Translate

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΝΗΣ, Η ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΟΛΟΓΟΥ κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΙΑΓΚΟΥ



Η ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ  ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΟΛΟΓΟΥ κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΙΑΓΚΟΥ

Του Παναγιώτη Π. Νούνη



Μόλις προ μερικών λεπτών (αργά το βράδυ 5/11/17) δέχτηκα κάποιο τηλεφώνημα από τον αξιότιμο Καθηγητή και Κανονολόγο κ. Θεόδωρον Γιάγκου, όπου ταραγμένος ο άνθρωπος προσπάθησε, κυρίως, να με εκβιάσει αμέσως και εμμέσως πλήν σαφώς και δη άκρως απειλητικά, κατά λέξη: «ή που θα ταπεινωθώ και θα βγώ δημόσια να ζητήσω συγνώμη» για όσα ανακριβή σημεία σχολίασα στο ιστολόγιο του κ. Τελεβάντου «ή που θα κινηθεί νομικώς» εναντίον εμού προσωπικά και του κ. Τελεβάντου (τα εντός των εισαγωγικών, τάφε έφη ο Καθηγητής Κανονολόγος), διότι ισχυρίζεται ότι αμφότεροι όσα γράφουμεν «από την αρχή μέχρι τέλους» είναι ψέματα.

Τόσο στην αρχή, όσο και στο τέλος της τηλεφωνικής μας επικοινωνίας, έδωσε έμφαση και επέμενε στην πρώτη απειλητικήν προειδοποίηση εναντίον μου προσωπικά, και ότι κατά το παρελθόν προειδοποίησε μια και τελευταία φορά τον θεολόγο κ. Παναγιώτη Τελεβάντο καθώς και τον ιεροψάλτη κ. Ανδρέα Ζαχαρούδια. Μου εδήλωσε μάλιστα, ορθά κοφτά, ότι δεύτερη φορά δεν θα υπάρξει… για όλους μας.

Σε γενικές γραμμές όμως, μου φάνηκε ένας συζητήσιμος και διαλεκτικός άνθρωπος. Μέσα μου χάρηκα, διότι μου φάνηκε επίσης, άνθρωπος μακρόθυμος και συγχωρητικός, άσχετα αν τον έστησα κυριολεκτικά στην γωνιά για τις ποικιληδόν παράδοξες ενέργειες του στο Κολυμπάρι, για την [κακόδοξη] θέση του στο θεσμό των Διακοννισών, και για την [κακόβουλη] απέλπιδα «ακαδημαϊκή» προσπάθεια αυτού και άλλων ομοφρόνων του, ώστε να εξοντώσουν διαπαντώς τον Ομότιμον Καθηγητήν μας και Πατρολόγον (και πλέον ιερώς Αποτειχισθέντα)  π. Θεόδωρον Ζήσην.

Η μόνιμη λεκτική άμυνα και η σοβαρή επιχειρηματολογία του Καθηγητού κ. Θ. Γιάγκου, όποτε του έθετα αμείλικτα ερωτήματα περί της Ληστρικής Συνόδου για τα σωρηδόν «κανονολογικά» ψεύδη του ιδίου και άλλων Κολυμπαριστών, ήτο: «δεν θα μου κάνεις εσύ μαθήματα», «δεν θα μου παίζεις εσύ τον δάσκαλο της ορθοδοξίας», «δεν θα μου κάνεις εσύ τον δάσκαλο», «δεν είσαι εσύ ο αρμόδιος», «να κοιτάξεις να διορθώσεις τον εαυτό σου», «εσύ είσαι ένας ανορθόγραφος, γιατί μιλάς;», «δεν θα μπώ στη διαδικασία να μου κάνεις τον δάσκαλο εσύ» κ.ο.κ.

Να πώ την αλήθεια, εξ ιδιοσυγκρασίας είμαι άνθρωπος φοβιτσιάρης, ενίοτε με ακράτια ούρων, και έτσι απεφάσισα αμέσως να ανασκευάσω, ότι ήτο εσφαλμένη πληροφορία και να κάνω τυφλή υπακοή στα όποια θελήματα του περισπούδαστου Καθηγητού κ. Θ. Γιάγκου.

Τιμή (!) μου να διακονώ τους φανατικούς υπέρμαχους του Κολυμπαρισμού, διότι πάντοτε ελπίζω βαθιά μέσα μου, ότι υφίστανται ανάμεσά τους και λαμπρές εξαιρέσεις.

Το όλο ζήτημα της δύσκολης επικοινωνίας μας, όμως, ήθελε ξεκαθαρίσματα, και μας έπεφτε  παράλληλα η τηλεφωνική γραμμή, και έτσι επέμεινα τηλεφωνικώς να μου επισημάνει [με ακρίβεια] τα όποια ανακριβή στοιχεία ώστε να τα ανασκευάσω αμέσως.

Η πρώτη λεκτική επίθεση εναντίον μου, εκ του αξιότιμου Κανονολόγου κ. Θ. Γιάγκου, ήτο ότι ως νέος δοκιμιογράφος «μας κάνω ρεζίλι διεθνώς», διότι άκουσον-άκουσον είμαι ανορθόγραφος σχολιαστής. Παραδέχθηκα αμέσως και χωρίς δεύτερη σκέψη την ενοχή μου. Οι Οικουμενιστές και οι «Ζηλωτές», παρ΄όλα όσα γράφω κατά καιρούς, συνεχώς με κατηγορούν μονοσήμαντα και [μάλλον] δικαίως, ότι διενεργώ σωρηδόν φιλολογικών σφαλμάτων. Να τους πληροφορήσω, ότι εγράφθη εις το Τμήμα Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας ώστε να μάθω τουλάχιστον ορθογραφία και φιλολογική επιμέλεια.

Η δεύτερη λεκτική επίθεση, ήτο κατά του κ. Παν. Τελεβάντου, και μου επισήμανε ο κ. Γιάγκου επί λέξει «ότι με άρρωστους ανθρώπους δεν επικοινωνεί, και τους αφήνει στο έλεος του Θεού». Τον επερώτησα τι ακριβώς εννοεί «αρρώστους» και μου επεσήμανε, ότι εννοεί ψυχολογικά αρρώστους…  Του αντίλεξα ότι είναι κρίμα και άδικον να ετικεττοποιούμε σοβαρούς ανθρώπους και εν Χριστώ αδελφούς μας και με παρέπεμψε να μελετήσω τα δικά μου ανορθόγραφα δοκίμια όπου γέμωσι ετικεττοποιήσεων, προφανώς εννοούσε,[όσα γράφω] κατά των κατεγνωσμένων Κολυμπαριστών και ορκισμένων Οικουμενιστών.

Επιπρόσθετα έσπευσε, να δικαιολογήσει, τον σεβασμιώτατο (!) αρχιΟικουμενιστή και αρχικουτσομπόλη Μητροπολίτη Προικονήσσου κ. Ιωσήφ και του αντίλεξα ετοιμόλογα, ότι είμαι αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς (και συνεπώς επιβεβαιώνω επ΄αυτού τις αντιρρήσεις του Τελεβάντου), στο υπόγειο αρχονταρίκι του Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου στον Πειραιά , ότι ο κ. Ιωσήφ, διέσυρεν και κατέκρινεν,  σημαίνουσες γνωστές εκκλησιαστικές προσωπικότητες. Ο κ. Γιάγκου επισήμανε  μόνο, υπεργενικευμένα κάπως, ότι όλα είναι απόλυτα ψεύδη και αερολογίες, όπως όλα όσα καταγράφουμε σε άλλα ζητήματα.

Δικαιολόγησε, ωστόσο, τον κατά σάρκα αδελφό του, ότι δεν είναι ερωτολόγος καθώς τον προσδιόρισα,  διότι ισχυρίστηκε, ότι νομίζουμεν εσφαλμένα πράγματα έναντι αυτού. Εμείς θεωρούμεν του είπα ευθυτενώς, ότι ο π. Βαρνάβας Γιάγκου είναι Γιανναριστής και νεοΝικολαΐτης, δηλαδή νεΟρθόδοξος Κληρικός, διότι προωθεί τα κακόδοξα φρονήματα του αρχιΟικουμενιστού Δημητριάδος κυρίως επί τη βάσει της τηλεοπτικής εκπομπής η «Χαρά του Έρωτα», και μου επεσήμανε, ότι ο π. Βαρνάβας ομιλεί περί του ορθοδόξου έρωτα.  Αν τότε κ. Θ. Γιάγκου μου, συμφωνήσουμε, ότι ομιλεί περί τινός θεϊκού και ορθοδόξου έρωτα, παραδέχεσθε μαζί μας, ότι εν τέλει ομιλεί περί έρωτα, και συναφώς που ακριβώς έγκειται η ανακρίβεια και το ψεύδος ότι ο π. Βαρνάβας είναι ερωτολόγος; Αυτός ο οποίος ομιλεί περί έρωτα είναι ή δεν είναι ερωτολόγος;

Τους ενοχλεί αγαπητέ κ. Παναγιώτη Τελεβάντο, η ετικέττα του Νικολαΐτη, του Κολυμπαριστή και του Οικουμενιστή; Τι μπορούμε να κάνουμε επ΄αυτού; Πώς αλλιώς να αποκαλέσουμεν τους αδελφούς μας, αφού ποθούν τον νεοΝικολαϊτισμόν, συμμετείχαν περήφανοι στο Κολυμπάριον και εμμένουν να συμμετέχουν στην Οικουμενικήν Κίνηση;
Μπορούν π.χ. να μας προτείνουν κάποιους άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς ώστε να είναι της σύμφωνης γνώμης και της αρεσκείας τους;

Να σημειώσω, ότι μετά δυσκολίας προσπάθησα να  εκμαιεύσω ποιά ακριβώς ήτο και είναι τα ψέματα τα οποία συγγράφουμεν. Διότι ο κ. Γιάγκου ισχυρίζετο, ότι όλα όσα γράφουμε, από την αρχή μέχρι τέλους είναι ψέματα. Ήτο άκρως αφοριστικός και μηδενιστικός στην επικοινωνία μας, προφανώς μάλλον ήτο εξοργισμένος. Ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι ακόμη, τι είναι εκείνο που ουσιαστικά ενόχλησε, πραγματικά, τον έγκριτο Καθηγητή του Κανονικού Δικαίου.

Πολύ ευχαρίστως, όμως, αποδέχτηκα να ανασκευάσω κάθε πληροφορία που κατέγραψα η οποία ήτο κατά την γνώμη του ανακριβής. Και επίσης άνευ δισταγμού, απολογούμαι, ζητώ συγνώμη δηλαδή, όπου τυχόν σημείωσα εν αγνοία μου τινά ανακριβή και αδιασταύρωτη πληροφορία για την οικογένεια Γιάγκου.

Παρ΄όλα αυτά δεν σημαίνει ποσώς, ότι παύω αυτόματα να τους θεωρώ ως [άκρως] επικίνδυνους για την Εκκλησιαστική Συνείδηση της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας, διότι, διακονούν τυφλά και με φανατισμό το Οικουμενιστικό και Επισκοπομονιστικό κατεστημένο.

Εξ αρχής να πώ, ότι ο κ. Θ. Γιάγκου σ΄ένα σημείο που θέλησε να ανασκευάσω, είναι, ότι το πρόσωπον που μου απεκάλυψε ότι έκανε σφοδρό και έντονο τηλεφωνικό παράπονο, κατά του Γιάγκου, για την παράδοξη στάση του κατά του Ζήση και του Ναυπάκτου, δεν είναι εν τέλει ο Νονός του αλλά ένα φιλικό του πρόσωπο και συγχωριανός του θεολόγος, και μάλιστα τον γνωρίζει πολύ καλά. Ο Νονός του κ. Θ. Γιάγκου εξ όσων με πληροφόρησε ο ίδιος έχει κοιμηθεί από το 1982, συνεπώς πράγματι έγραψα εν αγνοία μου μια σημαντική(;!) ανακρίβεια.

Δεύτερο ανακριβές σημείο: ότι οι Γιάγκου προσκάλεσαν στο μνημόσυνο του πατέρα τους τον Μητροπολίτη Λεμεσού. Ο κ. Θεόδωρος Γιάγκου μου επεσήμανε, ότι δεν προσκάλεσαν τον Λεμεσού και κατά τη δική του λογική συνέπεια, εθεώρησε, ότι έγραψα ψέματα, χωρίς καν να γράψω κατά λέξη ότι ο Λεμεσού προσεκλήθη υπό της οικογένειας Γιάγκου.

Ο κ. Θ. Γιάγκου ισχυρίζεται, ότι η οικογένειά του δεν προσκάλεσε τον Μητροπολίτη Λεμεσού (αλλά μου εδήλωσε παράλληλα, δύο επιπρόσθετες εκδοχές: ότι πρώτον αγνοεί αν οι συγχωριανοί του επροσκάλεσαν τον Λεμεσού, και αμέσως μετά κατά δεύτερον με επληροφόρησε,  ότι μόλις εκείνην την ώρα πληροφορήθηκε τηλεφωνικά από τον θεολόγο συγχωριανό του, ότι ο Λεμεσού εν τέλει προσεκλήθη εις το μνημόσυνο, αλλά ο Λεμεσού αρνήθηκε (δική μου σημείωση: δήθεν) ευγενικά να παρευρεθεί, διότι θα ήτο παρόν ο Μητροπολίτης Πάφου) και επέμενε έντονα επ΄αυτού, ότι στο εν λόγω σημείο έγραψα μια ακόμη ψευδή πληροφορία.

 Ο κ. Γιάγκου θεώρησε φαίνεται, ότι εξέφρασα μια σίγουρη «ντέ φάκτο» θέση με το επόμενο σημείο του σχολιασμού μου: «Βέβαια, τον Λεμεσού θα τον ήθελαν παρόν οι αδελφοί Γιάγκου...». Προσέξτε λίγο καλύτερα, ότι δεν έγραψα, με απόλυτη βεβαιότητα και σαφήνεια, «Βέβαια, τον Λεμεσού τον ήθελαν παρόν οι αδελφοί Γιάγκου…». Ούτε σημείωσα, ότι η οικογένεια Γιάγκου προσκάλεσε τον Λεμεσού. Αν σημείωνα το δεύτερον, τότε θα ήτο πράγματι μία ψευδής και ανυπόστατη δήλωσις. Επρόσθεσα εκείνο το υποθετικό και μελλοντικό «θα» το οποίον δίδει ένα κάπως σοβαρό και διαφορετικό νόημα στην όλη πρόταση. Σαφώς και μου ήτο ένας προσωπικός λογισμός,  μια υποθετική πρόταση και μια ιδιαίτερη εικασία που στηρίζεται, κατά τη γνώμη μου σε μη αυθαίρετες πληροφορίες. Δεν μίλησα για προσκλητήρια, συνεπώς, ο κ. Θ. Γιάγκου έβγαλε κάπως αυθαίρετο συμπέρασμα, ότι σημείωσα περί ειδικής προσκλήσεως του Λεμεσού. Πρόκειται για [αυταπόδεικτη] εικασία του Γιάγκου. Το αν θέλεις ή όχι, κάποιον να είναι παρόν ή απών, στο μνημόσυνο του συγγενή σου δεν επαφίεται απόλυτα στο κριτήριον της ειδικής πρόσκλησης.

Ούτε κάν μου εδιέψευσε τον συλλογισμό μου, ότι ενδέχεται και να ήθελαν παρόντα τον Λεμεσού, αλλά δεν τον επροσκάλεσαν για διάφορους «χ» και «ψ» λόγους. Το γεγονός ότι οι Γιάγκου δεν προσκάλεσαν τον Λεμεσού, δεν σημαίνει αυτόματα, ότι αποκλείεται το άλλο ενδεχόμενο, να μην ήθελαν να ήτο παρόν ο Λεμεσού στο μνημόσυνο του πατέρα τους. Ενδέχεται να τον ήθελαν αυτοί ή άλλοι συγγενείς τους παρόν, αλλά να μην τον προσκάλεσαν οι ίδιοι για σημαντικούς λόγους.

Από την στιγμή όμως που ο κ. Θ. Γιάγκου, μας επιβεβαιώνει μέσω της τηλεφωνικής του παρέμβασις, ότι ο Λεμεσού ΟΝΤΩΣ προσεκλήθη για το μνημόσυνο υπό τινών συγχωριανών του, τόσο μακρυνό και παράδοξο ήτο και είναι να εικάσει και να γράψει κανείς, ότι και οι αδελφοί Γιάγκου πιθανό να επροσκάλεσαν ή, έστω, να ήθελαν διακαώς να παρευρεθεί και ο Λεμεσού εις το μνημόσυνο του πατέρα τους;
Προφανώς η εν λόγω υποθετική εικασία μας, κατά τον Γιάγκου είναι  ψευδολόγημα, παραπληροφόρηση και άρα ποινικό αδίκημα, και άρα οφείλω να την ανασκευάσω ίνα μη με σύρει σιδερόδεσμιο στα δικαστήρια… [θα έγραφα στο εν λόγω σημείο για τις πεπτικές λειτουργίες κάποιας καλής φοράδας στο αλώνι αλλά φοβάμαι μπάς και παρεξηγηθώ].

Πραγματικά, σας ενημερώνω, ότι δεν είχα ουδεμία πληροφορία, ότι η οικογένεια Γιάγκου προσκάλεσε τον Μητροπολίτη Λεμεσού. Αλλά δεν κατάλαβα, γιατί τόσος ντόρος; Μάλιστα απορώ και για το αντίθετο, γιατί εν τέλει η οικογένεια Γιάγκου δεν προσκάλεσε τον Λεμεσού; Αυτό και αν είναι είδηση. Αλλά επειδή άπαντες γνωρίζουμεν την ιδιαίτερη σχέση των Γιάγκου με τους νεοΒατοπαιδινούς πατέρες και δή με τον Λεμεσού, το εξέφρασα εν τη ρύμει του λόγου ως ένα υποθετικό ρεαλιστικό σενάριο.

Εξέφρασα έναν καθαρά και ξάστερα, υποθετικόν πλήν καθόλα ρεαλιστικό συλλογισμό, όπου στηρίζεται επάνω σε ακριβείς πληροφορίες που έλαβα περί του Λεμεσού και το εν λόγω μνημόσυνο της Βάσας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι Γιάγκου δεν θα ήθελαν και την παρουσία του Λεμεσού. Αυτό το σενάριο δεν αποκλείστηκε από τον Καθηγητή. Συνεπώς μπορεί και να ήθελαν την παρουσία του και ίσως κάποιος/οι να ήτο εμπόδιο στην έλευση του Λεμεσού στο μνημόσυνο. Ή ότι ο Λεμεσού δεν θα ήθελε να παρευρεθεί στο μνημόσυνο, λόγου χάρη, διότι οι Βασσιώτες και οι πέριξ αυτών, τον κατεψήφισαν άρδην στην προηγούμενες Αρχιεπισκοπικές Εκλογές.

Για έναν σημαντικό Κληρικό εκλέκτορα της Βάσας και του Ομόδους, λέγεται, ότι εξ αιτίας αυτού ο Μητροπολίτης Αθανάσιος, έχασε παντελώς τον Αρχιεπισκοπικόν θρόνο.

Ο κ. Γιάγκου μου έδωσε την επιπρόσθετη πληροφορία, ότι τα πράγματα έγιναν και διαφορετικά, ότι: ο Λεμεσού δεν έφαγε πόρτα από τον Πάφου, αλλά ότι ο Λεμεσού είπε «αφού θα είναι παρόν ο Πάφου, δεν χρειάζεται να είμαι παρόν στο μνημόσυνο»...! Αν θέλουμε εμπιστευόμαστε την εν λόγω πληροφορία.

Συνεπώς η πληροφορία μου, ότι επαίζετο άγριο παιγνίδι, μεταξύ Πάφου και Λεμεσού, για να είναι παρόν ο Λεμεσού στο εν λόγω Μνημόσυνο είναι πέραν για πέρα αληθής πληροφορία, και επιβεβαιώνεται, εμμέσως πλήν σαφώς και από την τηλεφωνική επικοινωνία μου με τον κ. Γιάγκου.

Η συζήτηση επεκτάθηκε και σε άλλα ζητήματα και μιλήσαμε μέχρι και περί του πατρός Θεοδώρου Ζήση. Στην αρχή και στο μέσο μου φάνηκε κάπως αναιδής ο κ. Γιάγκου, και απαξίωνε τον πατέρα Θεόδωρο Ζήση, «ότι δεν τόλμησε να απαντήσει τίποτε σε όσα στοιχεία έβγαλε εναντίον του» και ότι «ο ίδιος δήλωσε ότι είναι μπουταλάς» [και άρα με μπουταλάδες (μου διευκρίνησε ο Καθηγητής ότι σημαίνει μη έξυπνος άνθρωπος) δεν πρέπει να έχουμε ιδιαίτερες σχέσεις. Απόρησα λογικά για την εν λόγω έκφραση (και άδικη μομφή κατά του Ζήση) και μου την επεσήμανε 3-4 φορές ότι είναι δήλωση του ιδίου και με παρέπεμψε σε δημόσια λεχθέντα του Ζήση.] αλλά προς το τέλος, όταν του απέδειξα ότι σέβομαι όλους τους Καθηγητές το ίδιον, και επιθυμώ αντικειμενικότητα και αλήθεια, μίλησε με κάθε σεβασμό.

Ουδέποτε, έτυχε να γνωρίσω τον Καθηγητή Κανονικού Δικαίου τον κ. Θεόδωρον Γιάγκου, χάρηκα όμως που μου έδωσε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε, και να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα, τον ερώτησα αν θα κατέβει στη Κύπρο για να τον επισκεφτώ από κοντά ώστε να μου ξεδιαλύνει πάμπολλα ερωτήματα περί της Ληστρικής Συνόδου, φάνηκε θετικός ο άνθρωπος. Αυτό που δεν μου άρεσε είναι ο απειλητικός και εκβιαστικός τόνος του. Και ο απόλυτος μηδενισμός κατά της προσωπικότητας και των γραπτών του κ. Παν. Τελεβάντου.
Μια γενική απαξίωση κατά των αντιΟικουμενιστών την είχεν. Μια μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, πάλι την είχε. Αλλά μου διευκρίνησε ρητορικά αν πρόσεξα πουθενά στα γραπτά του να τους λοιδωρεί ως φονταμενταλιστές κ.λπ. Εν κατακλείδι θα με ενδιέφερε να τον γνωρίσω και προσωπικά... διότι ίσως μάθω πράγματα που σίγουρα τα αγνοώ.

Δεν γνωρίζω αγαπητέ κ. Παν. Τελεβάντο, αν ανάμεσα στα τόσα «ανασκευαστικά» που σημείωσα, με την εν λόγω τηλεφωνική συμπλοκή και συνομιλία μου μετά του αξιότιμου κ. Θ. Γιάγκου, τσιμπήσαμε κανένα λαυράκι. Τσιμπήσαμε, ναί ή όχι;

Του Παναγιώτη Π. Νούνη

Ορθόδοξος Θεολογών