Translate

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΖΗΣΗ (ΜΟΝΑΧΟΥ), 2. Ὁ Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ἱλαρίων ὁμιλεῖ στή συνεδρία τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας ἐπί τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς μελέτης τῶν κειμένων τῆς Συνόδου στήν Κρήτη


Δύο κείμενα τῆς Ρωσσικῆς Συνόδου

περί τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης (τοῦ Κολυμπαρίου)


τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ

2. Ὁ Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ἱλαρίων ὁμιλεῖ στή συνεδρία τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας
ἐπί τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς μελέτης τῶν κειμένων τῆς Συνόδου στήν Κρήτη


Ὡς συνέχεια τοῦ θέματος πού ἀνεδείχθη στήν παρουσίαση τῆς Αὐτοῦ Μακαριότητος τοῦ Πατριάρχου Μόσχας καί Πάσης Ρωσσίας κ. Κυρίλλου στή συνεδρία τῆς Συνόδου τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας, ὁ πρόεδρος τοῦ Τμήματος Ἐξωτερικῶν Ὑποθέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καί Πρόεδρος τῆς Βιβλικῆς - Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς Μητροπολίτης τοῦ Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίων μίλησε ἐπί τοῦ θέματος τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς μελέτης τῶν κειμένων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης (18η – 27η  Ἰουνίου 2016).
Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας στή συνεδρία της τῆς 15ης Ἰουλίου 2016 ἐνεπιστεύθη στήν Συνοδική Βιβλική-Θεολογική Ἐπιτροπή τό καθῆκον «ἅμα τῇ λήψει ἐπισήμως διηκριβωμένων ἀντιγράφων τῶν κειμένων τῶν ἐγκεκριμένων ὑπό τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, νά ἐκδώσῃ τά κείμενα αὐτά καί νά τά μελετήσῃ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τάς πιθανάς ἀντιδράσεις καί τά σχόλια τῆς αὐτῶν Σεβασμιότητος τῶν ἐπισκόπων, τῶν θρησκευτικῶν ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων καί σχολῶν, θεολόγων, κληρικῶν, μοναστῶν καί μοναζουσῶν, καί νά παρουσιάσῃ τά συμπεράσματα τῆς ἐνδελεχοῦς αὐτῆς μελέτης εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον» (Ἡμερολ. νο. 48).
Στήν ὁμιλία του καί κατά τήν ἐνασχόληση μέ τό στάτους τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, ὁ Μητροπολίτης Ἱλαρίων ὑπενθύμισε στούς ἀκροατές, ὅτι εὐθύς ἐξ ἀρχῆς τῆς προσυνοδικῆς διαδικασίας ἡ ἀρχή τῆς ὁμοφωνίας μεταξύ ὅλων τῶν κοινῶς ἀνεγνωρισμένων Τοπικῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἐπρόκειτο νά εἶναι ἡ βάση τῆς λήψεως ἀποφάσεων σέ ὅλες τίς διοργανώσεις τῆς προπαρασκευῆς τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου. Ὡστόσο, ἀπό τόν Ἰούνιο τοῦ 2016 ἡ ὁμοφωνία αὐτή σχετικῶς μέ τήν σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἦταν ἀποῦσα γιά ἕναν ἀριθμό αἰτίων. Συγκεκριμένως, ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας δέν ὑπέγραψε τίς ἀποφάσεις τῆς συνάξεως τῶν Πρωθιεραρχῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν Κωνσταντινούπολη τό 2014, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ἡ ἀπόφαση συγκλήσεως τῆς Συνόδου τό 2016, καθώς ἐπίσης τίς ἀποφάσεις καί ἕνα ἀριθμό ἄλλων κειμένων (συμπεριλαμβανομένης τῆς ἀτζέντας τῆς Συνόδου) τῆς Συνάξεως τῶν Πρωθιεραρχῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Σαμπεζύ τό 2016.
Τό προσχέδιο τοῦ συνοδικοῦ κειμένου ἐπί τοῦ θέματος τοῦ γάμου δέν ὑπεγράφη στή Σύναξη τῶν Πρωθιεραρχῶν τοῦ 2016, οὔτε ἀπό τήν ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας.
Οἱ Πρωθιεράρχες τῶν Ἐκκλησιῶν Ρωσσίας καί Γεωργίας στίς ὁμιλίες τους στή Σύναξη τῶν Πρωθιεραρχῶν τοῦ 2016 καί στήν ἀκολουθήσασα ἀλληλογραφία ὑπέδειξαν ὅτι ἡ προϋπόθεση γιά τήν συμφωνία τους γιά σύγκληση τῆς Συνόδου τόν Ἰούνιο τοῦ 2016, θά ἦταν ἡ ἐπίτευξη ὁμοφωνίας ἐπί ὅλων τῶν ἀμφιλεγομένων θεμάτων, στό χρονικό διάστημα πού ἐναπέμενε πρό τῆς Συνόδου. Ἡ ὁμοφωνία αὐτή δέν ἐπετεύχθη.
Λιγότερο ἀπό ἕνα μῆνα πρίν τήν προταθεῖσα ἡμερομηνία ἐνάρξεως τῆς Συνόδου, οἱ Ἱερές Σύνοδοι πέντε αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν – τῆς Βουλγαρίας, Ἀντιοχείας, Σερβίας, Γεωργίας καί, τελικῶς, τῆς Ρωσσίας – ζήτησαν τήν ἀναβολή της, ὥστε νά ὑπερβαθοῦν τά ἐμπόδια πού παρεκώλυαν τήν συμμετοχή τους στήν Σύνοδο (ἀργότερα ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἔλαβε τήν ἀπόφαση νά συμμετάσχει στήν Σύνοδο). Οἱ ἐκκλήσεις αὐτές ἀγνοήθηκαν. Ὡς ἀποτέλεσμα, δέκα ἐκ τῶν δεκατεσσάρων κοινῶς ἀνεγνωρισμένων αὐτοκεφάλων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἔλαβαν μέρος στίς ἐργασίες τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης. Ἡ πληρότητα τῆς Μιᾶς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν ἀντιπροσωπεύθηκε σέ αὐτήν, καί ὡς ἐκ τούτου ἡ Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας κατά τήν συνεδρία της τῆς 15ης Ἰουλίου 2016 ἐδέχθη ὅτι «ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς Οἰκουμενική Σύνοδος [σ. μτφρ. στό ρωσσικό πρωτότυπο ἔχει «πανορθόδοξη»= Всеправославный καί ὄχι Вселенский=Οἰκουμενική ], οὔτε τά κείμενα πού υἱοθετήθηκαν σέ αὐτήν ὡς ἐκφράζοντα τήν κοινή ὀρθόδοξη ὁμοφωνία» (Ἡμερολ. νο. 48).
Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης υἱοθέτησε ὀκτώ κείμενα: «Τό αὐτόνομον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ»· «Ἡ Ὀρθόδοξος Διασπορά»· «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ»· «Ἡ σπουδαιότης τῆς Νηστείας καί ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον»· «Τό Μυστήριον τοῦ Γάμου καί τά κωλύματα αὐτοῦ»· «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», «Μήνυμα τῆς Συνόδου» καί «Ἐγκύκλιος Ἐπιστολή τῆς Συνόδου» (Ἐγκύκλιος).
Ἡ πλειονότης τῶν κειμένων αὐτῶν (μέ ἐξαίρεση τίς δύο ἐπιστολές πού συνετάγησαν ἀπ΄ εὐθείας στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης) προετοιμάσθηκαν ἐντός τοῦ πλαισίου ἐργασίας τῆς προσυνοδικῆς διαδικασίας ἡ ὁποία εὑρίσκετο ἐν ἐξελίξει ἐπί δεκαετίες μέ τήν ἐνεργό συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας. Μετά τήν δημοσίευση τῶν προσχεδίων κειμένων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, συνεζητήθησαν στό ἐπίπεδο τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας προετοίμασε καί ἀπέστειλε σέ ὅλες τίς Τοπικές Ἐκκλησίες τίς προτάσεις της γιά τροποποιήσεις στά σχέδια κειμένων τῶν «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» καί «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ». Οἱ τροποποιήσεις αὐτές ἦσαν ἀπό πολλές πλευρές σύμφωνες μέ τά κριτικά σχόλια πού ἐκφράσθηκαν ἐπί τῶν δύο προαναφερθέντων κειμένων ἐκ μέρους τῶν λοιπῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ὄρους Ἄθω.
Ὅπως σημείωσε ὁ Πρόεδρος τῆς Συνοδικῆς Βιβλικῆς – Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς, τά κείμενα πού υἱοθετήθηκαν στήν Κρήτη μποροῦν νά διαχωρισθοῦν σέ τρεῖς κατηγορίες, σύμφωνα μέ τήν σχέση τους μέ προσχέδια πού ἐξετάστηκαν νωρίτερα ἀπό τήν Σύνοδο Ἐπισκόπων τοῦ 2016. Ἡ πρώτη ἀπό αὐτές εἶναι κείμενα πού ἔγιναν δεκτά ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης χωρίς τήν προσθήκη οὐδεμιᾶς οὐσιώδους τροποποιήσεως. Μεταξύ αὐτῶν εἶναι τά κείμενα «Ἡ σπουδαιότης τῆς Νηστείας καί ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον» καί «Τό αὐτόνομον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ». Στήν δεύτερη κατηγορία ἀνήκουν τά κείμενα πού υἱοθετήθηκαν ἀπό τήν Σύνοδο μέ σημαντικές τροποποιήσεις στό περιεχόμενό τους. Τά κείμενα αὐτά εἶναι «Ἡ Ὀρθόδοξος Διασπορά», «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ»· «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» καί «Τό Μυστήριον τοῦ Γάμου καί τά κωλύματα αὐτοῦ».
Συγκεκριμένως μία τροποποίηση προσετέθη στό κείμενο «Ἡ Ὀρθόδοξος Διασπορά», η ὁποία περιορίζει τίς Τοπικές Ἐκκλησίες ὡς πρός τήν ἀπόκτηση «τίτλων ὑφισταμένων ἤδη εἰς Ἀρχιερεῖς» στήν Διασπορά. Αὐτή ἡ προσθήκη χρῄζει περαιτέρω συζητήσεως ἐπί πανορθοδόξου ἐπιπέδου.
Τό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ὑπέστη μετά τήν ἔκδοσή του τά περισσότερο ἐπικριτικά σχόλια ἐντός τοῦ ὀρθοδόξου χώρου. Δέν ὑπῆρξε ὁμοφωνία γνώμης ἀκόμη καί στήν ἴδια τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης· δέν ὑπεγράφη ἀπό εἰκοσιένα ἐπισκόπους ἀπό συνόλου ἑκατόν ἑξῆντα μετεχόντων στή Σύνοδο, συμπεριλαμβανομένων δεκαεπτά ἀπό εἰκοσιπέντε ἐπισκόπους τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας. Ἰδιαίτερη κριτική προκλήθηκε ἀπό τίς ἀκόλουθες διατυπώσεις: τήν ὀνοματοδοσία στό κείμενο τῶν μή Ὀρθοδόξων κοινοτήτων ὡς «ἐκκλησιῶν», καί τίς ἐκφράσεις «ἡ ἀναζήτηση» καί «ἡ ἀποκατάσταση» τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν. Οἱ τροποποιήσεις πού προτάθηκαν ἀπό τήν Ρωσσική Ἐκκλησία ἀντικατόπτριζαν τήν ἀνησυχία αὐτή, ἀλλά δέν ἐλήφθησαν πλήρως ὑπ΄ὄψιν ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης.
Τό κείμενο «Τό Μυστήριον τοῦ Γάμου καί τά κωλύματα αὐτοῦ» περιέχει ἕνα ἀριθμό ἀμφιλεγομένων διατυπώσεων. Συγκεκριμένα, ἡ φράση ἀπό ἕνα προσχέδιο νωρίτερα δημοσιευμένο – «Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ ἀδύνατο ὅτι τά μέλη Της μποροῦν νά συνάψουν μία ὁμόφυλη ἕνωση» - τροποποιήθηκε στή Σύνοδο μέ τόν ἀκόλουθο τρόπο: «Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀποδέχεται διά τά μέλη αὐτῆς σύμφωνα συμβιώσεως τοῦ αὐτοῦ ἤ ἑτέρου φύλου». Ἡ διατύπωση αὐτή εἰσάγει στό κείμενο μία ἀμφισημία. Ἡ πρωτότυπη διατύπωση ἐκφράζει μέ περισσότερη ἀκρίβεια τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν γάμο. Τό κείμενο «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ» μέ τή μορφή μέ τήν ὁποία υἱοθετήθηκε στή Σύνοδο τῆς Κρήτης περιέχει διατυπώσεις πού δημιουργοῦν τήν ἐντύπωση ὅτι συνεπείᾳ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ σύνολη ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι ἤδη ἐπισυνηγμένη ἐν Χριστῷ, καί σεσωσμένη καί τεθεωμένη, πρᾶγμα πού προκάλεσε σοβαρή κριτική ἐντός τοῦ ὀρθοδόξου χώρου. Οἱ ἐκφράσεις αὐτές χρῄζουν ὑποχρεωτικῆς διευκρινίσεως, εἶπε ὁ Μητροπολίτης Ἱλαρίων. Ἐπιπλέον, ὑπάρχει μία μή ἁρμόζουσα ἀναφορά στόν Εὐσέβιο Καισαρείας, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο δέν ἦταν ἕνας Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας μέ αὐθεντία, ἀλλά ἔχει κατηγορηθεῖ, καί ὄχι ἀδίκως, ἐπί ἡμι-αρειανισμῷ.
Στήν τρίτη κατηγορία ἀνήκουν κείμενα τά ὁποῖα προετοιμάσθηκαν καί υἱοθετήθηκαν ἀπ΄ εὐθείας στήν Σύνοδο. Αὐτά εἶναι ἡ «Μήνυμα τῆς Συνόδου» καί ἡ «Ἐγκύκλιος Ἐπιστολή τῆς Συνόδου» (Ἐγκύκλιος), πού ἀντικατοπτρίζουν τίς ἀποφάσεις πού ἐλήφθησαν ἀπό ἐκεῖνες τίς αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες πού συμμετέσχον στήν Σύνοδο, ἐπί ἑνός ἀριθμοῦ σχετικῶν θεμάτων. Ὅπως σημειώθηκε στήν παρουσίαση πού ἀνεγνώσθη στήν Ἐπισκοπική Σύνοδο, τοῦ Προέδρου τῆς Συνοδικῆς Βιβλικῆς-Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ Ἱλαρίωνος, οἱ βασικές ἰδέες τῶν κειμένων αὐτῶν ἐν συνόλῳ δέν ἀντιβαίνουν τήν κοινωνική διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας. «Ταυτοχρόνως, τά κείμενα περιέχουν ἕνα ἀριθμό διατυπώσεων ὄχι τόσο ἐπιτυχημένων ἀλλά καί ἀσαφῶν, καθώς καί ἐκτιμήσεις πού δέν συζητήθηκαν πρωτύτερα ἐπί πανορθοδόξου ἐπιπέδου», εἶπε ὁ Μητροπολίτης. «Οἱ διατυπώσεις καί ἐκτιμήσεις αὐτές χρῄζουν περαιτέρω συζητήσεως».
«Τά προσχέδια κειμένων πού προετοιμάστηκαν διαρκούσης τῆς προσυνοδικῆς διαδικασίας καί ἐξετάστηκαν στή Σύνοδο τῆς Κρήτης, γιά νά γίνουν ἀποφάσεις ἀναγωρισμένες ἀπό ὅλους τούς Ὀρθοδόξους, πρέπει νά ἀναπτυχθοῦν περαιτέρω καί νά συμφωνηθοῦν ἐπί πανορθοδόξου ἐπιπέδου, καί ἔπειτα νά υἱοθετηθοῦν ἀπό τήν ὁμοφωνία πασῶν τῶν Τοπικῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν», τόνισε στήν παρουσίαση.