Translate

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΝΗΣ, [ΜΕΡΟΣ Ε΄ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΝ] ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ: ΚΡΙΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ







ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΝΟΠΛΙΑΣ ΤΟΥ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΟΡΤΥΝΟΣ κ. ΙΕΡΕΜΙΑ
Του Παναγιώτη Π. Νούνη
ΜΕΡΟΣ Ε΄ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
  • Δείτε την  εδώ εδώ και εδώ σε PDF Google Drive και DOCS.

Επισκόπου Ιερεμίου Φούντα, Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ (ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 2017), Δημητσάνα-Μεγαλόπολις, έκδοσις:  Ιερά Μητρόπολις Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, σσ. 544.







ΚΡΙΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ
Στα περί του ΙΕ ΄ ιερού Κανόνος: πράγματι μας παρέχεται απόλυτα το δυνητικό δικαίωμα καθότι δεν νομοθετεί τινά Κανονική υποχρέωση στα περί της διακοπής του Λειτουργικού
Μνημοσύνου. Η διακοπή του Λειτουργικού Μνημοσύνου από αιρετίζοντα Επίσκοπο είναι ζήτημα της Ελευθέρας Βουλήσεως και της Συνειδήσεως ενός εκάστου Κληρικού και Λαϊκού. Πράγματι ο εν λόγω ιερός Κανών είναι δυνητικώτατος ως προς την ενέργεια και μόνο αυτής στα περί της διακοπής του λειτουργικού μνημοσύνου. Όστις θέλει λοιπόν διενεργεί την διακοπή του μνημοσύνου.
Τούτο το γράμμα και το πνεύμα του Κανόνα δεν σημαίνει καθόλου ότι γίνεται νομοθετικά η άρσις της υποχρέωσης των Χριστιανών να μη αποτειχίζονται ιερώς, απλανώς και ορθοδόξως, από διαβόητους αιρετίζοντες ή ετερόδοξους ψευδεπισκόπους ή και από αφορισμένους αιρετικούς.
Σύνολη η Πατερική Γραμματεία και η ιερά Παράδοσις των Προφητών, των Αποστόλων των Αποστολικών Πατέρων, των Θεοφόρων και Αγίων Πατέρων, μας εντέλλωσι, μας παραγγέλνωσι, μας προτρέπωσι, μας διατάζωσι, μας συμβουλεύωσι, μας υποχρεώνουσι, ότι έχουμε το υψηλότατο χρέος και την μεγίστη υποχρέωση, άπαντες οι νόρμαλ Ορθόδοξοι, να αποτειχιζώμεθα ιερώς από τις αιρετικές πλάνες, καθώς και από τους φορείς αυτών, τουτέστιν τους αιρετίζοντες ή αιρετικούς, να εντειχιζώμεθα απλανώς ως επόμενοι των αγίων πατέρων και να διακόπτουμε εν δυνάμει την κάθε Εκκλησιαστική κοινωνία την επικοινωνία και την συγκοινωνία μας με αιρετικούς και κακοδόξους Επισκόπους, είτε αυτοί τελεσίδικα εκαταδικάσθησαν είτε ακόμη πρίν να καταδικασθούν με τελεσίδικη Συνοδική διαγνώμη.
Προσκομίζω ως μείζονα συμμαρτυρία των
προειρημένων, στα περί της διακοπής της
κοινωνίας (και όχι απλά, της διακοπής του Λειτουργικού μνημοσύνου) της εθιμοτυπικής επικοινωνίας και συγκοινωνίας
τον βίο και την πολιτεία του θεοφόρου Πατρός και Ομολογητού αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου και του αγίου Μαξίμου του Ομολογητου.
Όμως λόγω του ότι ο ιερός ΙΕ΄ Κανών εκπηγάζει από την Πρωτοδευτέρα Σύνοδο όπου συνδέεται ιδιαίτερα και με τον άγιο Οικουμενικό Πατριάρχη και Μέγα Φώτιο, πρόκειται να προσκομίσω και κάποιο ακόμη επιπρόσθετο, αμάχητο επιχείρημα, γραφθέν υπ΄ αυτού του ιερού ανδρός, εφ΄όσον είναι απλανής και θεοφόρος Πατήρ της Εκκλησίας και ο κατ΄εξοχήν Διδάσκαλος του Εκκλησιαστικού Δικαίου.
Σημειώνει ο ιερός Πατήρ στα περί της διακοπής της κοινωνίας από τους αιρετίζοντες και αιρετικούς ψευδεπισκόπους: «Αιρετικός εστιν ο ποιμήν; Λύκος εστί; Φυγείν εξ αυτού και
αποπηδάν δεήσει, μηδ΄ απατηθήναι προσελθείν, καν ήμερον περισαίειν δοκή, φύγε την κοινωνίαν αυτού και την προς αυτόν ομιλίαν ως ιόν όφεως, αγκίστρω μέν και δελέατι ιχθύες αλίσκονται, ομιλία δε πονηρά και τον αιρετικόν ιόν υποκαθήμενον έχουσα πολλούς των απλουστέρων προσιόντως και μηδέν βλάβος παθείν υφορωμένους εζώγρησε, φεύγειν ουν παντί σθένει διά ταύτα προσήκει τους τοιούτουςορθόδοξος εστιν ο ποιμήν, ευσεβεία εσφράγισται, ουδέν της αιρετικής φατριάς επισύρεται; Υποτάγηθι αυτώ, ως εις τύπον προκαθεζομένω Χριστού». (Οικουμενικού Πατριάρχου Κων/Πόλεως Αγίου και Μεγάλου Φωτίου, Άπαντα τα Έργα, Ελληνες Πατέρες της Εκκλησίας (ΕΠΕ), Τόμος 12ος, Ομιλία ΙΕ΄, Λεχθείσα εν τω άμβωνι της Μεγάλης Εκκλησίας, σελ. 400-402).
Συνεπώς γίνεται ξεκάθαρο ποια είναι η προτροπή των θεοφόρων Πατέρων, σε περίπτωση που εντός της Εκκλησίας αντιληφθούμε λυκοποιμένες, ψευδεπισκόπους, ψευδοπροφήτες και ψευδοδιδασκάλους. Διακόπτουμε την κάθε Εκκλησιαστική κοινωνία και επικοινωνία, διότι, υποβόσκει ο μέγας κίνδυνος, διά του κατηχητικού προφορικού ή γραπτού κηρύγματος, ο μολυσμός και η πτώσις μας από το θανατηφόρο δηλητήριον της αιρέσεως.
Μάλιστα στο εν λόγω σημείο ο Μέγας Φώτιος δεν διενεργεί ουδεμία διάκριση μεταξύ
αιρετιζόντων και αφορισμένων αιρετικών. Διενεργεί μάλλον ιερά διάκριση μεταξύ ορθοδόξων και κακοδόξων Κληρικών. Μάλιστα μας διευκρινίζει καθαρά ότι ομιλεί για κανονικούς Κληρικούς (πλήν ετερόδοξους) όπου ιερουργώσι έγκυρα Μυστήρια εντός της Εκκλησίας. Εξάλλου, ούτως ή άλλως, η Εκκλησία απαγορεύει την κάθε εκκλησιαστική κοινωνία ή επικοινωνία μετά των αφορισμένων καταδεδικασμένων και καθαιρεμένων αιρετικών.
Ο μέγας Φώτιος μας αποσαφηνίζει βέβαια, και μία ακόμη σημαντικώτατη ιερα διάκριση, ότι οι ετερόδοξοι ή κακόδοξοι Κληρικοί (πρίν ακόμη να καταδικασθώσι με Συνοδική διαγνώμη)
δημιουργούν, συνασπίζονται και παρατάσσονται με ομόφρονές τους, εντός τινάς αιρετικής φατριάς (π.χ. Φανάριον, Θεολογικές Σχολές ή Ακαδημίες Θεολογικών Σπουδών), όπερ, η σύσταση τέτοιας αιρετίζουσας φατριάς, εντός της Εκκλησίας, είναι αντικανονικό και κακόδοξο ολίσθημα.
Συνεπώς, πρέπει ή δεν πρέπει, να εξασκηθούμε, για να διακρίνουμε στις ημέρες μας ποιοι θεσμοθέτησαν μία ή πολλές κακόδοξες φατριές και ανύψωσαν την κακοδοξία και την αίρεση σε υψηλότατον Ληστρικόν Δόγμα, άνομο χρέος και καθήκον, ώστε να μας μολύνωσι ομοθυμαδόν με τον ψυχόλεθρο ιό και το τοξικώτατο υδροκυάνειο δηλητήριο, εκείνο της πολύ-αιρέσεως της Μεταπατερικής Θεολογίας και του Βατικάνειου ή «Ορθοδόξου» Συγκρητισμού;
Επίσης, μπορεί ένας Επίσκοπος ή Μητροπολίτης ή Πατριάρχης ή Αρχιεπίσκοπος να είναι δεινός παραβάτης αρκετών ιερών Κανόνων αλλά να μη διακηρύττει κακοδοξία. Εξαρτάται σαφώς ποιους ι. Κανόνες παραβαίνει. Συνεπώς ο
σεβασμιώτατος κ. Ιερεμίας απέφυγε μάλλον να διευκρινίσει με κάθε θεολογική ακρίβεια, ότι το δικαίωμα της διακοπής του Λειτουργικού Μνημοσύνου παρέχεται και ενεργοποιείται, δυνητικώς, αν και μόνον άν  ο Επίσκοπος, κηρύττει αίρεση και κακοδοξία, και όχι επειδή είναι, γενικώς και αορίστως, ένας παραβάτης των Ιερών Κανόνων. Συνεπώς και αυτό το σημείο πρέπει, να διορθωθεί, κατά την προσωπική μας εκτίμηση.
Διότι, αφήνεται να εννοηθεί καθαρά, από μέρους του σεβασμιωτάτου, σαφώς και αναντίρρητα, ότι το δικαίωμα για τη διακοπή του Λειτουργικού Μνημοσύνου, παρέχεται, γενικώς, κατά των παραβατών των ιερών Κανόνων. Πράγμα εσφαλμένο θεολογικά, διότι σε πάμπολλες περιπτώσεις αντιΚανονικής διενεργείας (πλήν της διακηρύξεως αιρέσεως) της διακοπής μνημοσύνου, για κάποια συγκεκριμένα αντικανονικά ολισθήματα και αμαρτήματα, αν διενεργηθεί η παύσις του Λειτουργικού μνημοσύνου, τότε δημιουργείται Σχίσμα.
Παράλληλα ο ίδιος συγγραφέας μας παραπέμπει καλώς και δικαίως στο Κανονικό εγχειρίδιον «ΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ» του Αρχιμανδρίτου π. Επιφάνιου Θεοδωροπούλου όπου μας παραθέτει ο κ.
Ιερεμίας ένα σημαντικό παράδειγμα. Έχει δίκαιο ο σεβ. ότι ο ιερός Κανών δεν νομοθετεί κάποιαν υποχρέωση στη διακοπή του Λειτουργικού Μνημοσύνου. Η απορία μας σ΄αυτό το σημείον είναι μήπως ο άγιος Κύριλλος ο Αλεξανδρείας «εκοινώνει κατ΄οικονομίαν» με αιρετικό Επίσκοπο (τον Θεοδωρο Μοψουεστίας) προτού τελεσίδικα δικασθεί και καταδικασθεί με Συνοδική διαγνώμη, ο αιρετίζων Μοψουεστίας, ως αιρετικός; Διότι αν δεν είναι αυτό που έγινε, τότε πώς ακριβώς συνδέεται και συσχετίζεται αμέσως μετά από το προηγούμενο ζήτημα των «κατ΄οικονομίαν συμπροσευχών»; Αφήνεται δηλαδή, να πλανάται ένα εσφαλμένο θεολογικά πνεύμα, ότι ο άγιος Κύριλλος «κατ΄οικονομίαν εκοινώνει» με ένα καταδικασμένο Κληρικό;
Υφίσταται, δηλαδή, κάμποση και παράδοξη ασάφεια και σύγχυσις, στα περί της οικονομίας ή ακρίβειας, διότι, το ζήτημα του ΙΕ΄ Κανόνα, συδέεται και συσχετίζεται από τον Σεβασμιώτατο κ. Ιερεμία, με το ακριβώς προηγούμενο ζήτημα, εκείνο περι των  συγκρητιστικών συμπροσευχών μετα των αφορισμένων αιρετικών.
Κάποιος απλοϊκός στην πίστη, νομίζω ότι πολύ εύκολα θα συμπεραίνει, αφού διενεργούνται από «φιλανθρωπία» ή «κατ΄οικονομία συμπροσευχές» μετά των αιρετικών και σχισματικών, ποιο ή πού είναι το πρόβλημα, αν  ως άτομο να συμπεριφερθεί φιλάνθρωπα και με επιείκεια, καθώς πράττωσι οι Οικουμενιστές, και να υπάγει σε ναούς σχισματικών Παλαιοημερολογιτών ή αιρετικών Προτεσταντών και Παπικών;
Αν το πράξει κανείς αφελής και απλοϊκός, τι επιπτώσεις θα έχει, αφού η «Εκκλησία» καθώς λέγει ο σεβ. «δεν αποκόπτει τους πταίσαντας» παραβάτες των ιερών Κανόνων; Και επειδή δεν αποκόπτει τους δεινούς παραβάτες, σεβασμιώτατε, θα πρέπει να θεωρήσουμε ως «κατ΄οικονομίαν» ενέργειες τις συμπροσευχές με τους αιρετικούς; Αν και δεν γράφεται, το λεξίδιον «κατ΄οικονομία», εξυπονοείται αυτό εσφαλμένα από τα συμφραζόμενα και το πνεύμα της απαντήσεως, διότι καταγράφεται το λεξίδιον της ποιμαντικής «ακρίβειας».
Τέλος, εύχομαι ολόθερμα, η παρούσα βιβλιοκρισία μας να μη απαξιωθεί, και να (συν)προβληματιστεί μετά του μητροπολιτικού επιτελείου του αγαπητού μας σεβασμιωτάτου κ. Ιερεμίου Φούντα, ώστε να μη χρειασθεί να (ξανα)επανέλθουμε και να επιμένουμε στα εν λόγω αμφιλεγόμενα προβληματικά και εν
αποκλίσει σημεία της. Αν και μόνο αν, γίνωσι τέλος πάντων οι αναγκαίες και χρήσιμες θεολογικές διορθώσεις τότε θα έχουμε μία μη διάτρητη και καθόλα Ορθόδοξη Κατηχητική και Δογματική πανοπλία για τον Κλήρο και το Λαό της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.
Του Παναγιώτη Π. Νούνη
Ορθόδοξως Θεολογών