Translate

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

ΛΕΩΝ ΜΠΡΑΝΓΚ, Η ΑΡΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΘΕΜΑΤΩΝ 1965


Τι δεν κατανοούν οι Παπικοί από την Ορθοδοξία (53)
H άρση των αναθεμάτων 1965
5η Ιανουαρίου του 1964.  Ένα κοσμοϊστορικό γεγονός λαμβάνει χώρα. Όλα είναι πανέτοιμα στα Ιεροσόλυμα για να το προβάλλουν όπως πρέπει, ιδίως με τη δύναμη της εικόνας: Το αδελφικό φιλί του πάπα Παύλου ΣΤ΄ και του πατριάρχη Αθηναγόρα Α΄. Να πως περιγράφει ο ίδιος ο πατριάρχης Αθηναγόρας  τη στιγμή της συνάντησης και την 20λεπτη κατ’ ιδίαν συνομιλία τους: «Κι όταν είδε ο ένας τον άλλο, αι χείρες μας ήνοιξαν αυτομάτως. Ο ένας ερρίφθη εις την αγκάλην του άλλου. Όταν μας ηρώτησαν πως εφιληθήκαμεν, αδελφοί, ύστερα από 900 χρόνια – Ερωτάς πως; Επήγαμε οι δύο μας χέρι με χέρι εις το δωμάτιόν του, και είχαμεν μίαν μυστικήν ομιλίαν οι δύο μας. Τι είπαμεν; Ποιός ξέρει τι λέγουν δύο ψυχές όταν ομιλούν! Ποιός ξέρει τι λέγουν δύο καρδίαι, όταν ανταλλάσσουν αισθήματα! Τι είπαμεν; Εκάμαμε κοινόν πρόγραμμα, με ισοτιμίαν απόλυτον, όχι με διαφοράν.». Επιθυμία, βέβαια, του Πατριάρχη ήταν, όλοι οι άλλοι Πατριάρχες και Πρόεδροι των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών να είχαν ακολουθήσει το παράδειγμά του, κάτι όμως που εκείνη την εποχή στάθηκε αδύνατο.
Η παραπάνω τόσο θερμή και τόσο συναισθηματική, όπως περιγράφεται με τα ίδια τα λόγια του Πατριάρχη, συνάντηση με τον Πάπα είχε φυσικά την προϊστορία της και τη συνέχειά της.
Ας δούμε πρώτα τη συνέχεια: Στις 7 Δεκεμβρίου του 1965 γίνεται ταυτόχρονα τόσο στη Ρώμη όσο και στην Κων/πολη με την παρουσία αντίστοιχων αντιπροσωπειών η άρση των αναθεμάτων του 1054. Πρόκειται για ένα βήμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου που έγινε χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση των άλλων Ορθοδόξων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, όπως φανερώνει η αντίδραση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Β΄, ο οποίος καταδίκασε την πράξη αυτή ως υπέρβαση των δικαιοδοσιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το βήμα αυτό ήταν η άμεση συνέπεια του κοινού προγράμματος που ορίσανε στην κοινή συνομιλία της 5ης Ιανουαρίου του 1964. Άλλωστε κεντρικός στόχος και για τους δύο ήδη από τη συνάντηση των Ιεροσολύμων ήταν το «κοινόν ποτήριον».
Και οι δύο πλευρές θεωρούσαν την άρση των αναθεμάτων ως άρση του σχίσματος. Το επιβεβαιώνει από ορθόδοξης πλευράς απόλυτα ο επίσημος απεσταλμένος του Πατριάρχη προς τους Παπικούς Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος. Το 1965, λίγο μετά την άρση των αναθεμάτων, συναντήθηκε στη Νέα Υόρκη με τον εκπρόσωπο του Πάπα, τον καρδινάλιο Μπέα, πρόεδρο της «Γραμματείας για την ένωση των χριστιανών». Χαρακτηριστικά επισημαίνει: «όταν κατέθεσαν οι αντιπρόσωποι του Πάπα το ανάθεμα, τρόπον τινά, με το οποίο αναθεμάτιζε ο Πάπας Νικόλαος τον Μιχαήλ Κηρουλάριο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ήταν το οριστικό Σχίσμα πια. Δεν έγινε άλλη επίσημος πράξις, που να καθιερώσει το Σχίσμα ως μία διαιρετική γραμμή μεταξύ Ανατολής και Δύσεως». Από πλευράς του Παπισμού το πιστοποιεί το επίσημο λατινικό κείμενο που αναγνώστηκε και επικυρώθηκε στη Ρώμη κατά την άρση των αναθεμάτων. Εννοώντας προφανώς άρση του σχίσματος και «κοινόν ποτήριον, δεν μιλάει για αναθέματα αλλά χρησιμοποιεί τον όρο excommunicatio = ακοινωνησία, δηλαδή μιλάει για την άρση της ακοινωνησίας. Για να μη υπάρξει έκρηξη αντιδράσεων στην Ορθοδοξία, στο επίσημο ελληνικό κείμενο ο όρος «άρση της ακοινωνησίας» είχε αποδοθεί με τον όρο «άρση των αναθεμάτων». Το ότι η παπική πλευρά εννοούσε όντως την άρση του σχίσματος επαληθεύεται και από τη παρουσίαση του κοσμοϊστορικού γεγονότος στο πρωτοσέλιδο της  εφημερίδας New York Times της 7ης Δεκεμβρίου 1965. Μιλάει ρητά για άρση του excommunicatio, για το τέλος του σχίσματος του 1054 και για την επανέναρξη της μυστηριακής κοινωνίας.
Στα λόγια του πατριάρχη Αθηναγόρα προβάλλεται πάνω απ’ όλα η «αγάπη»: «όταν αγαπώνται οι άνθρωποι, διαφοραί δεν υπάρχουν. Αλλά το 1054 που επαύσαμεν να αγαπώμεθα, ήλθαν όλες οι διαφορές. Ηγαπώμεθα και είχομεν το ίδιον μυστήριον. Το ίδιον βάπτισμα, τα ίδια μυστήρια και ιδιαιτέρως το ίδιο Άγιον Ποτήριον. Τώρα που ξαναγυρίσαμεν εις το (10)54, διατί δεν ξαναγυρίζομεν και εις το Άγιον Ποτήριον;» Δίδει στο διάλογο της αγάπης έναντι του θεολογικού διαλόγου, στον οποίο δεν τρέφει ελπίδες - άρχισε 8 χρόνια μετά το θάνατό του το Μάιο του 1980 και διήρκεσε μέχρι τον Ιούλιο του 2000 -, το  απόλυτο προβάδισμα: «Πνεύμα μέγα αγάπης εξαπλώνεται υπέρ τους Χριστιανούς Ανατολής και Δύσεως. Ήδη αγαπώμεθα. Ο Πάπας το είπε: απέκτησα έναν αδελφόν και του λέγω σ’ αγαπώ! Το είπα και εγώ: Απέκτησα έναν αδελφό και του είπα σ’ αγαπώ! …».
Αυτή την αγαπολογία του Πατριάρχη αποστομώνει με μοναδικό τρόπο ο μακαριστός π. Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος. Και με τα λόγια του θέλουμε να κλείσουμε τη σημερινή μας αναφορά στην άρση των αναθεμάτων: «Παναγιώτατε· ψάλλετε και Υμείς και οι ακολουθούντες Υμίν, εις πάντας τους ήχους το τροπόριον της „Αγάπης“ … „Αγάπη άνευ όρων και ορίων“ … Εφ’ όσον η καρδία Υμών εκχειλίζει εξ αγάπης και εξ αυτής πηγάζουσι πολύρροα ρεύματα, φθάνοντα μέχρι των εσχάτων της Δύσεως και δημιουργούντα πελάγη, εις α ανέτως και μετ’ ευροσύνης καλυμβώσι πασών των αποχρώσεων οι αιρετικοί, πώς δεν διατίθενται ολίγαι σταγόνες αγάπης και διά τους ταλαιπώρους Ορθοδόξους; Δι’ εκείνους εκ των Ορθοδόξων, οίτινες σκανδαλίζονται, βλέποντες τον Ορθόδοξον Πατριάρχην Κων/πόλεως να αθετή – εν ονόματι της αγάπης! – ιερούς Κανόνας, να ανατρέπη αιωνοβίους Παραδόσεις, να κρημνίζη τείχη ασφαλείας, να μεταίρη όρια α έθεντο αγιώτατοι Πατέρες της Εκκλησίας; … Η αγάπη Υμών, δεν είναι γνησία, αλλά επιφανειακή και επίπλαστος· δεν είναι άνωθεν κατερχομένη, αλλ' επίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης ... Ποίος αγαπά ειλικρινώς τον νοσούντα; Ο λέγων προς αυτόν „είσαι υγιέστατος, τρώγε ό,τι θέλεις“ και απεργαζόμενος ούτω χαλεπωτέραν την νόσον και ταχύτερον τον θάνατον, η ο επισημαίνων αυτώ την ασθένειαν και απαγορεύων τας βλαπτούσας τροφάς; Ημείς, επισημαίνοντες τας πλάνας των αιρετικών και διακηρύσσοντες ότι ακολουθούσιν οδώ επισφαλεστάτη, υπάρχει ελπίς να δημιουργήσωμεν εν αυτοίς κρίσιν συνειδήσεως και έφεσιν αναζητήσεως της αληθείας. Υμείς και οι μεθ' Υμών, διακηρύττοντες ότι „ουδέν μας χωρίζει“ από των αιρετικών κ.τ.τ. ναρκούτε και αποκοιμίζετε αυτούς και αποκλείετε έμπροσθεν αυτών την οδόν της αληθείας. Ούτως εφαρμόζεται εν προκειμένω το προφητικόν: „λαός μου, οι μακαρίζοντες υμάς πλανώσιν υμάς“ (Ησ. γ΄, 12). Και „ότι ου κενά τα ρήματα, μαρτυρεί τα πράγματα“. Ποίoν ετερόδοξον ωδηγήσατε Υμείς και οι δορυφορούντες Υμάς μελιστάλακτοι και ασπόνδυλοι Επίσκοποι εις την Ορθοδοξίαν; Ούτε ένα, Παναγιώτατε: Ούτε ένα, παρά πάντα τα ταξίδια, τα συνέδρια, τα γεύματα, τα δώρα, τα μειδιάματα. Μόνον „φανατικοί“ τινες ορθόδοξοι εγένοντο αφορμή προσελεύσεως αιρετικών εις την αλήθειαν της Ορθοδοξίας».

Δείτε το ΕΔΩ.
Δημοσίευση σχολίου