Translate

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ (ΚΑΝΟΝΟΛΟΓΟΣ), ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ «ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ Ή ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ» ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ


 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ «ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ Ή ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ» ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
  • Περίληψη κανονικο-δογματικής μελέτης –

Του
Κυριάκου Κυριαζόπουλου
καθηγητή (επ.) του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.

    Η Ψευδο-Σύνοδος της Κρήτης εισήγαγε «συνοδικώς», δηλ. δεσμευτικά για τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες που συμμετείχαν, την Παναίρεση του Οικουμενισμού. Ο Οικουμενισμός, Διαχριστιανικός και Διαθρησκειακός, είναι Νεο-γνωστικισμός ή Θρησκευτικός Συγκρητισμός, και αναμειγνύει την Ορθοδοξία με αιρέσεις, με θρησκεύματα, με φιλοσοφικά συστήματα, με τον Σατανισμό. Τον πολέμησαν σθεναρά οι Απόστολοι, όπως ο Ιωάννης και ο Παύλος, και οι Πατέρες των πρώτων χριστιανικών αιώνων, όπως ο Άγιος Ειρηναίος, Επίσκοπος Λουγδούνου (σημερινής Λυών της Γαλλίας) στο έργο του «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως». Διότι ανατρέπει συνολικά την Ορθόδοξη πίστη, μέσω της αντιπατερικής ή μεταπατερικής θεολογίας, η οποία αλλοιώνει τους θεολογικούς όρους με δαιμονικές και ορθολογιστικές ερμηνείες τους.
    Η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη ή Πανορθόδοξη Σύνοδος» δεν είναι Ορθόδοξη Σύνοδος, αλλά Ψευδο-Σύνοδος. Τούτο σημαίνει ότι δεν είναι έγκυρη, ούτε αυτοδικαίως άκυρη, αλλά είναι ακυρώσιμη, ήτοι μπορεί να ακυρωθεί από μια όντως Ορθόδοξη Πανορθόδοξη Σύνοδο, η οποία μπορεί ενδεχομένως να συγκληθεί στο μέλλον. Αυτή η Ψευδο-Σύνοδος συγκλήθηκε ουσιαστικά από το Υπουργείο Εξωτερικών  των ΗΠΑ δια στόματος της κυρίας Ελισάβετ Προδρόμου, αξιωματούχου του ίδιου Υπουργείου και Ειδικής Συμβούλου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο.
    Οι λόγοι για τους οποίους η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη ή Πανορθόδοξη Σύνοδος» είναι Ψευδο-Σύνοδος είναι οι ακόλουθοι:
1 – Δεν καταδίκασε την Παναίρεση του Οικουμενισμού, αλλά την εισήγαγε «συνοδικώς», δηλ. δεσμευτικά για τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες που συμμετείχαν.
2 – Στην Ψευδο-Σύνοδο δεν συμμετείχαν όλες οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, αλλά μόνον δέκα (10), που εκπροσωπούν μόνο το ένα τρίτο (1/3) των Ορθοδόξων πιστών, ενώ τέσσερις (4) Αυτοκέφαλες δεν συμμετείχαν που εκπροσωπούν τα δύο τρίτα (2/3) των Ορθοδόξων.
3 – Η Ψευδο-Σύνοδος συγκλήθηκε χωρίς έγκυρη απόφαση σύγκλησης, δηλ. κατά παράβαση της πάγιας αρχής της ομοφωνίας στη συνεργασία των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, δεδομένου ότι δεν υπογράφηκε από το Πατριαρχείο Αντιοχείας.
4 – Λειτούργησε χωρίς έγκυρο κανονισμό, δηλ. κατά παράβαση της πάγιας αρχής της ομοφωνίας στη συνεργασία των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, δεδομένου ότι δεν υπογράφηκε από το Πατριαρχείο Αντιοχείας.
5 – Είχε, μη έγκυρα, στην ημερήσια διάταξή της ως θέματα το σχέδιο κειμένου «Το μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού», το οποίο δεν είχε υπογραφεί από τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Γεωργίας στη Σύναξη των Προκαθημένων του Σαμπεζύ του Ιανουαρίου 2016, όπως και τα λοιπά πέντε (5) σχέδια κειμένων τα οποία δεν είχαν υπογραφεί από το Πατριαρχείο Αντιοχείας, δηλ. κατά παράβαση της πάγιας αρχής της ομοφωνίας στη συνεργασία των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών.
6 – Μέλη με αποφασιστική ψήφο στην Ψευδο-Σύνοδο δεν ήταν οι συμμετέχοντες Αρχιερείς, αλλά οι δέκα (10) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες [τόσο κατά το πρότυπο του Συνεδρίου Εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης του 1923 επί Πατριάρχη Μελετίου Δ΄ (Μεταξάκη), το οποίο επέτρεψε στις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες να εισάγουν καινοτομίες (νέου εορτολογίου, δευτέρου γάμου κληρικών κλπ.) όσο και κατά το πρότυπο του λεγόμενου Παγκοσμίου Συμβουλίου «Εκκλησιών], ενώ όλα τα είδη Ορθοδόξων Συνόδων έχουν ως μέλη τους μόνον Αρχιερείς με αποφασιστική ψήφο, κατά την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και κατά το κοινό Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο. Τούτο συνιστά εκκλησιολογική αίρεση.
7 – Η Ψευδο-Σύνοδος αυτοαναγορεύθηκε σε ανώτατη αυθεντία σε θέματα πίστης, πράγμα το οποίο συνιστά αίρεση, ενώ η ανώτατη αυθεντία σε σχέση με το απλανώς θεολογείν (ή το αλάνθαστο σε θέματα πίστης) ανήκει μόνο στο Σώμα της Εκκλησίας (δηλ. στις Συνόδους των Συνοδικών Αρχιερέων, εφόσον οι αποφάσεις τους σε θέματα πίστης εκ των υστέρων εγκρίνονται από τους λοιπούς Αρχιερείς και γίνονται δεκτές από τους λοιπούς κληρικούς, τους μοναχούς και τους λαïκούς, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και το κοινό Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο.
8 – Στις «συνοδικές» (ή δεσμευτικές) αποφάσεις της η Ψευδο-Σύνοδος απαρνήθηκε την Ορθόδοξη μέθοδο επιστημονικής θεολογίας, και υιοθέτησε την αντιπατερική ή μεταπατερική δαιμονική θεολογία, η οποία συνδυάζει την αλήθεια με το ψεύδος, ως μέθοδο δήθεν «Ορθόδοξης» θεολογίας στα πλαίσια της Νέας Εποχής, καθ’ υπόδειξη του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ δια στόματος της ανωτέρω αναφερόμενης κυρίας Ελισάβετ Προδρόμου.
9 – Η συμμετοχή στην Ψευδο-Σύνοδο όχι του Κανονικού Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίου, αλλά του Ιερώτατου Αρχιεπισκόπου Θαβωρίου κ. Θεοφίλου, ο οποίος εξελέγη αντικανονικά στον Πατριαρχικό Θρόνο Ιεροσολύμων, διότι αντικανονικώς και αυθαιρέτως η λεγόμενη «Πανορθόδοξη Αγία και Ιερά Σύνοδος» αποφάσισε στις 24-5-2005 την έκπτωση του Κανονικού Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίου, κατόπιν πολιτικής παρέμβασης, χωρίς κατηγορητήριο και χωρίς δίκη, και χωρίς να υφίσταται κανονική παραίτησή του από τον Πατριαρχικό Θρόνο.
10 – Ο Κανονικός Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίος, με το υπ’ αριθ. 86/20-6-2015 Διάγγελμά του προς το Ποίμνιό του, τους Αγιοταφίτες, τους Προκαθημένους των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών και το Χριστεπώνυνο Πλήρωμα της ανά την Οικουμένη Ορθοδοξίας, καθιστά σαφές ότι καταψηφίζει τις αποφάσεις της Ψευδο-Συνόδου, οι οποίες εισάγουν «συνοδικώς» την Παναίρεση του Οικουμενισμού, και κατά συνέπεια, 1) δεν είναι έγκυρη η θετική ψήφος για τις εν λόγω αποφάσεις του Αρχιεπισκόπου Θαβωρίου κ. Θεοφίλου, ο οποίος εξελέγη αντικανονικά στον Πατριαρχικό Θρόνο Ιεροσολύμων, αλλά είναι έγκυρη η αρνητική ψήφος του Κανονικού Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίου, και 2) δεν ελήφθησαν εγκύρως οι αποφάσεις της Ψευδο-Συνόδου, διότι δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των δέκα (10) Αυτοκεφάλων που συμμετείχαν στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο (όπως ορίζει ο, κατά τα ανωτέρω, μη έγκυρος Κανονισμός της), δεδομένου ότι ο Κανονικός Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίος καταψήφισε τις αποφάσεις της ίδιας Ψευδο-Συνόδου.
    Η Παναίρεση του Οικουμενισμού εισήχθη «συνοδικώς» μέσω της δογματικής απόφασης της Ψευδο-Συνόδου με τον τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Αυτή η δογματική απόφαση αλλοιώνει δογματικά τα άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως «Και εις το Πνεύμα το Άγιον … το εκ του Πατρός εκπορευόμενον», «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν» και «Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών». Διότι:
Α - Αναγνωρίζει τον Παπισμό ως Εκκλησία εντασσόμενη στο «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», χωρίς οι εκπρόσωποι και οι οπαδοί του να μετανοήσουν για τις πλάνες τους, το μη προβλεπόμενο στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και στο Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο  «δογματικό» πρωτείο επισκοπικής εξουσίας επί όλης της Εκκλησίας, το filioque (που έχει καταδικαστεί από την Η΄ Οικουμενική Σύνοδο και το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο της Πίστεως «Και εις το Πνεύμα το Άγιον… το εκ του Πατρός εκπορευόμενον…», τη νεοπλατωνική, αυγουστίνια, σχολαστική, θεολογία η οποία δεν έχει καμία σχέση με την Ορθόδοξη Πνευματικότητα της θεραπευτικής μεθόδου της κάθαρσης – φωτισμού – θέωσης κλπ. Σημειωτέον ότι ο Παπισμός έχει καταδικαστεί δογματικά από τουλάχιστον δεκαπέντε (15) Συνόδους, Οικουμενικές, Αγίες και Μεγάλες ή Ενδημούσες, ετών 879, 1009, 1054, 1341, 1347, 1351, 1441, 1443, 1450, 1484, 1722, 1727, 1838, 1848 και 1895. Γι’ αυτούς τους λόγους είναι ανίσχυρες 1) οι Εγκύκλιοι του 1902 και ιδίως του 1920, όταν οι αιρετικοί (ή ετερόδοξοι), για πρώτη φορά σε Ορθόδοξα εκκλησιαστικά κείμενα (ή δογματικά και συμβολικά μνημεία), ονομάστηκαν «αναδενδράδες (= κλάδοι) του Χριστιανισμού» και «Εκκλησίες», 2) η άρση της ακοινωνησίας με τους Παπικούς (με τον παραπλανητικό ως προς τους Ορθοδόξους τίτλο «άρση αναθεμάτων») του 1965, και 3) το Κείμενο του Μπαλαμάντ του 1993 της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής Παπικών και Ορθοδόξων, με το οποίο διαπιστώνεται ότι ο Παπισμός δεν είναι αίρεση, αλλά «αδελφή Εκκλησία» με έγκυρα μυστήρια.
Β – Αναγνωρίζει, μαζί με τον Παπισμό, και τις λοιπές αιρέσεις, Μονοφυσίτες, Παλαιοκαθολικούς, Αγγλικανούς και λοιπούς Προτεστάντες ως Εκκλησίες εντασσόμενες στο «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν». Σημειωτέον ότι ο Μονοφυσιτισμός έχει καταδικαστεί από την Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ και Ζ΄ Οικουμενικές Συνόδους και συνεπώς, ως προσκρούουσα σε αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους, είναι  ανίσχυρη η Β΄ Κοινή Δήλωση του Σαμπεζύ το 1990, η οποία διαπιστώνει δήθεν χριστολογική συμφωνία με τους μονοφυσίτες. Οι Προτεστάντες έχουν καταδικαστεί από τουλάχιστον τρείς (3) Συνόδους, Μείζονες Ενδημούσες και Ενδημούσες, των ετών 1638, 1642 και 1691.
Γ – Αναγνωρίζει το Παγκόσμιο Συμβούλιο των «Εκκλησιών», τα κείμενά του και τους σκοπούς του, ήτοι:
1) Ότι εν λόγω Παγκόσμιο Συμβούλιο είναι «Αδελφότητα Εκκλησιών», στη βάση της ισότητας ως προς την κατεχόμενη από αυτές θεολογική αλήθεια (αρθ. 1 Καταστατικού ΠΣΕ). Δηλ. όταν μια Εκκλησία (ορθόδοξη ή προτεσταντική) γίνει μέλος του Π.Σ.Ε. αναγνωρίζει ως Εκκλησίες τις λοιπές ορθόδοξες ή προτεσταντικές Εκκλησίες – μέλη.
2) Ότι οι «Εκκλησίες – μέλη του» (12 Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και περίπου 340 Προτεσταντικές «Εκκλησίες») έχουν στόχο την ορατή ενότητά τους, η οποία είναι διαφορετική από την ενότητα εν Χριστώ των Ορθοδόξων Εκκλησιών (αρθ. 3 Καταστατικού ΠΣΕ). Δηλ. έχουν ως στόχο τους την ενότητα της «Εκκλησίας του Οικουμενισμού» ή της Πράσινης Παγκόσμιας Θρησκείας του Σατανά, με βάση τη λεγόμενη «βαπτισματική θεολογία» (του Κειμένου Β.Ε.Μ. της Λίμα – Περού το 1982 για μερική αποδοχή των ετερόδοξων τελετών βαπτίσματος, ευχαριστίας και ιερωσύνης), δηλ. την ένταξη στην ακόμη αόρατη αδιαίρετη Εκκλησία «Εκκλησία του Οικουμενισμού» («θεολογία της ενωμένης αόρατης, αλλά διαιρεμένης ορατής Εκκλησίας») των Χριστιανών εν γένει μέσω βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδος χωρίς να απαιτείται ούτε ο κανόνας του τύπου της τριπλής κατάδυσης στο νερό ούτε η ακριβής Ορθόδοξη πίστη. Η μεν  «θεολογία της αδιαίρετης αόρατης Εκκλησίας» αλλοιώνει δογματικά το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», η δε «βαπτισματική θεολογία» αλλοιώνει δογματικά το άρθρο «Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών».
    Το εκκλησιολογικό κείμενο «Προσκεκλημένοι να είμαστε η Μία Εκκλησία (= του Οικουμενισμού) (Called to be the One Church)» της 23-2-2006 της Θ΄ Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου «Εκκλησιών» στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας το 2006, το οποίο αποδέχθηκε η πλειονότητα των Ορθοδόξων εκπροσώπων, αμφισβητεί και προσβάλλει δογματικά το άρθρο της Πίστεως «Εις Μίαν… Καθολικήν… Εκκλησίαν» και συγκεκριμένα τις ιδιότητες της «Μίας» (δηλ. της ενότητας στην πίστη των τοπικών ορθοδόξων εκκλησιών) και της «Καθολικής» (δηλ. της πληρότητας της πίστης). Διότι οι εν λόγω  Ορθόδοξοι εκπρόσωποι αποδέχθηκαν το εν λόγω κείμενο το οποίο προβλέπει:
1 – Η Ορθόδοξη Εκκλησία , της οποίας δώδεκα (12) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι μέλη του Π.Σ.Ε., δεν αποτελεί καθ’ εαυτήν την Καθολική Εκκλησία, αλλά η Καθολική Εκκλησία ταυτίζεται με την «Εκκλησία του Οικουμενισμού». Κατά την παρ. 6 του εν λόγω εκκλησιολογικού κειμένου, «… Κάθε εκκλησία (είτε ορθόδοξη είτε προτεσταντική) είναι η Καθολική Εκκλησία, αλλά δεν είναι το σύνολο αυτής. Κάθε εκκλησία (Ορθόδοξη ή προτεσταντική) εκπληρώνει την καθολικότητά της σε κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες. Επιβεβαιώνουμε ότι η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζεται πιο ορατά στη συμμετοχή στη θεία κοινωνία και σε αμοιβαία αναγνωρισμένους και συμφιλιωμένους (δηλ. χωρίς ακριβή Ορθόδοξη πίστη) κληρικούς» (“… Each church is the Church catholic, but not the whole of it. Each church fulfils its catholicity when it is in communion with the other churches. We affirm that the catholicity of the Church is expressed most visibly in sharing holy communion and in a mutually recognized and reconciled ministry”).
2 – Είναι θεμιτή η ύπαρξη ποικιλίας δογμάτων μέσα στην «Εκκλησία του Οικουμενισμού», δηλαδή η ενότητα μέσα στη διαφορετικότητα των πίστεων (unity in diversity), ήτοι η περιεκτικότητα των πίστεων (comprehensiveness) αντί της αποκλειστικότητας της ακριβούς Ορθόδοξης πίστης (exclusiveness). Κατά την παρ.5 του ίδιου εκκλησιολογικού κειμένου, «… Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν διαφορετικές εκκλησιολογικές αφετηρίες και ένα φάσμα απόψεων για τη σχέση της «Εκκλησίας του Οικουμενισμού» με τις εκκλησίες (μέλη του ΠΣΕ, ορθόδοξες ή προτεσταντικές). Μερικές διαφορές εκφράζουν .. την καλοσύνη… Άλλες διαφορές διαιρούν την «Εκκλησία του Οικουμενισμού», αυτές πρέπει να υπερπηδηθούν… έτσι ώστε ο χωρισμός και η απόκλιση να μην έχουν την τελευταία λέξη…» (… We acknowledge that there are different ecclesiological starting points, and a range of views on the relation of the Church to the churches. Some differences express… goodness… Other differences divide the Church, these must be overcome… so that separation and exclusion do not have the last word”).  
    Και το εκκλησιολογικό κείμενο «Δήλωση Ενότητας – Αναθεωρημένη (Unity Statement - Revised» της 10ης Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στο Πουσάν της Νοτίου Κορέας (8-11-2013), το οποίο αποδέχθηκαν επίσης οι περισσότεροι Ορθόδοξοι εκπρόσωποι, αναφέρεται σε “διαιρέσεις μεταξύ των εκκλησιών μας και μέσα σε αυτές (divisions among and within our churches)“ (παρ. 14), δηλ. δεν αναφέρεται σε αιρετικές αποσχίσεις των αιρετικών από την Αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία. Η παρ. 15 του ίδιου κειμένου, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Σε πιστότητα προς την κοινή κλήση μας, θα επιζητήσουμε μαζί την πλήρη ορατή ενότητα της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας όταν θα εκφράσουμε την ενότητά μας γύρω από τη μία Τράπεζα του Κυρίου (In faithfulness to this our common calling, we will seek together the full visible unity of the One, Holy, Catholic and Apostolic Church when we shall express our unity around one Table of the Lord)».Επιβεβαιώνεται δηλ., μετά το ανωτέρω κείμενο του Πόρτο Αλέγκρε, και σε αυτό το κείμενο του Πουσάν, ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία δεν είναι η Αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά η νέα «Εκκλησία του Οικουμενισμού» ή η Πράσινη Παγκόσμια Θρησκεία του Σατανά, ο οποίος είναι ο «Κύριος» αυτού του κειμένου και η προγραμματιζόμενη Τράπεζά του είναι η «Τράπεζα των δαιμονίων».
    Κατόπιν των ανωτέρω:
    Κατά την Παράδοση της Εκκλησίας και κατά την Πατερική Θεολογία (ενδεικτικά του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτη), οι Ορθόδοξοι πιστοί, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί, οφείλουν
- κατά τους Κανόνες 31ο Αποστολικό και 15ο της Πρωτοδευτέρας, με τελευταίο χρονικό σημείο κατ’ οικονομίαν διατηρήσεως της κοινωνίας, για όσους επιλέξουν την οικονομία, τη «συνοδική» εισαγωγή της «Παν)αιρέσεως (Επιστολή Αγ. Θεοδώρου Στουδίτη προς ηγούμενο Θεόφιλο), η οποία πραγματοποιήθηκε στις 25-6-2016, ημερομηνία ψηφίσεως της Παναιρετικής δογματικής απόφασης με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», οπότε έληξε πλέον η δυνατότητα της κατ’ οικονομίαν διατηρήσεως της κοινωνίας για όσους είχαν επιλέξει την οικονομία και δεν υφίσταται επομένως περαιτέρω δυνατότητα «ΑΧΡΙΚΑΙΡΙΣΜΟΥ»  -  
να παύσουν την εκκλησιαστική κοινωνία, ως εξής:
α) Οι μεν κληρικοί οφείλουν να παύσουν το μνημόσυνο της προϊσταμένης τους αρχής, εφόσον αυτή είναι Παναιρετική στο φρόνημα ή συμβιβασμένη με την Παναίρεση.
β) Οι δε μοναχοί και λαϊκοί οφείλουν να παύσουν την κοινωνία με τους κληρικούς, ιερείς και αρχιερείς, εφόσον αυτοί είναι Παναιρετικοί στο φρόνημα ή συμβιβασμένοι με την Παναίρεση.
    Όσον αφορά την Εκκλησία της Ελλάδος,  πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά την ειδησεογραφία, η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, με πρόταση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, έλαβε υπόψη της στην Έκτακτη Συνεδρίασή της του Μαϊου 2016 τα δεδομένα της διαβούλευσης επί των προσυνοδικών κειμένων μόνον των Μητροπολιτών – μελών της, αρνούμενη να λάβει υπόψη της τα δεδομένα της ίδιας διαβούλευσης που προέρχονταν από τις λοιπές τάξεις του πληρώματός της (λοιπών κληρικών, μοναχών, και λαϊκών), σε αντίθεση με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία στην οποία η Ιερά της Σύνοδος έλαβε υπόψη της τα δεδομένα της δικής της διαβούλευσης επί των αυτών προσυνοδικών κειμένων τα προερχόμενα από όλες τις τάξεις του πληρώματός της (αρχιερείς, λοιποί κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί). Τούτο αποδεικνύει ότι όσοι Μητροπολίτες από την  Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος δέχθηκαν την εν λόγω πρόταση του Αρχιεπισκόπου, ακολουθούν όχι την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, αλλά την Μη ορθόδοξη εκκλησιολογία παπικής εμπνεύσεως του γνωστού εισηγητή της. Κατ’ αυτήν, όπου Επίσκοπος  - έστω και Μη ορθοτομών, δηλ. Μη αποκόπτων τις απαγορευμένες από την Αγία Γραφή, τις Αγίες Συνόδους και τους Αγίους Πατέρες καινοτομίες, ως προστάτης του ποιμνίου της τοπικής του εκκλησίας -  εκεί Εκκλησία, κατά το γαλλικό L’ Etat c’est moi (το Κράτος είναι δικό μου) του Βασιλιά Λουδοβίκου 14ου, το οποίο αναλόγως μεταφερόμενο (mutatis mutandis) σημαίνει «ο Επίσκοπος ή ο Προκαθήμενος είναι η Εκκλησία». Επίσης, η 25μελής αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ψευδο-Σύνοδο της Κρήτης παραβίασε σαφώς την απόφαση του Μαϊου 2016 της Έκτακτης Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία έδιωσε την εντολή στην αντιπροσωπεία της να ψηφίσει στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο ότι ο Παπισμός δεν είναι εκκλησία.
    Κατόπιν των ανωτέρω, είναι σαφές ότι οι Προκαθήμενοι και οι Αρχιερείς που ανήκαν στις αντιπροσωπείες των δέκα (10) Αυτοκέφαλων Εκκλησιών διέπραξαν το εκκλησιαστικό ποινικό αδίκημα της ΑΙΡΕΣΕΩΣ, διότι οι εν λόγω Αυτοκέφαλες Εκκλησίες ψήφισαν τη δογματική απόφαση με τον τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», η οποία περιλαμβάνει τις ανωτέρω αναφερόμενες δογματικές αλλοιώσεις του Συμβόλου της Πίστεως.  Σε σχέση με την Εκκλησία της Ελλάδος, ο Προκαθήμενός της και  τα λοιπά 24 μέλη – Μητροπολίτες της αντιπροσωπείας της στην Ψευδο-Σύνοδο της Κρήτης, διέπραξαν, εκτός του εκκλησιαστικού ποινικού αδικήματος της αιρέσεως, και εκείνο της παράβασης καθήκοντος, διότι παραβίασαν την απόφαση του Μαϊου 2016 του ανώτατου οργάνου διοικήσεως της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, δηλ. της (Έκτακτης) Συνόδου της Ιεραρχίας της, η οποία έδωσε την εντολή στην αντιπροσωπεία της να ψηφίσει, στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο, ότι ο Παπισμός δεν είναι εκκλησία.
    Οι τέσσερις (4) Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες των Πατριαρχείων της Αντιοχείας, της Ρωσίας, της Βουλγαρίας και της Γεωργίας, αν αποφασίσουν ότι πρέπει να μην αναγνωρίσουν και να μην αποδεχθούν τις αποφάσεις της Ψευδο-Συνόδου της Κρήτης και μάλιστα τη δογματική απόφαση «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», η οποία εισάγει «συνοδικώς» την Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Νέο-γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, τότε:
1 - είναι υποχρεωμένες να παύσουν την κοινωνία με τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες οι οποίες συμμετείχαν στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο και συνεπώς
2 - εκκλησιολογικά στερούνται παντελώς της δυνατότητας της μεσοβέζικης λύσης, αφενός μεν να μην αναγνωρίσουν ως ορθόδοξες την Ψευδο-Σύνοδο της Κρήτης και τις αποφάσεις της και μάλιστα την εν λόγω δογματική της απόφαση, αφετέρου δε να διατηρούν την κοινωνία με τις λοιπές δέκα (10) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες που εισήγαγαν «συνοδικώς» την Παναίρεση του Οικουμενισμού,
2.Α. με τη μνημόνευση των ονομάτων των Προκαθημένων των δέκα (10) Αυτοκέφαλων από τους Προκαθημένους των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων,
2.Β. με τα συλλείτουργα κληρικών των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων με κληρικούς των (10) Αυτοκέφαλων,
2.Γ. με την ανταλλαγή γραμμάτων μεταξύ των Προκαθημένων των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων με τους Προκαθημένους των (10) Αυτοκέφαλων,
2.Δ. με τη συμμετοχή εκπροσώπων των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων σε κοινές επιτροπές διαλόγων με τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες για ένωση με αιρετικούς (ή ετεροδόξους),
2.Ε. με τη συμμετοχή Προκαθημένων και εκπροσώπων των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων σε μέλλουσες να συνέλθουν «Πανορθόδοξες Συνόδους».
    Επομένως, επιβάλλεται, προς το πνευματικό συμφέρον της Ορθοδοξίας και για τον αναγκαίο διαχωρισμό, από την επιτευχθείσα στην Κρήτη ανάμειξη, της Ορθόδοξης Αληθείας από το Οικουμενιστικό ή Νέο-γνωστικό ή Συγκρητιστικό Ψεύδος, η συγκρότηση Τοπικής Συνόδου των τεσσάρων (4) Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών για την δογματική καταδίκη των αποφάσεων και μάλιστα της δογματικής απόφασης της Ψευδο-Συνόδου της Κρήτης, προκειμένου να συνέλθουν οι ιεραρχίες των δέκα (10) Αυτοκέφαλων και να μετανοήσουν για την πραγματοποιηθείσα από αυτές ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ, ΕΞ ΑΓΑΠΗΣ, ΕΠΕΚΤΕΙΝΕ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΣΑΡΚΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΣΑΡΚΩΘΕΝΤΟΣ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ. Η εκκλησιαστική διπλωματία εκκλησιολογικώς είναι ανεπίτρεπτη επί θεμάτων Ορθόδοξης Πίστεως, διότι «φίλος μεν Πλάτων, φιλτάτη δε η Αλήθεια»  από την άποψη της ΣΩΤΗΡΙΑΣ.
    Σε πλήρη μορφή την εν λόγω μελέτη μπορείτε να αναγνώσετε στη ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ (www.theognosia.gr).

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (ΘΕΟΛΟΓΟΣ/ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ), ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
__________________
Στις 31 Ιουλίου η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του Αγίου και Δικαίου Ευδοκίμου.  Ο Άγιος Ευδόκιμος  δικαίως έχει επικληθεί  και Δίκαιος, και καθώς ψάλλομε ‘’Παντός Δικαίους μνήμη μετ’ εγκωμίων γίνεται’’. 

Ο Άγιος Ευδόκιμος  καταγόταν από την Καππαδοκία και έζησε τον 8ο αιώνα,  τα χρόνια που στην Κωνσταντινούπολη ήταν αυτοκράτορας ο Θεόφιλος (829-842), πους ως γνωστό ήταν εικονομάχος.  Παρόλο που ο εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος τον τίμησε με το υψηλό στρατιωτικό αξίωμα του στρατοπεδάρχη, ο Άγιος Ευδόκιμος  δεν συγκατένευσε στην πλάνη της εικονομαχίας, αλλά παρέμεινε Ορθόδοξος, για τούτο   ψάλλομε «τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα, ορθόδοξον φρόνημα, συ εκ νεότητος έσχηκας».

Στον α΄ Κανόνα, στην ορθρινή Ακολουθία του Αγίου ψάλλομε «Τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα, ορθόδοξον φρόνημα, συ εκ νεότητος έσχηκας, βίον ακηλίδωτον, και ευσυμπάθητον γνώμην αξιάγαστε.  Ου σύγχυσις κοσμική ουκ αρχής επικράτεια, ου δόξα επίκηρος, σου τον προς Κύριον έρωτα, ήμβλυνε Ευδόκιμε, αλλ’ ευδοκιμήσας όντως θείαις πράξεσιν.  Υψούμενος ταις ενθέοις μελέταις εκάστοτε, εχθρόν εταπείνωσας, και ιαμάτων ενέργειαν, είληφας Ευδόκιμε, κρίει δικαία του τα πάντα διευθύνοντος.  Σταλάζουσα γλυκασμόν η σορός των λειψάνων σου, πλουσίων ιάσεων, πάθη καθαίρει Ευδόκιμε, πίστει των τιμώντων σε, και καταφλέγει δαιμόνων πάσας φάλαγγας». Παρατηρούμε την Ορθόδοξη ισορροπία της εν Χριστώ ζωής, όπου η πνευματική ζωή συνηγορεί στον της Πίστεως αγώνα.

Οι γονείς του Αγίου, ο Βασίλειος και η Ευδοκία, ήταν πλούσιοι και ευσεβείς.  Ο Άγιος Ευδόκιμος ήταν πολύ ελεήμων και πολύ φιλάνθρωπος.  Παρόλο το μεγάλο στρατιωτικό αξίωμα του στρατοπεδάρχη, ο Άγιος Ευδόκιμος  παρέμεινε ταπεινός.  Στα Στιχηρά του Αγίου ψάλλομε, «Η ελεήμων καρδία και ευσυμπάθητος, ο της αγάπης λύχνος, ορφανών ο προστάτης, γυμνών και πενομένων ο σκεπαστής, σωφροσύνης το άγαλμα, των εντολών του Κυρίου ο πληρωτής, ευφημείσθω νυν Ευδόκιμος», γιατί όντως ήταν «ελεήμων καρδία και ευσυμπάθητος», «της αγάπης λύχνος» και «ορφανών ο προστάτης, γυμνών και πενομένων ο σκεπαστής».   Δεν θα αναφέρω το σύνηθες για κάποιους, ‘’αν και λαϊκός άγιασε’’,  καθότι τούτο δεν είναι εκκλησιολογικώς ορθό. 

Και όπως αναφέρεται και στην Ακολουθία του, το Άγιο λείψανό του επιτέλεσε θαύματα πολλά. «Σταλάζουσα γλυκασμόν η σορός των λειψάνων σου, πλουσίων ιάσεων», ψάλλομε στην Ακολουθία του Αγίου.  Μέρος των λειψάνων του Αγίου Ευδοκίμου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους.  Την Αγία Εικόνα του, καθότι Καππαδόκης ο Άγιος,  που έφεραν οι Μικρασιάτες κατά τον ανελέητο διωγμό του 1922, την τοποθέτησαν σε μικρό παρεκκλήσι στη Μυτιλλήνη.

«Υψηλόν τον βίον εσχηκώς, και ταις αναβάσεσι, ταις θεϊκαίς ολολαμπής γενόμενος, φωτισμόν μοι αίτησαι, ευφημούντι σου, τα σεπτά προτερήματα, οις ευδόκησας, έτυχες ων ήλπισας Ευδόκιμε» (Κανών του Αγίου, Εις τον όρθρον, Ωδή α΄).

ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ΛΑΥΡΙΩΤΗΣ, Ὁ Διωγμός γιά τήν Ὀρθόδοξο Πίστη ἀρχίζει γιά τά καλά

Ὁ Διωγμός γιά τήν Ὀρθόδοξο Πίστη ἀρχίζει γιά τά καλά

Σέ ἔκτακτη συνεδρία τῆς Γεροντίας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας στίς 12/25-7-2016, μετά ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ Πατριαρχικοῦ γράμματος πού διαβιβάστηκε ἀπό τήν Ἱερά Κοινότητα καί πού τόνιζε γιά μία ἀκόμη φορά τήν ἀντιεκκλησιαστική συμπεριφορά τοῦ Μοναχοῦ Σάββα Λαυριώτη, ζητήθηκε νά ἐπιληφθοῦν τοῦ θέματος, δηλαδή νά τιμωρήσουν τόν μοναχό Σάββα. Ἡ Μονή μέ αἰτιολογία τήν ἀνυπακοή μου στόν Καθηγούμενο καί στό Μοναστήρι,  καταπατώντας τόν ἐσωτερικό κανονισμό καί τόν καταστατικό χάρτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μέ καθαιρεῖ ἀπό τό ἀξίωμα τοῦ Προϊσταμένου, μέ τήν δικαιολογία πώς μοῦ εἶχαν γίνει συστάσεις στό παρελθόν καί ἐγώ δέν τίς λάμβανα ὑπόψιν.
Τί νά πρωτοπεῖ κάποιος γιά τούς κατά τά ἀλλά ἀγαπητούς πατέρες τῆς Λαύρας …ἐξ οἰκείων τὰ βέλη; Πρός ἐνημέρωση λοιπόν τοῦ Χριστεπωνύμου πληρώματος, (διότι ὅ,τι κάνουν θέλουν νά τό κάνουν ἐν κρυπτῷ καί παραβύστῳ) ἐξηγοῦμαι καί ἀπολογοῦμαι. Καί ἄν κάποιος πεῖ, γιατί ἀπολογοῦμε στά μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης, εἶναι γιατί δέν μέ ἀφήνουν νά ἀπολογηθῶ, οὔτε διαβάζουν τά γράμματά μου, καί αὐτό θά τό ἀποδείξω μέ ντοκουμέντα, τὰ ὁποῖα θὰ δώσω στὴ δημοσιότητα.
Ἔχω δηλώσει ἄπειρες φορές καί στήν Γεροντία καί σέ προσωπικές συζητήσεις, πώς σέ θέματα Πίστεως καί ἀνηθικότητας, δέν κάνουμε ὑπακοή, ἀλλά ἀκολουθοῦμε τίς ἐπιταγές τῶν Πατέρων, καί κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐμένα Πατέρες, μέ καταδικάζετε ἄλλη μία φορά γιά ἀντιεκκλησιαστική συμπεριφορά, διότι εὐθαρσῶς δηλώνω τήν ἀντίθεσή μου μέ τά αἱρετικά φρονήματα τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου.
Σᾶς ἐπισυνάπτω κάποια ἀπό τά λεγόμενα καί πραττόμενα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καί αὐτά ἐνδεικτικῶς διότι εἶναι πάρα πολλά, τά ὁποῖα ὅμως  ἀποδεικνύουν τά αἱρετικά φρονήματά του.
Ἐνδεικτικῶς ἀπό τίς πολλές ἐκκλησιολογικές παρεκκλίσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ἀπό τίς ὁποῖες ὁλοφάνερα προκύπτει ὅτι θεωρεῖ τούς Παπικούς ἀλλά καί τούς Προτεστάντες ὡς ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ, μέ βάση τήν αἱρετική «βαπτισματική θεολογία» τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου πού υἱοθέτησε καί προβάλλει ὁ μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης, θά ἀναφέρω μερικές. Μέ αὐτές καταφρονεῖ τούς Ἱερούς Κανόνες τῶν Ἁγίων Πατέρων, τούς ὁποίους ὑβρίζει ὡς θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως, (καί κατ’ ἐπέκτασιν βλασφημεῖται τό Ἅγιον Πνεῦμα τό ὁποῖον ὁμιλεῖ διά μέσου τῶν Πατέρων) ἐπειδή δῆθεν μᾶς κληροδότησαν τό σχίσμα.
Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι προστατεύει καί καλύπτει πλήρως τήν αἱρετική Ἀκαδημία «Θεολογικῶν» Σπουδῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ἡ ὁποία ἐπενόησε καί προβάλλει τήν «Μεταπατερική καί συναφειακή Θεολογία», τήν ὁποία προσφυῶς ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος καί ἄλλοι χαρακτήρισαν ὡς ἐπικίνδυνη αἵρεση.
Κατά τήν πρόσφατη συνάντησή του στά Ἱεροσόλυμα τόν Μάϊο τοῦ 2014 μέ τόν αἱρεσιάρχη πάπα Φραγκίσκο εἶπε: «Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία... λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καί ὁμάδες ποικίλαι... αἱ κατά τόπους ἐκκλησίαι ὡδηγήθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν... [σημ. τοῦ γράφοντος: οἱ προτεσταντικές ὁμολογίες καί κοινότητες ποικίλες καί παρασυναγωγές μεταρρυθμιστῶν ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία ἤτοι τήν Ὀρθόδοξη ἀπεσπάθησαν ἤ ἀπό τήν πρώτη καί μεγάλη καί αἱρετική ψευδοεκκλησία-κράτος τοῦ Βατικανοῦ;] Ἐρχόμεθα ὁ πάπας καί ἡμεῖς διά νά τάμωμεν ὁδούς... διά νά συνεχισθῇ ἡ πορεία τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τῆς καταντήσεως εἰς τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας». Ἀλήθεια, Πατέρες, ποιός ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς Ἁγίους Πατέρες ἐδίδαξε ὅτι ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν διαιρεῖ καί διασπᾶ τήν Ἐκκλησία, ὅτι, ἐπειδή ὑπάρχουν αἱρετικοί, ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει ἑνότητα καί εἶναι διασπασμένη; Ἡ Ἐκκλησία καί μετά τήν ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν παραμένει πάντοτε Μία, ἀκεραία καί ἀλώβητη, δέν διασπᾶται σέ πολλές ἐκκλησίες, ὅπως θέλει ὁ πατριάρχης, ἐξισώνοντας τήν Ὀρθοδοξία μέ τήν αἵρεση, τήν Μία Ἐκκλησία μέ τίς ὁμάδες τῶν κακοδόξων. Ἐπί τόσους αἰῶνες λοιπόν ἡ Ἐκκλησία ἦταν διηρημένη καί διεσπασμένη, μή ἐπιτελοῦσα τό σωτηριῶδες καί ἁγιαστικό της ἔργο, καί περίμενε νά ἔλθουν ὁ πάπας Φραγκίσκος καί ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, γιά νά τήν ἑνώσουν καί νά τήν σώσουν; Καί οἱ Ἅγιοι τόσων αἰώνων τί ἔκαναν; Προσδοκοῦσαν τούς παρουσιαζομένους σήμερον «θεόσταλτους» σωτῆρες τῆς ἑνότητος; Ἤ μᾶλλον κατά τήν πατριαρχική θέση ἔπεσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί οἱ μετά τό Σχίσμα Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες καί Ἀρχιερεῖς «θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως» καί διήρεσαν τήν Ἐκκλησία; Ἠρωτήθη σύμπασα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Πατριαρχεῖα καί Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἐάν δέχονται τούς λόγους αὐτούς καί τίς πράξεις τοῦ Πατριάρχου ἤ ὁ Παναγιώτατος αὐτογνωμόνως καί αὐθαιρέτως προχωρεῖ πρός «ἕνωσιν»; Φαίνεται, σεβαστοί Πατέρες καί ἀδελφοί, ὅτι δέν ἀναγνώσατε τό ἄριστα κατοχυρωμένο, δογματικά καί πατερικά, κείμενο πού ἐκυκλοφόρησε ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί Μοναχῶν» μέ τίτλο «Ἡ Νέα Ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου». Τό κείμενο αὐτό, τό ὑπέγραψαν ἐκτός ἀπό τά μέλη τῆς Συνάξεως καί οἱ σεβασμιώτατοι ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Δρυϊνουπόλεως Ἀνδρέας, Πειραιῶς Σεραφείμ, Γλυφάδας Παῦλος, Ζιχνῶν Ἱερόθεος, Κυθήρων Σεραφείμ, Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας Κοσμᾶς, Γόρτυνος Ἰερεμίας, Ἀντινόης Παντελεήμων (τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας), ἑκατοντάδες μοναχῶν καί κληρικῶν, καί χιλιάδες Ὀρθοδόξων πιστῶν.
Ἡ ἀναγνώριση τοῦ παναιρετικοῦ Παπισμοῦ ὡς ἐκκλησίας προκύπτει στήν πράξη καί ἀπό τήν σκανδαλώδη ὑποδοχή καί συμμετοχή τοῦ αἱρεσιάρχη καί ἀντίχριστου Πάπα στήν θρονική ἑορτή τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως στίς 30 Νοεμβρίου τοῦ 2014, κατά τήν ὁποία γιά πρώτη φορὰ μετά τό σχίσμα μνημονεύθηκε ἀπό τόν πατριαρχικό διάκονο στά εἰρηνικά τῆς Θείας Λειτουργίας ὁ πάπας ὡς κανονικός ἐπίσκοπος φέρων τό «ἐπισκοπικόν» του ὠμοφόριον. Τά ἴδια πρωτάκουστα καί πρωτοφανῆ δέν ἔγιναν καί κατά τήν ἐπίσκεψη τοῦ προηγουμένου πάπα Βενεδίκτου στήν Κωνσταντινούπολη (Νοέμβριος 2006), ὅταν τοῦ ἔψαλαν πολυχρόνιο, εἰδικά ἀπολυτίκια, τό «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», τόν ἐθυμίαζαν οἱ διάκονοι προσερχόμενο, τοῦ ἔδωσε λειτουργικό ἀσπασμό ὁ πατριάρχης μέσα στή Θεία Λειτουργία καί τοῦ ἐπέτρεψαν νά πεῖ τό «Πάτερ ἡμῶν» καί πλεῖστα ἄλλα, μέ τά ὁποῖα κουρελιάσθηκαν οἱ Ἱεροί Κανόνες, πού ἀπαγορεύουν τίς συμπροσευχές μέ τούς αἱρετικούς. Καί δέν φτάνει αὐτό, ἀλλά προχωρᾶ ἔτι περαιτέρω καί στόν διαθρησκειακό Οἰκουμενισμό.
Στήν 6ην Παγκόσμια Συνάντηση «Θρησκείας καί Εἰρήνης» στίς 4-1-1994 ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος δήλωσε: Ἐμεῖς οἱ θρησκευτικοί ἡγέτες πρέπει νά φέρουνε στό προσκήνιο τίς πνευματικές ἀρχές τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς ἀδελφοσύνης και τῆς εἰρήνης. Ἀλλά γιά νά τό πετύχουμε αὐτό πρέπει νά εἴμαστε ἑνωμένοι στό πνεῦμα τοῦ ἑνός Θεοῦ, ΡΚαθολικοί, καί Ὀρθόδοξοι, Προτεστάνται καί Ἑβραῖοι, Μουσουλμάνοι, Ἰνδοί, Βουδισταί....» Ποῖον Θεό ἐννοεῖ; Τό διευκρινίζει: « Αὐτόν πού ταιριάζει στόν καθένα»!!!  («ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ» ἀρ. 494, σελ. 23 Γενεύη 1994, καί Ὀρθόδοξος Τύπος 11-9-2009)
Πλήρης κατάργησις τοῦ Εὐαγγελίου, ὡς τήν μόνη ὁδόν σωτηρίας. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος εἴχε δηλώση (ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ, ἀρ. 523. σελ. 12, Γενεύη 1995) «Ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι ὁδοί σωτηρίας».
Στήν κοινή δήλωση πού ὑπογράφτηκε στήν διαθρησκιακή διάσκεψη στίς 10 καί 11 Αὐγούστου 2004 δικαιώνει γιά μία ἀκόμη φορά τίς ἄλλες θρησκεῖες ἀναγνωρίζοντας αὐτές ὡς συνδικαιοῦχες τῆς Θείας μακαριότητας λέγοντας: Τό θεῖο θέλημα συναντᾶται σέ κάθε θρησκεία. « Ἀδέσμευτος τύπος Μήτση, 21-9-2004».
Ἔτσι, ἅγιοι Πατέρες, παραγκωνίζει τό εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος μᾶς λέει: «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα  εἰ μή δι’ ἐμοῦ» (Ἰω. ιδ’, 6 ), καί ἀναιρεῖ πλήρως τό Κυριακό: ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται. (Μαρ. 16, 16). Οἱ δηλώσεις καί τά πιστεύω τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ἀποτελοῦν ἄρνηση τῆς σωτηριολογικῆς μοναδικότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πρίν προλάβουν νά χαρακτηρισθοῦν αἱρετικές, πρέπει νά χαρακτηρισθοῦν ὡς δηλώσεις ἀπίστων. Διότι κατά τό ἀπόστολο Παῦλο, μετέτρεψαν τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ σέ ψέμα (Ρωμ. 1, 23)
         Περίτρανη ἀπόδειξις τῶν λεγομένων μου εἶναι τό ὅτι θεωρεῖ τό ἀνίερο κοράνιο ἴσο μέ τήν Ἁγία Γραφή καί ἱερό ὅπως αὐτή!!! (Ο.Τ. 15-3-2002). Σέ ἄλλη περίστασι σέ δήλωσή του ἐπανέλαβε τό ἑξῆς βλάσφημο « Ἡ Shura (ἱερό βιβλίο τῶν μωαμεθανῶν) περιέχεται σαφῶς στά ἱερά βιβλία ποῦ ἀπεκαλύφθησαν ἀπό τόν παντοδύναμο Θεό»!   Ἐδῶ Πατέρες τί νά πρωτοσχολιάσουμε;
  Συνεπής στά πιστεύω του ὁ Πατριάρχης συνεχίζει νά μοιράζει τό κοράνιο σέ διάφορες περιστάσεις ὅπως στίς 29-10-2009 στήν ἕδρα τῆς Coca-cola στήν Ἀμερική. Τόλμησε καί ἔκανε μνημόσυνο σέ μωαμεθανούς ἀβάπτιστους εὐχόμενος νά τούς κατατάξει ὁ Θεός «ἐν σκηναῖς ἐκλεκτῶν καί Ἁγίων (ἐπισκόπου Αὐγουστίνου, ἀντιπαπικά, σ. 95).
Στίς 17-9-2009 ἀπευθύνει ἐπιστολή μέ τήν εὐκαιρία τῆς λήξης τῆς νηστείας τοῦ Ραμαζανιοῦ λέγοντας ἀνάμεσα στά ἄλλα… « Μετά τήν μακράν ταύτην περίοδον τῆς νηστείας, οὔσης καί περιόδου περισυλλογῆς, προσευχῆς καί φιλανθρωπίας, ἦλθεν ἡ στιγμή δι’ ἕκαστον μουσουλμάνον, νά ἑορτάσῃ καί νά λάβῃ τήν ἄνωθεν δικαίαν ἀντιμισθίαν… εὐχόμεθα ὑμῖν ἅπαξ ἔτι εὐλογημένον τόν ἑορτασμόν, προσευχόμενοι ὅπως ὁ Παντοδύναμος Θεός χαρίζηται εἰς ὑμᾶς πᾶσαν πνευματικήν εὐλογίαν ἄνωθεν, ἐν τῇ ἐλπίδι ὅτι ὁ κόσμος θά ζῇ ἡνωμένος…» Τί νά πρωτογράψουμε πατέρες, ἀπό αὐτά πού ἔχουν εἰπωθεῖ ἀπό τόν Παναγιώτατο. Ἄν ἐμεῖς τολμούσαμε νά εἴπωμεν τό παραμικρό ἀπό αὐτά, θά μᾶς θεωρούσατε πλανεμένους, αἱρετικούς, ἀντίχριστους, ἀποκομένους ἀπό τό σῶμα τῆς ἁγίας μας Ὀρθοδοξίας. Γιά τόν Πατριάρχη δέν ἰσχύουν αὐτά; Ἡ συνείδησή μας, ἅγιοι Πατέρες, δέν μᾶς ἐπιτρέπει πλέον νά δεχόμαστε τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο ὡς ὀρθοτομοῦντα τόν λόγον τῆς ἀληθείας, διότι ἁπλούστατα ὄχι μόνον δέν τόν ὀρθοτομεῖ ἀλλά καί ἡγεῖται δυστυχῶς τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἐσεῖς συμφωνεῖτε μέ τίς θέσεις τοῦ Πατριάρχου μας;
Συμφωνεῖτε μέ τίς ἀλλεπάλληλες ἐκκλησιολογικές παρεκτροπές του; Συμφωνεῖτε μέ τίς συνεχεῖς ἀποκλίσεις του στά θέματα τῆς πίστεως; Συμφωνεῖτε μέ τίς συμπροσευχές μέ αἱρετικούς καί ἀλλοθρήσκους, γιά τίς ὁποῖες οἱ Ἱεροί Κανόνες ἐπιβάλλουν τήν ποινή τῆς καθαιρέσεως;
Τέλος, συμφωνεῖτε ὅπως εἴπατε καί μέσα στήν Σύναξη πώς ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου εἶναι Ὀρθόδοξη; Ὅλα τά παραπάνω τά πιστεύετε καί τά πρεσβέυετε, Πατέρες; ἄν ναί τότε δηλῶστέ το φανερά πλέον, γιά νά γνωρίζουμε τά φρονήματά σας καί μή κρύβεστε ἀπό φόβο μή καί σᾶς ἀποδοκιμάσουν ἤ σᾶς προπηλακίσουν.       Ἄν πάλι ἀπό δειλία καί γιά νά κρατήσετε τίς θέσεις σας καί τίς προϊσταμενίες σας δέν μιλᾶτε, νά ξέρετε πώς ὁ Κύριος τούς δειλούς τούς κατατάσσει πρώτους στήν Κόλαση.
Γνωστές τακτικές καταστολῆς καί ἐκφοβισμοῦ, τακτικές φιμώσεως καί φαλκιδεύσεως, τακτικές στιγματισμοῦ καί ἐνοχοποιήσεως τῶν ἀντιδρώντων, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι ἀνοίκειες καί ἀντίθετες πρός τά μοναχικά ἤθη, δέν πρόκειται σέ καμμία περίπτωση νά μᾶς πτοήσουν καί νά μᾶς κάνουν νά σιωπήσουμε.
Πολύ περισσότερο δέν πρόκειται νά μᾶς πτοήσουν, ὅταν στήν προσπάθειά μας αὐτή ἔχουμε σύμμαχό μας τήν ὑπέρμαχο Θεοτόκο μας, τήν Μία καί Πρώτη καί Μεγάλη Κυρία καί Ἀφέντρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τό ὁποῖο εἶναι καί τό Περιβόλι Της, τό χορηγηθέν εἰς Αὐτήν ὑπ’ Αὐτοῦ τοῦ Υἱοῦ Της καί Θεοῦ μας καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν χορεία τῶν Ἁγιορειτῶν Ὁσίων, τῶν μαρτυρησάντων ὑπέρ τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας, καί τίς εὐχές τῶν ἁγίων γερόντων μας πού ἀνέδειξαν καί διετήρησαν ἐπί αἰῶνες τό Ἅγιον Ὄρος ὡς προμαχώνα καί προμετωπίδα τῆς Ὀρθοδοξίας μας.
Τό Ἅγιον Ὄρος καί γενικά ὁ μοναχισμός ἦταν, εἶναι, καί πρέπει νά συνεχίσει νά εἶναι ὁ θεματοφύλακας τῆς ἀμωμήτου Πίστεώς μας. Σάν Ἅγιον Ὄρος, τά 20 μοναστήρια καί ἡ Ἱερά Κοινότης, μποροῦν καί ἐπιβάλλεται νά ἐνεργήσουν συμφώνως τῇ γνώμῃ τῶν Ἁγίων τῆς διαχρονικῆς Ἐκκλησίας, ὥστε, ὅπως ἁρμόζει, νά εὐφρανθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι καί νά καταισχυνθοῦν οἱ κακόδοξοι, καί νά παύσει ὁ σκανδαλισμός γιά τήν ἀφωνία καί ἀπραξία τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Μέ τήν πράξη τους αὐτή οἱ Πατέρες τῆς Λαύρας συντάσσονται μέ τίς κακοδοξίες τοῦ Πατριάρχου καί πέρνουν τό μέρος τῶν διωκτῶν. Καί νομίζουν πώς θά μᾶς φοβήσουν καί θά σταματήσουμε τήν Ὁμολογία μας.
Σᾶς καταθέτω ταπεινῶς καί μέ πόνο πολύ ὅτι χάριτι Θείᾳ, σέ καμμία περίπτωση  δέν πρόκειται νά σταματήσω νά ὁμολογῶ τήν ἀλήθεια τῆς Πίστεώς μας καί εἰδικά ἀπό τήν στιγμή πού ὅλοι μας τήν γνωρίζουμε καί ἀναποφεύκτως θά λογοδοτήσουμε γι’ αὐτήν ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως. Ὅποιο καί ἄν εἶναι τό κόστος. Στό Ἅγιον Ὄρος δέν ἤλθαμε οὔτε γιά θέσεις οὔτε γιά ἀξιώματα. Αὐτά φαίνεται καί ἀποδεικνύεται πώς ἀπασχολοῦν ἐσᾶς Πατέρες.
Διά αὐτόν τόν λόγο σᾶς ξαναγράφω αὐτά πού ἡ Ἱερά Κοινότητα δέν ἔκανε ἀποδεκτά καί τά ἐπέστρεψε, καί παρακαλῶ νά τά προσέξετε, καί αὐτό τό λέγω ὄχι μέ ἀναίδεια καί μή σεβόμενος θεσμούς καί πρόσωπα, ὅπως ἄλλωστε σᾶς ἔγραψα παραπάνω, ἀλλά μέ πραγματική ἀγάπη πρός ὅλους καί εἰδικά στό Ἅγιον Σχῆμα πού ὅλοι μας σάν Ἁγιορεῖτες Μοναχοί φέρουμε.         
«Ἄν ὅσα λέγουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες γιά τούς αἱρετικούς καί τούς αἱρετίζοντες, γιά τούς παπικούς καί τούς φιλοπαπικούς, ἄν ὅσα εἶπε ἡ Παναγία μας γιά τούς ἐχθρούς τοῦ Υἱοῦ της καί δικούς της ἐχθρούς στούς Ζωγραφίτες Ὁσιομάρτυρες, εἶναι “ἀνοίκειοι καί ἀπαράδεκτοι χαρακτηρισμοί”, ὅπως θέλει καί ὁ νεοεποχίτικος ἀντιρατσιστικός νόμος, γιά τόν ὁποῖον τό Ἅγιον Ὄρος καί πάλιν ἐσιώπησε, τότε μέ χαρά νά τιμωρηθῶ γιά τήν συμφωνία μου μέ τούς Ἁγίους καί τήν Ἁγιορειτική Παράδοση, μέ λύπη ὅμως γιά ὅσους ἀγαπητούς Ἁγιορεῖτες ἀδελφούς μου ἐπέλεξαν νά εἶναι ἀρεστοί μέ τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως καί δυστυχῶς συντάσσονται μαζί τους. Σύγχυση καί σκανδαλισμό στίς συνειδήσεις τῶν πιστῶν δέν προκαλοῦν οὔτε οἱ μαρτυρήσαντες ἐπί Βέκκου Ἁγιορεῖτες Ὁσιομάρτυρες, οὔτε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί οἱ σύν αὐτῷ, πού ἀγωνίσθηκαν ἐναντίον τοῦ πάπα καί τῶν ἰδικῶν μας λατινοφρόνων, οὔτε οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες πού διέκοψαν τό μνημόσυνο τοῦ Ἀθηναγόρα καί τοῦ Δημητρίου».
Τέλος, δηλώνω ὅτι, χάριτι Θείᾳ, παραμένω ἀπόλυτα σταθερός καί σύστοιχος σέ ὅλα ὅσα οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ Ἁγιορεῖτες Μάρτυρες καί Ὁμολογητές τῆς Πίστεώς μας καί οἱ σύγχρονοι ἁγιορεῖτες γεροντάδες καί ἡγούμενοι, καθώς καί ἡ Ἱερά Κοινότης, διετύπωσαν καί ὡμολόγησαν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, κατά τῶν αἱρέσεων καί δή τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ καί τῶν συγχρόνων οἰκουμενιστικῶν ἀνοιγμάτων, γιά αὐτό καί διακόπτουμε τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου.
Μετά τιμῆς

Γέρων Σάββας Λαυριώτης

Υ.Γ.: Ἐντός ἐβδομάδος θά ἐκδώσουμε ὡς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, τήν Θεολογική καί ἐπιστημονική μελέτη διά ποιὸ λόγο ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης εἶναι ληστρική καί αἱρετική. Ἠδη ἔχει ἐκδώσει μελέτη καί ὁ κ. Δημ. Τσελεγγίδης, Καθηγητὴς Α.Π.Θ. τῆς Θεολογίας, καί ὁ κ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος, καθηγητής ἐκκλησιαστικοῦ κανονικοῦ δικαίου τοῦ Α.Π.Θ., δικηγόρος παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ, καί θεολόγος.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ (ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ/ΠΑΤΡΟΛΟΓΟΣ), Η «ΣΥΝΟΔΟΣ» ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΝΟΘΟΣ ΚΑΡΠΟΣ ΕΞΩΣΥΖΥΓΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ



Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Α.Π.Θ.



Η «ΣΥΝΟΔΟΣ» ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΝΟΘΟΣ ΚΑΡΠΟΣ ΕΞΩΣΥΖΥΓΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ











1. Ἡ Κωνσταντινούπολη ἐγκαταλείπει τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ ἀναγνωρίζει ἐκκλησιαστικότητα στοὺς αἱρετικούς

Ὁ συνοδικὸς θεσμὸς δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ λειτουργεῖ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ μετὰ τὶς θεωρούμενες ἀπὸ ὅλους ἑπτὰ οἰκουμενικὲς συνόδους, μὲ τελευταία τὴν Ζ´ τῆς Νικαίας (787), καὶ τὶς μετὰ ταῦτα θεωρούμενες ἀπὸ πολλούς ὡς Η´ καὶ Θ´, τὴν ἐπὶ Μ. Φωτίου δηλαδὴ τὸ 879 καὶ τὴν ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ τοῦ 1341/1351, συνῆλθαν πολλὲς σύνοδοι μὲ εὐρύτερη ἢ μικρότερη σύνθεση καὶ μὲ σπουδαῖο συνοδικὸ ἔργο. ᾽Ακόμη καὶ κατὰ τὴν Τουρκοκρατία καὶ σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ 19ου αἰῶνος πάμπολλες σύνοδοι, μὲ τὴν συμμετοχὴ τὶς περισσότερες φορὲς καὶ τῶν πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων ὡς καὶ ἱεραρχῶν ἀπὸ τὰ πρεσβυγενῆ αὐτὰ πατριαρχεῖα, ἀντιμετώπισαν τὰ ἀνακύψαντα θέματα στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα τὸν προσηλυτισμὸ Ὀρθοδόξων πιστῶν ἀπὸ παπικοὺς καὶ προτεστάντες ἱεραποστόλους. Δὲν ἔπαυσε πάντως ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὑπὸ καθεστὼς δουλείας καὶ αἰχμαλωσίας, νὰ ὀργανώνει μὲ τὴν δέουσα ἱεροπρέπεια τὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς λατρείας της. Πλὴν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Ρωσίας, ὅλες σχεδὸν οἱ ὀρθόδοξες χῶρες ἦσαν ὑπὸ τὸν Ὀθωμανικὸ ζυγό.
Ἡ παρακμὴ τῶν Ὀθωμανῶν καὶ ἡ δημιουργία νέων κρατῶν, μὲ τὴν παραχώρηση αὐτοκεφαλίας στὶς κατὰ τόπους ἐκκλησίες, ἐμείωσαν τὸ ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καὶ περιόρισαν τὴν δικαιοδοσία της, ἔδωσαν ὅμως νέα δυναμικὴ στὰ νέα ὀρθόδοξα κράτη νὰ ὀργανώσουν ἐλεύθερα τὰ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου καὶ νὰ λαμπρύνουν τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ ζωή. Οἱ μεταξύ τους βέβαια ἀνταγωνισμοὶ καὶ ἐθνοφυλετισμοί, ποὺ ἔφθασαν κάποιες φορὲς καὶ μέχρι τῶν πολεμικῶν συγκρούσεων, παρεμπόδιζαν τὴν ἔκφραση τῆς ἑνότητας τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν καὶ ἔδιναν τὴν εἰκόνα μιᾶς διεσπασμένης Ἐκκλησίας, μολονότι δὲν ὑπῆρχε τίποτε ποὺ νὰ τὶς χωρίζει στὸ δόγμα, στὴ λατρεία καὶ στὴν διοίκηση. Ἡ μετὰ τοὺς βαλκανικοὺς πολέμους καὶ τὸν α´ παγκόσμιο πόλεμο σταθεροποίηση τῆς πολιτικῆς καταστάσεως δὲν διήρκεσε πολύ, διότι ἀκολούθησαν ἡ Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1917 στὴ Ρωσία, ποὺ ἔθεσε τὴν μεγαλύτερη καὶ πιὸ δυνατὴ ὀρθόδοξη χώρα καὶ τὴν Ἐκκλησία της σὲ σκληρὸ ἀντιχριστιανικὸ διωγμό, δέσμια τῆς κομμουνιστικῆς δικτατορίας καὶ θηριωδίας, κατάσταση ποὺ ἐπεκτάθηκε σὲ λίγο καὶ στὶς ἄλλες βαλκανικὲς χῶρες, πλὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἦλθε κατόπιν ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ τοῦ 1922, μὲ τὰ ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων προσφύγων ποὺ ἐγκατέλειψαν τὶς πατρογονικές τους ἑστίες καὶ ἀπογύμνωσαν ἀπὸ ποίμνιο τὴν ἤδη ἀποδυναμωμένη ἀπὸ τὶς αὐτοκεφαλίες «Ἐκκλησία τῶν τοῦ Χριστοῦ πενήτων», ποὺ ἔγινε τώρα φτωχότερη.
Στὴν Δύση, ποὺ δὲν γνώρισε τὴν ἰσλαμικὴ τυραννία καὶ δικτατορία, ὁ Παπισμὸς γεμᾶτος ὑπερηφάνεια καὶ αὐτοπεποίθηση συγκάλεσε τὸ 1870 τὴν Α´ Βατικάνειο Σύνοδο ὡς Οἰκουμενική, καὶ ἐδογμάτισε τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλάθητο τοῦ πάπα, ἐνῶ οἱ Προτεστάντες διηρημένοι καὶ διεσπασμένοι ὀργάνωσαν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση ποὺ ὁδήγησε στὴν ἐξωτερική τους ἔστω ἑνότητα στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν». Μέσα σ᾽ αὐτὲς τὶς παγκόσμιες καὶ διαχριστιανικὲς διεργασίες θελήσαμε καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ δώσουμε τὸ παρόν, γιὰ νὰ μὴν εἴμαστε δῆθεν ἀπομονωμένοι καὶ ἀποδυναμωμένοι, ἀλλὰ ὅλος μαζὶ ὁ χριστιανικὸς κόσμος, ἑνωμένος καὶ δυνατός, νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν διπλὴ ἀπειλὴ τοῦ ἀθεϊστικοῦ Κομμουνισμοῦ καὶ τοῦ ἐπιθετικοῦ Ἰσλάμ. Ἐγκαταλείψαμε ἔτσι τὴν παραδοσιακὴ ἀντιμετώπιση τῶν Δυτικῶν ὡς αἱρετικῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς πολιτικὰ καὶ πολιτιστικὰ πιὸ ἐπικίνδυνων ἀπὸ τὸ Ἰσλάμ, καὶ ἀρχίσαμε νὰ ἐρωτοτροποῦμε μὲ τὴν Δύση μὲ τὴν περίφημη οἰκουμενιστικὴ ἐγκύκλιο τοῦ 1920, ποὺ ἀπέστειλε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο «Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», ὀνομάζοντας γιὰ πρώτη φορὰ σὲ συνοδικὸ ἔγγραφο τοὺς αἱρετικοὺς Παπικοὺς καὶ Προτεστάντες ὡς «ἐκκλησίες»1.
Κοντεύουν νὰ κλείσουν ἀπὸ τότε ἑκατὸ χρόνια, καὶ ἡ ἀντιπαραδοσιακὴ αὐτὴ καὶ ἐκκλησιολογικὰ ἀπαράδεκτη ἐκτροπὴ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως νὰ μεταμορφώσει τὶς αἱρέσεις σέ «ἐκκλησίες», νὰ χορηγήσει μὲ συνοδικὸ ἔγγραφο ἐκκλησιαστικότητα στοὺς αἱρετικούς, ἀποκτᾶ τώρα μὲ τὴν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης πανορθόδοξη συνοδικὴ κατοχύρωση μὲ τὸ προβληματικὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», ποὺ διαιρεῖ καὶ διχάζει τὴν Ἐκκλησία. Ἡ αἰχμάλωτη τώρα στὸν Οἰκουμενισμὸ τῆς Δύσεως Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως προσπαθεῖ νὰ παρασύρει καὶ νὰ πείσει τὶς ἄλλες ὀρθόδοξες τοπικὲς ἐκκλησίες, ὡς προκαθημένη καὶ ὡς Μητέρα Ἐκκλησία τῶν νεωτέρων αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, ὅτι οἱ καιροὶ ἄλλαξαν, ὅτι ἡ Πατερικὴ Παράδοση καὶ οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, ποὺ ἀπαγορεύουν τὴν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τὶς συμπροσευχές, πρέπει νὰ ἀλλάξουν, νὰ προσαρμοσθοῦν στὶς δῆθεν νέες ἀνάγκες τῶν καιρῶν, οἱ κήρυκες τῶν ὁποίων μοναδικὸ στόχο ἔχουν νὰ προκαλέσουν διαιρέσεις καὶ σχίσματα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ νὰ ἀρνοῦνται τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς σωτηρίας ἐν Χριστῷ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς τῆς μόνης Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὄντως ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς δι᾽ Αὐτοῦ σωτηρίας.


2. Μελέτιος Μεταξάκης, Ἀθηναγόρας, Βαρθολομαῖος, οἱ τρεῖς σκυταλοδρόμοι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

Ἤδη ἡ Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμιση τὸ 1924 μὲ πρωτεργάτη τὸν μασόνο πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη, ἐπιβληθεῖσα πραξικοπηματικῶς, χωρὶς πανορθόδοξη ἀπόφαση, ἐτραυμάτισε καὶ τραυματίζει σκληρὰ μέχρι σήμερα τὴν ἑορτολογικὴ ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων2, ἐνῶ ἡ ἔκτοτε ἀρξαμένη συζήτηση γιὰ σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου μὲ βασικὴ θεματολογία οἰκουμενιστική, ποὺ ὅρισε ὁ ἐν λόγῳ καινοτόμος πατριάρχης, ἔθεσε δυστυχῶς τὶς βάσεις καὶ τὰ θεμέλια ὄχι γιὰ μία ἀληθινὰ Ὀρθόδοξη Σύνοδο, ἀλλὰ γιὰ μία ψευδοσύνοδο οἰκουμενιστικῶν προδιαγραφῶν, βασικὸς στόχος τῆς ὁποίας δὲν ἦταν ἡ ἐπίλυση ἐπειγόντων καὶ φλεγόντων θεμάτων, ἀλλὰ ἡ νομιμοποίηση τῶν αἱρέσεων ὡς ἐκκλησιῶν. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι, ἐνῶ στὸν κατάλογο τῶν θεμάτων γράφτηκαν καὶ διαγράφτηκαν πολλὰ θέματα, μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὄντως φλέγοντα, ὅπως τὸ Ἡμερολογιακό, τῆς χορηγήσεως αὐτοκεφάλου καὶ ἄλλα, τὸ μόνο ποὺ παρέμεινε ἀπὸ τότε σταθερὰ καὶ δὲν ἐτόλμησε κανεὶς νὰ τὸ θίξει εἶναι τὸ θέμα «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», ἤτοι «Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα», πού, ἐπειδὴ εἶναι δεδομένες καὶ ἀμετάβλητες μὲ βάση τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες, προσπαθοῦν νὰ τὶς ἀλλάξουν καὶ νὰ προκαλέσουν νέα σχίσματα καὶ διαιρέσεις.
Ἡ μεταξάκεια περίοδος δὲν εἶχε καλὴ συνέχεια καὶ λόγῳ ἀντιδράσεων στὸ σῶμα τῆς ἱεραρχίας στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ λόγῳ ἀπροθυμίας τῶν λοιπῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν νὰ ἀκολουθήσουν τὶς καινοτομίες τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπως φάνηκε ἀπὸ τὰ ἀπαντητικὰ γράμματά τους στὶς ἀνιχνευτικὲς τῶν προθέσεών τους πατριαρχικὲς καὶ συνοδικὲς ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902 καὶ 1904 τοῦ πατριάρχου Ἰωακεὶμ τοῦ Γ´. Τὴν σκυτάλη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ παρέλαβε ἀπὸ τὸν Μεταξάκη ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ποὺ κατέλαβε τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸ 1948 μὲ βίαιη ἔξωση τοῦ προκατόχου του Μαξίμου τοῦ Ε´, πρόσωπο τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν Ἀμερικανῶν καὶ γνωστῶν μυστικῶν ἑταιρειῶν, τῶν ὁποίων ἦτο μέλος. Δὲν θὰ προχωρήσω σὲ ἄλλες ἀναλύσεις, γιατὶ τὰ πράγματα εἶναι γνωστὰ στοὺς περισσοτέρους. Αὐτὸ ποὺ ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ εἶναι ὅτι ἡ ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου ἐπιδιώχθηκε ἀπὸ τοὺς σχεδιαστὰς εἰς βάρος τοῦ κύρους καὶ τῆς ἀξιοπρέπειας τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μὲ πρωτεργάτη τὸν Ἀθηναγόρα, μὲ δύο ἀπαράδεκτες ἐκκλησιολογικὰ κινήσεις. Νὰ γίνουν μέλη τοῦ παναιρετικοῦ προτεσταντικοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν» (ποιῶν «Ἐκκλησιῶν»;) σταδιακὰ ὅλες οἱ αὐτοκέφαλες ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, πρωτοστατούσης τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ νὰ ἀρχίσει ἡ προσέγγιση μὲ τοὺς Παπικούς, οἱ ὁποῖοι τῇ ἐπιδράσει τῶν αὐτῶν κύκλων εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν αὐστηρὴ ἐκκλησιολογική τους ἀποκλειστικότητα, καὶ νὰ ἀναγνωρίζουν κάποια στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητας στοὺς ἐκτὸς τῆς παπικῆς μάνδρας Χριστιανούς. Εἶναι ἐξόχως χαρακτηριστικό, καὶ ἔχει ἐπισημανθῆ ἀπὸ πολλούς, ὅτι τὴν ἴδια ἐποχὴ ποὺ προετοιμαζόταν καὶ λειτουργοῦσε ἡ Β´ Βατικάνειος Σύνοδος (1962-1965) τὴν ἴδια ἐποχὴ καὶ μὲ παρόμοια ἐκκλησιολογικὴ γραμμὴ καλοῦσε ὁ Ἀθηναγόρας στὴν Ρόδο τὶς τρεῖς «Πανορθόδοξες Διασκέψεις» (1961, 1963, 1964) καὶ τὴν τετάρτη στὸ Chambésy τῆς Γενεύης (1968), οἱ ὁποῖες καθόρισαν καὶ τὸν πρῶτο κατάλογο θεμάτων τῆς μελλούσης νὰ συνέλθει Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου καὶ ὁδήγησαν στὶς «Διορθόδοξες Προπαρασκευαστικὲς Ἐπιτροπές» καὶ στὶς «Προσυνοδικὲς Διασκέψεις» ἀπὸ τὸ 1971 μέχρι τὴν σύγκληση τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016. Ἐπὶ πενήντα πέντε ἔτη (55) μετὰ τὴν «Α´ Πανορθόδοξη Διάσκεψη» τῆς Ρόδου (1961) καὶ ἐπὶ σαράντα πέντε ἔτη (45) μετὰ τὴν «Α´ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή» στὴν Γενεύη (1971) καὶ σαράντα ἔτη (40) μετὰ τὴν «Α´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη» στὴν Γενεύη (1976), ἑτοιμάζεται καὶ μαγειρεύεται καὶ κοσκινίζεται ἡ πολυθρύλητη καὶ προσδοκώμενη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καὶ ποιό εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης τοῦ Ἰουνίου τοῦ 2016.
Οὐδέποτε στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας χρειάσθηκε τόσος χρόνος γιὰ νὰ ἑτοιμασθεῖ μία σύνοδος, διότι οἱ σύνοδοι ἀντιμετώπιζαν πάντοτε φλέγοντα καὶ ἐπείγοντα θέματα, ποὺ δὲν ἐπέτρεπαν χρονικὲς καθυστερήσεις καὶ παρατάσεις, ἀλλὰ ἀπαιτοῦσαν ἄμεση ἀντιμετώπιση. Ποῦ ὀφείλεται ἆραγε αὐτὴ ἡ καθυστέρηση καὶ ἀδυναμία νὰ συγκαλέσουμε μία μεγάλη σύνοδο οἰκουμενικῶν προδιαγραφῶν, ποὺ νὰ ἀνταγωνίζεται, νὰ στέκεται ἐπάξια ἀπέναντι στὴν Β´ Βατικάνειο Σύνοδο, ἡ ὁποία προετοιμάσθηκε τάχιστα, ἔλαβαν μέρος 2.500 ἐπίσκοποι, ἔναντι τῶν 150 στὴν δική μας «μεγάλη» τῆς Κρήτης, διήρκεσε ὄχι μία ἑβδομάδα, ἀλλὰ δύο ἔτη, καὶ παρήγαγε θεολογικὰ κείμενα μὲ τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερα ἀσχολεῖται ἡ θεολογικὴ ἔρευνα, ἀκόμη καὶ ἡ Ὀρθόδοξη, καὶ γενικῶς συγκέντρωσε τὸ παγκόσμιο ἐνδιαφέρον ἐπὶ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, ἐνῶ ἡ δική μας χάθηκε καὶ ἐξαφανίσθηκε, ὅσο ἀκόμη διαρκοῦσε ἡ βραχύβια, μερικῶν ἡμερῶν, ζωή της; Γιατί τόση βία καὶ σπουδὴ νὰ κλείσουν γρήγορα τὰ θέματα, νὰ μὴ δίνεται ἐπαρκὴς χρόνος στὶς συζητήσεις, νὰ μὴ μετέχουν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, νὰ μὴν ἔχουν ὅλοι δικαίωμα ψήφου, νὰ μὴν εἶναι ἀνοικτὲς οἱ συζητήσεις ὄχι μόνον στοὺς δημοσιογράφους, ἀλλὰ καὶ στὸν κλῆρο καὶ στὸν λαό, καὶ νὰ φυλάσεται ἀπὸ ἀστυνομικὲς δυνάμεις ὁ περιβάλλων χῶρος; Γιατί φοβόμαστε τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἂν οἱ ἀποφάσεις μας εἶναι θεάρεστες, εὐαγγελικὲς καὶ πατερικές;


3. Γιατί διήρκεσε τόσο πολὺ ἡ προσυνοδικὴ διαδικασία;

Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι δύσκολη. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ οἱ σκοποὶ τῆς «Συνόδου» δὲν ἐκινοῦντο στὴν ὀρθόδοξη συνοδικὴ παράδοση, ἡ ὁποία βασικῶς προϋποθέτει ὅτι κάθε σύνοδος ἀκολουθεῖ καὶ σέβεται τὶς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων συνόδων «ἑπομένη τοῖς Ἁγίοις Πατράσι»• καταδικάζει τὶς συμπροσευχὲς ποὺ ἐκεῖνες ἀπαγόρευσαν καὶ τὶς αἱρέσεις ποὺ ἐκεῖνες κατεδίκασαν, σὰν νὰ εἶναι ὅλες οἱ σύνοδοι συνεδρίες μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς συνόδου. Καταπολεμεῖ καὶ ἀναθεματίζει νέες αἱρέσεις ποὺ ἐμφανίσθηκαν καὶ ἀνησυχοῦν τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιμετωπίζει ποιμαντικὰ καὶ διοικητικὰ προβλήματα καὶ γενικῶς φροντίζει νὰ τηρεῖται ἀπαρασάλευτα ἡ εὐαγγελικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοση. Τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔπραξε ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης, ἀλλὰ ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα. Ὄχι μόνο δὲν ἐπανέλαβε τὴν καταδίκη τῶν αἱρέσεων ποὺ οἱ παλαιὲς σύνοδοι κατεδίκασαν, ὅπως τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἀλλὰ ἀντίθετα τὶς ὀνόμασε ἐκκλησίες. Ἀντὶ νὰ καταδικάσει τὴν νέα παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὴν εἰσήγαγε συνοδικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία ἐπαινώντας τὰ ἀπαράδεκτα κείμενα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων καὶ τὴν ἐξευτελιστικὴ συμμετοχή μας στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλαδὴ στὸ προτεσταντικό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Αἱρέσεων». Ἀπέφυγε νὰ καταδικάσει τὶς συμπροσευχὲς μὲ τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖες ἔγιναν πλέον συρμὸς καὶ μόδα· ἀντίθετα τὶς ἐπεκύρωσε μὲ τὴν συμπροσευχὴ τῶν ἑτεροδόξων παρατηρητῶν στὶς διάφορες ἀκολουθίες. Δὲν ἀσχολήθηκε, ἀντίθετα διέγραψε ἀπὸ τὴν θεματολογία τὸ καυτὸ καὶ ἐπεῖγον θέμα τοῦ Ἡμερολογίου, δὲν ἔλυσε τὸ θέμα τῆς Διασπορᾶς οὔτε τοῦ αὐτοκεφάλου, καὶ ἁπλῶς ἐνόμισε ὅτι καλύπτει ὅλα αὐτὰ τὰ κενὰ μὲ γενικόλογες θεολογικὲς διακηρύξεις στὸ μήνυμα καὶ στὴν ἐγκύκλιο ποὺ ἐξαπέστειλε.
Ἡ ὀρθόδοξη καὶ παραδοσιακὴ ἀντιμετώπιση ὅλων αὐτῶν τῶν θεμάτων δὲν ἦταν ἐπιθυμητὴ στοὺς σχεδιαστὰς τῆς «Συνόδου». Σὲ κάθε φάση τῆς μακρόχρονης προετοιμασίας ἡ ἀγρυπνοῦσα συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ἤγειρε ἀντιρρήσεις. Σεβαστοὶ Γέροντες καὶ Ἅγιοι νεώτεροι τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ μαχητικοὶ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας, τὸ Ἅγιον Ὄρος σύσσωμο, ἡ πάλαι ποτὲ παραδοσιακὴ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, πολλοὶ καθηγηταὶ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, χριστιανικὲς ἀδελφότητες καὶ σωματεῖα, καὶ πλῆθος πιστῶν, ἀντιδροῦσαν στὴν σύγκληση τῆς Συνόδου3, διότι ἐγνώριζαν τοὺς ἀντορθόδοξους στόχους της. Δὲν εἴχαμε ἐδῶ τὸν ἀλάθητο καὶ πρῶτο πάπα γιὰ νὰ κάνει ὅ,τι θέλει, ὅπως ἔκανε μὲ τὴν Β´ Βατικάνειο Σύνοδο, ἡ ὁποία ἂς σημειωθεῖ, παρὰ τὶς κάποιες ἐκσυγχρονιστικὲς καὶ προτεσταντίζουσες ἀποφάσεις της, δὲν ἔθιξε καθόλου τὰ οὐσιώδη ἐκκλησιολογικὰ δόγματα τοῦ Παπισμοῦ. Καθυστεροῦσαν, λοιπόν, κοσκίνιζαν καὶ μαγείρευαν οἱ μάγειροι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μέχρις ὅτου ἀλλάξουν ἐπὶ τὸ εὐνοϊκώτερο οἱ συνθῆκες γιὰ τὴν σύγκληση τῆς οἰκουμενιστικῆς τους «Συνόδου». Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς μακροχρόνιας προετοιμασίας καὶ ἀντιπαραδοσιακῆς καθυστέρησης. Δὲν τοὺς ἔβγαινε ἡ οἰκουμενιστική «Σύνοδος», ποὺ θὰ διέκοπτε τὴν συνέχεια τῆς Συνοδικῆς Πατερικῆς Παραδόσεως.
Ἡ αἰφνίδια ἐπίσπευση τῆς σύγκλησης τῆς «Συνόδου» ἀπὸ τὸν τρίτο μεγάλο σκυταλοδρόμο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὸν πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, μετὰ τοὺς Μελέτιο Μεταξάκη καὶ Ἀθηναγόρα, ὀφείλεται στὴν ἐκτίμηση, ὅτι τὸ κλῖμα τώρα εἶναι εὐνοϊκό. Ἡ παραδοσιακὴ καὶ συντηρητικὴ μέχρι τοῦ ἀειμνήστου ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἄλλαξε πορεία καὶ πλεύση πρὸς τὸν Οἰκουμενισμό· στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔχουν ἐμφυτευθῆ οἰκουμενιστικοὶ πυρῆνες ποὺ τὸ διχάζουν καὶ τὸ ἐμποδίζουν νὰ ἐκφρασθεῖ παραδοσιακά· οἱ Θεολογικὲς Σχολὲς ἔχουν υἱοθετήσει μὲ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν καθηγητῶν τὸ οἰκουμενιστικὸ ψευδοόραμα, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ὑποστήριξη τῆς ἵδρυσης Τμήματος Ἰσλαμικῶν Σπουδῶν, ἀπὸ τὴν μετατροπὴ τοῦ ὀρθοδόξου μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν σὲ θρησκειολογικὸ καὶ ἀπὸ πλῆθος δημοσιευμάτων καὶ ἐκδηλώσεων· οἱ θεολόγοι τοῦ «Καιροῦ» καὶ τῆς «Μεταπατερικῆς Θεολογίας» τοῦ Βόλου καλύπτονται καὶ ἐνισχύονται ἀπὸ πατριαρχικές, ἀρχιεπισκοπικὲς καὶ ἐπισκοπικὲς εὐλογίες, ἐνῶ ξεθεμελιώνουν τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὸν σωτήριο «καιρό» τῆς Κ. Διαθήκης τὸν μετατρέπουν σὲ καιρὸ ἀπωλείας, προσαρμογῆς καὶ καινοτομίας. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία τῆς Μεγάλης Ρωσίας συμπλέει μετὰ χαρᾶς μέσα στὰ θολὰ νερὰ τῆς οἰκουμενιστικῆς ἐκτροπῆς, ἐνῶ θὰ μποροῦσε ἀνταποκρινόμενη στὰ ἀντιοικουμενιστικά, ἀντιπαπικά, ἀντιδυτικὰ αἰσθήματα τοῦ ρωσικοῦ λαοῦ νὰ ἀνατρέψει τὴν καταστροφικὴ πορεία. Καὶ ὁ δικός μας εὐσεβὴς λαός, ὁ ἑλληνικός, ζαλισμένος ἀπὸ τὰ μνημόνια, τὴν φορολογία, τὴν ἀνεργία, τὴν αἰφνίδια ἀνατροπὴ τῶν βιωτικῶν του σχεδίων καὶ προγραμμάτων, στήνεται στὶς οὐρὲς τῶν τραπεζῶν, τῶν ἐφοριῶν, τῶν συσσιτίων, προσπαθεῖ νὰ ἐξασφαλίσει τὸν ἐπιούσιο, νὰ ἐπιβιώσει καί, πλὴν ὀλίγων, ἀδιαφορεῖ γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ πνευματικά.



4. ῾Η «Σύνοδος» τῆς Κρήτης δὲν εἶναι γέννημα τῆς Ὀρθοδοξίας.

Νὰ λοιπόν, ποιά κατάλληλη στιγμή, ποιό εὐνοϊκὸ κλῖμα περίμεναν τὰ κλιμάκια τῆς Νέας Ἐποχῆς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς Πανθρησκείας, γιὰ νὰ τερματίσουν τὸ κοσκίνισμα καὶ τὸ μαγείρεμα ἐπὶ ἕνα σχεδὸν αἰώνα, καὶ νὰ συγκαλέσουν ἐσπευσμένα τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης. Ἀπατῶνται ὅμως, ἂν νομίζουν, ὅτι, ὅπως ξεγέλασαν πολλὲς ἐκκλησιαστικὲς ἡγεσίες καὶ πολλοὺς ἐπισκόπους -εὐτυχῶς ὑπάρχουν καὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν ξεγελάστηκαν- θὰ ἐξαπατήσουν καὶ τὴν γρηγοροῦσα συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἐξαπατήσουν τελικῶς τὸν Θεό, τὸν ἱδρυτὴ καὶ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν, καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀποδιώκει τὰ πνεύματα τῆς πλάνης καὶ τῶν αἱρέσεων. Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης ὡς καρπὸς καὶ γέννημα ἀλλοτρίων πνευμάτων θὰ ἀπορριφθεῖ καὶ θὰ σβήσει ἀπὸ τὶς δέλτους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας ὡς νόθο γέννημα κακῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ὠδίνων, τοῦ ἔρωτα καὶ τῆς ἀγάπης κάποιων προκαθημένων πρὸς τὶς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἐκεῖ κυοφορήθηκε καὶ ἐκεῖ γεννήθηκε· δὲν εἶναι τέκνο καὶ γέννημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας· στὴν Κρήτη μᾶς τὴν ἔφεραν ἁπλῶς γιὰ ἀναγνώριση, ἀλλὰ τὸ DNA της δὲν εἶναι συμβατὸ μὲ τὰ βιολογικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν Πατέρων τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν μᾶς εἶχε προειδοποιήσει ὁ Ἅγιος Παΐσιος γιὰ τὶς ἐρωτικὲς προτιμήσεις τοῦ Ἀθηναγόρα; Ταιριάζει ἀπόλυτα στὴν συνάφεια: «Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναῖκα μοντέρνα, ποὺ λέγεται Παπικὴ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας, δὲν τοῦ κάνει καμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σεμνή»4.

______________________________________________
1 Γιὰ ὅλη αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ στὴν Κωνσταντινούπολη βλ. περισσότερα εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, «Ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία στὸν Οἰκουμενισμό. Ἡ μεγάλη ἀνατροπὴ τοῦ 20οῦ αἰώνα», εἰς τὸ πρόσφατο βιβλίο μας: Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νὰ ἐλπίζουμε ἢ νὰ ἀνησυχοῦμε; Θεσσαλονίκη 2016, ἐκδόσεις «Τὸ Παλίμψηστον», σελ. 15-48.

2 Γιὰ τὴν ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση καὶ γενικῶς τὸν οἰκουμενιστικὸ ρόλο τοῦ πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη βλ. περισσότερα στὴν μελέτη μας «Παλαιὸ καὶ Νέο Ἡμερολόγιο. Γιατί ἀπέσυρε τὸ φλέγον θέμα ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος;» Θεοδρομία 18 (2016) 264-291 καὶ στὸ προαναφερθὲν στὴν ὑποσημ. 1, βιβλίο μας, στὶς σελ. 179-216, ὅπου παρατίθενται πολλὲς ἀρνητικὲς ἐκτιμήσεις γιὰ τὸν ἐσχάτως πολυεπαινούμενο πολυπράγμονα καὶ καινοτόμο πατριάρχη.

3 Ὅλες αὐτὲς τὶς ὑγιεῖς ἀντιδράσεις βλ. στὸ εἰδικὸ ἀφιερωματικὸ διπλὸ τεῦχος τῆς Θεοδρομίας Ἰανουάριος-Ἰούνιος 2016.

4 Ἀπὸ ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε ὁ Ἅγιος Παΐσιος στὸν ἀείμνηστο Γέροντα π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο γιὰ δημοσίευση στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο» μὲ ἡμερομηνία 23 Ἰανουαρίου 1968. Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τῆς ἐπιστολῆς βλ. εἰς Θεοδρομία 12 (2010) 420-423. Γιὰ τὴν ἀρνητικὴ στάση τοῦ Ἁγίου Παϊσίου ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία συνήθως ἀποσιωπᾶται βλ. τὸ ἀφιερωματικὸ εἰς αὐτὸν τεῦχος τῆς Θεοδρομίας Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2015.