Psychology23(3), 417-426.
Alloway, T. P., Gathercole, S. E., Kirkwood, H., & Elliott, J. (2009). The cognitive and behavioral characteristics of children with low working memory. Child development80(2), 606-621.
Anthony, J. L., Williams, J. M., McDonald, R., Corbitt-Shindler, D., Carlson, C. D., & Francis, D. J. (2006). Phonological processing and emergent literacy in Spanish-speaking preschool children. Annals of Dyslexia56(2), 239.
Baddeley, A. (2003). Working memory: looking back and looking forward. Nature reviews neuroscience4(10), 829.
Baddeley, A. (2010). Working memory. Current biology20(4), R136-R140.
Baddeley, A. D., & Hitch, G. J. (2000). Development of working memory: Should the Pascual-Leone and the Baddeley and Hitch models be merged?. Journal of experimental child psychology77(2), 128-137.
Bowey, J. A. (2001). Nonword repetition and young children's receptive vocabulary: A longitudinal study. Applied Psycholinguistics22(3), 441-469.
Carroll, J. M., & Snowling, M. J. (2004). Language and phonological skills in children at high risk of reading difficulties. Journal of Child Psychology and Psychiatry45(3), 631-640.
Catts, H. W., Fey, M. E., Zhang, X., & Tomblin, J. B. (2001). Estimating the risk of future reading difficulties in kindergarten children: A research-based model and its clinical implementation. Language, speech, and hearing services in schools32(1), 38-50.
Chiat, S., & Roy, P. (2007). The Preschool Repetition Test: An evaluation of performance in typically developing and clinically referred children. Journal of Speech, Language, and Hearing Research50(2), 429-443.
Gathercole, S. E. (1995). The assessment of phonological memory skills in preschool children. British Journal of Educational Psychology65(2), 155-164.
Gathercole, S. E. (1995). The assessment of phonological memory skills in preschool children. British Journal of Educational Psychology65(2), 155-164.
Gathercole, S. E. (2006). Nonword repetition and word learning: The nature of the relationship. Applied Psycholinguistics27(4), 513-543.
Gathercole, S. E., & Adams, A. M. (1993). Phonological working memory in very young children. Developmental Psychology29(4), 770.
Gathercole, S. E., Hitch, G. J., & Martin, A. J. (1997). Phonological short-term memory and new word learning in children. Developmental psychology33(6), 966.
Gathercole, S. E., Willis, C. S., Emslie, H., & Baddeley, A. D. (1992). Phonological memory and vocabulary development during the early school years: A longitudinal study. Developmental psychology28(5), 887.
Hoff, E., Core, C., & Bridges, K. (2008). Non-word repetition assesses phonological memory and is related to vocabulary development in 20-to 24-month-olds. Journal of Child Language, 35(4), 903-916.
Karousou (2015). H εκτίμηση της φωνολογικής βραχύχρονης μνήμης σε Ελληνόφωνα παιδιά 2 και 3 ετών: στοιχεία για τη σχέση της με την ανάπτυξη της γλώσσας. Προσχολική & Σχολική Εκπαίδευση, 3, 117-135.
Masoura, E. V., & Gathercole, S. E. (2005). Contrasting contributions of phonological short-term memory and long-term knowledge to vocabulary learning in a foreign language. Memory13(3-4), 422-429.
Miyake, A., & Shah, P. (Eds.). (1999). Models of working memory: Mechanisms of active maintenance and executive control. Cambridge University Press.
O'brien, I., Segalowitz, N., Freed, B., & Collentine, J. (2007). Phonological memory predicts second language oral fluency gains in adults. Studies in Second Language Acquisition29(4), 557-581.
Wagner, R. K., & Torgesen, J. K. (1987). The nature of phonological processing and its causal role in the acquisition of reading skills. Psychological bulletin101(2), 192.