Translate

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΤΡΙΤΣΑΚΗΣ (ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ), Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΥΔΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ ΔΙΕΠΡΑΞΕ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ





ΣΤ. ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΟΤΑΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ Η ΠΙΣΤΗ, ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΙΩΠΑ ΚΑΝΕΝΑΣ

    Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει ότι, είναι εντολή του Κυρίου, όταν κινδυνεύει η πίστη από την αίρεση, τότε δεν πρέπει να σιωπά κανένας, ως εξής:
    «Εντολή γαρ Κυρίου μη σιωπάν εν καιρώ κινδυνευούσης πίστεως. Λάλει γαρ, φησί, και μη σιώπα. Και, εάν υποοστέλληται, ουκ ευδοκεί η ψυχή μου εν αυτώ. Και, εάν ούτοι σιωπήσωσιν, οι λίθοι κεκράξονται. Ώστε ότε περί πίστεως ο λόγος, ουκ έστιν ειπείν, εγώ τίς ειμι; Ιερεύς; Αλλ’ ουδαμού. Άρχων; Και ουδ’ ούτως. Στρατιώτης; Και πού; Γεωργός; Και ουδ’ αυτό τούτο. Πένης, μόνον την εφήμερον τροφήν ποριζόμενος. Ουδείς μοι λόγος και φροντίς περί του προκειμένου. Ουά, οι λίθοι κράζουσι, και συ σιωπηλός και άφροντις;   Η αναίσθητος φύσις θεόν επακήκοεν, και αυτός λαιλαπιστής; Ό μη εμψύχωται, μηδέ εν κριτηρίω λελογοθέτηται, δεδοικός οιονεί το πρόσταγμα φωνοβολεί. Και συ ο μέλλων ευθύνεσθαι υπό Θεού εν καιρώ ετάσεως, και περί αργού ρήματος, καν επαίτης εί, διδόναι λόγον. Λέγεις αλογών, τίς μοι εν τούτο φροντίς; Ταύτα, ώ δέσποτα, φησίν ο Παύλος, μετεσχημάτισα εις εμαυτόν και Απολλώ δι’ υμάς, ίνα εν ημίν μάθητε το μη υπέρ ό γέγραπται φρονείν. Ώστε και αυτός ο πένης πάσης απολογίας εστέρηται εν ημέρα κρίσεως, μη τανύν λαλών ως κριθησόμενος και δια τούτο μόνον. Μη ότι γε τις των εφεξής καθ’ υπεροχήν, μέχρις αυτού του το διάδημα περικειμένου, ώ και ανυπέρβλητον το κρίμα. Δυνατοί γαρ δυνατώς ετασθήσονται, φησίν. Και, κρίσις απότομος εν τοις υπερέχουσιν» (Επιστολή 425, Παντολέοντι Λογοθέτη, Φατούρος, σελ. 595. P.G. 99, 1321Β).

……………………………………………………..

Ζ. ΜΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ ΙΕΡΕΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΚΥΔΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ ΝΑ ΜΕ ΔΙΚΑΣΕΙ ΜΕ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΩΣ ΑΝΩ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. ΠΡΩΤ. 2479/13-12-2016 ΑΝΑΦΟΡΑ, ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ ΠΑΡΙΣΤΑΜΑΙ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΕΝ ΛΟΓΩ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΟΜΟΛΟΓΗΣΩ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ Ή ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ Ή ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ, Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΣΗΧΘΗ ΨΕΥΔΟ-ΣΥΝΟΔΙΚΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ. ΣΥΝΕΠΩΣ, ΥΠΟΒΑΛΛΩ ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΤΟΣΟ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΑΝΑΚΡΙΤΗ ΙΕΡΕΑ ΠΟΥ ΔΙΟΡΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΔΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ, ΟΣΟ ΚΑΙ ΕΝΑΝΤΊΟΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΔΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ (ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΕΝΝΟΙΑ), ΔΙΟΤΙ Ο ΕΝ ΛΟΓΩ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ, ΣΤΗΝ ΩΣ ΑΝΩ ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ (ΣΕΛ. 3), ΟΜΟΛΟΓΕΙ ΕΠΙ ΛΕΞΕΙ: «ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟ ΕΙΣ ΚΟΛΥΜΒΑΡΙ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΧΟΜΑΙ ΠΛΗΡΩΣ», ΚΑΙ, ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ, ΕΧΕΙ ΔΙΑΠΡΑΞΕΙ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΟΝ ΜΗΝΥΩ ΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΩΡΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΚΑΣΤΕΙ ΟΤΑΝ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΘΑ ΕΧΕΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΕΣ, ΕΝΩ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 72 ΝΟΜΟΥ 4149/1961 (ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΕΙ), ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΝΟΜΟΥ 5383/1932, ΙΣΧΥΕΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΧΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ  Ή ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ Ή ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ, Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΣΗΧΘΗ ΨΕΥΔΟ-ΣΥΝΟΔΙΚΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

    Δεν αναγνωρίζω τη δικαστική δικαιοδοσία του Επισκοπικού Δικαστηρίου της Μητρόπολης Κυδωνίας και Αποκορώνου να με δικάσει με τις κατηγορίες που περιέχονται στην ως άνω υπ’ αριθ. πρωτ. 2479/13-13-2016 αναφορά του Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου (με την ανωτέρω έννοια). Πλην όμως παρίσταμαι ενώπιον του εν λόγω Επισκοπικού Δικαστηρίου μόνο για να ομολογήσω την Ορθόδοξη Πίστη εναντίον των αιρετικών αποφάσεων της Ψευδο-συνόδου της Κρήτης και μάλιστα της παναιρετικής δογματικής απόφασης «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», με την οποία εισήχθη ψευδο-συνοδικώς η Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Γνωστικισμού ή  Θρησκευτικού Συγκρητισμού.
Κατόπιν τούτου, υποβάλλω ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ, 1) εναντίον του ανακριτή ιερέα π. Ευτυχίου Πετράκη που διορίστηκε από τον Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου, και 2) εναντίον του Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου (με την ανωτέρω έννοια) και των μελών του Επισκοπικού Δικαστηρίου της Μητρόπολης Κυδωνίας και Αποκορώνου, σύμφωνα με το άρθρο 72 Νόμου 4149/1961, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Νόμου 5383/1932, το οποίο ισχύει μόνο για τους Ορθόδοξους κληρικούς (Ορθόδοξους μητροπολίτες και Ορθόδοξους κατηγορούμενους ιερείς) και όχι για τους κληρικούς (Μητροπολίτες και λοιπούς κληρικούς) που αποδέχονται την Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού.
Σημειωτέον ότι η εν λόγω Παναίρεση εισήχθη ψευδο-συνοδικώς από το Συνέδριο της Αποστασίας της Κρήτης και είναι ήδη κατεγνωσμένη:
α) από τους Αποστόλους και ενδεικτικά τον Απόστολο Ιωάννη (Α΄ Καθολική Επιστολή του , Αποκάλυψη κλπ.) και τον Απόστολο Παύλο (Επιστολές του προς Κολασσαείς, προς Τιμόθεο Α΄ και Β΄, προς Τίτο κλπ.),
β) από τις Οικουμενικές Συνόδους και ενδεικτικά την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (Κανόνας 7, ο οποίος, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγει μεταξύ των αιρέσεων τους Γνωστικούς Μοντανιστές), την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο [η οποία καταδίκασε το δόγμα του Γνωστικού Απελλή, μαθητή του Γνωστικού Μαρκίωνα (κατά τον οποίο «όθεν και έφασκε μη δειν όλως εξετάζειν τον λόγον, αλλ’ έκαστον, ως πεπίστευκε, διαμένειν. Σωθήσεσθαι γαρ τους επί τον εσταυρωμένον ηλπικότας απεφαίνετο, μόνον εάν εν έργοις αγαθοίς ευρίσκωνται», δηλ. «γι’ αυτό έλεγε ότι δεν είναι καθόλου ανάγκη να εξετάζουμε τους λόγους, αλλά καθένας να παραμείνει στις πεποιθήσεις του. Διότι ισχυριζόταν ότι θα σωθούν οι ελπίζοντες στον εσταυρωμένο, μόνον αν βρεθούν πράττοντας αγαθά έργα», βλ. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, Βιβλίο Ε΄, κεφάλαιο 13, στίχος 5) μαζί με τους Μαρκιωνιστές (βλ. Μελετίου Καλαμαρά, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Κεφάλαια δογματικά, ΙΒ΄ Κεφάλαιον, Αθήναι 1985, σελ. 592-593)], την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο (Κανόνας 95, ο οποίος, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγει στους αιρετικούς τους Γνωστικούς Μανιχαίους, Ουαλεντιανούς, Μαρκιωνιστές),
γ) από τους Πατέρες της Εκκλησίας και ενδεικτικά τον Άγιο Ειρηναίο Λουγδούνου (στο έργο του με τίτλο «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως»), τον Άγιο Ιππόλυτο Ρώμης (στο έργο του με τίτλο «Κατά πασών των αιρέσεων έλεγχος», P.G., τομ. 16, ΙΙΙ, σελ. 3017-3454),
Μέγα Φώτιο (στο έργο του με τίτλο «Διήγησις περί της Μανιχαίων Αναβλαστήσεως», Λόγοι 4, ΕΠΕ, Μ. Φώτιος, τομ. 4, σελ. 10-337)
Διότι ο Μητροπολίτης Κυδωνίας και Αποκορώνου (με την ανωτέρω έννοια):
Α. Στην ως άνω αναφορά του (σελ. 3), ομολογεί επί λέξει: «Την Σύνοδο εις Κολυμβάρι την αποδέχομαι πλήρως».
Β. Ως μέλος της Επαρχιακής Συνόδου της Ημι-αυτόνομης της Κρήτης, αποδέχθηκε πλήρως τόσο τα προσυνοδικά κείμενα της Σύναξης των Προκαθημένων των Αυτοκέφαλων στο Σαμπεζύ, όσο και τις ψευδο-συνοδικές αποφάσεις του Συνεδρίου της Αποστασίας της Κρήτης, με τα εξής έγγραφα:
1 – ανακοινωθέν της Επαρχιακής Συνόδου της Κρήτης, σε έκτακτη συνεδρία, της 3-2-2016,
2 – ανακοινωθέν της Επαρχιακής Συνόδου της Κρήτης της 7-4-2-16,
3 – εγκύκλιος της Επαρχιακής Συνόδου της Κρήτης, με αριθ. πρωτ. 309/18-4-2016,
4 – ανακοινωθέν της Επαρχιακής Συνόδου της Κρήτης της 12-5-2016,
5 – ενημερωτικό φυλλάδιο της Επαρχιακής Συνόδου της Κρήτης με τίτλο «Η εν Κρήτη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
    Γ. Ως Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου διοργάνωσε, για την προβολή της, εσπερίδα για τη λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο» της 27-5-2016, με τρεις ομιλητές αποδεχόμενους τα προσυνοδικά κείμενα αυτής (https://www.imka.gr/esperida-gia-tin-agia-ke-megali-synodo/).
    Κατόπιν των ανωτέρω, ο Μητροπολίτης Κυδωνίας και Απορώνου (με την ανωτέρω έννοια) θεωρώ ότι έχει διαπράξει το εκκλησιαστικό ποινικό αδίκημα της αιρέσεως, η οποία τιμωρείται με καθαίρεση (Κανόνες 45, 46 και 64 Αγίων Αποστόλων, Κανόνας 1 Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, Κανόνας 2 Αντιοχείας, Κανόνες 32 και 33 Λαοδικείας, Κανόνες 1, 5 και 20 Μεγάλου Βασιλείου, σε συνδυασμό με τον Κανόνα 2 Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).
Αντιθέτως, ο υπογράφων το παρόν Απολογητικό Υπόμνημα Ιερέας, για να παραμένω στην Εκκλησία των Αποστόλων αρνούμενος ρητά να αποδεχθώ τις ως άνω αιρετικές αποφάσεις του Συνεδρίου Αποστασίας της Κρήτης, και μάλιστα την παναιρετική δογματική απόφαση «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», έπαυσα καθηκόντως – δυνάμει του Κανόνα 15, παρ. 4, της Πρωτοδευτέρας Αγίας και Μεγάλης Συνόδου -  το μνημόσυνο του Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου (με την ανωτέρω έννοια), ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, ομολόγησε εγγράφως ότι ασπάζεται την Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού.

…………………………………………………………

Η. ΑΡΝΗΣΗ ΔΙΑΠΡΑΞΕΩΣ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟΔΙΔΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΩΣ ΑΝΩ ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΔΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ (ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΕΝΝΟΙΑ)

Προκειμένου να ομολογήσω την Ορθόδοξη Πίστη στο Θεανθρώπινο Πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού και στο Σώμα του που είναι η  Εκκλησία των Αποστόλων, δηλαδή τα Θεμελιώδη Ορθόδοξα Δόγματα επί των οποίων ερείδεται η Ορθόδοξη Πνευματικότητα της Καθάρσεως, του Φωτισμού και της Θεώσεως, ήτοι το Τριαδολογικό, το Χριστολογικό, το Πνευματολογικό, το Θεομητορικό, το Εκκλησιολογικό και το Εσχατολογικό, προχωρώ, συν Αγίω Τριαδικώ Θεώ, στην αντίκρουση του εναντίον μου κατηγορητηρίου που περιέχεται στην ως άνω Αναφορά του Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου (με την ανωτέρω έννοια).
Αρνούμαι πλήρως και με ιερά αγανάκτηση τις ανωτέρω τέσσερις (4) κατηγορίες εναντίον μου που περιέχονται στην ως άνω Αναφορά του Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου (με την ανωτέρω έννοια), ήτοι:
1 - Απαξίωση – αμφισβήτηση του Ορθοδόξου φρονήματος του Οικουμενικού Πατριάρχη και του κύρους της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
2 - Μη μνημόνευση του ονόματος του οικείου Επισκόπου, ήτοι του Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου (με την ανωτέρω έννοια)
3 - Ανυπακοή προς τον οικείο Επίσκοπο, ήτοι τον Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου (με την ανωτέρω έννοια),
4 - Συμπεριφορά μη αρμόζουσα στο πρόσωπο του οικείου Επίσκόπου, ήτοι του Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου (με την ανωτέρω έννοια).
    Καταγγέλλω την κανονικώς και νομικώς εσφαλμένη και σοφιστική επίκληση των εξής, αναφερόμενων στο κατηγορητήριο εναντίον μου ιερών Κανόνων, για ΔΗΘΕΝ κανονική θεμελίωση του εν λόγω κατηγορητηρίου, το οποίο περιέχεται στην ως άνω αναφορά του Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου (με την ανωτέρω έννοια):
α) ΛΑ΄, ΛΘ΄ και ΝΕ΄ των Αγίων Αποστόλων,
β) Ε΄ της εν Αντιοχεία Συνόδου,
γ) Η΄ και ΙΗ΄ της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου
δ) ΙΓ΄ και ΙΕ΄ της ΑΒ΄ Συνόδου, σε συνδυασμό με
Άρθρο 2 παρ. 1, άρθρο 6 παραγρ. 1 και 5, άρθρο 13 παραγρ. 1 και 2του Κανονισμού 1//2013 Περί Εφημερίων και Διακόνων της Επαρχιακής Συνόδου της Ημι-αυτόνομης της Κρήτης.
    Ο Μητροπολίτης Κυδωνίας και Αποκορώνου θεωρώ ότι ήδη παραβίασε την προδικασία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 72 Νόμου 4149/1961, σε συνδυασμό με τα άρθρα 32-94 Νόμου 5383/1932. Διότι η ως άνω αναφορά του προς το Επισκοπικό Δικαστήριο δεν  περιλαμβάνει μόνο το κατηγορητήριο, αλλά και ανακριτικές πράξεις, καταλήγοντας και σε Πόρισμα του ανακριτή ιερέα, τον οποίο, κατά τα ανωτέρω, διόρισε με το σχετικό έγγραφο, πριν καν ο εν λόγω ανακριτής ιερέας ξεκινήσει την άσκηση των καθηκόντων του.
    Οι ανωτέρω κατηγορίες και οι ως άνω ιεροί κανόνες επί των οποίων επιδιώκεται ΔΗΘΕΝ να θεμελιωθούν, ΔΕΝ ισχύουν :
1 - τόσο στην περίπτωση τόσο στην περίπτωση ψευδο-συνοδικής εισαγωγής αιρέσεως, εν προκειμένω της ήδη κατεγνωσμένης από τους Αποστόλους, Οικουμενικές Συνόδους και Πατέρες Παναίρεσης του Οικουμενισμού ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, η οποία εισήχθη ψευδο-συνοδικώς από το Συνέδριο της Αποστασίας της Κρήτης,
2 - όσο και στην περίπτωση της δημόσιας και ανοικτής (γυμνή τη κεφαλή) στην Εκκλησία διακηρύξεως αιρέσεως από Πατριάρχη ή Μητροπολίτη, όπως στην προκειμένη περίπτωση κατά την  οποία:
2Α – ο μεν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως διακηρύσσει δημόσια και ανοικτά (γυμνή τη κεφαλή) στην Εκκλησία την Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, όπως προκύπτει σαφώς και κατηγορηματικώς από τους δημόσιους λόγους και δημόσιες πράξεις του, οι οποίες έχουν τεκμηριωθεί, μεταξύ άλλων, και στην έκδοση Αγιορειτών Πατέρων με τίτλο «Άγιον Όρος – Διαχρονική μαρτυρία στους αγώνες υπέρ της Πίστεως», Άγιον Όρος, έκδοση την οποία επικαλούμαι και προσάγω, και
2Β – ο δε Μητροπολίτης Κυδωνίας και Αποκορώνου (με την ανωτέρω έννοια) όχι μόνον ουδέποτε καταδίκασε είτε τις ανωτέρω αιρετικές αποφάσεις της Ψευδο-συνόδου της Κρήτης είτε τους ανωτέρω δημόσιους λόγους και δημόσιες πράξεις του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, με τους οποίους διακηρύσσονται δημόσια και ανοικτά (γυμνή τη κεφαλή) οι ανωτέρω και κατωτέρω αναφερόμενες καινοτομίες στην Πίστη, αλλά και στην ως άνω αναφορά του εναντίον μου στο Επισκοπικό Δικαστήριο Χανίων ομολογεί εγγράφως: «Την Σύνοδον τις Κολυμβάρι την αποδέχομαι πλήρως» (σελ. 3).
    Οι τρεις (3) από τις τέσσερις (4) κατηγορίες του άνω κατηγορητηρίου αποτελούν γαρνιτούρα στο μενού των κατηγοριών, διότι μόνον η θεωρούμενη από το ως άνω κατηγορητήριο αυθαίρετη παύση μνημοσύνου του οικείου Επισκόπου, ήτοι του Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου (με την ανωτέρω έννοια) (ΙΓ΄ και ΙΕ΄ της ΑΒ΄ Συνόδου), αποτελεί το κύριο πιάτο της κατηγορίας.
Για το ότι η παύση μνημοσύνου του οικείου Επισκόπου, όταν αυτός δεν ορθοτομεί τον Λόγον της Αληθείας – επειδή ασπάζεται καινοτομίες στην Ορθόδοξη Πίστη και εν  προκειμένω την Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, η οποία εισήχθη ψευδο-συνοδικώς στο Συνέδριο της Αποστασίας της Κρήτης – δεν αποτελεί εκκλησιαστικό ποινικό αδίκημα, δηλαδή δεν εφαρμόζεται οι Κανόνες 13 και 15 παράγραφοι 1-3 της Πρωτοδευτέρας Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, αλλά ο Κανόνας 15 παρ. 4 της ίδιας Πρωτοδευτέρας Συνόδου, διάταξη οποία ορίζει ότι όχι μόνο δεν είναι αυθαίρετη η παύση μνημοσύνου του οικείου Επισκόπου από τον Ιερέα, αλλά αποτελεί καθήκον του Ιερέα να παύσει το μνημόσυνο του οικείου Επισκόπου, εφόσον αυτός δεν ορθοτομεί τον Λόγο της Αληθείας επειδή ασπάζεται καινοτομίες στην Ορθόδοξη Πίστη, και για αυτήν την εφαρμογή του καθήκοντός του πρέπει να επαινείται ο παύων το μνημόσυνο Ιερέας, αποδέχομαι, υιοθετώ και ενσωματώνω στην κανονική και νομική μου επιχειρηματολογία του παρόντος Απολογητικού μου Υπομνήματος τη μελέτη του κ. Κυριάκου Κυριαζόπουλου, Καθηγητή (επ.) του Εκκλησιαστικού Δικαίου, Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω και Θεολόγο με τίτλο: «Η ΔΙΑΚΟΠΗ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΑΠΟ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΚΟΠΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΠΟ ΜΟΝΑΧΟΥΣ Ή ΛΑΪΚΟΥΣ, ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ  ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΑΠΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ, ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΟ Ή ΣΥΝΟΔΟ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ, ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΕΙ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ;».
    Είναι σαφέστατο γνωστό από την Εκκλησιαστική Ιστορία ότι οι επίσκοποι που ασπάζονταν και ακολουθούσαν καινοτομίες στην Ορθόδοξη Πίστη, πάντοτε χρησιμοποιούσαν τις ανωτέρω κατηγορίες και τους ανωτέρω ιερούς κανόνες, προκειμένου να ασκούν εκκλησιαστικές ποινικές διώξεις εναντίον των Ορθόδοξων κληρικών οι οποίοι αρνούνταν να δεχθούν τις επιβαλλόμενες από τους εν λόγω επισκόπους καινοτομίες, επειδή ήθελαν να παραμένουν στην Εκκλησία των Αποστόλων, η οποία είναι το Σώμα του Χριστού και η οποία έχει Κεφαλή της τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό και από την οποία Εκκλησία των Αποστόλων αποσχίζονταν αιρετικά οι εν λόγω επίσκοποι ή ακόμη και αυτοκέφαλες εκκλησίες, όπως ενδεικτικά:
1 - Στην περίπτωση της αίρεσης του αρειανισμού, κατά την οποία οι Αρειανοί είχαν καταλάβει σχεδόν όλους τους Αρχιερατικούς Θρόνους και μάλιστα καθαίρεσαν, σε Ψευδο-σύνοδό τους το 340 στην Αντιόχεια, τον Μέγα Αθανάσιο, Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας (και επιδίωκαν με μανία να τον φονεύσουν), καθώς και άλλους Ομολογητές Ορθοδόξους αρχιερείς, λοιπούς κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς.
2 - Στην περίπτωση της αίρεσης του αρειανισμού, κατά την οποία ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στήριξε στην Ορθοδοξία, μέσα στο μοναδικό Ορθόδοξο ναό της Κωνσταντινούπολης, τους Ορθόδοξους πιστούς, κληρικούς που έπαυσαν το μνημόσυνο , και μοναχούς και λαϊκούς που έπαυσαν την κοινωνία με τον Αρειανό Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Δημόφιλο.
3 - Στην περίπτωση της αίρεσης του νεστοριανισμού, κατά την οποία Ορθόδοξοι πιστοί έπαυσαν το μνημόσυνο ή την κοινωνία του τότε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου (πριν την καθαίρεσή του από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο) και κατά την οποία ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος καθαίρεσε Ορθοδόξους κληρικούς, οι οποίοι αρνούνταν να αποδεχθούν την αίρεσή του, ενώ ο Άγιος Κύριλλος Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας κοινωνούσε εκκλησιαστικά με τους Ορθόδοξους πιστούς και αρνούνταν επίμονα να αναγνωρίσει τις καθαιρέσεις Ορθοδόξων κληρικών στις οποίες είχε προβεί ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος, επειδή οι εν λόγω κληρικοί δεν αποδέχονταν την αίρεσή του και ήθελαν να παραμένουν την Εκκλησία των Αποστόλων ως Σώμα Χριστού και όχι στη θεσμική αυτοκέφαλη του Νεστορίου, η οποία αποσχίστηκε αιρετικά από την Εκκλησία των Αποστόλων λόγω της αιρέσεως του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου.
4 - Στην περίπτωση της αίρεσης της εικονομαχίας, κατά την οποία η Ψευδο-Σύνοδος της Ιερείας του 754 καθαίρεσε τον μέγα Δογματολόγο της Εκκλησίας, Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και άλλους Ομολογητές Ορθοδόξους Αρχιερείς και λοιπούς κληρικούς, ενώ η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, εκτός του Ορθόδοξου Όρου τον οποίο θέσπισε, λειτούργησε και ως ανώτατο εκκλησιαστικό δικαστήριο το οποίο δίκασε τους εικονομάχους επισκόπους, όπως προκύπτει από τα Πρακτικά της.
5 - Στην περίπτωση της αίρεσης του μονοθελητισμού, κατά την οποία παρέμειναν στην Εκκλησία των Αποστόλων μόνον τρεις (3) πιστοί, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής και οι δύο μοναχοί μαθητές του, ενώ όλα τα Πατριαρχεία, ως θεσμικές εκκλησίες, είχαν αποσχιστεί αιρετικά από την Εκκλησία των Αποστόλων ως Σώμα του Χριστού, επειδή εισήγαγαν την εν λόγω αίρεση για πολιτικούς λόγους.
6 - Στην περίπτωση της πρώτης αποδοχής της αίρεσης του Παπισμού από τους Παπικούς της Κωνσταντινούπολης (Ψευδο-σύνοδος Λυώνος ), κατά την οποία η πλειονότητα των Αγιορειτών έπαυσε το μνημόσυνο και την κοινωνία του λατινόφρονα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Βέκκου, πριν την καθαίρεσή του η οποία συνέβη το 1283, κατά την οποία οι Αγιορείτες απέστειλαν τη γνωστή Ομολογιακή Ορθόδοξη επιστολή τους προς τον λατινόφρονα Αυτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Η΄ με την οποία αρνήθηκαν οι ιερομόναχοι να μνημονεύουν θεομπαικτικώς τον λατινόφρονα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη ΙΗ΄ τον Βέκκο, αποδεχόμενο τον Παπισμό, ότι δήθεν ορθοτομεί τον Λόγο της Αληθείας, και κατά την οποία μαρτύρησαν από τους λατινόφρονες της Κωνσταντινουπόλεως οι Αγιορείτες Οσιομάρτυρες, ο Άγιος Κοσμάς ο Πρώτος του Αγίου Όρους, οι Βατοπαιδινοί, οι Ιβηρίτες, οι Ζωγραφίτες, ενώ οι Λαυριώτες και οι Ξηροποταμινοί υπέκυψαν στην αιρετική βία και συλλειτούργησαν και κοινώνησαν με τους Παπικούς της Κωνσταντινούπολης.
7 - Στην περίπτωση της λατινόφρονος αιρέσεως της κτιστής χάρης, κατά την οποία ο λατινόφρων Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας καθαίρεσε και αφόρισε τον τότε Αγιορείτη ιερομόναχο Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο οποίος υποστήριζε την Παράδοση της Εκκλησίας σύμφωνα με την οποία η Θεία Χάρη είναι Άκτιστη.
8 - Στην περίπτωση της δεύτερης αποδοχής της αίρεσης του Παπισμού από τους Παπικούς της Κωνσταντινούπολης (Ψευδο-σύνοδος Φερράρας – Φλωρεντίας), οι αποφάσεις της οποίας ακυρώθηκαν από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 1484, κατά την οποία ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, Μητροπολίτης Εφέσου, και η πλειονότητα των αρχιερέων λοιπών κληρικών, μοναχών και λαϊκών έπαυσαν το μνημόσυνο και την κοινωνία των Παπικών της Κωνσταντινούπολης που δέχθηκαν την δια της ενώσεως υποταγή στον Φραγκο-λατίνο Πάπα.


  • Δεῖτε τό Ἀντιρρητικόν Κείμενον ἐδῶ, ἐδῶ καί ἐδῶ σέ μορφῆ PDF, Docs καί Google Drive.


  • Δεῖτε ὅμως καί τήν Ὁμολογιακήν ΑΠΟΛΟΓΙΑ ἐδῶ, ἐδῶ καί ἐδῶ σέ μορφῆ PDF, Docs καί Google Drive.