Translate

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ, Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

 IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
(Σειρά μαθημάτων πό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη
Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως ερεμία)

Η ΑΜΑΡΤΙΑ

1. οσία τς μαρτίας
(Συνέχεια πό τό προηγούμενο)

Τό γενικό νομα γιά τήν μαρτία εναι «χαταά», πό ρμα «χατά», πού σημαίνει «μαρτάνω». Κυρίως σημαίνει «ποτυγχάνω πό τόν σκοπό μου», γιατί πορεύομαι λανθασμένο δρόμο, καί γενικά σημαίνει κάνω ,τι εναι πηγορευμένο καί παραλείπω ,τι εναι νομοθετημένο. Σέ διάφορα περιστατικά ἡ ἁμαρτία γίνεται «βών», πό ρμα «βά», πού σημαίνει «κλίνω», «στρίβω», «πλανμαι» πό τόν σωστό δρόμο μέ κακή διάθεση καί ρα χω νοχή γιατό πού κάνω. Ἡ ἁμαρτία εναι «βέλ» καί «βλά», πό ρμα «ολ», πού σημαίνει «διαφθείρω». Ἡ ἁμαρτία λοιπόν εναι στρεβλότητα καί διαφθορά. λλη νομασία τς μαρτίας στήν Παλαιά Διαθήκη τό «πεσά» πό τό «πασά», πού σημαίνει εμαι παναστάτης. Ἡ ἁμαρτία, δηλαδή, εναι νταρσία κατά τοΘεο. Ἡ ὀνομασία ατή τς μαρτίας ς «πεσά», ποδηλώνει καί τό σπάσιμο τς διαθήκης μέ τόν Θεό (βλ. L. Köhler, ZatW, 1928, 213-218). Tό διο δηλώνει καί ἡ ὀνομασία «μαάλ», πού σημαίνει προδοσία, πιστία. Ὁ ἁμαρτωλός παναστατεκατά τοΘεο, «μαράντ». Εναι πείσμων καί σχυρογνώμων, «σαράρ», «μαρά». λλες κοινές λέξεις γιά τήν μαρτία εναι ο: «ρα» καί «ραά», κακία καί φαυλότητα, «σάμ», παράβαση, σφάλμα, «βέν», ματαιότητα, δικία, «νεβαλά», «σιχλούθ», νοησία (βλ. «ναβάλ», «σαχάλ», νόητος), «ρεσά», «ρισά»,  κακός, κακία. λέξη «ρασά», κακός, εναι μιά συνηθισμένη κφραση γιά τήν μαρτία καί τόν μαρτωλό.


2. εθύνη τοῦ ἁμαρτωλο

πειδή ὁ ἄνθρωπος εναι λεύθερος, γιατό καί μπορενά πράττει τό θέλημα τοΘεο, λλά, ς λεύθερος πάλι, μπορεκαί νά εναι νυπάκουος σατό. Γιαχβέ Κύριος επε στόν Κάιν: «ν σύ δέν πράττεις τό καλό, ἡ ἁμαρτία νεδρεύει στήν πόρτα καί ἡ ἐπιθυμία της στρέφεται σέ σένα· σύ μως μπορενά τήν ξουσιάσεις» (Γεν. 4,7· κατά μικρή διόρθωση τοῦ Ἑβρ. κειμένου). Στό χωρίο ατό φαίνεται κλίση τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν μαρτία, ἡ ὁποία παριστάνεται σάν μία δύναμη τοιμη νά παρασύρει τόν μή ντιδρντα, τόν μή ποιοντα τό γαθόν, λλά ὁ ἄνθρωπος, ν θελήσει νά παλαίσει πρός τήν μαρτωλή ατή κλίση, θά γίνει κύριος τς μαρτίας. Ἡ ἁμαρτία προέρχεται πό τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, πού εναι ἡ ἕδρα τν σκέψεων καί τν πιθυμιν, βλ. Γεν. 6,5. 8,21. ερ. 4,4. εζ. 11,19. Ψαλμ. 50,12. Πιθανόν ὁ ἄνθρωπος νά παρακινηθεῖ ἀπό σωτερικό ἤ ἐξωτερικό ρέθισμα πρός τήν μαρτία, τήν πόφαση μως ν θά πράξει ἤ ὄχι τήν μαρτία τήν λαμβάνει ὁ ἴδιος, καί ατός, λοιπόν, εναι πεύθυνος γιά τήν μαρτία του. πως μς τό επε παραπάνω μνημονευθείς λόγος τοΘεοπρός τόν Κάιν, ὁ ἄνθρωπος χει τήν δύναμη νά ξουσιάσει τήν πιθυμία τς μαρτίας. Ἡ ἴδια ροπή τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν μαρτία δέν συνιστᾶ ἁμαρτία. μαρτία εναι τό ν δέν γωνιστεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ντιπαλαίσει πρός ατήν, γιατί καί ἡ ἁπλή σκέψη περί μαρτίας φέρει τήν πιθυμία της καί ἡ ἐπιθυμία της φέρει τήν πράξη της (βλ. Γεν. κεφ. 3).
Κι ν Σατανς καταναγκάζει τόν νθρωπο νά πράξει τήν μαρτία, μως Θεός δωσε τήν δύναμη στόν νθρωπο νά ντιστέκεται καί νά ποκρούει τόν Διάβολο· καί ν ατό δέν τό κάνει πίπτει στήν μαρτία, γιά τήν ποία εναι ατός, ὁ ἄνθρωπος, πεύθυνος (βλ. πάλι Γεν. κ. 3). που διαβάζουμε τι Θεός πειράζει τόν νθρωπο, ατό δέν σημαίνει τι Θεός εθύνεται γιά τήν μαρτία του, ν πράξει ατήν. Θεός δοκιμάζει τόν νθρωπο, γιά νά τόν λαμπρύνει περισσότερο, παραχωρώντας νά λθουν σατόν θλίψεις καί σθένειες (βλ. βιβλίον ώβ). Δέν πιτρέπεται μως κανείς νθρωπος νά πιρρίπτει πειτα στόν Θεό τήν εθύνη γιά τήν μαρτία του, ν δέν ντέξει τόν πειρασμό τν θλίψεων καί τν σθενειν. Εναι ραία περικοπή ατή τς Παλαις Διαθήκης:
«Μή επς τι διά Κύριον πέστην
γάρ μίσησεν, οποιήσεις.
Μή επς τι ατός μέ πλάνησεν·
ογάρ χρείαν χει νδρός μαρτωλο.
Πν βδέλυγμα μίσησε Κύριος,
καί οκ στιν γαπητόν τος φοβουμένοις ατόν.
Ατός ξ ρχς ποίησεν νθρωπον
καί φκεν ατόν ν χειρί διαβουλίου ατο.
άν θέλς, συντηρήσεις ντολάς
καί πίστιν ποίησαι εδοκίας.
Παρέθηκέ σοι πρ καί δωρ·
οὗ ἐάν θέλς, κτενες τήν χερά σου.
ναντι νθρώπων ζωή καί θάνατος,
καί ὅ ἐάν εδοκήσ, δοθήσεται ατ.
                        (Σ. Σειράχ 15,11-17)

Δέν εθύνεται λοιπόν Θεός γιά τήν μαρτία τοῦ ἀνθρώπου, λλά κακή θέληση τοῦ ἰδίου τοῦ ἀνθρώπου. Θεός λέγει στούς νθρώπους οονεί παραπονούμενος:
«κάλουν καί οχ πακούσατε
καί ξέτεινα λόγους καί οπροσείχετε,
λλά κύρους ποιετε μάς βουλάς,
τος δέ μος λέγχοις οπροσείχετε».
                        (Παροιμ. 1,24-25)

Καί στήν πωρωμένη ερουσαλήμ Θεός λέγει: «ζήτησα νά σέ καθαρίσω, λλά σύ δέν καθαρίστηκες πό τήν ρυπαρότητά σου» (εζ. 24,13).


(Συνεχίζεται)