Translate

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ (ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ/ΚΑΝΟΝΟΛΟΓΟΣ), Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ (Α΄ΜΕΡΟΣ)



ΠΡΟΛΟΓΟΣ
του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών
κ.κ. Χρυσοστόμου
Προλογίζοντας την διπλωματική εργασία του Αιδεσιμολoγιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Αναστασίου Γκοτσοπούλου, Κληρικού της καθ᾽ ημάς Ιεράς και Αποστολικής Μητροπόλεως, με θέμα: «Η Εκκλησία της Ρώμης και ο Επίσκοπός της στα πρακτικά και στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων», αισθάνομαι την ανάγκη να σημειώσω κάποιες σκέψεις τόσο για το θέμα με το οποίο ασχολείται ο π. Αναστάσιος στην ως είρηται εργασία, όσο και για τον ίδιο. 
Είναι ενδιαφέρουσα η ενασχόληση με τα περί την Εκκλησία της Ρώμης στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο και μάλιστα σε σχέση με τα πρακτικά και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, καθ᾽ όσον πολλή συζήτησις γίνεται και στις ημέρες μας για την θέση της πρεσβυτέρας Ρώμης στην πορεία των εκκλησιαστικών πραγμάτων από της αρχής έως της σήμερον.
Η μελέτη της ιστορίας από τας αψευδείς πηγάς, φωτίζει τις πτυχές του τόσο ενδιαφέροντος διαχρονικά ζητήματος, ιδιαιτέρως δε το περί του «πρωτείου» θέμα και εκείνο περί της «ουνίας». Ακανθωδέστατα ζητήματα, τα οποία δυναμιτίζουν τον όποιο διάλογο ήθελε διεξαχθή, ανάμεσα στην Ορθόδοξη Ανατολική, μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία και στην Δύση.
Ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, είναι κληρικός ζηλωτής με ενθουσιασμό και σφρίγος πνευματικό. Η ενασχόλησή του με τα θέματα της πίστεως και της Ορθοδόξου Θεολογίας και μάλιστα λεπτομερώς και εις βάθος, το ενδιαφέρον του για τις διαχριστιανικές σχέσεις με γνώμονα πάντοτε την από τον Θεό αποκεκαλυμμένη αλήθεια και η σταθερά προσήλωσή του στην αγία παράδοση της Αγιωτάτης ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας τον έχουν αναδείξει βαθυνούστατον μελετητήν και αυστηρόν θεολόγον μεταξύ των συμπρεσβυτέρων του.
Τον συνοδεύει πάντοτε η αγάπη μας και η ευχή μας για ό,τι καλόν και πνευματικόν προς δόξαν του εν Τριάδι ορθοδόξως προσκυνουμένου Θεού ημών και φωτισμόν μέσω των της Εκκλησίας μας δογμάτων και σωτηρίαν των ανθρώπων.
Τον επαινούμε για το ωραίο ανά χείρας πόνημά του και δεόμεθα του Κυρίου υπέρ αυτού και της ευσεβούς οικογενείας του, στην οποία εν συγκινήσει εδιαβάσαμε, ότι αφιερώνει την παρούσα εργασία του.



ΠΡΟΛΟΓΟΣ
του Αιδεσιμολογιωτάτου  Πρωτοπρεσβυτέρου
π. Θεοδώρου Ζήση
Ομοτίμου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. 
Με πολλή χαρά χαράσσω λίγες γραμμές για την θαυμάσια μελέτη του πρωτοπρεσβυτέρου και αγαπητού αδελφού και συλλειτουργού π. Αναστασίου Γκοτσοπούλου με θέμα «Η Εκκλησία της Ρώμης και ο επίσκοπός της στα πρακτικά και στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων». Η μελέτη υπεβλήθη ως διπλωματική εργασία στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εχάρισε στον συγγραφέα το δίπλωμα ειδίκευσης (master) στον Τομέα του Κανονικού Δικαίου με βαθμό «Άριστα».
Εδικαιούτο πολύ ενωρίτερα τον τίτλο αυτό ο π. Αναστάσιος, όταν συνέγραψε και εξέδωκε το 2008 άριστη μελέτη, επίσης στον χώρο του Κανονικού Δικαίου, με θέμα «“Ου δει αἱρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι”. Προσεγγίζοντας την κανονική πράξη της Εκκλησίας», η οποία επανεξεδόθη για δεύτερη φορά στις εκδόσεις «Θεοδρομία» (2009) με τίτλο «Η Συμπροσευχή με αιρετικούς. Προσεγγίζοντας την κανονική πράξη της Εκκλησίας», και η οποία δικαίως χαρακτηρίσθηκε ως η καλύτερη, πληρέστερη και αυθεντικώτερη μελέτη για το θέμα των συμπροσευχών.
Στην ανά χείρας μελέτη για την Εκκλησία της Ρώμης και τον επίσκοπό της επιχειρεί ο συγγραφεύς να προσεγγίσει το τεράστιο σε σημασία και βιβλιογραφικό όγκο θέμα του «πρωτείου» μέσα στην Εκκλησία, ειδικώς δε του «πρωτείου» του πάπα, το οποίο εταλαιπώρησε την Εκκλησία επί αιώνες και εξακολουθεί να την ταλαιπωρεί μέχρι σήμερα. Ακόμη και πίσω από το Filioque, που ήταν η βασική αιτία της αποσχίσεως των Δυτικών από την Εκκλησία, αλλά και πίσω από το σύνολο των πολλών διαφορών που χωρίζουν Ανατολή και Δύση, ευρίσκεται ο εγωισμός, η υπερηφάνεια, η διεκδίκηση μοναρχικής εξουσίας επί της παγκοσμίου Εκκλησίας εκ μέρους του πάπα, η «δυτική οφρύς», όπως διεπίστωνε ήδη τον 4ο αιώνα ο Μ. Βασίλειος (Επιστολή 239, 2).
Η αξία της παρούσης μελέτης στοιχειοθετείται διά των εξής ολίγων. Πάμπολλες άλλες μελέτες έχουν γραφή για το «πρωτείο» του πάπα και από Ορθοδόξους και από ετεροδόξους ερευνητάς, που αναφέρονται στην ιεροκανονική Παράδοση της Εκκλησίας, στις επί του θέματος του «πρωτείου» θέσεις αυτών ή εκείνων των Ιερών Κανόνων. Μία συναγωγή όμως και μελέτη όλων των Ιερών Κανόνων, των πρακτικών και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων απουσίαζε από την θεολογική έρευνα, και αυτήν μας προσφέρει τώρα μετά από πολύ κόπο και ιδρώτα ο π. Αναστάσιος.
Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο της έρευνας, η οποία καθίσταται έτσι ιστορικοκανονική, είναι ότι παρατίθενται και αναιρούνται με βάση την πατερική και συνοδική παράδοση οι αξιώσεις των παπών περί παγκοσμίου πρωτείου εξουσίας, αλλά και συγχρόνων παπικών ή φιλοπαπικών ερευνητών, που ή παρερμηνεύουν τους Ιερούς Κανόνες ή αποκρύπτουν την συνολική εικόνα. 
Και το τρίτο και σημαντικώτερο, για να περιορισθώ σε ολίγα, είναι η ανταπόκριση της μελέτης στη ζέουσα, στην καυτή επικαιρότητα του θέματος του «πρωτείου», το οποίο άρχισε να συζητείται επί τέλους στον Θεολογικό Διάλογο Ορθοδόξων και Παπικών, αλλά προσκρούει και πάλι στην αδιάλλακτη αξίωση της Ρώμης να θέτει τον πάπα επί κεφαλής της όλης Εκκλησίας, όχι με «πρεσβεία τιμής», τα οποία δεν του αρνούνται οι Ορθόδοξοι, εφ᾽ όσον βέβαια ορθοδοξεί, αλλά με μοναρχική αξίωση «πρωτείου εξουσίας», υπεράνω και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων, ως δήθεν διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, ο οποίος ασκούσε δήθεν παρόμοιο λειτούργημα μεταξύ των λοιπών Αποστόλων. Τις αξιώσεις αυτές τις αντιβιβλικές, αντικανονικές, αντιπατερικές και αντισυνοδικές, όπως δείχνει η μελέτη του π. Αναστασίου, δεν πρόκειται ποτέ να τις δεχθεί η Ορθόδοξη Ανατολή, παρά μόνον εάν χάσει την Ορθοδοξία της, όπως συνέβη με την περιλάλητη Ουνία.
Παράπλευρη σύγχρονη επικίνδυνη διάσταση, όπως δείχνει η μελέτη, είναι η διολίσθηση και μερικών «Ορθοδόξων» θεολόγων, ευτυχώς ολίγων και ασημάντων, οι οποίοι προσπαθούν να αποδώσουν «πρωτείο» σε παγκόσμιο επίπεδο, στο χώρο βέβαια της Ορθοδοξίας, και στον Οικουμενικό Πατριάρχη, τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, κατηγορούντες ως αιρετικούς όσους δεν αποδέχονται αυτό το πρωτείο, και αγνοούντες είτε από αμάθεια είτε από σκοπιμότητα όσα περί πρώτου και πρωτείων ορίζουν οι Ιεροί Κανόνες. Το χειρότερο όλων είναι ότι για πρώτη φορά, καινοτομούντες και αιρετίζοντες, επιχειρούν να θεμελιώσουν και τριαδολογικά το «πρωτείο», επικαλούμενοι το δήθεν «πρωτείο» του Πατρός επί των δύο άλλων Προσώπων της Αγίας, αδιαιρέτου, ισοσθενούς, ομοθρόνου, ομοτίμου, ισοστασίου, συμπροσκυνουμένης Αγίας Τριάδος, την οποία έτσι διαιρούν και τέμνουν σε ομότιμα και άνισα Πρόσωπα.
Συγχαίρουμε ευγνωμόνως τον π. Αναστάσιο και για την δεύτερη αυτή ορθοδοξότατη συμβολή του στην κατίσχυση της «φίλης Ορθοδοξίας», σε καιρούς μάλιστα κατά τους οποίους οι άνεμοι του Οικουμενισμού σαρώνουν ορθόδοξες συνειδήσεις, και είναι ελάχιστοι εκείνοι για τους οποίους ισχύει το ρηθέν υπό του Κυρίου για τον Άγιο Ἰωάννη τον Πρόδρομο, ότι δεν είναι «κάλαμος υπό ανέμου σαλευόμενος» (Ματθ. 11, 7). Περιμένουμε και άλλους παρόμοιους ερευνητικούς καρπούς και δοξάζουμε τον Θεό, διότι χαρίζει στην Εκκλησία Του νέους ιερείς, μοναχούς και θεολόγους που βαδίζουν επί της οδού των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ   ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
Η επιστημονική ενασχόληση με τα πρακτικά και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, δίχως καμιά αμφιβολία, προκαλεί ιερή συγκίνηση και δέος, όταν ο συντάκτης της αναλογίζεται ότι καλείται να μελετήσει και να "επεξεργαστεί" κείμενα -όντας μάλιστα ο ίδιος άμοιρος των χαρισμάτων του Παρακλήτου- μέσα από τα οποία ενήργησε το Πανάγιο Πνεύμα και καθόρισε τη ζωή της Εκκλησίας του Χριστού.
Το δέος αυξάνεται επειδή το θέμα της μελέτης "Η Εκκλησία της Ρώμης και ο επίσκοπός της στα πρακτικά και στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων" είναι ένα ζήτημα με το οποίο όχι μόνο έχουν ασχοληθεί διαχρονικά με πλήθος συγγραφών τους Πατέρες της Εκκλησίας, καθώς και μεγαλύτεροι θεολόγοι και ιστορικοί σε διεθνές επίπεδο, αλλά προπαντός επειδή είναι ζήτημα που έχει ταλαιπωρήσει όσο κανένα άλλο την Εκκλησία του Χριστού κατά τη δισχιλιετή παρουσία και ζωή Της.
Είναι κοινός ιστορικός τόπος ότι το θέμα του παπικού πρωτείου ήταν η βασικότερη αιτία του Μ. Σχίσματος καθώς και του περαιτέρω κατακερματισμού του Χριστιανισμού στη Δύση με τη Μεταρρύθμιση, και παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα δυσεπίλυτα προβλήματα για την ειλικρινή και εν αληθεία επανένωση του Πατριαρχείου της Ρώμης με την Εκκλησία του Χριστού.
Ως συντάκτης της παρούσης εργασίας θεωρούμε ιδιαίτερη ευλογία ότι αξιωθήκαμε, Χάριτι Θεού, να μελετήσουμε επισταμένως τα ίδια τα διασωθέντα μέχρι σήμερα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων και δι' αυτών να αισθανθούμε έστω και στο ελάχιστο την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, το οποίο μέσα από σχήματα του κόσμου τούτου και ανθρώπινες αδυναμίες μπορεί και "όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας", οδηγώντας Την "εις πάσαν την Αλήθειαν".
Η μελέτη αυτή, αφού πέρασε τη βάσανο της επιστημονικής κρίσεως ως διπλωματική εργασία για την απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου στο Κανονικό Δίκαιο, εκδίδεται με κάποιες προσθήκες (το κείμενο της Ραβέννας και ο Αποστ-34) από το Ιερό Ησυχαστήριο "Παντοκράτορος" Μελισσοχωρίου. Ευγνωμόνως θερμές ευχαριστίες οφείλουμε σε όλους όσοι συνετέλεσαν στην έκδοση αυτή: Καθηκόντως ευχαριστούμε θερμά τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πατρών κ.κ. Χρυσόστομο όχι μόνο για τον πρόλογο, αλλά και για την άδεια και ευλογία που μας παρέχει να ασχολούμεθα παράλληλα με τα εφημεριακά μας καθήκοντα και με τα ουσιώδη και φλέγοντα εκκλησιολογικά αυτά ζητήματα. Υιικώς ευχόμαστε και προσευχόμαστε ο Θεός να τον χαρίζει "τη αγία Αυτού Εκκλησία, σώον, έντιμον, υγιά, μακροημερεύοντα" και προπαντώς να συνεχίζει να θεολογεί ορθοτομών τον λόγον της αληθείας του Χριστού. Ευχαριστίες οφείλουμε στα μέλη της Τριμελούς Επιτροπής, τους Καθηγητές της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Αβύδου Κύριλλο (Κατερέλο), αρχιμ. Γρηγόριο Παπαθωμά, και Ελένη Γιαννακοπούλου, επιβλέπουσα Καθηγήτρια, οι οποίοι με επιστημονική πληρότητα συνέβαλαν τα μέγιστα στην ολοκλήρωση της διπλωματικής εργασίας. Ευχαριστίες ιδιαίτερες οφείλονται στον πανοσιολογιώτατο αρχιμανδρίτη Κύριλλο, Καθηγού-μενο του Ιερού Ησυχαστηρίου "Παντοκράτορος" Μελισσοχωρίου Θεσσαλονίκης και την περί αυτόν συνοδεία για την ανάληψη της παρούσης εκδόσεως και ιδιαιτέρως στον αδελφό του Ησυχαστηρίου, μοναχό Σεραφείμ (Ζήση) για την τεχνογραφική επιμέλεια της εκδόσεως. Το Ιερό Ησυχαστήριο "Παντοκράτορος" Μελισσοχωρίου με την εμπνευσμένη καθοδήγηση του Γέροντός του δίνει σε όλο τον κόσμο μέσω της μοναδικής σε περιεχόμενο ιστοσελίδος του την πατερική μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, η οποία, μαρτυρία, εδράζεται και πηγάζει από την αυθεντική βίωση της νηπτικής παραδόσεως του Ορθοδόξου Μοναχισμού. Τέλος, ευχαριστούμε τον αιδεσιμολογιώ-τατο  πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, Ομότιμο Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, για την τιμή να προλογήσει την έκδοση, καθώς και για την μετά παρρησίας ομολογία του στις ποικίλες εκκλησιολογικές προκλήσεις που ανακύπτουν, ομολογία που συνδυάζει το πατερικό αγωνιστικό φρόνημα με τη σοφία και γνώση της πατερικής και κανονικής εκκλησιαστικής μας παραδόσεως.
Η εργασία αυτή ουσιαστικά θα είναι επιτυχής αν κατορθώσει με τη Χάρη του Θεού να αποδώσει ή, έστω, να μην παρουσιάσει αλλοιωμένο, το φρόνημα της αρχαίας Εκκλησίας, όπως αυτό τη επιστασία του Αγ. Πνεύματος έχει καταγραφεί από τους θεοφόρους Πατέρες στα πρακτικά και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.
π. Αναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος
Πάτρα, Τρίτη της Διακαινησίμου, 3 Μαΐου 2016


Στα πρακτικά της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου έχουν καταγραφεί χαρακτηριστικές φράσεις με τις οποίες συνοδικοί Πατέρες ομολόγησαν την ορθοδοξία της πίστεώς τους λέγοντας: «κατ’ ίχνος βαίνω των αγίων Πατέρων» ή «εμάθομεν ακολουθείν τοις πατράσιν». Οι ρήσεις αυτές αναδιατυπωμένες έλαβαν και συνοδική επικύρωση καθώς εντάχθηκαν σε Όρους των Οικουμενικών Συνόδων: «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσιν»1. Χωρίς αμφισβήτηση η συνοδική αυτή απόφαση αποτελεί την επιτομή της ορθόδοξης θεολογικής ερμηνευτικής και προσεγγίσεως όλων των ζητημάτων που προκύπτουν στη ζωή της Εκκλησίας μας.
Αυτή την προσέγγιση ακολουθούσε πάντοτε και οφείλει και σήμερα να ακολουθήσει η Εκκλησία μας και στις διαχριστιανικές και διαθρησκειακές της επαφές. Ως γνωστόν, στο διμερή Θεολογικό Διάλογο που διεξάγεται από το 1980 μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ρωμαιοκαθολικών συζητείται το πλέον ακανθώδες ζήτημα, του πρωτείου του επισκόπου Ρώμης.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία σε πανορθόδοξες αποφάσεις της έχει προτείνει και ταυτόχρονα έχει αυτοδεσμευτεί ότι ο μόνος τρόπος για την υπέρβαση των διαφορών δεν μπορεί να είναι άλλος από την επιστροφή στις εκκλησιολογικές αρχές και την κανονική πράξη της αρχαίας Εκκλησίας. Στα πλαίσια αυτά αναμφισβήτητα ο ασφαλέστερος οδηγός και κανόνας πίστεως είναι οι πράξεις και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, στις οποίες η ίδια η Εκκλησία με τον πλέον επίσημο, σαφή και κατηγορηματικό τρόπο έχει εκφράσει την αυτοσυνειδησία της και κυριαρχικά έχει αποφανθεί.
Το ζήτημα της θέσεως και του ρόλου του επισκόπου Ρώμης στην κοινωνία των Εκκλησιών κατά την α΄ χιλιετία συζητήθηκε σε υψηλό θεολογικό επίπεδο από τη Μικτή Επιτροπή του Θεολογικού Διαλόγου στην Πάφο (Κύπρος, 16-23.10.2009)2, στη Βιέννη (20-27.9.2010)3 και στο Αμμιάν (15-23.09.2014) χωρίς να έχει ολοκληρωθεί4. Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος στην ιστορική της συνεδρία στις 15-16.10.09 απεφάνθη συνοδικώς δίνοντας «κατεύθυνση στους εκπροσώπους της Εκκλησίας μας να υποστηρίξουν, ώστε να εγγραφεί στο τελικό κείμενο η κανονική θέση του πρωτείου του πάπα Ρώμης κατά την πρώτη χιλιετία σε σχέση προς τις Οικουμενικές Συνόδους και σε αναφορά προς τον 3ον Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου και τον 28ο Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου»5.
Αυτή τη βασική εκκλησιολογική αρχή που διέπει ολόκληρη την ορθόδοξη θεολογία ακολουθούμε και στην παρούσα εργασία που διαπραγματεύεται το ζήτημα του ρόλου της Εκκλησίας της Ρώμης και του επισκόπου της στα πρακτικά και στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.
Στην εργασία μας αυτή δόθηκε ιδιαίτερη σημασία και προσοχή –χωρίς να παραβλεφθεί και η σχετική βιβλιογραφία– στα ίδια τα κείμενα των πρακτικών καθώς και σε όλα τα έγγραφα που σχετίζονται άμεσα με τις Οικουμενικές Συνόδους· αυτό ακριβώς υποδηλώνει και η παραπομπή και στις τρεις εκδόσεις των συνοδικών πρακτικών (Μήλιας, Mansi, ACO). Ταυτόχρονα, η εργασία δεν παρέβλεψε και τη σύγχρονη προβληματική του Θεολογικού Διαλόγου της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τη Ρώμη. Νομίζουμε ότι στο σημείο αυτό έγκειται και η πρωτοτυπία της εργασίας μας, διότι στην ελληνόγλωσση, τουλάχιστον, βιβλιογραφία δεν υπάρχει μελέτη για το σύνολο των πρακτικών και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων.
Η εργασία έχει διαρθρωθεί σε πέντε κεφάλαια:
Στο κεφάλαιο A΄ εξετάζουμε τη θέση της τοπικής Εκκλησίας της Ρώμης στην ανά την οικουμένην Εκκλησία του Χριστού, όπως έχει καταγραφεί στα πρακτικά των συζητήσεων των Οικουμενικών Συνόδων. Με αφορμή τον θεσμό των κανονικών πρεσβείων τιμής επισημαίνονται οι λόγοι και οι προϋποθέσεις με τις οποίες αυτά αποδόθηκαν σε ορισμένες τοπικές Εκκλησίες και ιδιαιτέρως στην Εκκλησία της Ρώμης. 
Στο κεφάλαιο Β΄ καταγράφουμε τη θέση του επισκόπου Ρώμης στα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων: πώς ερμηνεύτηκαν από τους Πατέρες οι λόγοι του Κυρίου προς τον Απ. Πέτρο και ποιος ο ρόλος του επισκόπου Ρώμης στην Εκκλησία του Χριστού σύμφωνα με τις δηλώσεις των Πατέρων Ανατολής και Δύσεως και τη συνοδική αλληλογραφία.
Στο κεφάλαιο Γ΄ ερευνούμε ποιες οι αρμοδιότητες του επισκόπου Ρώμης στις Οικουμενικές Συνόδους, τόσο ως προς το διαδικαστικό τους μέρος (προετοιμασία, συμμετοχή, προεδρία), όσο και στο ουσιαστικό, της διεξαγωγής των εργασιών τους. 
Στο κεφάλαιο Δ΄ ασχολούμαστε επισταμένως με τις αποφάσεις μιας εκάστης Συνόδου χωριστά που συνδέονται με τον επίσκοπο Ρώμης, καθώς και τα στοιχεία που προκύπτουν από τις υπογραφές και τους καταλόγους των μελών των Συνόδων. Θίγουμε, επίσης, και τη σχέση του «πρωτείου θρόνου» και του «πρωτείου αληθείας» στη ζωή της Εκκλησίας.
Στο κεφάλαιο Ε΄ προβαίνουμε σε λεπτομερή εξέταση των 24 ιερών κανόνων της αρχαίας Εκκλησίας που αφορούν άμεσα ή έμμεσα στην Εκκλησία και τον επίσκοπο Ρώμης. Ιδιαιτέρως μας απασχόλησε ο περίφημος και καθοριστικός ως προς το ερευνώμενο θέμα 28ος κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. 
Η εργασία ολοκληρώνεται με τα επιλεγόμενα στα οποία, μαζί με τα συμπεράσματά μας, αναφερόμαστε και σε ζητήματα που έχουν προκύψει από τον επίσημο Θεολογικό Διάλογο της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τη Ρώμη αναφορικά με το πρωτείο του πάπα.
Έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η παρούσα εργασία δεν εξαντλεί το μεγάλο και κρίσιμο αυτό θέμα την καταθέτω με την ευχή και προσευχή η Θ. Χάρις να μας επισκιάσει, και τότε Αυτή θα αναπληρώσει τις ελλείψεις, θα θεραπεύσει τις ασθένειες και θα μας αξιώσει τώρα, στις αρχές της γ΄ χιλιετίας, διορθώνοντας τα εσφαλμένα της β΄, να φθάσουμε στην περιπόθητη πραγματική ενότητα της πίστεως και την κοινωνία που έζησε η Εκκλησία μας κατά την α΄ χιλιετία της ζωής Της.















1. Πρακτικά Β΄ 175. Mansi 7, 113C. ACO 2,1,2,12923.
2. Ανακοινωθέν 11ης Ολομελείας
3. Ανακοινωθέν 12ης Ολομελείας
4. Ανακοινωθέν 13ης Ολομελείας. Το θέμα του παπικού πρωτείου συζητείται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας 1970 σε διμερείς θεολογικούς διαλόγους της Ρώμης με άλλες Χριστιανικές Ομολογίες και οικουμενικούς οργανισμούς (Λουθηρανούς, Αγγλικανούς, Μεθοδιστές, Ομάδα Dombes, ΠΣΕ).
5. Ανακοινωθέν Ι.Σ.Ι. περί των Θεολογικών Διαλόγων §5, σ. 691.


ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ
Ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν πρακτικῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μποροῦμε μὲ βεβαιότητα νὰ καθορίσουμε τὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης καὶ τοῦ ἐπισκόπου της στὴν κοινωνία τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων:

Α. Ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης.
1. Εἶναι σαφὲς τὸ αὐξημένο κῦρος καὶ ἡ ἐξαιρετικὴ τιμὴ ποὺ ἀπονεμόταν στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Συνακόλουθα, στὸν ἐπίσκοπό της ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἀναγνωρίσει πρωτεῖο τιμῆς καὶ προκαθεδρίας στὴν τάξη τῶν τιμηθέντων μὲ πρεσβεῖα Πατριαρχικῶν Θρόνων. Οἱ λόγοι εἶναι σαφεῖς: α) ἦταν ἡ Ἐκκλησία τῆς «μεγαλωνύμου Ρώμης», τῆς πρωτεύουσας τῆς αὐτοκρατορίας, β) ἦταν δραστήρια στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ στὴν συναντίληψη ἄλλων ἐμπεριστάτων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ γ) ἦταν ἡ μοναδικὴ πόλη στὸ δυτικὸ-λατινικὸ κόσμο ποὺ δέχθηκε τὴν παρουσία καὶ τὸ κήρυγμα τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ἐκεῖ μαρτύρησαν καὶ ἡ ὁποία διατηροῦσε τοὺς Τάφους τους.
2. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἐκαυχάτο  ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ἀποστολικὴ καταγωγή της ἀπὸ τοὺς Πρωτοκορυφαίους, τὴν ὁποία, προϊόντος τοῦ  χρόνου, περιόρισε καὶ διαμόρφωσε σὲ «πέτρειο».  Θὰ πρέπει ὅμως νὰ σημειωθεῖ ὅτι σὲ κανένα κανόνα Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἡ ἀπόδοση πρεσβείων τιμῆς στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης δὲν συνδέεται μὲ τὴν ἀποστολικὴ προέλευσή της, ἡ ὁποία κατὰ τὰ ἄλλα θεωρεῖται δεδομένη.
3. Στὴν Ἀνατολὴ ἡ ἔννοια τῆς ἀποστολικότητος νοηματοδοτήθηκε διαφορετικὰ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπέκτησε ἄλλη βαρύτητα. Ταυτόχρονα ὅμως σύνολη ἡ Ἐκκλησία ἀποδεχόταν ὅτι ἡ ἀποστολικότητα δὲν ἦταν ἀποκλειστικὸ προνόμιο τῆς Ρώμης, ἀλλὰ ἀφοροῦσε καὶ στοὺς τιμηθέντες μὲ ἐξαιρετικὰ προνόμια θρόνους τῆς Ἀνατολῆς.
4.  Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία - σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση - εἶχε ἀναγνωρίσει στὸν ἐπίσκοπο Ρώμης πρωτεῖο τιμῆς καὶ πρωτοκαθεδρίας .  ὄχι ὅμως πρωτεῖο ἐξουσίας (ὑπεροχικῆς δικαιοδοσίας) ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ κατὰ καιροὺς προσπάθεια ρωμαίων παραγόντων νὰ δώσουν στὰ πρεσβεῖα τιμῆς τὴ διάσταση πρωτείου ἐξουσίας, «πέτρειας» μάλιστα προελεύσεως, δὲν ἀφοροῦσε  στὸ σύνολο τῶν ἐπισκόπων Ρώμης καὶ φυσικὰ δὲν ἦταν ἡ πάγια καὶ σταθερὴ ἐκκλησιολογικὴ θέση σύνολης τῆς  Δυτικῆς-Λατινικῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐποχῆς τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
5. Ὅταν προέκυπτε μεῖζον θέμα πίστεως καὶ ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, κάθε ἐπίσκοπος, πολλῷ μᾶλλον ὁ τῆς «μεγαλωνύμου Ρώμης», εἶχε ὄχι μόνο τὸ  ἀναφαίρετο δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τό ἐπιτακτικὸ καθῆκον ἐπεμβάσεως ἀκόμα καὶ σὲ ἄλλη τοπικὴ Ἐκκλησία.  Ἡ πρακτικὴ αὐτὴ ἦταν ἀπολύτως ἀποδεκτὴ κατὰ τοὺς ὀκτὼ πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Μάλιστα σὲ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα δὲν ὑφίστατο ὑποχρεωτικὰ στὴν κοινωνία μὲ τὸν ἔχοντα τὴν προκαθεδρία ἢ τὰ πρεσβεῖα τιμῆς θρόνο, ἀλλὰ μὲ αὐτὸν ὁ ὁποῖος στὴν συγκεκριμένη περίπτωση ἐξέφραζε τὴν ἀληθῆ πίστη καί διέθετε  τὸ «πρωτεῖο ἀληθείας». Αὐτὸ συνέβη μὲ τὸν Ἃγ. Κύριλλο στὴν Γ΄ ἢ τὸν πάπα Ἃγ. Λέοντα στὴν Δ΄ Οἰκουμενική. Ἀπὸ τὴν ἀντίθετη πλευρὰ, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης δὲν ἀποδεικνυόταν ἀντάξιος τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας ἡ κοινωνία μὲ αὐτὸν διακοπτόταν ὄχι μὸνο ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοπικὲς Ἐκκλησίες τῆς Δύσεως.

Β. Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι.
1. Οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἀπετέλεσαν γιὰ τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία κορυφαῖες στιγμὲς φανερώσεως τῆς ἐν τῇ Ἀληθείᾳ ἑνότητός Της.  Παράλληλα, ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία κατέστησε ἀπολύτως σαφὲς ὅτι ὑπέρτατη Ἀρχὴ καὶ Αὐθεντία στήν Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα πρόσωπο, ἀλλὰ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τὶς ἀποφάσεις τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦνται ὅλοι νὰ σέβονται.  
2. Ἡ εὐθύνη τῆς συγκλήσεως τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀνῆκε ἀποκλειστικὰ στὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος καθόριζε καὶ τὶς σχετικὲς διαδικασίες. Ἀσφαλῶς, ἡ συνεννόηση μὲ τοὺς ἐπισκόπους τῶν πρωτοθρόνων Ἐκκλησιῶν καὶ κυρίως μὲ τὸν Ρώμης καὶ τὸν Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ἐπιβεβλημένη. Ὅμως ἡ προκαθεδρία τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης δὲν τοῦ παρεῖχε τὸ δικαίωμα τοῦ καθορισμοῦ τῶν διαδικαστικῶν θεμάτων τῶν Συνόδων, οὔτε δικαίωμα ἀρνησικυρίας.
3. Σὲ καμία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο δὲν παρέστη προσωπικὰ  ὁ ἴδιος ὁ πάπας, ἀλλὰ στὶς περισσότερες ἐκπροσωπήθηκε. Ἐπίσης, σὲ καμία Σύνοδο δὲν προήδρευσαν οἱ τοποτηρητές του. Ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὸ ρόλο τοῦ πάπα Ρώμης στὴ κοινωνία τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἔχει ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ ὁποία, ἐκτός τοῦ θεολογικοῦ ζητήματος τῶν Τριῶν Κεφαλαίων, ἀπεφάνθη καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καταδικάζοντας τὸν πάπα Βιγίλιο μετὰ τὴν ἀδικαιολόγητη ἄρνησή του νὰ συνεδρεύσει μὲ τοὺς ἄλλους Πατριάρχες. Γιὰ τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία – στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση – ὁ πάπας ὑπόκειται στὴ συνοδικὴ δικαστικὴ κρίση καὶ ἐξουσία σὲ θέματα ὄχι μόνο πίστεως ἀλλὰ καὶ κανονικῆς τάξεως.  
4. Τὸ κύριο ἔργο τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους ὡς πρωτοθρόνου τῶν Πατριαρχῶν ἦταν νὰ διατυπώσει στὴ δογματική του ἐπιστολή, ποὺ τρόπον τινὰ ἐπεῖχε θέση κεντρικῆς εἰσηγήσεως στὴ Σύνοδο, τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐπὶ τοῦ ἀνακύψαντος θεολογικοῦ ζητήματος βάσει τῆς ὁποίας ἐπιστολῆς διεξάγονταν καί οἱ συνοδικὲς συζητήσεις. Συνεπῶς, ἡ θέση τοῦ πάπα Ρώμης κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἦταν ἐντὸς τῶν Συνόδων καὶ ὄχι ὑπεράνω αὐτῶν. Μόνο ὑπὸ τὴν προϋπόθεση τῆς συμμετοχῆς στὶς συνοδικὲς διαδικασίες ὁ πάπας ἀναγνωριζόταν ὡς «κεφαλὴ καὶ πατέρας καὶ πρῶτος» τῶν συνεδρευόντων αὐτῷ ἐπισκόπων καὶ πατριαρχῶν . δὲν ἀποφαινόταν αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι ὑπήκουαν, ἀλλὰ «διασκέπτεται … μαζὶ μὲ ὅλους».  

Γ΄  Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης στὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
1. Ἡ Ἐκκλησία ἐπεδίωκε μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀλλοίωση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τὴ διασάλευση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ποὺ προκαλοῦσε ἡ δράση τῶν αἱρέσεων. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ συμμετοχή, ἡ συμφωνία καὶ ἡ συμπόρευση τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης καὶ συνακόλουθα τῆς «μέχρι τῶν κλιμάτων τοῦ ὠκεανοῦ» Ἐκκλησίας του στὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις ἦταν ἀπαραίτητη, κυρίως γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἑνότητος μὲ τὴν ἀποτροπὴ τῆς δημιουργίας σχίσματος. Ἔτσι, ὅταν αὐτὸ ἐπιτυγχανόταν, ἦταν ἰδιαίτερα ἔκδηλη ἡ χαρὰ καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν συνοδικῶν Πατέρων τά ὁποῖα        ἐκφράζονταν μὲ ἔντονο τρόπο.
2. Ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποφαίνεται ὡς ἀπόλυτη ἐξουσία ἔχουσα χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ βούληση ἢ τὶς ἀποφάσεις μεμονωμένων προσώπων. Καὶ ἡ πράξη αὐτὴ ἦταν ἀπολύτως ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸ σύνολο τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση. Ἔτσι, λήφθηκαν ἀποφάσεις ἀπόντος τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ἢ ἀκόμα καὶ παρὰ τὴν κατηγορηματικὴ ἀντίθεσή του. Ἐπιπλέον, ἀκόμα καὶ στὶς περιπτώσεις πού γίνονταν ἀποδεκτὲς οἱ προτάσεις του, εἶχε προηγηθεῖ ἡ βάσανος τοῦ συνοδικοῦ ἐλέγχου μὲ βάσει τὴν μέχρι τότε ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ, ἐφ’ ὅσον ἐξασφαλιζόταν ἡ συνοδικὴ συμφωνία, τότε γίνονταν οἱ προτάσεις τοῦ Ρώμης ἀποδεκτὲς.
Στὴ «συνοδικὴ ψῆφο», τὸν Ὃρο τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς, ἔχει καταγραφεῖ μὲ τὸν πλέον ἐπίσημο καὶ κατηγορηματικὸ τρόπο ἡ θέση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας : «κατὰ τὰς κοινάς συνδιασκέψεις τὸ φῶς τῆς ἀληθείας διαλύει τὰ σκότη τοῦ ψεύδους, ἀφοῦ ἐκεῖ τίθενται ὑπὸ κρίσιν τὰ ἐξ ἑκατέρου μέρους προτεινόμενα πρὸς συζήτησιν. Διότι εἰς τὰ ζητήματα πίστεως κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προδικάσει κάτι διὰ λογαρισμὸ τοῦ συνόλου τῆς Ἐκκλησίας καθ’ ὅσον ὅλοι μας ἔχομεν τὴν ἀνάγκη τοῦ πλησίον μας». Δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ νὰ λέγαμε ὅτι ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι προεῖδε τὴν ἐξέλιξη τῆς Δύσεως καὶ δογμάτισε καταδικάζοντας ρητῶς καὶ ἀπεριφράστως τὸ περὶ ἀλαθήτου δόγμα τῆς Α΄ Βατικανῆς:  Γιὰ τὴ Σύνοδο ὁ πάπας δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀλάθητος οὔτε ex sese, οὔτε ex consensu Ecclesiae.
3.  Ἡ προκαθεδρία τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, ἀλλὰ παράλληλα καὶ ἡ ἰσότητα τῶν πέντε Πατριαρχῶν ἐπιμαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τοὺς «τύπους ὑπογραφῆς» τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων. Ὅλοι οἱ πατριάρχες καθὼς καὶ οἱ ἐπίσκοποι ὑπογράφουν στὸν αὐτὸ «τόπο» καὶ μὲ ἑνιαῖο τρόπο σύμφωνα μὲ τὰ πρεσβεῖα τιμῆς τῶν πατριαρχικῶν Θρόνων. Ἀσφαλῶς ὡς πρωτόθρονος ὑπογράφει πρῶτος ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης. Ὁ πάπας οὐδέποτε διεκδίκησε, καὶ οὔτε θὰ μποροῦσαν νὰ τοῦ χορηγήσουν  ἰδιαίτερο τύπο ὑπογραφῆς.

Δ.  Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης καὶ οἱ Ἱεροὶ Κανόνες.
1. Οἱ ἱεροὶ Κανόνες ὡς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀπηχοῦν ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ διαμορφώνουν τὸ ἦθος καὶ τὴν πράξη τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Συνεπῶς, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἡ περιφρόνηση τοῦ οἰκουμενικοῦ κύρους καὶ τῆς ἰσχύος τῶν κανόνων.
2. Βασικοὶ κανόνες ποὺ ἀναφέρονται στὰ πρεσβεῖα τιμῆς τῶν πρωτοθρόνων πατριαρχικῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι οἱ A-6, A-7, Β-3, Δ-28 καὶ Στ-36. Ὁ πλέον καθοριστικὸς γιὰ τὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, εἶναι ὁ Δ-28, ὁ ὁποῖος ἑρμηνεύει τὸν Β-3 καὶ ἀποτελεῖ τὴ βάση τοῦ Στ-36. Ἡ σπουδαιότητα τοῦ Δ-28 ἔγκειται στὸ περιεχόμενό του ἀλλὰ καὶ στὴ διαδικασία ἐκδόσεως.                             α) Ἀναφορικὰ μὲ τὸ περιεχόμενο : περιβάλλει μεν μὲ κανονικὸ κῦρος τὰ πρεσβεῖα τιμῆς τῆς Ρώμης, χορηγώντας στὸν Κωνσταντινουπόλεως «τὰ ἴσα πρεσβεῖα» μὲ αὐτὰ τοῦ Ρώμης, ἀλλὰ παράλληλα προσβάλλει τὸ καιριότερο σημεῖο ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ – κατὰ τὴ Ρώμη – ὑπεροχὴ τοῦ παπικοῦ θρόνου ἔναντι τῶν ἄλλων πατριαρχικῶν θρόνων: τὴν «πέτρεια» ἀποστολικότητα καὶ τὴν «θείῳ δικαίῳ» χορήγηση τοῦ πρωτείου ἐξουσίας ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας.                                     β) Ὡς πρὸς τὴ διαδικασία ἐκδόσεως: Ἡ ὑπὸ τὸν Μ. Λέοντα κατηγορηματικὴ ἀντίθεση καὶ οἱ ἔντονες ἀντιδράσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης  ὄχι μόνο δὲν ἀκύρωσαν τὸν Δ-28, ἀλλὰ οὔτε καὶ μείωσαν τὸ κῦρος, τὴν ἰσχὺ καὶ τὴν οἰκουμενικότητά του. Καὶ αὐτὸ ἦταν αὐτονόητο γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη, διότι ἦταν ἀδιανόητη γιὰ τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ἀκύρωση συνοδικῆς ἀποφάσεως καὶ μάλιστα Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπὸ μία Τοπικὴ Ἐκκλησία ἢ ἕνα πρόσωπο. Δὲν ἀναγνωριζόταν οὔτε στὸν πάπα τῆς Ρώμης κάποιο δικαίωμα ἐγκρίσεως ἢ ἀπορρίψεως τῶν Συνοδικῶν ἀποφάσεων . ἀντιθέτως αὐτὸς ὑποχρεωνόταν σὲ συμμόρφωση.
3. Οἱ ρωμαϊκὲς ἀντιλήψεις πού μὲ ἰδιαίτερο σθένος ὑποστήριξε ὁ πάπας Μ. Λέων περὶ «πετρείου» ἀποστολικότητος τῶν Ἐκκλησιῶν Ρώμης, Ἀλεξανδρείας καὶ Ἀντιοχείας καὶ τῆς, λόγῳ αὐτῆς τῆς ἀποστολικότητος, χορηγήσεως σέ αὐτές πρεσβείων δὲν ἀπέκτησαν κανένα κανονικὸ ἔρεισμα καὶ οὔτε ἄσκησαν κάποια ἐπίδραση στὴ ζωὴ τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Ἀκόμα καὶ ἡ ἴδια ἡ Ρώμη δὲν τὶς ἀποδέχθηκε ἐν τῇ πράξει καὶ σύντομα τὶς ἐγκατέλειψε.
4. Ἡ Στ΄ ἐν Τρούλλῳ (Πενθέκτη) Οἰκουμενικὴ Σύνοδος σὲ πέντε κανόνες  καταδικάζει ἔθιμα ποὺ εἶχαν ἐπικρατήσει στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης.

Ε.  Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης  στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση .  «ἡ ἀρχὴ τῆς ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι».
Στὸν ἐπίσημο Θεολογικὸ Διάλογο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὴ Ρώμη ἔχει κατατεθεῖ ὡς πρόταση γιὰ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἀδιεξόδου ποὺ δημιουργοῦν τὰ παπικὰ δόγματα στὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν ἡ περίφημη «ἀρχὴ τῆς ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι». Ἡ πρόταση αὐτὴ, κατά τοὺς εἰσηγητές της, βασίζεται στὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως 879-880, ἀλλὰ μέ τόν τρόπο πού    προτείνεται, οὐσιαστικὰ ὑλοποιεῖ τὸ «περὶ Οἰκουμενισμοῦ» Διάταγμα τῆς Β΄ Βατικανῆς καὶ ἀναζητεῖ τὴν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ τῶν δογμάτων. Δηλαδή, οἱ μὲν Δυτικοὶ νὰ ἀποδέχονται τὸ περὶ τοῦ Ἀπ. Πέτρου δόγμα καὶ τὰ δόγματα τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου, ὅπως ἔχουν διατυπωθεῖ στὶς Α΄ καὶ Β΄ Βατικανὲς Συνόδους, χωρὶς ὅμως τὴν ἀπαίτηση νὰ τὰ ἐπιβάλουν στὴν Ἀνατολή, οἱ δὲ Ὀρθόδοξοι νὰ μποροῦν νὰ μὴν τὰ ἀποδέχονται, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν τὰ χαρακτηρίζουν ὡς αἱρετικὴ ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαία πίστη καὶ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τή διατύπωση τοῦ τότε Καρδιναλίου J. Ratzinger καὶ  μετέπειτα πάπα Βενεδίκτου XVI!  Σύμφωνα μέ  τήν  πρόταση αὐτή καὶ ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἔτσι πολιτεύτηκε: ἡ μὲν Δύση ἀποδεχόταν τὸ παπικὸ πρωτεῖο ἐξουσίας χωρὶς νὰ τὸ ἐπιβάλει στὴν Ἀνατολὴ καὶ ἡ Ἀνατολὴ ἀνεχόταν τὴ διαφοροποίηση αὐτὴ τῆς Δύσεως χωρὶς νὰ τὴν καταδικάζει ὡς ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπὴ . διαφορετικὰ πίστευε ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύση καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ εἴμαστε σὲ πλήρη ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία . ἢ μὲ ἄλλα λόγια «ἡ νόμιμη διαφορὰ δὲν εἶναι καθόλου ἀντίθετη στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, μάλιστα αὐξάνει τὸ κόσμημά της καὶ συντελεῖ ὄχι λίγο στὴν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς της».
Πρὶν προβοῦμε στὴν ἀπαραίτητη σύντομη κριτικὴ στὴν πρόταση αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀποκρυπτογραφήσουμε τὴν πραγματικὴ διάστασή της. Ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικὸς ὡς πρὸς τὸ σημεῖο αὐτὸ ἦταν ὁ λόγος τοῦ πάπα Ἰωάννη Παύλου Β΄ στοὺς Καθολικοὺς Ἀνατολικοὺς Πατριάρχες (Οὐνίτες) τὴν 29.9.1998.
Εἶπε μεταξὺ ἄλλων ὁ πάπας στοὺς Οὐνίτες Πατριάρχες: «Σᾶς ζητῶ νὰ παράσχετε τὴ βοήθειά σας στὸν πάπα ἐν ὀνόματι τῆς ὑπευθυνότητας στὴν ἐπανασύσταση τῆς πλήρους κοινωνίας μὲ τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες (OL § 24). Εἶσθε ὑπεύθυνοι διότι εἶσθε οἱ Πατριάρχες τῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες μοιράζονται μὲ τὴν Ὀρθοδοξία ἕνα μεγάλο μέρος τῆς θεολογικῆς, λειτουργικῆς, πνευματικῆς καὶ κανονικῆς παραδόσεως. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐπιθυμῶ οἱ Ἐκκλησίες σας νὰ εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν συνεργάτες στὸν οἰκουμενικὸ διάλογο τῆς ἀγάπης καὶ στὸν θεολογικὸ διάλογο, εἴτε σὲ τοπικὸ εἴτε σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο» καὶ συνέχισε ὁ πάπας «Ὁ ἰδιαίτερος ρόλος τῶν Καθολικῶν Ἀνατολικῶν  Ἐκκλησιῶν (σημ. συντ:  Οὐνιτῶν) ἀντιστοιχεῖ σὲ αὐτὸν πού παραμένει κενὸς λόγῳ τῆς ἐλλείψεως πλήρους κοινωνίας μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Τόσο τὸ διάταγμα Orientalium Εcclesiarum τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου, ὅσο καὶ ἡ Ἀποστολικὴ Διάταξη Sacri Canones (σ. ΙΧ-Χ) μὲ τὴν ὁποία δημοσιεύθηκε ὁ CCEO κατέστησαν σαφὲς πόσο ἡ ὑφιστάμενη κατάστασις καὶ οἱ κανόνες οἱ ὁποῖοι τὴν διέπουν εἶναι προσανατολισμένοι πρὸς τὴν πλήρη κοινωνία τὴν τόσο ἐπιθυμητὴ μεταξύ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἡ συνεργασία σας μὲ τὸν πάπα θὰ ἀποδείξει στὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὅτι ἡ παράδοση τῆς ‘’συνεργείας’’ μεταξὺ Ρώμης καὶ τῶν Πατριαρχείων συνεχίζει νὰ ὑφίσταται – ἂν καὶ περιορισμένη καὶ τετρωμένη – καὶ μπορεῖ ἀκόμη νὰ ἀναπτυχθεῖ γιὰ τὸ καλό τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐκτείνεται σὲ ὁλόκληρη τὴ γῆ».
Τὰ ἀνωτέρω καθιστοῦν σαφὲς ὅτι ἡ Ρώμη ἐπιθυμεῖ καὶ ἐπιδιώκει – παρὰ τὶς περὶ τοῦ ἀντιθέτου διαβεβαιώσεις – ἡ πλήρης κοινωνία μὲ τὴν Ὀρθοδοξία νὰ ἐπιτευχθεῖ βάσει μιᾶς βελτιωμένης ἐκδόσεως τῆς Οὐνίας πού νὰ μπορεῖ νὰ περιλαμβάνει καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους. Πρὸς αὐτὴ τὴ στόχευση ἡ συμβολὴ τῆς ἀρχῆς τῆς «ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι» εἶναι καθοριστική, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οὔτε ἱστορικὰ ἐπιβεβαιώνεται, οὔτε θεολογικὰ μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτή, ὅπως παρουσιάζεται.
Ἡ μελέτη τῶν πρακτικῶν  καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καταδεικνύει ὡς ἱστορικὰ ἀνεπέρειστο τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία τῆς α΄ χιλιετίας διαφορετικὰ πίστευε ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύση ἀναφορικὰ μὲ τὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης. Ἀντίθετα προκύπτει μὲ σαφήνεια ὅτι παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀναγνωριζόταν στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἡ ἐκ τοῦ Ἀπ. Πέτρου καταγωγή, ἐν τούτοις ἀκόμη καὶ στὴν ἴδια τὴ Δυτικὴ-Λατινικὴ Ἐκκλησία δὲν ἦταν ἀποδεκτὴ καμία μορφὴ παπικῆς ὑπεροχικῆς δικαιοδοσίας (πρωτεῖο ἐξουσίας) ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἀναγνωριζόταν στὸν πάπα ἀποκλειστικὸ δικαίωμα στὴν ἔκφραση τῆς πίστεως, καὶ μάλιστα ἀλάθητο. Ὑπενθυμίζουμε ἐπιγραμματικὰ  :
    1. Τὴν ἀποδοχὴ ἐκ μέρους καὶ τῶν παπικῶν λεγάτων τοῦ συνοδικοῦ ἐλέγχου τῶν δογματικῶν ἐπιστολῶν τῶν παπῶν Μ. Λέοντος, Ἁγ. Ἀγάθωνος καὶ Ἁγ. Ἀδριανοῦ μὲ  τὸ ἐρώτημα ἂν εἶναι σύμφωνες μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση.
    2. Τὶς ἀπόψεις τοῦ πάπα Ἁγ. Λέοντος τοῦ Μεγάλου ἐναντίον τοῦ Δ-28, οἱ ὁποῖες δὲν ἔγιναν ἀποδεκτὲς οὔτε ἀπὸ διαδόχους του καὶ σύντομα ἐγκαταλή-φθηκαν καὶ στὴ Δύση μέχρι τήν ἐποχή τοῦ Σχίσματος.
    3. Τὴν ἄρνηση κατ’  ἀρχήν  τῶν δυτικῶν λατίνων ἐπισκόπων νὰ ἀποδεχθοῦν τὶς περὶ πίστεως ἀποφάσεις τοῦ πάπα Ρώμης Βιγιλίου καὶ συνακόλουθα τὶς κατ’ ἐπανάληψιν καταδικαστικὲς ἀποφάσεις Δυτικῶν Συνόδων (πρὸ καὶ μετὰ τὴν Ε΄ Οἰκουμενικὴ) ἐναντίον τοῦ συγκεκριμένου πάπα.
    4. Τὴν κατ’ ἐπανάληψιν ἐκφρασθεῖσα αὐτοσυνειδησία τοῦ ἰδίου τοῦ πάπα Βιγιλίου, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν διεκδίκησε κάποια, δῆθεν θείῳ δικαίῳ, ὑπερέχουσα ἐξουσία ἢ «πέτρειο» αὐθεντία βάσει τῆς ὁποίας ὑπεχρεοῦτο ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ λοιποὶ Πατριάρχες νὰ πειθαρχήσουν σ’ αὐτόν. Ἐπίσης, ὁ πάπας Βιγίλιος δὲν ἔθεσε θέμα ἀντικανονικότητος ἢ ἀκυρότητος τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λόγῳ τῆς διαφωνίας καὶ ἀπουσίας του. Ἀντίθετα, ὑποσχέθηκε ρητῶς ὅτι θὰ συμμορφωθεῖ στὴν ὅποια περὶ πίστεως ἀπόφαση τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ θεώρησε δίκαιη τὴν κατ’ αὐτοῦ καταδικαστικὴ ἀπόφασή της.
    5. Τό ὅτι ἡ σύγκληση  ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ πάπα Ἁγ. Ἀγάθωνα  τῆς Συνόδου τῶν 125 ἐπισκόπων ἀπὸ ὅλες τὶς περιοχὲς δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρώμης γιὰ τὴ συνοδικὴ ἀντιμετώπιση καὶ ἀπόφανση ἐπὶ τῆς αἱρέσεως τοῦ μονοθελητισμοῦ δείχνει τὴν πράξη καὶ τὸ στέρεο ἐκκλησιολογικὸ ἦθος τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης. Ἐνδεικτικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀναφορὰ τῆς Συνόδου τῆς Ρώμης ὅτι «ἐμεῖς μὲ πολὺ κόπο συγκεντρωθήκαμε» ἀπὸ «τῶν κλιμάτων τοῦ ὠκεανοῦ» μὲ σκοπὸ νὰ συνδιασκεφθοῦμε ἐν Συνόδῳ «ἵνα ἐξ ὅλης τῆς  κοινότητος τῆς δουλικῆς ἡμῶν συνόδου ἡ ἡμετέρα ἀναφορὰ γενήσoιτο. μήπως ἐὰν μονομερῶς τὸ πραττόμενον γνωσθήσηται, τὸ μέρος  λάθῃ».
    6. Τὴ σύμπραξη τῆς Ρώμης στὴν καταδίκη τοῦ πάπα Ὁνωρίου στὴν Στ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.
    7. Ὅτι ἡ Δύση ἀποδέχονταν τὸν καθοριστικό ρόλο τοῦ αὐτοκράτορα στὸ διαδικαστικὸ μέρος τῆς Συνόδου καὶ ποτέ δέν ἐπέμεινε στὴ ἀνάληψη τῆς προεδρίας τῶν Οἰκουμενικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν τοπικῶν Συνόδων τῆς Δύσεως ἀπὸ τοὺς παπικοὺς ἀποκρισαρίους.
    8. Ὅτι μία σειρὰ κανόνων τοπικῶν Συνόδων καὶ Ἁγ. Πατέρων ἐπικυρωμένων ἀπὸ τὸν Στ-2 καὶ Ζ-1 ἐπιμαρτυροῦν ὅτι στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ στὸν ἐπίσκοπό της καὶ ἡ ἀρχαία Δυτικὴ-Λατινικὴ Ἐκκλησία ἀναγνώριζε, ὅπως καὶ ἡ Ἀνατολή, μεγάλο σεβασμὸ καὶ πρωτεῖο τιμῆς, ἀλλὰ ὄχι πρωτεῖο δικαιοδοσίας ἢ καὶ ἀλαθήτου καθορισμοῦ τῆς πίστεως .  τὰ πρακτικὰ τῶν ἐν Καρθαγένῃ Συνόδων τῆς λατινικῆς βορειοαφρικανικῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ἀποφάσεις τους γιὰ ἀπαγόρευση τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς στὴ Ρώμη ἢ ἡ διένεξη μεταξύ τοῦ πάπα Ἁγ. Στεφάνου καί τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρχηδόνος γιὰ τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν αὐτὸ ὑποδηλώνουν.
    9. Τέλος, ὁ ἐπίλογος τῆς ἐπιστολῆς τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης εἶναι ὁ πλέον ἐκφραστικός τοῦ κινδύνου πού διέβλεπαν οἱ λατῖνοι Πατέρες τῆς Β. Ἀφρικῆς  κάτω ἀπὸ τὴν, ἐν τῇ γενέσει της, ἀπαίτηση τῆς Ρώμης γιὰ ἐπέκταση τῆς δικαιοδοσίας της στὴν κρίση τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἀφρικῆς: «Ἐκβιβαστάς τοίνυν κληρικοὺς ὑμῶν τινῶν αἰτούντων μὴ θέλετε ἀποστέλλειν, μήτε παραχωρεῖν, ἵνα μὴ τὸν καπνώδη τῦφον τοῦ κόσμου δόξωμεν εἰσάγειν τῇ τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίᾳ, ἣτις τὸ φῶς τῆς ἁπλότητος καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης τὴν ἡμέραν τοῖς τὸν Θεὸν ἰδεῖν ἐπιθυμοῦσι προσφέρει».
Τὰ ἀνωτέρω ἐπιβεβαιώνουν ὅτι καί στή Δυτικὴ Ἐκκλησία κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν ἀναγνωριζόταν στὸν ἐπίσκοπο Ρώμης «πέτρειο πρωτεῖο» ἢ «πέτρειο λειτούργημα ἑνότητος», οὔτε κάποια ὑπερέχουσα ἐξουσία ἐφ’  ὅλης τῆς  Ἐκκλησίας ἢ τὸ δικαίωμα τῆς ἀλαθήτου ἐκφράσεως τῆς πίστεως. Ἔτσι, οἱ σποραδικὲς ἐκφράσεις παπικῶν ἀντιπροσώπων ἢ ὁρισμένων ἐπιστολῶν καὶ ἂν ἀκόμα ἑρμηνευθοῦν ὡς δηλωτικὲς ἀπαιτήσεως κάποιου πρωτείου ἐξουσίας δὲν ἐξέφραζαν σύνολη τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία, οὔτε ἀπηχοῦσαν τὴ δυτικὴ θεολογία σὲ ὅλη τὴν ἔκταση δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρώμης κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Συνεπῶς, κατά τοὺς ὀκτὼ πρώτους αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας στὶς βασικὲς ἐκκλησιολογικὲς ἀρχὲς γιὰ τὸν ρόλο τῶν ἐπισκόπων τῶν πρωτοθρόνων Ἐκκλησιῶν συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ὑπῆρχε ταυτότητα ἀπόψεων μεταξὺ Ἀνατολῆς καί Δύσεως.
Ἐπὶ πλέον δέ, καὶ ἂν ἀκόμα θεωρήσουμε ὅτι ὑπῆρχε σημαντικὴ διάσταση ἀπόψεων Ἀνατολῆς - Δύσεως κατὰ τοὺς ὀκτὼ πρώτους αἰῶνες, ἀναφορικὰ μὲ τὴν οὐσία καὶ τὸ ρόλο τοῦ τιμητικοῦ πρωτείου τοῦ Ρώμης – γεγονὸς ποὺ ὅπως καταδείξαμε δέν ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ πρακτικὰ καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων – θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ διαφορὰ μὲ τὴ σημερινὴ πραγματικότητα εἶναι ἀβυσσαλέα μετὰ τὴ δογματοποίηση τῆς δῆθεν ὑπεροχικῆς ἐξουσίας τοῦ Ἀπ. Πέτρου ἐπὶ τῶν ἄλλων Ἀποστόλων καὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου στὶς Α΄ καὶ Β΄ Βατικανὲς Συνόδους! Τότε εἴχαμε ἀντιμέτωπες ἁπλὲς δηλώσεις ἢ ἑρμηνεῖες . σήμερα, μετὰ τίς δύο αὐτές Βατικανές Συνόδους, ἔχουμε – κατά τή Ρώμη – κεφαλαιώδη δόγματα πίστεως πού ἀνήκουν στὴν «οὐσιαστικὴ καὶ ἀμετάκλητο δομὴ τῆς Ἐκκλησίας» καὶ ἡ ἄρνηση τῶν ὁποίων, ὡς ἐκ τούτου, ἐπισύρει ἀναθεματισμοὺς τῆς «οἰκουμενικῆς» Α΄ Βατικανῆς, ποὺ παραμένουν σὲ ἰσχὺ καὶ μέ τὴ Β΄ Βατικανὴ «οἰκουμενικὴ» Σύνοδο.
Κατά συνέπεια, ἡ προσπάθεια κύκλων τινῶν νὰ παρουσιάσουν τὰ παπικὰ δόγματα τῆς Α΄ Βατικανῆς ὡς τῆς αὐτῆς βαρύτητος μὲ κάποιες ἀπὸ τὶς δηλώσεις τῶν παπικῶν λεγάτων ἢ τῶν παπικῶν ἐπιστολῶν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας εἶναι σαφῶς παραπειστική.
Ἐπίσης, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς «ἀρχῆς τῆς ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι» ὄχι σὲ ἥσσονος σημασίας ἐκκλησιαστικὰ ἔθιμα, ἀλλὰ σὲ βασικὰ ἐκκλησιολογικὰ δόγματα ποὺ ἅπτονται τῆς ἴδιας τῆς δομῆς καὶ ὑποστάσεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι καὶ ἀπὸ ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως ἀπαράδεκτη. Ἐὰν, σύμφωνα μὲ τὴν παπικὴ ἐκκλησιο-λογία τῆς Β΄ Βατικανῆς, ἡ ἄρνηση τῶν παπικῶν δογμάτων καταδεικνύει σοβαρὸ ἐκκλησιολογικὸ ἔλλειμμα τότε δὲν ἔχουμε Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, διότι εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητη ἡ ὕπαρξη Ἐκκλησίας μὲ ἐκκλησιολογικὲς ἐλλείψεις! Ἐπιπλέον, εἶναι ἀδιανόητο τὸ  δυτικὸ μέρος τῆς ὑπὸ σύσταση(;) νέας «ἑνωμένης Ἐκκλησίας» νὰ θεωρεῖ ὡς ἐκκλησιολογικῶς θεμελιώδη δόγματα τὰ περὶ τοῦ Ἀπ. Πέτρου καὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου (σύμφωνα μέ  τήν Α΄ καί τή Β΄ Βατικανή) καὶ τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα νὰ τὰ ἀρνεῖται.  Οὐδέποτε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τὰ δόγματα πίστεως ἦσαν ὑποχρεωτικά γιὰ ὅλους τούς πιστοὺς μόνο μιᾶς συγκεκριμένης ἐδαφικῆς περιοχῆς (ἢ ρυθμοῦ!), ἐνῶ σὲ ἄλλη περιοχή ὑπῆρχε ἡ δυνατότητά μὴ ἀποδοχῆς τους.  Δὲν νοεῖται νὰ ἀνήκουμε στὴν ἴδια «ἑνωμένη Ἐκκλησία» καὶ οἱ μὲν Δυτικοί νὰ δέχονται ὡς δόγμα πίστεως ἀναγκαῖο γιὰ τὴ σωτηρία ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἀλάθητος, ὅταν ἀποφαίνεται ex cathedra, οἱ δὲ λοιποί κατηγορηματικὰ νὰ τὸ ἀρνοῦνται.
Καθίσταται λοιπόν προφανὲς ὅτι εἶναι ἀδιανόητη γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ ἀρχὴ τῆς «ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι», ὅπως ἐσχάτως ἔχει νοηματοδοθεῖ, καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ἀπορρέουσα πρόταση τοῦ καρδιναλίου, τότε, καὶ μετέπειτα πάπα Βενεδίκτου  ΧVI.
Ἂν λοιπὸν ἡ «ἀρχὴ τῆς ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι», ὅπως παρουσιάζεται  τελευταῖα, δὲ μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ γιὰ τὴν πολυπόθητη ἕνωση Ἀνατολῆς-Δύσεως, ποιὰ θὰ ἦταν ἡ ἐνδεδειγμένη πρόταση γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῆς διαιρέσεως μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν; Νομίζω πώς μοναδική ἐλπίδα γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ἀποτελεῖ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια, ἡ ὁποία προϋποθέτει - καὶ ταυτόχρονα πραγματώνεται μὲ - τὴν ἐν ταπεινώσει ἐπιστροφὴ στὶς βασικὲς θεολογικὲς ἀρχὲς καὶ προϋποθέσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἔζησε ἡ  Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ ταπείνωση θὰ ἑλκύσει τὴ θεία Χάρη και τότε θὰ πραγματοποιηθεῖ ὄχι ἕνας ἀδόκιμος διπλωματικὸς συμβιβασμὸς μὲ ἀμφίσημες διατυπώσεις, ὁ ὁποῖος θὰ προσθέσει μόνο πικρία καὶ προβλήματα, ἀλλὰ ἡ πραγματικὴ καὶ γνήσια «ἑνότητα πίστεως καὶ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
Δεῖτε το σέ PDF Google Drive καí κατεβάστε ἀπό ἐδῶ.