Translate

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

ΛΕΩΝ ΜΠΡΑΝΓΚ (Δρ. ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ), ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΟΥΝ ΟΙ ΠΑΠΙΚΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ (51)


Τι δεν κατανοούν οι Παπικοί από την Ορθοδοξία (51)
H απόσχισις του Παπισμού από την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού
Του Λέοντα Μπράνγκ, Δρ Θεολογίας
Η γενική στόχευση του πάπα Λέοντα Θ΄ και των έμπιστων συνεργατών του απέβλεπε προφανώς στη ρήξη και στον αναθεματισμό της Ορθόδοξης Ανατολής. Αφού είχε δημιουργηθεί με επιτυχία η πρώτη αφορμή με την επιβολή των λατινικών εθίμων στις βυζαντινές επαρχίες της Κάτω Ιταλίας ο χειρισμός του θέματος στη συνέχεια φανερώνει με απόλυτη σαφήνεια αυτή τη βασική επιδίωξη. Υπηρετείται με το ύφος των παπικών επιστολών, την υπεροπτική στάση των παπικών απεσταλμένων στην Κων/πολη και κυρίως το έγγραφο του αναθεματισμού και τον τρόπο της εναπόθεσής του – τοποθετήθηκε την ώρα της Θείας Λειτουργίας πάνω στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας στις 16 Ιουλίου του 1054 από τον καρδινάλιο Ουμπέρτο και τη συνοδεία του -, την άμεση επιδεικτική αναχώρηση των παπικών απεσταλμένων όπως και την άρνησή τους, ευρισκόμενοι ήδη στη Σηλυβρία, να επιστρέψουν ώστε να συμμετάσχουν σε σύνοδο με σκοπό την επίλυση της κρίσεως των σχέσεων. Με όλες αυτές τις κινήσεις και ενέργειες γίνεται απόλυτα εμφανές πόσο μελετημένη και σκηνοθετημένη ήταν η όξυνση αυτή εκ μέρους των παπικών, ώστε τελικά να φθάσουν στον αναθεματισμό. Αντίθετα από πλευράς της ορθόδοξης Ανατολής μπορεί να γίνει λόγος μόνο για σοφό και νηφάλιο χειρισμό της υπόθεσης.
Οι παπικές προκλήσεις με την επιβολή των λατινικών εθίμων στις βυζαντινές επαρχίες της Κάτω Ιταλίας απαντήθηκαν αρχικά με το κλείσιμο των λατινικών μοναστηριών και ναών στην Κων/πολη και με μια επιστολή ούτε καν από τον ίδιο τον Πατριάρχη αλλά με προτροπή του από τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδος Λέοντα, του οποίου η αρχιεπισκοπή ήταν από τις πιο κοντινές στην Νότια Ιταλία, προς τον αρχιεπίσκοπο Τρανίας Ιωάννη στην Απουλία (1053) με σκοπό την ποιμαντική στήριξη των εκεί πιστών. Στην επιστολή αυτή καταδικάζονται αυτά τα λατινικά έθιμα. Εκπλήσσει ωστόσο, όπως τονίζει ο Αρχιμ. Βασίλειος Στεφανίδης, ότι η επιστολή αναφέρεται μόνο σε δευτερεύουσας σημασίας θέματα, όπως στη νηστεία των Σαββάτων της Μ. Τεσσαρακοστής, στην κατανάλωση πνικτών και στην αφαίρεση του «αλληλούια» από την ψαλμωδία της Μ. Τεσσαρακοστής. Επικρίνεται και το σχετικά νέο έθιμο των Λατίνων, η χρήση των αζύμων (από τον Θ΄αιώνα), αλλά δεν γίνεται καθόλου λόγος για τα βαρυσήμαντα θέματα, όπως την υποχρεωτική αγαμία των κληρικών, την εφαρμογή του Χρίσματος μόνο από τους επισκόπους και κυρίως για την προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως που είχε οδηγήσει στην διαγραφή του Πάπα από τα Δίπτυχα του πατριαρχείου Κων/πόλεως. Αυτός ο περιορισμός της θεματολογίας προφανώς έγινε για λόγους μη περαιτέρω διαταραχής των σχέσεων με τον παπικό θρόνο.
Την επιστολή αυτή μετέφρασε και προσκόμισε ο καρδινάλιος Ουμπέρτος στον πάπα Λέοντα, ο οποίος μετά την ήττα του από τους Νορμανδούς (Φεβρ. 1053) βρισκόταν στο Βενεβέντο σε περιορισμό. Ο Πάπας έδωσε εντολή στον Ουμπέρτο να συντάξει απαντητική επιστολή στον Λέοντα Αχρίδος και τον πατριάρχη Μιχαήλ και να αναιρέσει αυτές τις κατηγορίες. Στην επιστολή αυτή κατηγορούνται τόσο ο Αχρίδος Λέων όσο και ο πατριάρχης Μιχαήλ για το θράσος τους να επικρίνουν τα λατινικά έθιμα, τους καθίσταται σαφές, ότι κανένας δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει την έδρα της Ρώμης, επίσης τους γίνεται εκτενής ενημέρωση για την επίγεια κυριαρχία του Πάπα, στηριζόμενη στην Ψευδοκωνσταντίνειο Δωρεά και προς καλύτερη εμπέδωση τους αποστέλλεται και αντίγραφό της. Μέσω του Ιωάννου Τρανίας, ο οποίος είχε περάσει από την Κων/πολη για ενημέρωση του Πατριάρχη και του Αυτοκράτορα, στάλθηκαν τον Ιανουάριο του 1054 δύο επιστολές στον Πάπα, μία του Πατριάρχη και μία του Αυτοκράτορα, οι οποίες δεν έχουν διασωθεί. Αλλά από την απάντηση του Πάπα φαίνεται καθαρά, ότι ήταν συνταγμένες σε πνεύμα ειρήνης και μετριοπάθειας παρ’ ότι είχε προηγηθεί η τόσο εριστική επιστολή του Πάπα προς τον Πατριάρχη.
Ο Πάπας από την πλευρά του απάντησε με δύο επιστολές, μία προς τον Πατριάρχη και μία προς τον Αυτοκράτορα.  Τις έστειλε με τρεις απεσταλμένους του στην Κων/πολη (Απρίλιος 1054), τον πιο έμπιστο συνεργάτη του, τον καρδινάλιο της Σίλβα-Κάνδιδα Ουμπέρτο και δύο συνοδούς του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο καρδινάλιος διάκονος Φρειδερίκος της Λοραίνης, ο μετέπειτα πάπας Στέφανος Θ΄ (1057-1058) - τον είχε φέρει επίσης μαζί του από την παλαιά του επισκοπή Τουλ στη Ρώμη όταν έγινε Πάπας -, και ο μητροπολίτης Αμάλφης Πέτρος. Στην επιστολή προς τον Αυτοκράτορα, ενώ ήδη πριν από κάποιους μήνες τον είχε προδώσει, επικυρώνοντας στους Νορμανδούς τις περιοχές της Κάτω Ιταλίας που είχαν κατακτήσει ή και επρόκειτο να κατακτήσουν (Ιούνιο 1053), τον επαινεί και επικαλείται την προστασία του στο θέμα των Νορμανδών.  Έτσι, παρ’ ότι ηττημένος, μπορούσε να επιβάλει την εκκλησιαστική του εξουσία, απογυμνώνοντας την αυτοκρατορία από τα εδάφη της στην Νότια Ιταλία. Στην επιστολή του προς τον Πατριάρχη τον επαινεί για τις ειρηνικές του διαθέσεις, ταυτόχρονα όμως τον κατηγορεί ότι ανέβηκε αντικανονικά με «αθρόον» χειροτονία στον πατριαρχικό θρόνο, ότι καταπατεί τα προνόμια των πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, ότι σφετερίζεται τον τίτλο του οικουμενικού πατριάρχη, ότι έκανε διωγμό κατά των Λατίνων, επειδή τελούσαν με άζυμα τη Θ. Ευχαριστία και ότι χρησιμοποίησε στην επιστολή του μία έκφραση που μειώνει την εκκλησία της Ρώμης έναντι αυτής της Ανατολής.
Από την εκτενή ανάλυση των επιστολών εκ μέρους του Αγ. Νεκταρίου φαίνεται ότι δεν υπήρχε απολύτως τίποτε το επιλήψιμο εκ μέρους του Πατριάρχη. Οι κατηγορίες εναντίον του ήταν ανυπόστατες: Το θέμα της «αθρόον» χειροτονίας επανειλημμένα είχε συζητηθεί και δεν απετέλεσε εμπόδιο, η χρήση του τίτλου «οικουμενικός» υπήρξε παραπάνω από 500 χρόνια χωρίς να δημιουργήσει πρόβλημα στις σχέσεις των δύο θρόνων, η κατάσταση των πατριαρχών Αλεξανδρείας και  Αντιοχείας λόγω των καταδρομών των Αράβων απαιτούσε συχνά να προβεί το Πατριαρχείο Κων/πόλεως σε εκλογή και χειροτονία αυτών των πατριαρχών, πράγμα που ήταν απόλυτα κατανοητό, επίσης για τη δήθεν έκφραση που μείωνε τον θρόνο της Ρώμης έναντι εκείνου της Κων/πόλεως στην ουσία δεν μπορούσε να γίνει λόγος, αφού υποστηρίχτηκε απλώς από τον Πατριάρχη, ότι η σύσφιξη των σχέσεων των δύο θρόνων θα οδηγούσε σε μνημόσυνο του Πάπα παντού («in toto orbo terrarum»). Μόνο στα αυτιά ενός ανθρώπου κυριευμένου από μεγαλομανία μπορούσε να ηχεί προσβλητική. Το μοναδικό ίσως επιλήψιμο σημείο ήταν ο διωγμός των Λατίνων, τον οποίο είχε πληροφορηθεί ο Πάπας. Στο θέμα αυτό είχε, βέβαια, κάθε δικαίωμα και μάλιστα και καθήκον να ζητήσει εξηγήσεις. Αλλά πρώτον δεν ήταν βέβαιος για το γεγονός και έπειτα τι νόημα είχαν όλες οι άλλες ψεύτικες κατηγορίες. Ο Πάπας, καταλήγει ο Άγιος Νεκτάριος, ήταν «πρόδηλον ότι εζήτει προφάσεις διενέξεων», όπως άλλωστε το αποδεικνύει και ο «τρόπος, καθ’ ον επολιτεύθησαν εν Κωνσταντινουπόλει οι αποκρισσάριοι αυτού και μάλιστα ο προϊστάμενος αυτών καρδινάλιος Ουμβέρτος».
Η υπερηφάνεια με την οποία εμφανιζόταν ο Ουμπέρτος εξ’ αρχής δημιούργησε ψυχρότητα ανάμεσα στους αποσταλμένους του Πάπα και τον Πατριάρχη. Επί πλέον συνέταξε στην Κων/πολη επιστολή στην οποία απολογείται εναντίον των μομφών που αποδίδονταν στους δυτικούς. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του αποδεικνύει ότι ο Κύριος τέλεσε το Μυστικό Δείπνο με άζυμα. Μέμφεται τους ανατολικούς για τον τρόπο της κοινωνίας του τιμίου Σώματος και του Αίματος του Κυρίου ενωμένα με κοχλιάριο, τους κατηγορεί ότι αναβάπτιζαν τους Λατίνους, το οποίο αρνήθηκε ο πατριάρχης Μιχαήλ, επίσης εκτοξεύει και άλλες ανυπόστατες κατηγορίες και ύβρεις όπως ότι η Ανατολή είναι η πατρίδα κάθε αίρεσης. Σε όλα αυτά απάντησε ο Στουδίτης μοναχός Νικήτας Στηθάτος αναιρώντας τα λατινικά έθιμα. Παρ’ ότι δεν τα παρουσίασε ως αίρεση αλλά ως απλή απόκλιση από την αποστολική διδασκαλία, ο Ουμπέρτος στη συνέχεια του επιτέθηκε με χυδαίους χαρακτηρισμούς. Τελικά, για να αποφευχθεί κάθε περαιτέρω ένταση, ανάγκασε ο Αυτοκράτορας τον Στηθάτο να ανακαλέσει τις θέσεις του. Ο Ουμπέρτος, βλέποντας την αναδίπλωση αυτή, έγινε ακόμα πιο σκληρός στις θέσεις του και πρόβαλε και το θέμα του filioque. Δεν μπόρεσε όμως ακόμα και με τον τρόπο αυτό να προκαλέσει τον Πατριάρχη, ο οποίος υπέδειξε ως μόνο τρόπο λύσης της διαφοράς, να τεθεί το ζήτημα συνοδικώς σε όλη την Εκκλησία. Αντί όμως να περιμένουν τη συγκρότηση συνόδου, ο Ουμπέρτος και η συνοδεία του, φουσκωμένοι από την αλαζονεία τους, εισέβαλαν το Σάββατο της 16 Ιουλίου κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας στο Ναό της Αγίας Σοφίας και κατέθεσαν  επιδεικτικά πάνω στην Αγία Τράπεζα τον αναθεματισμό του Πατριάρχη, του Λεόντος Αχρίδος και όλων όσων συμφώνησαν με αυτούς.
Χαρακτηριστικό τόσο του Πατριάρχη όσο και του Αυτοκράτορα ήταν η στάση συνδιαλλαγής, η οποία ακόμα και μετά την κατάθεση του αναθεματισμού δεν διακόπηκε. Άφησαν τον Ουμπέρτο και τη συνοδεία του παρά την τόσο προκλητική και επηρμένη συμπεριφορά τους να φύγουν ανενόχλητοι από την Κων/πολη. Μάλιστα ο Αυτοκράτορας έφθασε ακόμα και στο σημείο να τους καλέσει, ενώ ήδη βρίσκονταν στη Σηλυβρία, να επιστρέψουν προκειμένου να συμβάλουν σε μια συνοδική λύση του ζητήματος, αλλά αρνήθηκαν. Μόνο μετά από όλες αυτές τις προσπάθειες συγκλήθηκε τελικά η Ενδημούσα σύνοδος της 24ης Ιουλίου , η οποία αναθεμάτισε το έγγραφο, όσους το συνέταξαν, το παρέδωσαν και γενικά συνεργάστηκαν σε αυτό.

  • Δεῖτε το ἐδῷ σε μορφῇ  PDF.