Translate

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΝΗΣ, Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΗ



Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΗ
Του Παναγιώτη Π. Νούνη


Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ
Αξιότιμε κ. Νούνη,
Σας ευχαριστώ πολύ για τον υπομνηματισμό του άρθρου μου. Καταρχάς χαίρομαι διότι συμφωνείτε με όλο το υπόλοιπο άρθρο μου, εφόσον εκφράζετε αντίρρηση μόνο για ένα συγκεκριμένο σημείο του. Αυτό επιβεβαιώνει ότι το άρθρο είναι τόσο καλά μελετημένο, ώστε είναι σχεδόν απίθανο στο συγκεκριμένο σημείο να κάνω λάθος, όπως θα σας αποδείξω στη συνέχεια.
Το ζήτημα που σας απασχολεί είναι αν μπορεί κληρικός που υπάγεται σε άλλον Επίσκοπο να διακόψει τη μνημόνευση του Πατριάρχη. Δυστυχώς δεν προσέξατε ότι ο ίδιος ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ερμηνεύει τη φράση του «ὅστις Πρεσβύτερος, ἤ Ἐπίσκοπος, ἤ Μητροπολίτης ἤθελε χωρισθῆ ἀπό την συγκοινωνίαν τοῦ Πατριάρχου αὑτοῦ» μέσα σε παρένθεση που ακολουθεί γράφοντας «ὁ Μητροπολίτης δηλ. μόνος· ὁ γάρ Πρεσβύτερος τοῦ Ἐπισκόπου του το ὄνομα μνημονεύει, ὁ δε Ἐπίσκοπος τοῦ Μητροπολίτου του». Επομένως εγώ δεν έκανα τίποτα άλλο παρά να επαναλάβω με πολύ απλά λόγια για τους αναγνώστες εκείνο που λέει ο Άγιος Νικόδημος. Είναι αυτονόητο πως όσοι έχουν Επίσκοπό τους τον Πατριάρχη διακόπτουν το μνημόσυνο του Πατριάρχη, αφού σε αυτόν υπάγονται απευθείας. Αυτό που δεν μπορεί να συμβεί είναι «ιεραρχική» υπέρβαση.
Όμως δυστυχώς η θεωρία της «συγκοινωνίας» που αναπτύσσετε δεν είναι ορθή και την έχει χρησιμοποιήσει ο παπισμός. Γιατί; Πρώτον, πρέπει να διασαφηνίσουμε ότι είναι άλλο υπαγωγή και άλλο κοινωνία. Κοινωνία έχει όλη η Εκκλησία μεταξύ της αλλά κάθε Μητρόπολη υπάγεται σε μία συγκεκριμένη Αυτοκέφαλη Εκκλησία και όχι σε δύο. Δεύτερον,  αν συνέβαινε ο Πρεσβύτερος μιας οποιαδήποτε Μητροπόλεως να υπάγεται ταυτόχρονα στον Επίσκοπό του και στον Πατριάρχη, τότε αφενός έχουμε διαρχία, που αντιβαίνει στους Ι. Κανόνες, αφετέρου αυτό ακριβώς ισχυρίζεται ο Πάπας, ότι δεν υπάρχουν «αυτοδύναμες» Επισκοπές αλλά όλων «προϊστάμενος» είναι ο Πάπας. Αντιθέτως στην Ορθοδοξία ο κάθε Ιεράρχης είτε είναι απλός Επίσκοπος είτε είναι Πατριάρχης είναι ισότιμος με οποιονδήποτε άλλο. Από αυτό απορρέει το τρίτο σημείο: Ακριβώς επειδή είναι ισότιμοι αν ο Μητροπολίτης σου είναι Ορθόδοξος και ο Πατριάρχης αιρετικός, δεν απαιτείται να διακόψεις το μνημόσυνο του Μητροπολίτη σου, διότι εσύ βρίσκεσαι σε μία Επισκοπή όπου ακόμα και αν όλη η «Εκκλησία» πλανηθεί αυτή αρκεί για να διασώσει την πίστη. Βεβαίως δεν πρέπει να φτάσουμε εκεί και ο Μητροπολίτης σου οφείλει να εγκαλέσει τον Πατριάρχη για τις αιρέσεις του, όμως αυτό δεν «μολύνει» εσένα. Η αναφορά σου είναι στον Επίσκοπό σου και όχι στον Πατριάρχη, αλλιώς ο Πατριάρχης θα ήταν Πάπας!
Τα γράφω απλοποιημένα. Το κάνω επίτηδες όμως για να τα καταλάβουν και μη θεολόγοι.
Επικαλείστε τον Ζωναρά. Αν ο Ζωναράς λέει διαφορετικά πράγματα από τον Άγιο Νικόδημο, τότε σημαίνει ότι ο Άγιος Νικόδημος, επειδή είναι μεταγενέστερος, μεταφέρει λάθος παράδοση. Αυτό όπως αντιλαμβάνεστε δεν μπορεί να συμβαίνει.
Αξιότιμε και αδελφέ εν Χριστώ κ. Νούνη, σας συγχαίρω για το ζήλο σας αλλά ως νεώτερος θεολόγος που είστε σας συμβουλεύω φιλικά και με αγάπη να μην είστε βιαστικός στις κρίσεις σας, διότι όταν κάποιος γράφει κάτι το έχει μελετήσει πολύ. Παραμένω στη διάθεσή σας για οτιδήποτε άλλο και παρακαλώ να δημοσιεύσετε την παρούσα απάντηση στην ιστοσελίδα σας ώστε να μην διασύρεται το όνομά σας και το όνομά μου.

Με αγάπη Χριστού
Παναγιώτης Κατραμάδος, θεολόγος

ΥΓ. Ευχαριστώ τον Ο.Τ. που δημοσιεύει άρθρα μου όπως και δικά σας και νομίζω τον κατηγορείτε άδικα. Στο προηγούμενο φύλλο του είχε ενημέρωση για τους αποτειχισμένους

Με εκτίμηση,
Παναγιώτης Κατραμάδος




Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ

Εξ αρχής να πώ, προλογικά, αξιότιμε συνάδελφε κ. Παναγιώτη Κατραμάδε, ειδικά για την πρώτη παράγραφόν σας όπου υποστηρίζετε συνεσκιασμένα κάπως το αλάθητον και απλανές του άρθρου σας με βρίσκει παγερά αδιάφορον αλλά το θέτω κυρίως προς σκεπτικιστικήν αμφιβολία και θεο-λογική αμφισβήτηση. Θεωρώ ότι ένας αρθρογράφος δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει αντικειμενικά το ιδικόν του κείμενον. Γι΄αυτό πρέπει να είμεθα ανοικτοί προς την κάθε κριτική και να μη βαφτίζουμε, αυθαίρετα, την αρνητική κριτική, ως κακοπροαίρετη και κακόβουλη. Μία αποφατική κριτική ενίοτε σκληρή μπορεί και να μη είναι καθόλου κακόβουλη. Συνεπώς η αξιολογική προσωπική γνώμη σας για το ιδικόν σας άρθρο, ο αυτολιβανισμός π.χ. της γενιάδος σας, είναι αλυσιτελής και παραπλανητική τόσον για τον εαυτό σας όσο για τους αναγνώστες σας.
Για την δεύτερη παραγράφον σας, έχω να παρατηρήσω τα εξής αγαπητέ κύριε συνάδελφε: ότι εμμέσως πλην σαφώς με αποκαλείτε απρόσεκτον, διότι δεν επρόσεξα δήθεν, τι ακριβώς διευκρινίζει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, εντός της παρενθέσεως, περί της Κανονικής τάξεως της Λειτουργικής Μνημονεύσεως.
Επιτρέψτε μου με απόλυτον σεβασμόν να σας υπενθυμίσω, ότι: απερίφραστα,  στην χειρώτερη περίπτωση είστε σοφιστής, και στην καλύτερη, μάλλον τα γυαλιά σας θέλωσι καθάρισμα.
Διότι, αν εμελετούσατε με νηφαλειότητα, και δεί προσεκτικώτατα τις αντιρρήσεις μου, θα επαρατηρούσατε καθαρά και ξάστερα πώς παραθέτω την Ερμηνεία του Αγίου Νικοδήμου, και ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΖΩ με έντονο μαύρο χρώμα, τα εντός της παρανθέσεως, και τούτο αποδεικνύει, ότι όχι μόνον το επαρατήρησα, αλλά και το υπογραμμίζω με έμφαση για να φανεί το σημείον τόσον προς τους αναγνώστες μου αλλά όσον και προς εσάς, ώστε να μη έρθετε εκ των υστέρων και να μου λέτε διάφορα φληναφήματα και ασυναρτησίες, καθώς το επράξατε εν τέλει και έτσι μου επιβεβαιώσατε και την νοσηρά μελοντολογική και «προφητικήν» υποψία μου.
Επιτρέψτε μου να σας εξολογηθώ, έτι περαιτέρω, τον πονηρό λογισμό μου: ότι εσείς δεν μας αποσαφηνίσατε διόλου αντικειμενικώς το Κανονικό ζήτημα, αλλά μάλλον μας επαρουσιάσατε έναν Άγιον Νικόδημο, να συμφωνεί, ίσως με τις δικές σας προσωπικές πεποιθήσεις ή με την «νεοΠαραδοσιακή» γραμμή του «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ». Θεωρώ δε ότι απολυτοποιήσατε την ερμηνευτική προσέγγιση του Αγίου, για να περάσετε το άτοπον και αμάρτυρον, προπαγανδιστικόν μήνυμα, ότι, όσοι Πρεσβύτεροι δεν υπάγονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείον, δεν δύνανται να διακόψωσι το Μνημόσυνου του Οικουμενικού Πατριάρχου.
Μακάρι να διαψευσθώ και να είναι παντελώς αυθαίρετη και άδικος η εν λόγω πονηρά μου υποψία, ίσως τούτο γίνει αντιληπτόν από το όλον συγγραφικόν σας έργον.
Και μάλιστα ενώ σας παραθέτω περίτρανα παραδείγματα Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων, όπως του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου ή και του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, όπου, ειδικά η δεύτερη Χαρισματούχως προσωπικότητα, όντας μη Πρεσβύτερος, αλλά απλός, σκέττος νέττος Καλόγερος, ή αν θέλετε απλός Μοναχός, εδιέκοψεν το Λειτουργικόν Μνημόσυνον (η Λειτουργία γίνεται, να υπενθυμίσω διάφορους «καλοθελητές-Εκκλησιολόγους» από ολόκληρον τον Κλήρο και τον Λαόν, το Βασίλειον Ιεράτευμα, και μη ακούγω σας παρακαλώ πολύ, άλλες ασυναρτησίες, μπουρδουλογίες και νεοΕκκλησιολογισμούς,  ότι μόνον οι Κληρικοί δήθεν μνημονεύωσι τον Επίσκοπο ή τον Μητροπολίτη ή τον Πατριάρχην), εδιέκοψεν την Κοινωνία, εδιέκοψεν την επικοινωνία και τις εκκλησιαστικές σχέσεις του, με ΑΠΑΝΤΕΣ σχεδόν ανά την οικουμένη τους γνωστούς Πατριάρχες της εποχής του διότι έπεσαν όλοι τους στην Αίρεση του Μονοθελητισμού και Μονοενεργητισμού.
Ιστορικώς, αποδεικνύεται και είναι μεμαρτυρημένον βάση των ΠΗΓΩΝ, ότι σύσσωμες οι εκκλησιαστικές διοικήσεις, και όχι η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, αλλά επαναλαμβάνω, οι διοικήσεις, οι ύπατοι και ανώτατοι εκκλησιαστικοί άρχοντες, Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι, Μητροπολίτες, Επίσκοποι, δύνανται, κατά συρροήν και ομοθυμαδόν, να πέσουν σε μία μικρής ή μεγίστης Τοπικής ή Οικουμενικής κλίμακος αίρεση ή πολύ-αίρεσιν.
Το μόλις πρόσφατον εκκλησιαστικόν ιστορικό παράδειγμα με την Ληστρική Σύνοδον των Αρχιοικουμενιστών Προκαθημένων είναι ένα ακαταμάχητον, θεωρώ προσωπικώς,  ιστορικόν παράδειγμα μείζονας πεπλανημένης και κακοδόξου της απανταχού διοικητικής εκκλησιαστικής εξουσίας.
Και ερωτώ εσάς τους εξειδικευμένους και πεπειραμένους γνώστες στα περι των Ιερών Κανόνων: ο Μέγας Μάξιμος ο τω όντι Ομολογητής ήτο και είναι δεινός παραβάτης των ιερών Κανόνων; Δεν θέλω να υπάγω και σε άλλες κλασικές περιπτώσεις, Διακοπής Μνημοσύνου, όπως εδιέπραξεν π.χ. ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς κ.α.
Περί αυτού του ιστορικοΚανονικού παραδείγματος, ειδικά στα περί του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, δεν μας πληροφορείτε το παραμικρόν. Γιατί άραγε; Δεν σας προβληματίζει η υψηλώτατη παρακαμπτήριος οδός, η εξαίρεσις του Κανόνος, που επέλεξεν ο Φίλος του Θεού;
Ενώ στην πρώτη σας παράγραφον μας παραθέσετε, πολύ σοφά, το διευκρινιστικόν περιεχόμενον της ερμηνείας του Αγίου Νικοδήμου, μάλλον δεν επροσέξατε, ότι, ο άγιος χρησιμοποιεί τον Κανονικό και Εκκλησιολογικόν όρο της «Συγκοινωνίας».
Μήπως και ο άγιος Νικόδημος ήτο επηρεασμένος από την Παπική θεωρία της Συγκοινωνίας αγαπητέ κυρίε συνάδελφε;
Συμφωνούμε πάντως, ότι η Βατικάνειος Εκκλησιολογία της Συγκοινωνίας δεν είναι ορθή και ότι, αν πράγματι την αναπτύσω στο στοχαστικό και σκεπτικιστικόν μου αντιρρητικό αρθρίδιον, το κάνω για να συμπροβληματιστούμεν (και όχι για να κατηχήσω) και για να μου λυθώσι κάποιες Εκκλησιολογικές απορίες και προβληματισμοί, εφ΄ όσον αποτάθηκα προσωπικώς σε μερικούς αρίστους ειδικούς και δεν έλαβα ουδεμία μέχρι στιγμής πληροφόρησιν.
Εξάπαντος αναπτύσσω κριτικά, τα περί της Συγκοινωνίας, και δή στοχαστικά, κυρίως από της αντικειμενικής παροντικής χωροχρονικής πραγματικότητος μας, κύριε Παναγιώτη μου, και εννοώ την αντικειμενική οπτική της μεταΚολυμπαρίστικης επικυριαρχίας των νεοΕκκλησιολογιστών Αρχιοικουμενιστών.
Διότι, ως γνωστόν και να εθέλαμεν δεν ζούμεν στην εποχή του Αγίου Νικοδήμου πλέον, ώστε να ισχύει με Κανονική και Εκκλησιολογική θρησκευτική ακρίβεια, η Λειτουργική Τάξις, το γράμμα και το πνεύμα του ιερού Κανόνος, μιας και έχωσι συνθέμελα συγκλωνισθεί και αλλοιωθεί τα πάντα. Διότι άπαντες («οι Αυτοκεφαλίαι») σχεδόν έκλιναν γόνυ τω Βαάλ και έχωσι ως σημείον αναφοράς τω αιρετικωτάτω Οικουμενικώ Πατριάρχη του Γένους μας.
Δεν είμαι σίγουρος όμως, αν έχετε και στο προηγούμενο σημείον απόλυτο δίκαιον, διότι ο κάθε εκασταχού ή όπου γης Πρεσβύτερος, ο κάθε Διάκονος, ο κάθε Λαϊκός και Μοναχός, ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΕΙ και ΚΟΙΝΩΝΕΙ, πνευματικώς, σύμφωνα με την ορθόδοξη Πατερική Εκκλησιολογία μας, με κάθε άλλο αλλήλο και εν Χριστώ μέλος Του, είτε αυτός είναι Κληρικός Πατριάρχης στο Τατζικιστάν είτε είναι Λαικός ή Μοναχός Εσκιμώος στην Αλάσκα.
Και τούτο το σημειώνω, διότι κατά την μη αλάθητον ερμηνευτική και καθόλα στοχαστική προσέγγιση μου, θεωρώ ότι δεν είναι Παπική θεωρία ή Βατικάνειος Εκκλησιολογία, τα προαναφερθέντα, αλλά μάλλον ορθόδοξη και Πατερική Εκκλησιολογία.
Το ενεργών μέλος (Κληρικός, Μοναχός ή Λαϊκός) της Εκκλησίας αξιότιμε κύριε Παναγιώτη, είτε υπάγεται είτε Κοινωνεί, είναι σχετικώς, το ίδιον και το αυτόν. Η μέν εν λόγω διάκρισις, που εσείς διενεργείτε, κατά την ιδική μου άποψη, την θεωρώ ως σχολαστική και ανούσια.
Ο δε δεύτερος όρος, αυτός της «Κοινωνίας» έχει πάμπολλες Εκκλησιαστικές σημασίες, έτσι επιλέγω να τον προσδιορίσω, αν θέλετε, όπως ακριβώς τον ορίζει το Εκκλησιαστικό Κανονικόν Δίκαιον (Προδρόμου Ακανθοπούλου, ΚΩΔΙΚΑΣ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ, Δ΄ έκδοσις, εκδόσεις Βάνιας, Θες/νίκη 2009, σελ. 595) όπου θεωρεί ειδικώς την (συν)Μετοχή στη Λατρευτική Σύναξη και Θεία Ευχαριστεία δια της Θείας Λειτουργείας, και γενικά ευρέως κάθε άλλη εκκλησιαστικήν σχέση και επικοινωνία.
Αν εχρησιμοποιούσα πράγματι την Βατικάνειο θεωρία της Συγκοινωνίας των Παπικών, θα έπρεπε,  η εν λόγω πατριαρχική Συγκοινωνία που στοχάζομαι να έχει ως σημείον αναφοράς και κέντρο της τον Πάπα της Ρώμης, πράγμα παντελώς άτοπον και άστοχον από μέρους μου,  διότι, δεν θέτω καθόλου εκείνον ως σημείον αναφοράς, αλλά θέτω ως σημείον αναφοράς του στοχασμού μου τον Οικουμενικόν Πατριάρχην. Το Οικουμενιστήν Πατριάρχην του σήμερα. Τον πατριάρχην που παρουσιάζεται συνοδικώς πλέον και θεσμοθετημένα ως νεοΕκκλησιολογιστής. Τον Οικουμενικόν Πατριάρχην που μας εμπέδωσε, εκατήχησεν και εδίδαξεν, χρόνια ολόκληρα, σχεδόν 100, ότι το Κανονικόν Δίκαιον, τον επιβάλλει ως ένα άλλο πάπα της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.
Επιπρόσθετα, αγαπημένε μου άνθρωπε, με εδιασκέδασε πολύ το υποθετικόν σενάριον σας της τρίτης παραγράφου.
Όπου γράφετε περι διαρχείας, ενώ γνωρίζετε καλυτερώτερα από μένα και άλλους, ότι π.χ. στις «Νέες Χώρες» και αλλού, ισχύει πολυτρόπως και αντιΚανονικώς, το δικέφαλον τέρας, της αντιΑποστολικής και αντιΚανονικής διαρχείας. Οι μέν ταλαίπωροι αδελφοί και πατέρες μας ζώσι την απόλυτον Εκκλησιολογική σχιζοφρένεια και Κανονική διαστροφή, όπου διοικούνται επιτροπικώς δήθεν, διοικητικώς και πνευματικώς, από το δικέφαλον τέρας της Βενιζελικής Πατριαρχικής Πράξεως του 1928.
Και εσείς ακόμη, έχω τον λογισμό, μάλιστα ότι επιμένετε και ισχυρίζεστε, δυστυχώς, από πιθανή φαντασιοπληξία ή ρομαντική εξιδανίκευση της μή αντικειμενικής πραγμτικότητος, ότι ο λ.χ. «Νεωχωρίτης» Πρεσβύτερος δεν μπορεί τάχα μου να διακόψει, απευθείας, την Συγκοινωνία του με τον Οικουμενικόν Πατριάρχην.
Ενώ ο Οικουμενικός Πατριάρχης π.χ. έχει το κανονικώτατον (sic) κατά τα άλλα δικαίωμα, να προσπαθεί τυρρανικώς, να επιβάλλει, την εκκλησιαστικήν παπιστικήν Δεσποτοκρατορία του είτε σε αμειγώς Ελλαδίτες ή Κυπρίους Μητροπολίτες και Αρχιεπισκόπους, είτε σε αμειγώς «Νεοχωρίτες».
Παράδειγμα τρανό, η νεοΦαναριώτικη «Κανονική» απαίτησις του από τον μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπον κ. Ιερώνυμον να συμμαζέψει δύο-τρείς ελλαδικούς μητροπολίτες αλλά και να επιληφθεί του ζητήματος, για να τιμωρηθώσι, παραδειγματικώς,  λ.χ. ο μέγας Πρωτοπρεσβύτερος των Θεσσαλονικέων και άριστος των αρίστων ακαδημαϊκός Πατρολόγος π. Θεόδωρος Ζήσης μετά τους συν αυτώ, διότι, οι εν λόγω «Νεοχωρίτες» ορθόδοξοι και παραδοσιακοί Κληρικοί και θεολόγοι, ασχολήθησαν άκουσον-άκουσον με «πνευματικά ζητήματα» της «αποκλειστικής δικαιοδοσίας» του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Κάποτε, ίσως είναι αδήριτη και επιτακτική πλέον η ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια ιδεολογικά όπλα των ορκισμένων εχθρών μας Αρχιοικουμενιστών. Τι νομίζετε εσείς; Αυτό ειδικά το εδιδάχθην από τον Οικουμενικόν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως και Μέγαν άγιον Φώτιον.
Ούπς μόλις εξέχασα κύριε Παναγιώτη, αλλά προφανώς από τον έντονο σχολαστικισμό που σας διακατέχει, εντόνως, θα προτάξετε το επόμενο λογικοφανές επιχείρημα, ότι ιερός Κανών, και η ερμηνεία του Αγίου Νικοδήμου, δεν αναφέρονται σε Πρωτοπρεσβυτέρους… αλλά σε απλούς πρεσβυτέρους!...
Στο τρίτον σημείον σας: συμφωνούμεν μερικώς.
Αν ο μητροπολίτης είναι ορθόδοξος και ο πατριάρχης του αιρετικός, εσείς θεωρείτε, ότι ο πρεσβύτερος ή μοναχός ή λαϊκός του μητροπολίτη, ότι δεν μπορεί να διακόψει το Μνημόσυνο ή την Συγκοινωνία μετα του Πατριάρχου. Και σε αυτό συμφωνώ εν μέρει. Διότι, ο πρεσβύτερος ή ο μοναχός ή ο λαϊκος δεν μνημονεύουσι, απευθείας, τον πατριάρχη αλλά τον μητροπολίτην τους. Συνεπώς για αυστηρώς θέμα Λειτουργικής τάξεως και Κανονικής υφής, έχετε σχεδόν απόλυτο δίκαιον και νομίζω ότι το σημειώνω στις αντιρρήσεις μου, διότι είναι Κανονολογικά και Λειτουργιολογικά αδύνατον.
Αλλά γιατί βλέπουμε διαιρεμένη και αποσπασματικά την Εκκλησιαστική Ζωήν;
Ωστόσον, παράλληλα, έχω τον λογισμό λόγω των πρόχειρων και ερασιτεχνικών ιστορικοκανονικών μελετών μου, ότι δεν είναι και παντελώς αμάρτυρον, εκ της ιεράς Παραδόσεως, ότι ένας πρεσβύτερος ή μοναχός ή λαϊκός, να διακόψει, όχι απλώς το μνημόσυνον του Πατριάρχου, αλλά και την Συγκοινωνία, την Κοινωνία και την επικοινωνία μαζί του.
Συνεπώς θεωρώ, πιθανώτατα καθόλου αυθαίρετα, ότι ακόμη και εάν ένας Πρεσβύτερος ή Μοναχός ή Λαϊκός, δεν υπάγονται απευθείας π.χ. στο Οικουμενικόν Πατριαρχείον, δύνανται βάσει της Ορθοδόξους Καθολικής και Πατερικής Θεολογίας, να διακόψωσι, όχι τόσο το Λειτουργικόν Μνημόσυνον του οικείου επισκόπου (όπου συγκοινωνεί μετά του αιρετίζοντος πατριάρχου), αλλά να διακόψωσι την Συγκοινωνία ή Κοινωνία ή επικοινωνία με τον αιρετικό Πατριάρχην.
Δεν ξέρω εάν απλανώς καλώς και ορθοδόξως στοχάζομαι τα πράγματα, ως μαθητευόμενος μάγος της Πατερικής Θεολογίας, καθότι αναμένω, ειλικρινώς, εσείς ως ειδικός επιστήμων της ορθοδόξου Θεολογίας να με διορθώσετε και να με επαναφέρετε στην τάξιν όπου και αν τυχόν εκτροχιάσθηκα.
Δηλαδή θεωρώ, ότι το Λειτουργικόν Μνημόσυνον είναι το έλαττον δηλ. ο ποταμός, και η Διακοπή Κοινωνίας ή Συγκοινωνίας ή επικοινωνίας με τον κάθε αιρετίζοντα Πατριάρχη, από το πιο ελάχιστον και ταπεινόν μέλος της Εκκλησίας, είναι το μείζον, δηλ. ο ωκεανός. Άλλο πράγμα να διακόπτει κανείς το τρεχόμενο νερό του ποταμού, και ένα άλλο να διακόπτει κανείς τα θαλάσσια ύδατα τινός ωκεάνιου τσουναμιού.
Απόδειξις του προειρημένου θεωρήματός μας, είναι ο βίος και η πολιτεία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, που όντας ένας απλός Μοναχός, προσέξτε Μοναχός όχι πρεσβύτερος ή επίσκοπος ή πράσινα άλογα, (ενίοτε, πληροφορούμεθα κατά τον μακαριστόν Παναγιώτην Τρεμπέλα, το Μοναχικόν Τάγμα εμπίπτει στην Τάξιν των Λαϊκών) όπου ο Μοναχός Μάξιμος εδιέκοψεν την Κοινωνία ή Συγκοινωνία ή επικοινωνία με ΠΑΝΤΕΣ τους αιρετικώτατους Πατριάρχες της Καθολικής Εκκλησίας, χωρίς να σκαλίζει σχολαστικώς και ανοήτως, αν είναι ή δεν είναι, κανονική ή αντιΚανονική η τω όντι ιεροΚανονική και Θεοχαρίτωτη ενέργειά του.
Η οποία θεωρώ ότι εκπηγάζει από το θεόπνευστον και ευαγγελικόν πνεύμα των ιερών Κανόνων κ. Παναγιώτη μου, και όχι στο κατά γράμμα ή στην κατά γράμμα ερμηνεία των αγίων, που μας εσείς μάλλον προσπαθείτε, για ιδικούς σας λόγους, να μας την απολυτοποιήσετε.
Τι γίνετε π.χ. στην ιδιαίτερη περίπτωση του ιδικού μου Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου του νεοΒατοπαιδινού;
Όπου, ενώ από την μια δεν υπέγραψεν ένα φρικτό κακοδοξώτατον κείμενο, και εδοξάσθει εν μια νυκτί ως «μέγας Ομολογητής», υπέγραψεν φαίνεται όλα τά άλλα κείμενα όπου συναμφότερα γέμωσι κακοδοξιών…! Ούτε εδιαμαρτυρήθειν προς τον Οικουμενικό Πατριάρχην ή σε άλλη Εισαγγελική Αρχή για την φρικτή πλαστρογραφία που διενήργησεν ο μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος σε ένα από τα κείμενα της Ληστρικής Συνόδου. Και συν τοις άλλοις, ο άγιος Λεμεσού, όχι δεν απεκήρυξεν δημόσια και επισήμως την εν λόγω κακοΣύνοδον των Ληστών, ευλόγησε μετα την λυκοποιμαντική Σύνοδο της Κρήτης, να κατηχηθεί το πλήρωμα της Τοπικής Εκκλησίας μας, από τα λεχθέντα και γραφθέντα τινάς ιδιαίτερης Αρχιεπισκοπικής κυπριακής Εγκυκλίου, όπου αυτή ανεγνώριζε, συγκρητικώς, αμέσως και σαφώς ΑΠΑΝΤΕΣ τις Ληστρικές αποφάσεις ως ορθόδοξες και υποχρεωτικές προς το κυπριακόν πλήρωμα!...
Προσθέστε στην θεολογική φαρέτρα σας, ότι ο άγιος Λεμεσού, δεν τολμεί να ελέγξει τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, διότι αναμένει να αγιοποιηθεί εκ Φαναρίου, ο πεπλανημένος, ο ψευδοπροφήτης και ο κακόδοξος Γέροντάς του ο Μοναχός Ιωσήφ.
Έπειτα εγκωμιάζει, ο Λεμεσού, επτάκις της ημέρας τον αιρετικόν Πατριάρχην μας, δια τηλεοπτικών μέσων και άλλως πως από σατανική διγλωσία, και διότι καραδοκεί (ως Πηνελόπειος Μνηστήρας, και αυτοπροβαλλόμενος, ως νεοΑκτιστοφωτιστής των χαζοΚυπρίων φανατικών οπαδών του) στην υφαρπαγήν, του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου της Κύπρου. Αφού ως Επίσκοπος της Εκκλησίας του Χριστού μας, δεν διενεργεί με κάθε ακρίβεια και Προδρομική ευθύτητα το επισκοπικόν καθήκον του εμείς τα απλά μέλη της Εκκλησίας της Κύπρου, ως επόμενοι μαθηταί του Προφήτου και Τιμίου Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού και ιερού Προδρομου, τι δυνάμεθα να κάνουμεν;
Να μιμηθώμεν την δειλίαν και σατανικήν διλγωσσία των επισκόπων μας ή μήπως την Προδρομική Ευαγγελικήν παρρησίαν του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού;
Θα αναμένω, εφ΄όσον είστε πράγματι, αποδεδειγμένα, ένας εγκρατής μελετητής του Κανονικού Δικαίου, να μου καταγράψετε, βάσιν των προηγούμενων εκκλησιαστικών ντοκουμέντων που σας επληροφόρησα, ως πραγματικόν ιστορικό παράδειγμα:
ποιά είναι, ή ποιά πρέπει να είναι, με ακρίβεια η Κανονική ενέργεια τινός πιστού (Κληρικού ή Μοναχού ή Λαϊκού) εκ της εκλησιαστικής επαρχείας της Λεμεσού έναντι του δείλεου και εν κακοδοξίες πεσόντα επισκόπου του;
Η άμεση Διακοπή του μνημοσύνου του Λεμεσού; Η άμεση ή έμμεση διακοπή της Συγκοινωνίας και Κοινωνίας κατά του Αρχιεπισκόπου Κύπρου ή, το ανάλογο με απευθείας διακοπή της Κοινωνίας ή και Συγκοινωνίας με το Οικουμενικόν Πατριαρχείον;
Η διακόψουμεν το νού μας από την φρικτή πλέον εκκλησιαστική αντικειμενική πραγματικότητα της μεταΚολυμπάριου εποχής;
Έχετε απόλυτο δίκαιον ότι ως μαθητευόμενος και νεαρώτερος θεολογών ενίοτε διατυπώνω βιαστηκές βλακείες και αυθαίρετες κρίσεις, ελπίζω να μου συγχωρεθεί το ελάττωμα της νεότητος μου. Απλώς διατυπώνω την νεανική και θεσμόαιμην άποψη μου κατόπιν σοβαρού σκεπτικισμού και ελαφρυάς μελέτης.
Δεν είχω κανένα σκοπό να διασύρω εσάς ή τον εαυτόν μου, αλλά ενίοτε αμαρτάνουμε συστηματικά εξ ασυνειδησίας και άγνοιας.
Πολύ ευχαρίστως να δημοσιεύσω το εξαιρετικώτατον απαντητικόν κριτικόν κείμενό σας και να συνεργαστούμεν, αν το θέλετε, στενώτερα, και σας δεσμεύω ιδιαίτερα να μου απαντήσετε επιστημονικώς και κανονικώς την προαναφερομένην σπαζοκεφαλιά περί τινός πιστού μέλους του εκκλησιαστικού Σώματος της Τοπικής Εκκλησίας της Λεμεσού.
Απορώσι πάμπολλοι αδελφοί και πατέρες εκ Λεμεσσού, όπου ήδη σε πρώτη φάση εδιέκοψαν αρκετοί, ιδιαίτερες εκκλησιαστικές σχέσεις και επαφές, με τον μητροπολίτην μας, και επιθυμούμεν έτσι μία εξ αποστάσεως αντικειμενικώτερη και επιστημονικώτερη άποψη παρ΄εκτός κι αν συνδέεστε με κάποιον ιδιαίτερον τρόπον με τον Λεμεσού, ώστε να θεωρήσετε άκυρον το ζήτημα.
Αντιπελάργωσις θερμών ευχαριστιών εναπέθεσα ούκ ολίγες φορές προς την Συντακτική Επιτροπή του «Ορθοδόξου Τύπου» όπου εδημοσιεύθησαν μερικά σχόλιά μου. Τούτο δεν σημαίνει ότι και θα εγκλεισθώ ή θα υποκείψω αμαχητί και εξ αδιακρισίας στη στεγανή πλανημένη και κακόδοξη πολιτικο-εκκλησιαστική γραμμή τινάς εφημερίδος. Ενώ να έχετε υπόψιν, ότι μελετώ συστηματικά και με ιδαίτερη έγνοια και ενδιαφέρον σχεδόν ΜΟΝΟ τα ιδικά σας αξιόλογα κείμενα.
Αν πράγματι θεωρείτε ότι αδικώ τον «Ο.Τ.» δείτε παρακαλώ θερμά το μόλις πρόσφατον και επόμενον εκτενές αντιρρητικόν και κριτικό σχόλιόν μου και διενεργήστε και σ΄αυτό μία ανάλογη αρνητική ή θετική κριτική στα γραφόμενά μου, διότι εκτιμώ πάρα πολύ τόσο το χαριτωμένο και επιστημονικό  γράψιμό σας όσο και τις κριτικές σας.
Η μόλις πρόσφατη ενημέρωση οπου με παραπέμπετε, σχεδόν εχθεσινή, αγαπητέ κύριε Παναγιώτη μου, είναι κακογραμμένη και πρόχειρη, ανευ κριτικής αξιολογήσεως στα λεχθέντα του πατρός Νικολάου Μανώλη, όπου απορώ, ότι δεν αντιλαμβάνεσθε ότι διασύρεται η εφημερίς των Ορθοδόξων με τέτοιους ερασιτεχνισμούς στην εκκλησιαστική δημοσιογραφία της;
Βέβαια, να εικάσω, ότι τέτοια μεσοβέζικα μιλλοσφουτζίσματα (ψευδοκαθαρίσματα εις την κυπριακήν διάλεκτον), εκπορεύονται, από την αλλοτροιωμένη  εκκλησιαστικο-πολιτική γραμμή και ηγεσία του «Ο.Τ.» όπου δεν συμφωνεί αλλά ούτε επαινεί την ενέργεια της ιεράς Αποτείχισις, καθώς ετούτο εσημείωσε και εδήλωσε, απερίφραστα και επίσημα, ο Διευθυντής αυτής ο αγαπητός κ. Γεώργιος Τραμπούλης;
Εν τέλεις ποιος αδικεί ποιόν;
Εγώ τον «Ο.Τ.», ή μήπως, η Συντακτική Επιτροπή αυτού την αυτή ισχυρωτάτη και ρωμαλέα ιστορία του «Ο.Τ.»;

Του Παναγιώτη Π. Νούνη
Ορθόδοξος Θεολογών