Translate

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΛΕΩΝ ΜΠΡΑΝΓΚ (Δρ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ), ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΟΥΝ ΟΙ ΠΑΠΙΚΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ (50): Η ΑΠΟΣΧΙΣΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΑ, ΑΓΙΑ, ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Τι δεν κατανοούν οι Παπικοί από την Ορθοδοξία (50)


H απόσχισις του Παπισμού από την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού
Του Λέοντα Μπράνγκ, Δρ Θεολογίας
Η εξωτερική αφορμή του σχίσματος του 1054 ήταν η διεκδίκηση και εκ μέρους των Φράγκων και εκ μέρους του Πάπα της Κάτω Ιταλίας. Ήδη επί Όθωνος Α΄ είχε ξεκινήσει το ενδιαφέρον των Φράγκων για τον έλεγχο της περιοχής αυτής. Αρχικά επί Πιπίνου του Βραχέως οι Φράγκοι είχαν νικήσει τους Λογγοβάρδους (754) και ο Καρλομάγνος το 774 κατέκτησε το βασίλειο της Παβίας και το προσάρτησε στην επικράτειά του. Αφού μετά το θάνατό του με το διαμελισμό του βασιλείου απετέλεσε το κέντρο αρχικά του καρολίγγειου και έπειτα του οθώνειου βασιλείου της Ιταλίας, ο Όθων Α΄ κατά την τρίτη του εκστρατεία στην Ιταλία (966-972) προχώρησε προς την κατάκτηση της Κάτω Ιταλίας, ερχόμενος έτσι σε άμεση σύγκρουση με τους Ρωμαίους αυτοκράτορες της ορθόδοξης Ανατολής. Μέσα στο πλαίσιο αυτό των διεκδικήσεων των Φράγκων αναβαθμίστηκε εκ μέρους της ορθόδοξης Ανατολής η Κάτω Ιταλία και εκκλησιαστικά. Στην περιοχή, που εκκλησιαστικά υπαγόταν στο Πατριαρχείο Κων/πόλεως από την εποχή του πάπα Λέοντος Γ΄ (795-816), ο πατριάρχης Πολύευκτος (956-970) δημιούργησε τώρα με συναίνεση του αυτοκράτορα Νικηφόρου αρχιεπισκοπή στο Οτράντο με εξαρτημένες από αυτήν πέντε επισκοπές. Επίσης απαγορεύτηκε η λατινική γλώσσα για τη λατρεία σε όλη την Καλαβρία και Απουλία. Ο γάμος του υιού του Όθωνα Β΄ με την βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ (972) οδήγησε σε μια εξομάλυνση των σχέσεων. Τα πράγματα άλλαξαν όμως πάλι με τις αξιώσεις του Ερρίκου Γ΄ (1039-1056) για την Κάτω Ιταλία. Παράλληλα και οι πάπες, ενώ ουσιαστικά λόγω της μεγάλης διαφθοράς κατά τον 10ο και στις αρχές του 11ου αιώνα δεν ήταν σε θέση να προβάλλουν αξιώσεις, με δύο τρόπους δεν έπαυσαν να δρουν κατά τον Άγιο Νεκτάριο: από τη μια πλευρά διέδιδαν παντού στη Δύση συκοφαντίες για τις δήθεν αιρέσεις στην ορθόδοξη Ανατολή και από την άλλη διεκδικούσαν τις επαρχίες της Κάτω Ιταλίας. Ο Ερρίκος Γ΄ ενισχύθηκε με τις διεκδικήσεις του, όταν ανέβηκε στον παπικό θρόνο ο Λέων Θ΄ (1049-1054), ο οποίος ως δεύτερος εξάδελφος του αυτοκράτορα είχε προωθηθεί στη θέση αυτή από τον ίδιο τον Ερρίκο.
Ένθερμος οπαδός του μεταρρυθμιστικού κλουνιακού τάγματος της Βουργουνδίας (ιδρύθηκε το 910), ο Λέων Θ΄ προώθησε ήδη ως επίσκοπος Τουλ τη μοναστική αυτή μεταρρύθμιση, διοργανώνοντας τα επισκοπικά μοναστήρια της επαρχίας του σύμφωνα με τις αρχές του τάγματος. Επίσης διόρισε ως γραμματέα και πιο έμπιστο συνεργάτη του τον Ουμπέρτο, ηγούμενο μοναστηρίου του κλουνιακού τάγματος και μετέπειτα καρδινάλιο της Σίλβα-Κάνδιδα. Τον πήρε κοντά του στη Ρώμη μαζί με άλλα σημαίνοντα στελέχη και συνεργάτες του, όπως τον νεαρό μοναχό του Κλουνιακού Χίλντεμπραντ, τον μετέπειτα πάπα Γρηγόριο Ζ΄ (1073-1085) - πρωταγωνιστή στον περί «Περιβολής» αγώνα, για τον οποίο είχαμε μιλήσει σε άλλη ενότητα -, όπως και τον Φρειδερίκο της Λοραίνης, τον μετέπειτα πάπα Στέφανο Θ΄ (1057-1058), - συνεχιστή των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών του Λέοντος Θ΄.
Μόλις ενθρονίστηκε ως πάπας Λέων Θ΄, εκτός από τον αγώνα εναντίον της σιμωνίας και του ανήθικου βίου των κληρικών, βασικό του μέλημα ήταν η ενίσχυση του παπικού θεσμού - την επέτυχε με πολλά ταξίδια στην Ιταλία, Γερμανία και Γαλλία και με μεταρρυθμιστικές συνόδους στις οποίες προΐστατο - όπως και η διεκδίκηση της Κάτω Ιταλίας. Έτσι διόρισε τον Ουμπέρτο τιτουλάριο επίσκοπο της Σικελίας (1050) και, ενώ επίσημα φάνηκε ότι αναζητούσε τη συμμαχία του βυζαντινού αυτοκράτορα εναντίον των Νορμανδών, στην πράξη πρόδωσε αυτή τη συμμαχία. Οι Νορμανδοί, οι οποίοι εκκλησιαστικά προτιμούσαν το παπικό καθεστώς, απέδωσαν τις κατακτημένες περιοχές των βυζαντινών επαρχιών της Κάτω Ιταλίας στον παπικό θρόνο.

Με το δεδομένο αυτό βρήκε ο Πάπας τη μοναδική ευκαιρία, παρά τη συμμαχία του με τον βυζαντινό αυτοκράτορα, να επιβάλει τα λατινικά έθιμα στις βυζαντινές επαρχίες και, καθαιρώντας τον βυζαντινό αρχιεπίσκοπο Σιπόντου, να εντάξει την αρχιεπισκοπή αυτή στην λατινική αρχιεπισκοπή Βενεβέντου.
Οι πράξεις αυτές του πάπα Λέοντα μαρτυρούν σαφέστατα με την προκλητικότητά τους την ύπουλη στόχευσή του. Προφανώς ήθελε να οδηγήσει την κατάσταση στα άκρα, ώστε στη συνέχεια θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ο αναθεματισμός της ορθόδοξης Ανατολής.