Translate

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΝΗΣ, ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ  ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ;




ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ  ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ;
Του Παναγιώτη Π. Νούνη
Εστιάζουμε, σκόπιμα, στο εν λόγω κάτωθεν σημείον, ώστε να σχολιάσουμε την προβληματική, ερμηνευτική προσέγγιση, του αξιότιμου θεολόγου και αρθρογράφου του «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ» κυρίου Παναγιώτη Κατραμάδου.
Καταγράφει τα επόμενα:
« (…) Εις ποίον αναφέρεται η διακοπή;
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στην «Ερμηνεία» που ακολουθεί τον παρόντα κανόνα διευκρινίζει ότι δεν διακόπτει ο πρεσβύτερος την κοινωνία με τον Πατριάρχη, αλλά ο κανόνας ορίζει ο πρεσβύτερος να εφαρμόζει τον κανόνα προς τον επίσκοπό του, ο επίσκοπος προς τον μητροπολίτη (καθώς τότε υπήρχε το μητροπολιτικό σύστημα) και μόνο ο μητροπολίτης προς τον πατριάρχη. Το ίδιο λέει και ο Βαλσαμών «τις του οικείου ποιμένος καταγνώσηται». Επομένως διακόπτει κανείς μνημόνευση μόνο εκείνου στον οποίο υπάγεται. (…)»
Ενώ ο πολυσέβαστος θεολόγος κ. Παναγιώτης Κατραμάδος, στην πηγή του κειμένου σημειώνει κατ΄αρχήν σε νεοελληνική μετάφραση τον Ιερόν Κανόνα της Πρωτοδευτέρας (Αγία Α΄και Β΄ Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει του 861μ.Χ.) συνεχίζει με τα κάπως παράδοξα εν τη ερυθρά μελάνη υπογεγγραμμένα υπό ημών και εστιαζόμενα με έμφαση γραφθέντα του.
Ποιός και πού είναι ακριβώς ο κατά βάση ερμηνευτικός προβληματισμός μας;
Άραγε, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, μας διευκρινίζει πράγματι, ότι ο Πρεσβύτερος δέν δύναται σε απόλυτο βαθμόν, να διακόψει, έμμεσα ή και απευθείας, την κοινωνία είτε κατά του Μητροπολίτου είτε και την συγκοινωνία κατά του Πατριάρχη του; Είναι μήπως μία αυθαίρετη, ίσως εσφαλμένη, πιθανόν αληθής ή ψευδής, η εν λόγω ερμηνευτική «ιεροκρατική» και «σχολαστική» προσέγγιση του πολύ αξιόλογου αρθρογράφου και θεολόγου κ. Παναγιώτη Κατραμάδου;
Ανταποκρίνεται άραγε, η πιο πάνω άποψη, όπως ακριβώς την καταγράφει ο κ. Π. Κατραμάδος, σε μία όντως διευκρινιστική ερμηνευτική διδασκαλία του αγίου Νικοδήμου, ή μήπως σε εσφαλμένα και αυθαίρετα, εξάπαντος σε υποκειμενικά σχολαστικά συμπεράσματα, ώστε να συνηγορήσει μάλλον υπέρ της αποκλίνουσας τάσεως και παράδοξης στάσεως του «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ» περί της ιεράς Αποτειχίσεως από αιρετίζοντες Επισκόπους; [Δείτε ΕΔΩ της αντιρρήσεις μας: Η ΝΕΑ «ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ» ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ» ΚΑΙ ΤΟ ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΜΑ ΤΩΝ ΚΑΤ΄ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΜΑΝΙΟΔΕΣΤΕΡΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ, http://apologitikaa.blogspot.com.cy/2017/05/blog-post_40.html]
Εξ αρχής να σημειώσω: ότι μπορεί μέν ο ιερός Κανών να ορίζει με ποιόν τρόπο και ποιά ακριβώς είναι η Λειτουργική και Κανονική τάξις της διενέργειας του Μνημοσύνου, αλλά τούτο δεν σημαίνει ποσώς, ότι ο Πρεσβύτερος δεν δύναται να διακόψει την (συν)Κοινωνία με τον Πατριάρχη.
Από πού προκύπτει αυτό: ότι δηλαδή η διακοπή Κοινωνίας, κατά τινός κακοδόξου και αιρετίζοντος Οικουμενικού Πατριάρχου, διενεργείτο, αποκλειστικά και μόνον από Μητροπολίτες όπου υπάγονται και ανοίκωσι στην Εκκλησιαστική επαρχία ή σφαίρα επιρροής και αυλής του εκάστοτε Πατριάρχου;
Από την κατά γράμμα Κανονική Τάξη;
Ένα τρανό Εκκλησιολογικό και Ιστορικοκανονικό παράδειγμα για τά ακριβώς αντίθετα εξ όσων μας περιγράφει ο κ. Π. Κατραμάδος, είναι : όταν οι άγιοι Πατέρες Πλάτων και Θεόδωρος ο Στουδίτης όπου ως απλοί Πρεσβύτεροι, ετέρας εκκλησιαστικής επαρχίας, και όχι ως Επίσκοποι ή Μητροπολίτες, από την ιερά Μονή Σακκουδίωνος στα Προύσα της Βιθυνίας, περιοχή πολύ μακράν εκ της Κωνσταντινουπόλεως, διέκοψαν ρωμαλέα το Λειτουργικόν Μνημόσυνο αλλά και κάθε είδους επιΚοινωνία κατά του Οικουμενικού Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου και κατά των συν αυτώ εκκλησιαστικών αυλικών, διότι ανέχθησαν αδιαμαρτύρητα, την παράνομην μοιχοζευξίαν (ή άλλως πως, εξ αιτίας της λεγομένης και Μοιχειανικής Αιρέσεως) του Οικουμενικού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Στ΄ του Κοπρώνυμου μετά της μοιχαλίδος αυτού Θεοδότης.
Προκύπτει βέβαια το εύλογο ερώτημα:  υπήρχε στην περιοχή του Ολύμπου της Μικράς Ασίας, ετέρα Εκκλησιαστική δικαιοδοσία, δηλαδή οικείος Επίσκοπος και Μητρόπολις, ή μήπως, υπόκειντο, απευθίας στο Οικουμενικόν Πατριαρχείον;
Αναντίρρητα, όταν εμνημόνευαν ή εδιέκοπταν το Λειτουργικόν Μνημόσυνο, ή την επικοινωνία, μετα των Πατριαρχών/ικών, εσήμαινε, προφανώς, ότι η ι. μ. Σακκουδίωνος ήτο ιδιαίτερα πατριαρχική μονή. Βέβαια το προειρημένο ζήτημα, περί της διακοπής του Λειτουργικού Μνημοσύνου ή, και περί της όχι και τόσο απλής διακοπής της επικοινωνίας μετα των πατριαρχικών, δεν είναι ακόμη και τόσον απόλυτα ξεκάθαρον ή και επαρκώς αποσαφηνισμένον, από τις διάφορες πρωτογενείς πηγές, και δευτερεύουσες βιβλιογραφίες, αλλά και επιστημονικές πατρολογικές μελέτες, γι΄ αυτό σας προτείνουμε, ενδεικτικώς, να μελετήσετε κυρίως τα επόμενα. [1] [2] [3] [4]
Θέλω να πώ, ότι και να ακριβολογεί ερμηνευτικά ο εν λόγω θεολόγος κ. Παν. Κατραμάδος, ότι ο τάδε Πρεσβύτερος, όντως δεν δύναται να διακόπτει την Κοινωνία με τον Πατριάρχη του, προφανώς και το εννοεί απευθείας. Διακόπτει όμως, εμμέσως πλήν σαφώς, την συγΚοινωνία μαζί του με την διακοπή του Μνημοσύνου του οικείου Επισκόπου του. Ή μήπως όχι, δεν έχωσι έτσι ακριβώς και κανονικώς τα πράγματα;
Συνεπώς, ο Πρεσβύτερος διακόπτει το μνημόσυνο του Μητροπολίτη του, ενώ εμμέσως πλήν σαφώς, Εκκλησιολογικώς και Κανονικώς, διακόπτει ΚΑΙ την (συν)Κοινωνία με τον Πατριάρχη του εάν και εφ΄όσον υφίσταντο αναντίλεκτα αντιΕκκλησιολογικές και αντιΚανονικές προϋποθέσεις.
Αν μάλιστα προεκτείνουμε κάπως, τόσο Εκκλησιολογικά όσο και Κανονικά, το εν λόγω συμπέρασμα του θεολόγου κ. Π. Κατραμάδου:
«Επομένως διακόπτει κανείς μνημόνευση μόνο εκείνου στον οποίο υπάγεται».
Εφ΄ όσον άπαντες οι Αυτοκέφαλες Τοπικές Εκκλησίες, Αρχιεπίσκοποι, Πατριάρχες, Χωρεπίσκοποι, Μητροπολίτες, Πρεσβύτεροι και Ηγουμένοι, υπάγονται, είτε κοινωνώσι είτε ακόμη συγκοινωνώσι (είναι το ίδιον και το αυτόν), είτε άμεσα είτε έμμεσα με τον Οικουμενικόν Πατριάρχειον της Κωνσταντινουπόλεως, τότε δύναται ο καθείς Κληρικός, Μοναχός ή και Λαϊκός, εξ αιτίας της ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, να διακόψει το Μνημόσυνον του Οικουμενικού Πατριάρχου, υπό την βασικώτατη προϋπόθεση βέβαια να είναι αποδεδειγμένα ένας αιρετίζων Πατριάρχης και να διακηρύττει γυμνή τη κεφαλή αιρέσεις.
Και τούτο το στηρίζουμε, κυρίως, στις διαχρονικές ενέργειες των Αγιορειτών Πατέρων, όπου ενώ έχουσι, κανονικώς, οικείον Μητροπολίτην Ιερισσού και Αγίου Όρους, παρακάμπτωσι αυτόν, αντιΚανονικώς(;), και διακόπτωσι οι Πρεσβύτεροι, οι Ιερομόναχοι, οι Ηγουμένοι,  οι Μοναχοί Κοινωβιάτες, οι Κελλιώτες, οι Ασκητές, οι Δόκιμοι κ.λπ. το μνημόσυνον του Οικουμενικού Πατριάρχου.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν έχει μόνο οικουμενική αίγλη, οικουμενικό κύρος, οικουμενικά πρωτεία, οικουμενική αυθεντία, τιμές, δόξα, και ιστορικοκανονικά δικαιώματα, αλλά έχει κυρίως, οικουμενικά, και ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ υποχρεώσεις, και ΚΑΝΟΝΙΚΕΣ ευθύνες, ως προς τα ζητήματα της Ορθοδόξου Καθολικής Πίστεως. Υπόκειται δηλαδή των ιερών Κανόνων και του αγίου Ευαγγελίου, και δεν υπέρκειται αλλ΄ ούτε και υπερύπταται εξ αυτών καθώς πολλοί νομίζωσι.
Για να δούμε λοιπόν, τι ακριβώς σημειώνει, κατά λέξη, στην απλανή ερμηνευτική προσέγγισή του (Περί του ΙΕ΄ Κανόνα της Α΄&Β΄ Αγίας Συνόδου) ο Θεοφόρος Πατήρ της Εκκλησίας ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:
«Ἐκείνα ὁποῦ οἱ ἀνωτέρω Κανόνες ἐδιώρισαν περί Ἐπισκόπων καί Μητροπολιτῶν, τά αὐτά διορίζει, και πολλῷ μᾶλλον, ὁ παρῶν Κανών, περί Πατριαρχῶν, λέγων· ὅτι, ὅστις Πρεσβύτερος, ἤ Ἐπίσκοπος, ἤ Μητροπολίτης ἤθελε χωρισθῆ ἀπό την συγκοινωνίαν τοῦ Πατριάρχου αὑτοῦ, και δεν μνημονεύῃ το ὄνομα αὐτοῦ κατά το σύνηθες (ὁ Μητροπολίτης δηλ. μόνος· ὁ γάρ Πρεσβύτερος τοῦ Ἐπισκόπου του το ὄνομα μνημονεύει, ὁ δε Ἐπίσκοπος τοῦ Μητροπολίτου του) πρό τοῦ να φανερώσουν τά κατά του Πατριάρχου αὐτών εἰς την Σύνοδον, και παρά τῆς Συνόδου αὐτός να κατακριθῇ· οὗτοι, λέγω, πάντες να καθαίρωνται παντελῶς, οἱ μέν Ἐπίσκοποι και Μητροπολῖται, πάσης Ἀρχιερατικῆς ἐνεργείας, οἱ δε Πρεσβύτεροι, πάσης Ἱερατικῆς. (…) (1)· ἐάν δε οἱ ῥηθέντες πρόεδροι ἦναι αἱρετικοί, και την αἵρεσιν αὑτῶν κηρύττουσι παῤῥησίᾳ (2), και διά τοῦτο χωρίζονται οἱ εἰς αὑτούς ὑποκείμενοι, και πρό τοῦ να γένῃ ἀκόμη συνοδική κρίσις περί τῆς αἱρέσεως ταύτης, οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διά τον χωρισμόν δεν καταδικάζονται, ἀλλά και τιμῆς τῆς πρεπούσης, ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς την Ἐκκλησίαν με τον χωρισμόν αὐτόν, ἀλλά μᾶλλον ἠλευθέρωσαν τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν. Ὅρα και τον ΛΑ΄ Ἀποστολικόν (Κανόνα).» [ΠΗΔΑΛΙΟΝ, εκδόσεις: ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, σελ. 358].
Με έμφαση και πάλιν εν τη ερυθρά μελάνη υπογραμμίζω και ξαναπαραβάλλω τα επόμενα γραφθέντα του Αγίου Νικοδήμου:
«(…) ὅτι, ὅστις Πρεσβύτερος, ἤ Ἐπίσκοπος, ἤ Μητροπολίτης ἤθελε χωρισθῆ ἀπό την συγκοινωνίαν τοῦ Πατριάρχου αὑτοῦ (…)».
[Μετάφρασις ιδική μας, στη νεοελληνική: Ότι, όποιος Πρεσβύτερος, ή Επίσκοπος, ή Μητροπολίτης θελήσει (να διακόψει το μνημόσυνο) να χωρησθεί από την (συν)Κοινωνία του Πατριάρχου…]
Εάν δεν επιτρέπετο, κανονικώς, ο Πρεσβύτερος να μή διακόπτει την συνΚοινωνία του Πατριάρχου, τότε γιατί άραγε ο άγιος Νικόδημος περιλαμβάνει και τον Πρεσβύτερον ανάμεσα στις περιπτώσεις Κληρικών όπου θέλουν (και συνεπώς μπορούν!) την διακοπή Κοινωνίας ή και τη διακοπή Συγκοινωνίας κατά τινός πατριάρχου;
Εστιάζω ειδικά σε ετούτο το σημείον, διότι η απολυτότητα και βεβαιότητα του κυρίου Π. Κατραμάδου δέν μας αναπαύει διόλου, εκ των πραγμάτων, διότι, τι γίνεται στην περίπτωση εκείνων των Πρεσβυτέρων που έχωσι ως οικείον επίσκοπόν τους λ.χ. τον ίδιον τον Οικουμενικόν Πατριάρχη; Τι γίνεται σε μία ακόμη σοβαρώτατη περίπτωση, όπως στην περίπτωση των «Νέων Χωρών» όπου άπαντες οι Κληρικοί και Μοναχοί, και δή οι Πρεσβύτεροι και Μητροπολίτες,  υπάγονται, απευθείας στην πνευματική δικαιοδοσία και εποπτεία και στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου;
Το ίδιο το τελικό συμπέρασμα του κ. Π. Κ. («Επομένως διακόπτει κανείς μνημόνευση μόνο εκείνου στον οποίο υπάγεται»), αναιρεί, την πρωταρχικήν και απόλυτον ερμηνευτική θέση του. Δηλαδή, αν ο Διάκονος ή ο Πρεσβύτερος ή ο Μητροπολίτης, υπάγονται, υπό της άμεσης πνευματικής ή και διοικητικής Εκκλησιαστικής εξουσίας του Οικουμενικού Πατριάρχου, δύνανται ή όχι, να του διακόψουν την Συγκοινωνία; Προφανώς και ευλόγως δύνανται! Διότι απλούστερα υπάγονται είτε πνευματικώς είτε διοικητικώς.
Άρα, συνεπώς καταρρίπτεται το αρχικό επιχείρημα του κ. Π. Κατραμάδου, ότι ο άγιος Νικόδημος διευκρινίζει δήθεν, ότι ο Πρεσβύτερος δεν δύναται ποσώς να διακόψει την Συγκοινωνία με τον Πατριάρχη του. Προφανώς ο κ. Παν. Κ. δεν έχει αντιληφθεί καλώς, ότι ένας Πρεσβύτερος του πατριαρχικού κλίματος, δύναται να διακόψει κανονικώς και το Λειτουργικό Μνημοσύνο του Πατριάρχη του αλλά και την Συγκοινωνία μαζί του.
Αλλά και ένας Πρεσβύτερος, μακράν του πατριαρχικού κλίματος, δύναται να διακόψει και την επιΚοινωνία και Συγκοινωνία με τον αιρετίζοντα Πατριάρχη ή και Αρχιεπίσκοπόν του, διακόπτοντας το Μνημόσυνο και του οικείου Επισκόπου του, όπου ο τελευταίος Συγκοινωνεί και συγκαλύπτει, Μνημονεύει και επικοινωνεί με τον αιρετίζοντα προϋστάμενό του.
Σε περιπτώσεις, που απλώς οι μη κακόδοξοι Μητροπολίτες, ανέχονται, για διάφορους λόγους τους κακοδοξούντες Πατριάρχες, οι Πρεσβύτεροι, οι Μοναχοί και Λαϊκοί του, τι πρέπει να κάμνωσι;
Να παραμένωσι αδιαμαρτύρητα, σιωπηλώς και απαθώς, σε μία ανάλογη στάση και θέση, επικίνδυνης ανοχής, υπέρ των αιρετιζόντων ή, να αναλάβωσι και να διενεργήσωσι τινά Ευαγγελική, Κανονική και Εκκλησιολογική διαμαρτυρία, διακόπτωντες πρώτιστα την επιΚοινωνία, τις εκκλησιαστικές σχέσεις, και κατ΄επέκταση και το Λειτουργικόν Μνημόσυνον και την Συγκοινωνία αυτού όπου κακοδοξεί;
Δεν είναι απόλυτα σαφές ότι, ο άγιος Νικόδημος διευκρινίζει μάλιστα, τα ακριβώς αντίθετα, εξ όσων σημειώνει ο κ. Π. Κατραμάδος; Ἀν ο άγιος Νικόδημος, διευκρίνιζε πράγματι, όσα ο αξιότιμος κύριος θεολόγος μας παραθέτει, ως δήθεν ερμηνευτικές απόψεις του αγίου, τότε γιατί άραγε ο άγιος Νικόδημος, σημειώνει: ότι ο Πρεσβύτερος, εξ αιτίας της κοινωνίας του μετά του Επισκόπου και Μητροπολίτου του, υπάρχει κάποια στιγμή όπου σε μια συγκεκριμένη Κανονική περίπτωση, που μπορεί και να θελήσει, ο Πρεσβύτερος, και να χωρισθεί από της Συγκοινωνίας και να διακόψει εμμέσως πλην σαφώς και το μνημόσυνον του Πατριάρχου του;
Σαφώς και ο κ. Π. Κατραμάδος έχει εν μέρει κάποιο δίκαιον, ότι ο Κανόνας ορίζει πράγματι: ότι ο Πρεσβύτερος επιτρέπεται να εφαρμόζει τον εν λόγω Κανόνα ιεραρχικά και προς τον οικείον Επίσκοπόν του, αλλά τούτο δέν σημαίνει απαραίτητα ότι ο Πρεσβύτερος δεν δύναται να διακόπτει τη Συγκοινωνία και επικοινωνία μετά του Πατριάρχου, παρακάπτωντας τον οικείον Επίσκοπον, όταν υφίστατο το Εκκλησιολογικό και Κανονικό ζήτημα της ΣΥΝ+ΚΟΙ-ΝΩ-ΝΙ-ΑΣ. Εξάπαντος στα περί της Εκκλησίας, δεν έχουμε αυστηρόν στρατοκρατικόν και ιεροκρατικόν σύστημα, αλλά επίγειον και ουράνιον Ιεραρχίαν.
Τι να πεί κανείς, στην Ιστορικοκανονική περίπτωση, όχι τινός Πρεσβυτέρου, αλλά τινός απλού Μοναχού, του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, όπου εδιέκοψεν ρωμαλέως, το Λειτουργικό Μνημόσυνον και την Συγκοινωνία, μετά ΠΑΝΤΩΝ των αιρετιζόντων Πατριαρχών και Μητροπολιτών της εποχής του όπου εθέριευε η αίρεσις του Μονοθελητισμού; Προφανώς, και σύμφωνα με την εσφαλμένη Κανονική αντίληψη μερικών, σύγχρονων κληρικών και θεολόγων, ο μέγας Ομολογητής και άγιος Μάξιμος ενήργησε, αντιΚανονικώς, και θα ήτο δεινός παραβάτης των ιερών Κανόνων.
Είναι ή δεν είναι, κάπως ακατανόητον, εκκλησιολογικώς, ότι ένας πρεσβύτερος δύναται να διακόψει το μνημόσυνο και την κοινωνία με τον αιρετίζοντα Μητροπολίτη του, ενώ με τον Πατριάρχη του τάχα μου να μη δύναται να το ενεργήσει; Αυστηρώς ομιλούντες σύμφωνα με τους ιερούς Κανόνες μπορεί και να ισχύει τούτος ο λόγος, αλλά Εκκλησιολογικά, άραγε τι να (επι)συμβαίνει; Μπορούμε να αποκόψουμεν το Κανονικόν Δίκαιον από την Εκκλησιολογία; Και με την Συγκοινωνία τι γίνεται; Θα Συγκοινωνεί ο Πρεσβύτερος με τον Πατριάρχη του, λές και δεν συμβαίνει τίποτα, ενώ την ίδια στιγμή λ.χ. εδιέκοψε το μνημόσυνον του οικείου επισκόπου του για ζητήματα Πίστεως; Αυτό προσπαθεί να μας διδάξει ο κ. Παναγιώτης Κατραμάδος; Ας μας συγχωρέσει αν στην προέκταση του λόγου και του στοχασμού μας ισως κάπου να επαρεξηγήσαμε, ολίγον ή πολύ, τα γραπτά του.
Είναι Εκκλησιολογικά ορθόν, το υπεργενικευμένον και απλοϊκόν «κανονικόν» συμπέρασμα του θεολόγου κ. Π. Κατραμάδου, ότι, δήθεν ο Πρεσβύτερος διακόπτει μέν την κοινωνία και το μνημόσυνο του οικείου Μητροπολίτη του, αλλά δεν έχει τάχα μου το δικαίωμα, ή, δεν μπορεί να διακόπτει την (συν)κοινωνία του δέ με την Ανωτέρα Αρχή του Μητροπολίτου αυτού, είτε αυτός είναι Αρχιεπίσκοπος είτε Πατριάρχης;
Ας μας το απαντήσωσι τουλάχιστον, οι πλέον εξειδικευμένοι Εκκλησιολόγοι και Κανονολόγοι,  διότι εμείς απλώς στοχαζώμεθα και προβληματιζώμεθα ως ανειδίκευτα μαθητούδια των δασκάλων μας. Έχουμε μάλιστα ζητήσει για το παρόν κείμενό μας, και από εξειδικευμένους έγκριτους επιστήμονες, της Δογματικής και Εκκλησιολογίας και γνώστες του Κανονικού Δικαίου, εξηγήσεις, διορθώσεις και απόψεις, όπου μάλλον για λόγον χρόνου, ή και για άλλους λόγους, εντελώς αγνώστους σε εμάς, δεν βρήκαμε διόλου, δυστυχώς, την περιπόθητη και κατάληλη αμυδρά έστω  ανταπόκριση.
Αυτό που διευκρινίζει ο άγιος Νικόδημος, εντός της παρενθέσεως του ερμηνευτικού σχολιασμού του, κατά την προσωπικήν γνώμη μας είναι: η πάγια Λειτουργική και ιεροΚανονική, συνηθέστερη τάξις, της Μνημονεύσεως, της εκάστοτε και εκασταχού Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Αρχής των κατά τόπους Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, όπου σημειωτέον, και μη φανεί αυθαίρετον, ότι οι απανταχού Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, μνημονεύωσι, άπαντες, τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, όπου αυτό αποκαλείται, Συγκοινωνία.
Συνεπώς, αν ένας Πρεσβύτερος της Κύπρου, της Κρήτης, της Θεσσαλονίκης, της Κίνας, της Αμερικής, της Ρωσίας, της Αλάσκας, της Ζηλανδίας, της Γεωργίας, της Ουκρανίας, θελήσει, κάποια στιγμή να διακόψει το Μνημοσύνο μετά του οικείου Επισκόπου του ή Μητροπολίτου του ή Αρχιεπισκόπου ή και Πατριάρχη του, αυτό ελέω της Λειτουργικής ΣΥΝ+ΚΟΙ-ΝΩ-ΝΙ-ΑΣ έχει ή δεν έχει άμεσον Εκκλησιολογικόν και Κανονικόν αντίκτυπον και θεωρείται ως ιεροΚανονική ενέργειαν ΚΑΙ Διακοπή Κοινωνίας και κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη;
Ωστόσον, επειδή δεν μας ικανοποιεί, ο εξαιρετικά ισχνός και αποσπασματικός τρόπος παράθεσις των παραδεδομένων και ερμηνευτικών σχολιασμών του ιδίου ιερού Κανόνος, υπό του κ. Παν. Κατατράμαδου, να παραθέσουμεν στους ιδικούς μας αναγνώστες, κάπως εκτενέστερα τον ερμηνευτικόν σχολιασμόν του Βυζαντινού Χρονογράφου και Κανονολόγου Ιωάννου Ζωναρά, ούτως ώστε να γίνει ευρέως και βαθέως κατανοητός ο ιερός Κανών περί της ιεράς Αποτειχίσεως:
« (…) Εἰ δ΄ ὁ πατριάρχης τυχόν, ἤ ὁ μητροπολίτης, ἤ ὁ ἐπίσκοπος αἱρετικός εἴη, και τοιῦτος, ὡς δημοσίᾳ κηρύττειν την αἵρεσιν, και γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, ἀντί τοῦ, ἀνυποστόλως και μετά παῤῥησίας, διδάσκει τά αἱρετικά δόγματα, οἱ ἀποσχίζοντες αὐτοῦ, ὁποῖοι ἄν εἶεν, οὐ μόνον κολάσεως ἄξιοι οὐκ ἔσονται, χωρίζοντες ἑαυτούς τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας· τοῦτο γάρ δηλοῖ, το, ἀποτειχίζοντες· (το γάρ τεῖχος τῶν ἐντός αὐτοῦ προς τούς ἐκτός χωρισμός ἐστιν)· οὐ γάρ ἐπισκόπου ἀπέστησαν, ἀλλά ψευδεπισκόπου και ψευδοδιδασκάλου· οὐδέ σχίσμα κατά τῆς ἐκκλησίας ἐποίησαν, ἀλλά μᾶλλον σχισμάτων την ἐκκλησίαν ἀπήλλαξαν, ὅσον το ἐπ΄ αὐτοῖς [Ράλλη και Πότλη, ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ, Τόμος 2ος, σελ. 694].
Το σημαίνων ερώτημα που προκύπτει συγκριτικά με τα προειρημένα και εκ της ερμηνείας των προϋποθέσεων της ενεργοποιήσεως του ιερού Κανόνα περί της ιεροκανονικής Αποτειχίσεως, είναι:
Γιατί άραγε, οι «αποσχίζοντες» και οι «αποτειχίζοντες» της κοινωνίας του αιρετικού Πατριάρχου, κατά τον Μοναχό Ζωναρά, είναι οι «ὁποῖοι ἄν εἶεν»; Και όχι μία συγκεκριμένη τάξις μεγαλόσχημων ή μικρόσχημων Κληρικών, όπως λ.χ. μόνον οι Μητροπολίτες ή και οι Επίσκοποι;
Εκείνο το ανοικτόν και ξακάθαρον γραφθέν «ὁποῖοι ἄν εἶεν» δεν συμπεριλαμβάνει, ἅπαντες, το ενεργοποιημένο δια εντόνων πνευματικών αισθητηρίων το Χριστεπώνυμον πλήρωμα; Δηλαδή, τον Κλήρον και τόν Λαόν, το και λεγόμενον Βασίλειον Ιεράτευμα, το άγιο Έθνος της Εκκλησίας του Χριστού μας;
Γιατί ο κ. Παν. Κατραμάδος, καθώς και σύσσωμη η Συντακτική Επιτροπή και ηγεσία του «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ» δεν συμπροβληματίζει κάπως βαθύτερον το θεολογικόν και πνευματικό νόημα και ενέργεια της ιεράς Αποτειχίσεως και της διακοπής της Συγκοινωνίας και επικοινωνίας κατά των Αρχιοικουμενιστών, αντ΄ αυτού, την υποτιμά και την υποβιβάζει, ως δήθεν μη ηρωϊκόν πρότυπον, ή ως «αντικανονικόν ολίσθημα» ή και ως ζήτημα ανάξιον ποιμαντικής και δημοσιογραφικής ενασχολήσεως;
Ο «Ο.Τ.» αν θέλει από τούδε και εις το εξής, να κερδίσει, την χαμένη εμπιστοσύνη των αναγνωστών και συνεργατών του, και να επανεύρει την απωλεσθήσα αντιαιρετική και ιστορική του αίγλη, θα πρέπει παρά ταύτα και διά ταύτα να δημοσιεύσει, τάχιστα, διότι ο χρόνος κυλάει εναντίον του, τις ιστορικές και ιεροκανονικές Αποτειχίσεις τουλάχιστον των τριών ιερώς Αποτειχισμένων Πρωτοπρεσβυτέρων: του π. Θεοδώρου Ζήση, του π. Νικολάου Μανώλη και του π. Φωτίου Βεζύινα.
Και να καλύψει, δημοσιογραφικώς, τις επιπρόσθετες επεξεγήσεις και διευκρινήσεις που διενήργησαν οι συγκεκριμένοι Κληρικοί, επ΄ αυτού του ζητήματος. Ούτως ώστε, σε κατοπινόν και μελλοντικό διάστημα, να μπορέσουν οι αναγνώστες του «Ο.Τ.» να δύνανται να διακρίνωσι, καλώς και ευκρινώς, τους ιερώς Αποτειχίζοντες από τους ανιέρους Αποτειχισθέντας όπου οι δεύτεροι, καλλιεργώσι, «Ζηλωτικές» και σχισματικοαιρετικές θεωρίες, τάσεις και παράξενες καταστάσεις στο αντιΟικουμενιστικόν στρατόπεδον.
Του Παναγιώτη Π. Νούνη
Ορθόδοξος Θεολογών
(Έγραφον εν τη 25η Μαΐου - 9η Ιουνίου 2017)


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ (ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ), ΚΑΚΗ ΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΑΝΥΠΑΚΟΗ (Η πνευματική και διοικητική κρίση στην Εκκλησία της Ελλάδος), εκδόσεις: «ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ», ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2006, σελ. 46-63, και βλέπ. ειδικά στην σελ. 55-56.  Πρωτ. Θ. Ζήσης - Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης (Βίντεο), http://www.impantokratoros.gr/584304FF.el.aspx , https://www.youtube.com/watch?v=5C76SvFyfZw  π. Θ. Ζήσης - Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο στύλος της Ορθοδοξίας (2012), http://www.impantokratoros.gr/E61C5C5F.el.aspx , https://www.youtube.com/watch?v=i512-LwZhTI .
[2] ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΣΙΓΚΟΥ, ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ (ΑΥΘΕΝΤΙΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΕΙΟ), εκδόσεις: «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ», ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1999, σελ. 65-94, σελ. 95-105. http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/10460#page/1/mode/2up
[3] Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ (PATROLOGIA GRAECA), Τόμος 99ος , Δεύτερη Έκδοσις, γενική επιμέλεια: Ιωάννου Κ. Διώτη (Πρωτοπρεσβυτέρου), εκδόσεις: Κέντρο Πατερικών Εκδόσεων, Αθήναι 2010, Λθ΄ (39η) Επιστολή- Θεοφίλω ηγουμένω, σελ. 1045-1049.
[4] Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος), Ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης, Εξέγερσις των μοναχών κατά του αθέσμου γάμου του Κωνσταντίνου ΣΤ', σελ. 9,
«Ό Θεόδωρος τούτων ένεκα διαμαρτυρηθείς διέκοψε πάσαν επικοινωνίαν καί προς τόν Ιωσήφ καί προς τον Πατριάρχην καί προς τον βασιλέα. Ό τελευταίος ούτος προσεπάθησε διά διαφόρων προσώπων ν’ αναχαίτιση τόν Θεόδωρον. Τό αυτό έπραξε καί ή νέα βασίλισσα Θεοδότη, ως συγγενής αυτού. ’Αλλά μάτην.», http://ir.lib.uth.gr/bitstream/handle/11615/16446/article.pdf?sequence=1&isAllowed=y
Σχόλιο ιδικόν μας: Όταν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, σημειώνει καθαρά τα πιο πάνω γραφθέντα, και ότι δηλαδή ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης εδιέκοψεν «πάσαν επικοινωνία» ΚΑΙ προς τον Πατριάρχην αυτού, τούτο τι ακριβώς να σημαίνει; Ότι ο Πρεσβύτερος Θεόδωρος είχεν κάποιο Κανονικό εμπόδιον, να διακόψει, την κοινωνία μαζί με τον Πατριάρχην του; Ή μήπως σημαίνει, ότι εδιέκοψεν απλώς, τινές εθιμοτυπικές σχέσεις και επίσημες ή φιλικές συναντήσεις μετα του πατριάρχου, ή, άραγε, ότι του εδιέκοψε παντελώς ΚΑΙ το Λειτουργικόν Μνημόσυνον μέχρι να επέλθει, η Εκκλσιαστική τάξις, στα ζητήματα Πίστεως που επροέκυψαν; Πρόκειται καθαρά για ένα ανοικτό και ανεξάντλητο ζήτημα, στη θεολογική έρευνα, όπου οι απόψεις των Πατρολόγων και Δογματολόγων διύστανται.