Translate

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΝΗΣ, ΠΡΟΕΚΤΑΣΙΣ ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ



ΠΡΟΕΚΤΑΣΙΣ ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ
Τοῦ Παναγιώτου Π. Νούνη


  • Δεῖτε το  κείμενο ΕΔΩ σε PDF.

(α΄) Ἔχομεν ἤδη μελετήσει τά δύο Μέρη τῶν «ἀποδεικτικῶν» μελετῶν και ἀπόψεων τοῦ πολυσέβαστου Καθηγητοῦ (Κανονικοῦ Δικαίου) κυρίου Θεόδωρου Γιάγκου. Γράψαμεν ἑναντίων αὐτῶν σε μόλις πρόσφατη ἀντιρρητικήν μονογραφία μας με τίτλον: ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΠΙΣΦΑΛΩΝ ΚΑΙ ΣΟΦΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΟΛΟΓΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΙΑΓΚΟΥ, (Δεῖτε ΕΔΩ) εἰδικά κατά τοῦ Α΄ Μέρους αὐτοῦ, και ἀπεδείξαμεν μᾶλλον ἐκτενῶς, ὅτι το πρῶτο μέρος τῆς  μελέτης τοῦ Γιάγκου εἶναι μία πλανερή προσπάθεια, να ρίξει στάκτη στα μάτια ἤ και να παραπλανήσει (σε βαθμόν μᾶλλον διάσπασις) ἐπί σκοποῦ τον ἀντιοικουμενιστικόν ἀγώνα, πολλῷ μᾶλλον να δημιουργήσει ἐπιτηδευμένα τινές ἀλλότριες και συγκεχυμένες ἐντυπώσεις κατά τοῦ ἀρχηγέτου τῶν ἀντιοικουμενιστῶν και Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ (Πατρολογίας) Πρωτοπρεσβύτερου Θεοδώρου Ζήση. Το γεγονός και μόνον ὅτι ὁ ἀγαπητός παπαΘόδωρος ἦτο Κληρικός τοῦ κλίματος τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνστανινουπόλεως, ὅτι ἦτο μάλιστα, στενός Συνεργάτης, Σύμβουλος, Λογογράφος και Ἐκπρόσωπός του εἰς τους Διαχριστιανικούς Διαλόγους και Προσυνοδικές Διασκέψεις, εἶναι και το ἀπόλυτον φερέγγυον τῆς καλπάζουσας ἐπιτυχίας τοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ ἀγῶνος, μιᾶς και ἔχωσιν ἤδη ἀποκαλυφθεῖ  («ἐκ τῶν ἔσω») πάμπολλα στοιχεία μετά τον ἄδικον διωγμό, πού ὑπέστην και ἀκόμη ὑφίσταται, ὑπό τῶν (φιλο)Ἀρχιοἰκουμενιστῶν πατριαρχικῶν. Ἐξάπαντος ἕνα εἶναι το πλέον ἀναντίλεκτο καί μόνο σίγουρον: ὅτι ὁ ἔγκριτος Πατρολόγος και Πρωτοπρεσβύτερος π. Θ. Ζήσης κατά το παρελθόν -ὡς Φαναριώτης- δεν προετοίμαζεν ποσῶς την «Μεγάλη και Ἁγία» Σύνοδον (το γνωστόν σε ὅλους μας πλέον ἐκκλησιαστικοπολιτικόν φιάσκον made in U.S.A.) τῶν Προκαθημένων στο Κολυμπαρί, ὡς φαίνεται να (ἐξ)ὑφαίνει και νά (ἐξ)ὑπονοεῖ μεθοδευμένα ὁ Γιάγκου και ἡ παρέα του, ἀλλ΄ ἐπροετοίμαζεν (ὁ Ζήσης και σύν αὐτῷ) την Μεγάλη και Ἁγία Οἰκουμενικήν Σύνοδο τῆς Φιλοκαλλικῆς Ὀρθοδοξίας (μάλιστα στα ἀκριβῇ χνάρια καί ἀρχέτυπα τῶν Ἁγίων Ἀποστολικῶν και στά πρότυπα τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν, Συνόδων.  Ἄν παραστεῖ βέβαια ἡ ἐπιτακτική ἀνάγκη, δυνάμεθα προσεχῶς, να προσκωμίσομεν και τά ἀνάλογα σημαίνοντα ἀποδεικτικά στοιχεία βάσιν τινῶν Πατριαρχικῶν Κειμένων-Πρακτικῶν τά ὁποῖα ὅλως παραδόξως, π.χ. ὁ καθηγ. Γιάγκου και οἱ σύν αὐτῷ, τά ἀποσιωπῶσιν καί τά ἀποκρύβωσιν, μᾶλλον ἵνα μη φανερωθεῖ, ἐξάπαντος ἡ ἀντικειμενική ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, ἀλλά θα ἀποκαλυφθεῖ ὁλόλαμπρη, μη πῶ, ὅτι ἤδη ἀποκαλύπτεται, θέλουν δεν θέλουν!), ὅπερ και ἐκτροχιάσθην ἀπό την συγκλίνουσαν πορεία Της λόγῳ τῆς ἀναξίου και μή ἀδιάφθορης διοικήσεως τῶν νεοΦαναριωτών.

 Και διά να ἀντιληφθεῖ ὁ κάθεῖς τοῦτην την σημαίνουσα και καθάριαν διάκρισιν θα πρέπει κανεῖς ἀναντίλεκτα καί να ἐντρυφήσει, καλῶς, και ὄχι ἀποσπασματικῶς, εἰς ἅπαντα σχεδόν τά ῤωμαλέα γραπτά τοῦ π. Θ. Ζήση, καθῶς και σε συγκεκριμένες ἀποκαλυπτικές δημοσιευμένες καί βιντεοσκοπημένες ὁμιλίες, ποιμαντικά κηρύγματα ἤ και πολυσήμαντες μελέτες-βιβλία του, περί τῆς ἐν λόγῳ ἐκτραχηλισμένης και παρεκτρεπούσης «πανορθόδοξης» Συνόδου τῆς Κρήτης.

(β΄) Το Β΄ Μέρος τῆς μελέτης τοῦ καθηγ. Γιάγκου το ἀναλαμβάνει ἄριστα εἰς πέρας και το κονιορτοποιεῖ ἐξ ὁλοκλήρου -ἐκ καθηκόντως- ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Ἁγίου Βλασίου κύριος Ἱερόθεος Βλάχος, ὅπου και ἀπαντά δυναμικά καί ἀποφασιστικά εἰς τις ψευδεῖς ἀνυπόστατες και παράλογες κατηγορίες τοῦ Γιάγκου. Τελικά ὁ Γιάγκου και οἱ συν αὐτῷ «πήγασιν διά μαλλί και κατήντησαν κουρεμένοι»!...

(γ΄) Ἐπίσης, ἕνα ἀκόμη ἀντιρρητικό κείμενο κατά τῆς μελέτης τοῦ Γιάγκου, ἐδημοσιεύθην, μόλις πρόσφατα ὑπό τῆς μαχητικῆς και ἀντιοικουμενιστικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐφημερῖδος τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου» (30 Σεπτεμβρίου 2016, Ἀριθμός Φύλλου 2133, σελ. 3η) με τίτλον: Ἡ ἀναφορά τοῦ κ. Θ. Γιάγκου εἰς την θέσιν τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Παρθενίου, τοῦ πολυτάλαντου κυπρίου θεολόγου/οἰκονομολόγου/ποιητοῦ κ. Βασιλείου Χαραλάμπους. Ἀξίζει να το διαβάσει κανεῖς μιᾶς και ἐξειδικεύτετο, χωρίς να ἐξαντλεῖτο βέβαια, ἡ προβληματική σε ἕναν πολυσήμαντο μακαριστό καί Ἀρχιοικουμενιστή πατριάρχη, τον «πατριάρχη τῶν Διαλόγων»!

(δ΄) Να ἀναφέρουμε μόνον: ὅτι ὁ ἀγαπητός θεολόγος κ. Βασίλειος, ἔχει δίκαιον, εἰς τον τρόπον προσέγγισις και παρουσιάσεως τοῦ ἔν λόγῳ ζητήματος και σε συνάρτησιν, με ἄλλα ἀποδεικτικά στοιχεία, ἀποκαλύπτει ἐν μέρει την βαρειά οἰκουμενιστική δυσωδεία, πού ἐνυπάρχει, εἰς τους ὑψηλά ἰστάμενους και ἐκπροσώπους τῶν Διμερῶν ἤ και Πολυμερῶν Διαχριστιανικῶν και Διαθρησκευτικῶν Διαλόγων. Τόσον ὁ Γιάγκου ὅσον και ὁ Χαραλάμπους, μᾶς παραπέμπωσιν εἰς τά Προσυνοδικά Πρακτικά-Κείμενα τῆς Γ΄ Πανορθόδοξης Διασκέψεως (και σελ. 105) πού ἔλαβεν χώρα εἰς το Σαμπεζύ τῆς Γενεύης κατά το 1985, ἐπί πατριαρχίας τοῦ μακ. Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Δημητρίου.

(ε΄) Ἐμεῖς ὅμως, διά να ἐπαληθεύσουμε τις ἀποσπασματικές θέσεις πού καταγράφωσιν -τόσον ὁ οἰκουμενιστής Γιάγκου ὅσον και ὁ ἀντιοικουμενιστής Χαραλάμπους- εἰς τά κείμενά των περί τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Παρθενίου, ὀφείλαμε να προστρέξομεν εἰς την πηγή τῶν Συνοδικῶν Κειμένων-Πρακτικῶν. Και ἀπό την ἴδια πατριαρχική πηγή, ἐπιθυμοῦμεν ὅπως σᾶς καταστήσωμεν κοινωνούς και με ἄλλα ἐπιπρόσθετα ἱστορικά στοιχεία τῆς σύγχρονης Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας μας, δηλ. λεχθέντα και γραφθέντα τοῦ μακ. Παρθενίου, ὅπως ἀντιληφθοῦμεν συγκριτικῶς, καί ἅπαντες καλῶς, την θλιβερήν ἀλλοτρίωσιν πού ὑφίσταντο οἱ ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες πού συμμετέσχωσι, ἐκῶν ἄκοντες, εἰς τέτοιους φαύλους Διαλόγους τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν τερόδοξων κκλησιῶν (στο ἑξῆς: Π.Σ.Ε.Ε.ΜΑ.) τῆς ματαιότης.



(στ΄) Τό ἐπιπρόσθετον στοιχεῖον καί πατριαρχικόν Κείμενο ἔχει ὡς ἑξῆς:

«Ὁ Σεβ. Καρθαγένης (και ἐκ τῶν ὑστέρων ὁ Πατριάρχης Ἀλεξ. Παρθένιος): Σεβ. ἅγιε Πρόεδρε (ὁ Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος), εὐρίσκομαι εἰς το Π.Σ.Ε. πολλά χρόνια. Ξέρω ὅτι συνεχῶς παλαίομεν ἐκεῖ για να προσφέρωμεν κάτι και ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἡ μία Ἐκκλησία. Ἡ μία Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι μέσα εἰς το Π.Σ.Ε. Εἶναι βέβαια λίγο παράδοξον. Δεν ξεύρω, ἐάν το Π.Σ.Ε. εἶναι μέσα εἰς την μίαν Ἐκκλησίαν, ἀλλ΄ ἡ μία Ἐκκλησία εἶναι και πρέπει να εἶναι μέσα στο Π.Σ.Ε. Πρέπει και αὐτή να προσφέρῃ. Εἶναι μεγάλο το θέμα. Ζητοῦμε και ἔχομεν δίκαιο να ζητοῦμε την θέσιν μας, ἀλλάμέ πάθος πρέπει να προσφέρωμεν. Ἔχω ὅμως την ἐντύπωσιν ὅτι δεν προσφέρομεν ὅ,τι πρέπει να προσφέρωμεν. Ἡ οὐσία εἶναι μία: πιστεύομεν εἰς την ἀποστολήν τοῦ Π.Σ.Ε. ἤ ὄχι; Να ἐρωτήσῃ ὁ καθένας τι συνείδησή του…» (ΣΥΝΟΔΙΚΑ ΙΧ, Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις (28 Ὀκτωβρίου – 9 Νοεμβρίου 1985), Πρακτικά-Κείμενα, ἐκδόσεις: Ὀρθόδοξον κέντρον τοῦ Πατριαρχείου Κων/Πόλεως, Σαμπεζύ-Γενεύης 2014, σελ. 150).

(ζ΄) Σε ἀντιπαραβολήν ὅμως (δεῖτε παράλληλα το κείμενο τοῦ Γιάγκου ἤ τοῦ Χαραλάμπους) με τις ἤδη (προ)δημοσιευθῆσες θέσεις  τοῦ πατρ. Παρθενίου ἐκ τῆς σελίδος 105, με τά προδιατυπωμένα τῆς πιό πάνω σελῖδος 150, προκύπτωσιν σαφῶς μερικά συγκριτικά ἐρωτήματα: Ὁ πατρ. Παρθένιος παρ΄ὅλον πού ἦτο ἔμπειρος διαλεκτικός εἰς τους Θεολογικούς Διαλόγους μετά τῶν λοιπῶν Ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν (sic) (ἐλπίζομεν να μη θιγεῖ κανεῖς οἰκουμενιστής ἤ καί ἀντιοικουμενιστής διά τον «συνοδικό» ὅρο πού χρησιμοποιοῦμεν), θέτει ἐνώποιον τῶν ὀρθοδόξων συλλειτουργῶν του ὡς ῥητορικόν (;) καί Ἐκκλησιολογικόν ἐρώτημα το ἑξῆς: «οἱ Ρωμαιοκαθολικοί εἶναι Ἐκκλησία ἤ ὄχι;». Ἔχομεν ὅμως μεγάλες ἐπιφυλάξεις στο σημεῖον τοῦτο ὡς προς τό κατά πόσον ἦτο ὄντως ἕνα ῥητορικόν και «ἁπλοϊκόν» Ἐκκλησιολογικόν ἐρώτημα, ἤ, ἔνας βαθειά ὑπαρξιακός καί ἀναπάντητος προσωπικός προβληματισμός του μιᾶς και μᾶς ἐνισχύετο, ἡ προσωπική εἰκασία μας, ἐπάνω σέ τοῦτο το ἐπιπρόσθετον λεχθέν του «εἶναι κρίσιμος ἐρώτησις». Κρίσημον ἐρώτημα διά ποιούς ἀκριβῶς; Γιά τους «πανορθόδοξους» Ἱεράρχες τῆς Γ΄ Προσυνοδικῆς Διασκέψεως; Γιά τους διαχρονικά πολύπειρους ἐκπροσώπους τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως στους περιώνυμους Διαλόγους τοῦ ψεύδους και τῆς ἀπάτης, ἤ γιά τον λαό τοῦ Θεοῦ; Ἤ μήπως, ἦτο κρίσιμον (ἀσύνειδον ἤ και συνειδητόν) ὑπαρξιακόν ἐρώτημα τοῦ ἱεράρχου Παρθενίου; Ὁ πατριάρχης Παρθένιος (ὁ και «πατριάρχης τῶν Διαλόγων») φαίνεται ὅμως, ἐκ τῶν πιο πάνω πατριαρχικῶν πηγῶν, ὅτι ἐδιαλέγετο ἐπί μακροῦ εἰς τά διάφορα Διαχριστιανιακά φόρουμ, ἀλλά πολύ πιθανόν, ἐξάπαντος ἀγνοοῦσεν με τι εἶδους συνομιλητές ἐσυζητοῦσεν. Τοῦτο το στηρίζομεν ἐπάνω εἰς την θέσιν του «Να ποῦμε τι εἶναι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι» (δηλ. οἱ Ρωμαιοκαθολικοί), λές και ἡ πλούσια ἀντιπαπική Πατερική Γραμματεία τοῦ ἦτο μᾶλλον παντελῶς ἄγνωστη ἤ και «κρεμαστάρια» (ὅπως θέλει να πιστεύει μία κακόμοιρος ἀλεπουδίτσα). Μιλάμε ὅτι ἀποδεικνύεται παντελῶς, ἡ ἡμιμάθεια του εἰς τάς ἀντιπαπικάς Πατρολογικάς Πηγάς, ὅταν συζητεῖ (προσέξτε ὄχι με παπικούς) μετά τῶν ὁρθόδοξων ὁμολόγων του και θέτει τέτοιο κρίσιμον Ἐκκλησιολογικόν ζήτημα. Το ζήτημα για τους θεηγόρους Πατέρες εἶναι σαφῶς λελυμένον. Ἐξάπαντος μία διαφορετική καί ἐνδιαφέρουσαν ἀπάντησιν τοῦ την ἔδωσε μετα-Πατερικῶς ἡ Σύνοδος τῶν Προκαθημένων στο Κολυμπάριον. «Ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες»! Δηλαδή ἔντεχνη καί θεσμική -ἐξ ὀρθοδόξων- ἐκκλησιοποίησις (δηλ. κατ΄ἀκρίβειαν αντὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογική ἀλλοίωσις) πάντων τῶν αἱρετικῶν, ἑτερόδοξων και κακόδοξων ἀποκλίσεων. Οἱ πιστοί ἄνθρωποι δηλ. τοῦ Π.Σ.Ε.Ε.ΜΑ.(τος) εἶναι καθόλα ὀρθόδοξοι (!) εἰς την Πίστη τῆς Μίας Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Το μείζον σημεῖον πού ἀποδεικνύει την διαλεκτική ἀλλοτρίωσιν τοῦ ἐν λόγῳ μακαριστοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀνδρός (καθῶς και ἄλλων τόσων) ἦτο το ἐπόμενον ῥητορικόν ῥηθέν του «ἔχουν και αὐτοί κάτι ἀπό την Ἐκκλησίαν;»…!

(η΄) Τοῦτο ὑποδηλώνει ξεκάθαρα σε μεγάλον ποσοστόν μάλιστα, ὅτι ἐπρέσβευεν ἤ και υἱοθετοῦσεν (ὁλίγον ἤ πολύ, δεν ἔχει σημασία) δηλ. την Λουθηροκαλβινική Ἐκκλησιολογία τῶν «ἐκκλησιαστικῶν στοιχείων» ἤ ἄλλως πως τά «ἴχνη ἐκκλησιαστικότητος» ὅπου τέτοια παράδοξη καί αἱρετίζουσα Ἐκκλησιολογία, ΟΥ-ΔΕ-ΠΟ-ΤΕ ἐκηρύχθην διά τῶν Ἁγίων Γραφῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων και θεηγόρων Πατέρων. Στην ἐν λόγῳ πλανερή και αἱρετική Καλβινίζουσα Ἐκκλησιολογία (ἡ ὁποῖα εἶναι Δόγμα πλέον τῆς Οἰκουμενιστικῆς Ἐκκλησιολογίας), ἔδωσαν μόλις πρόσφατα δείγματα «θεολογικῆς» γραφῆς και ἄλλοι Ἱεράρχες  όπως λ.χ. οἱ ἅγιοι θεοφιλέστατοι: ὁ Ἀβυδοῦ κ. Κύριλλος Κατερέλλος και ὁ Καρπασίας κ. Χριστοφόρος Τσιάκας!... Πατερικόν και ὀρθόδοξον Δόγμα εἶναι ἡ Ἐκκλησιολογική Ἀποκλειστικότης: ἐκτος Ἐκκλησίας, δεν ὑφίσταται ἀλλ΄ οὔτε δύναται να ὑφίσταντο, ἐκκλησιαστικά στοιχεία ἤ καί σωτηρία παρ΄ἐκτός τῆς νοητῆς Νηός, ὅπως δεν ὑφίστατο σωτηρία τινῶν ναυαγῶν ἐκτός τῆς ἀσφαλοῦς νηός. Κάθε ἄλλη θέσις φαντάζει λίαν ἐπιεικῶς, ἄκρως ἀ-νόητος.

(θ΄) Και ἑνῶ εἰς την σελίδα 105 θέτει ἀκόμη ἔνα ἄλλον ἄτοπον ῥητορικόν ἐρώτημα «δηλαδή ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη Ἐκκλησία και ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας;», ἔρχεται εἰς την σελίδα 150 να ἀπαντήσει («ὁμολογιακῶς»;) και ἀμέσως πλύν σαφῶς, ὅτι «ἐμεῖς εἴμεθα ἡ μία Ἐκκλησία»! Ἄν πράγματι ἐπρέσβευεν ἀληθινά ἐτοῦτο το δεύτερον ὀρθόδοξον σημεῖον διά ποῖον λόγον και ποῖον νόημα εἶχεν τότε, νά (ἐξ)ἔθετεν (ἐνώπιον ὀρθοδόξων Ἱεραρχῶν, Κληρικῶν και Καθηγητῶν) τέτοιους «αἱρετικούς» ἐρωτηματικούς καί ῥητορικούς προβληματισμούς; Διά να συμπροβληματιστῶσιν πιθανόν οἱ ἄλλοι (πλύν τοῦ ἰδίου) καί ἐν ἀγνοίᾳ ὁμότιμοι συλλειτουργοί του; Εἶναι ὅμως φανερᾶ ἡ μεγίστη ἐκκλησιολογική σύγχησις και ἡ ἀλλοίωσις τοῦ φρονήματος τοῦ «πατριάρχου τῶν Διαλόγων» καί με αὐτήν την ἀμέσως ἐπόμενη, ἀστόχαστην και πλανερή, θέσιν ἡ ὁποῖα φανερώνει την νοσηρότητα τῶν Διαλόγων και διαλογούντων: «Ἡ μία Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι μέσα εἰς το Π.Σ.Ε. Εἶναι βέβαια λίγο παράδοξον…»…!

(ι΄) Πῶς εἶναι δυνατόν ἡ Μία Ἐκκλησία, να συμπεριλαμβάνεται, πρακτικῶς ἤ και ὀντολογικῶς, ἀνάμεσα εἰς τά πολλά ἄλλα μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.Ε.; Πρόκειται ἄραγέ, ὄντως διά την Μία Ἀποστολική και Καθολική Ἐκκλησία, ἤ διά ἕνα κακορίζικον και κάλπικον κακέκτυπον Αὐτῆς; Μήπως ὁ πατριάρχης Παρθένιος, συγχέει και ταυτίζει, την ἱεραρχική διοικητικήν δομή τῆς Μίας Ἐκκλησίας, με την ἴδια τήν Μία Ἁγία Καθολική και Ἀποστολική Ἐκκλησία; Ἡ διοίκησις πάντως προσπαθεῖ νά «διαλέγεται», και ὄχι σαφῶς το Χαρισματικόν Βασίλειον ἱεράτευμα1 τοῦ ἐν ἐγρηγόρσει Σώματός Του. Οἱ ρωμαλέες ἀντιδράσις (τῶν ἀντιοικουμενιστῶν) αὐτοφανερώνουν κάποια σημαίνουσα διάστασιν και ἀντίθεσιν ἐνεργειῶν μεταξύ, διοικήσεως και τοῦ καθόλου πληρώματος, τῆς Μίας Ἐκκλησίας.

 Οἱ μέν δεύτεροι καθῶς γίνεται ἀδιάλλειπτα φανερόν, ἐκφράζωσιν ἐν διακρίσει, διαχρονικῶς, ἀξιόλογες θεολογικές ἀντιρρήσεις κατά τῶν διαλόγων τοῦ ψεύδους. Οἱ δε πρῶτοι φέρουν να ἔχωσι παντελή ἔλλειψιν διακρίσεως, μεταξύ, τοῦ ἀνυπόκριτου διαλόγου ἐν ἀγαπητικῇ ἀληθείᾳ, με τον Προπατορικόν (και Μεταπατορικόν) Διάλογον (τῶν Δικαίων Πρωτοπλάστων: τοῦ προπάτωρος Ἀδάμ και τῆς προμήτωρος Εὔας) με τον ἀρχέκακον και ἀντίχριστον Διάβολον τοῦ ΠΣΕΕύδους.

(ια΄) Ὁ Ἐκκλησιολόγος Καθηγητής κύριος Γεώργιος Παναγόπουλος το καταθέτει ἀπερίφραστα σε ἕνα ἄκρως ἐνδιαφέρον καί περίφημον σύγραμμαν του:

«Ἔτσι ἡ τελική διάκριση τοῦ ἀληθοῦς ἀπό το ψεύδος τελείται ἐντός τῆς συνεχοῦς χαρισματικῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Δεν γίνεται ὑπό τῶν Συνόδων (σημ. δική μας: Σύνοδος τῆς Κρήτης, 2016), οὔτε ἀπό κάποια ἄλλη ἀρχή (σημ. δική μας: Προσυνοδική Διάσκεψις ἤ και Σύνοδος  τῶν Προκαθημένων)·…» [Γεώρ. Δ. Παναγόπουλος, ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ (Ἐρμηνευτική προσέγγιση πτυχῶν τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας με βάση την ὁρθόδοξη Πατερική Παράδοση), ἐκδόσεις: Μυρμιδόνες, Πρωτότυπη ἔκδοση, Ἀθήνα 2015, σελ. 221, και διά το «Βασίλειον Ἱεράτευμα» δεῖτε το κεφάλαιον: Το Μυστήριο τῆς Ἱεροσύνης, ἀπό σελ. 297-341].

(ιβ΄) Μίαν Ἐκκλησιολογική παραδοξότητα την ἀντιλαμβάνετο ὁ πατρ. Παρθένιος καθότι το ὁμολογεῖ: «Εἶναι βέβαια λίγο παράδοξον». Το «λίγο παράδοξον» στην ὅλη περιρρέουσα καί αὐτοὑπονοούμενη θεωρητικο-πρακτική Ἐκκλησιολογία τῶν διαλογούντων Ἱεραρχῶν (εἰς το Π.Σ.Ε.Ε.) μᾶς ὑπενθυμίζει το «ὁλίγον ἔγκυος», σημαίνων δογματολογικόν μάθημα ὑπό τινός ἐξαίρετου και ἔγκριτου Δογματολόγου. Τοῦτο πού δεν δύναται ὅμως να ἀντιληφθεῖ (ὅπως και κάμποσοι «ἡμέτεροι») εἶναι, ἡ ἱερά διάκρισις: μεταξύ τινός πανάγιου θεσμοῦ, ἐκ τῶν φορέων και προσώπων πού ἐκπροσωπῶσιν τον ἐκασταχοῦ και ἐκάστοτε ἱερον θεσμόν. Καί βέβαια κάπου ἐδῶ ἔγκειται, ριζηδόν, ἡ ἅπασα τραγελαφική παραδοξότης. Τά πρόσωπα ἀναντίρρητα καί εἶναι τρεπτά ὅσον ὑψηλά ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα και να λάβωσιν. Τοῦτη ἡ ἀνθρωπολογική ἀλήθεια ἔχει καταμπαζωθεῖ ἐξ ἀλλότριων σκοπιμοτήτων. Ἡ θλιβερή τρεπτότητα τοῦ ἀνθρώπου (μαζί με τις ἀποδεικτικά: ἄπειρες ἐν Χριστῷ διά Πνεύματος ἁγίου, θεανθρωπολογικές δυνατότητες, καθάρσεως, φωτίσεως και θεώσεως τοῦ Ἀνθρώπου) πάγια και σταθερά (πολύ)διακηρυσσομένης στά τῆς ὀρθοδόξου Ἀνθρωπολογίας (ἄρρηκτα συνδεδεμένης μετά τῆς Θεανθρωπολογίας-Χριστολογίας) εἶναι και το κατ΄ἐξοχήν πηρυνικόν ἀπαρασάλευτον Δόγμα Πίστεως. Πιο ἐπιστημονικά και στα ἴδια ἀκριβῶς, συνηγορεῖ, ἀνενδοίαστα, ὁ προαναφερθής Καθηγητής (Δογματολόγος) τῆς Ἐκκλησιολογίας Παναγόπουλος, με τά ἑξῆς γραφθέντα:

«Ὅμως αὐτό ἀκριβῶς εἶναι το πρόβλημα: ἡ πλήρης ὑποκατάσταση τοῦ χαρισματικοῦ στοιχείου (πού εἶναι ἡ «οὐσία» τῆς ὕπαρξης και τῆς ζωῆς ταῆς Ἐκκλησίας και ὡς προς την ἱεραρχική δομή της) ἀπό ἕναν θεσμό (σημ. δική μας: τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου), ὁ ὁποῖος ἐν τέλει περιχωρεῖ μέχρι ταυτίσεως με το πρόσωπο (σημ. δική μας: πατριάρχου Βαρθολομαίου) τοῦ ἐκάστοτε φορέα του!»· (Τοῦ αὐτοῦ, Ζητήματα Ἐκκλησιολογίας, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 215).

(ιγ΄) Ὡστόσον ἀπό την ἄλλη, δεν μπορεῖ να γίνει εὔκολα κατανοητόν ἤ ἀποδεκτόν, ἡ παράδοξη και μανική ὑποχρέωσις διά τῆς διοικήσεως τῆς Φαναριώτικης ἐλίτ, να προσαρτήσει και να εἰσαγάγει με καμάρι (sic) ἐντός τοῦ Π.Σ.Ε.Ε. την Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία. Μέχρι και ὁ ἴδιος πατριάρχης Παρθένιος προβληματίζει ἄν οἱ συμμετέχοντες ἐκπροσώποι τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, πιστεύωσιν ἀναφανδόν, εἰς την ἀποστολή τοῦ Π.Σ.Ε.Ε. λές και ἡ ἀποστολή τοῦ εἶναι (;) ἀνωτέρας φύσεως ἐξ ἐκείνης τῆς Μίας Ἁγίας Ἐκκλησίας. Ἄν οἱ θιασῶτες και φανατικοί τοῦ Διαλόγου τοῦ ψεύδους (οἱ Οἰκουμενιστές πάσης φύσεως) ἐπιστεύαν, ἤ μᾶλλον ἐμπιστεύοντο, ἀπόλυτα, καθολοκληρίαν και ἀποκλειστικά, την ἱεραποστολήν τῆς Μίας Ἐκκλησίας πού (δῆθεν) ἐκπροσωπῶσι, δεν θα ἔμπαιναν κἄν στην διαλεκτική διαδικασία και νά ἐξέφραζαν τέτοιες «ῥητορικές» ἐπιφυλάξεις, περί τῆς ἀποστολῆς τοῦ Π.Σ.Ε.Ε. Ἀλλά τις διατυπώνωσιν λόγῳ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐντάξεως  και συμμετοχῆς τους σέ τοῦτον τον παμπροτεσταντικόν ὀργανισμόν. Δεν εἶναι τυχαίες οἱ διαχρονικά, σωρηδόν και ἀλλεπάληλες, «παραιτήσεις» και ἀντιρρήσεις (Φλωρόφσκυ, Τρεμπέλλα, Ρωμανίδη, Φαράντου, Ζήση, κ.ἄ.) ὀρθοδόξων Κληρικῶν και  ἀκαδημαϊκῶν κατά τοῦ Π.Σ.Ε.Ε.

(ιδ΄) Ἄρα συνεπῶς καί εἰρήσθῳ ἐν παρόδῳ, ἀπασχολεῖ και θα ἀπασχολεῖ, συνεχῶς τοῦς ἀντιοικουμενιστές, ἀλλά κυρίως ΚΑΙ τάς συναυτουργάς συνειδήσεις τῶν Ἀρχιοικουμενιστῶν, διά την καθόλα Ἐκκλησιολογική και ἀτομική στάσιν τους διά τον «τυχόντα» ἀντιφατικόν τρόπον ζωῆς τους (λ.χ. ὁ ἀνούσιος διάλογος μετά τῶν ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΩΝ ἑτεροδόξων) μιᾶς και δεν ὑφίστατο πουθενά ὑποχρεωτικός Εὐαγγελικός Κανών περί τινός «ἀδιαλλείπτως διαλέγεσθαι» μετά τῶν ἀμετανόητων αἱρετικῶν!

 Και ὅμως ἡ Νεοφαναριώτικη ἐλίτ, ἡ διοίκησις μίας και ΜΟΝΟΝ Τοπικῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας, ἐπιβάλλει ἐξουσιαστικά και ληστρικά, τοῦτο τον διάλογον τοῦ ψεύδους και τον ἀπολυτοποιεῖ, τόν ἐξυψώνει ὡς σημαίνοντα… Δογματολογικόν «Ὅρον Πίστεως»!... Τραγική κατάλληξις τοῦτου, ἡ αἱρετίζουσα διασπαστική, πυορροούσα πληγή, τῶν γραπτῶν ἀποφάσεων τῆς Ληστρικῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου.

(ιε΄) Ὁ Δογματολόγος καθηγ. Παναγόπουλος, ἀκολουθῶντας την συγκεκριμένη καί ὀρθή θεολογικά, σκέψη τοῦ μακαριστοῦ Καθηγητοῦ Νίκου Ματσούκα μᾶς ξεκαθαρίζει σε ἄλλο σημεῖον και διά τοῦτο το  ἀξιοσημείωτον πρόβλημα:

«Ἡ πατερική Παράδοση δεν συνηγορεῖ ὑπέρ μίας ἱεροκρατικῆς δομῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ, κατά την ὁποῖα μια πνευματική ἐλίτ ἐπιβάλλει την ἐξουσία της ἐπί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος οἰωνεῖ κατά το πρότυπο ἀρχαίων ἐνθουσιαστικῶν σεκτῶν μοντανιστικοῦ τύπου. Ἡ Παράδοση δεν ἐπιβάλλεται ἔξωθεν· βιώνεται ὡς συνεχής ἐμπειρία στο ἐσωτερικό τῆς Ἐκκλησίας… Ἐπειδή ζοῦμε ὀρθά ἔχουμε ὀρθή διδασκαλία· ὄχι το ἀντίθετο.» (Τοῦ αὐτοῦ, Ζητήματα Ἐκκλησιολογίας, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 225-226)

(ιστ΄) Το πλέον οὐσιαστικόν ἐρώτημα τοῦ πατριάρχου Παρθενίου εἶναι ἀκόμη ἐπίκαιρον: Οἱ σημερινοί Ἱεράρχες και ἀκαδημαϊκοί πού συμμετέχωσιν, ἀβασάνιστα, εἰς το Π.Σ.Ε.Ε. πιστεύωσιν ὄντως εἰς την ἀποστολήν του, ΝΑΙΟΥ; Ἄν ΟΧΙ, τότε προκύπτει το ἀμέσως ἔλλογον, ἐρωτηματικόν πρόβλημα: ποῖον ἀκριβῶς το νόημα να παραμένωσι, οἱ Τοπικές ὀρθόδοξες Ἐκκλησίας, μέσα στο ἐν λόγῳ πολύ-αἱρετικόν Συμβούλιον; Ἐάν ΝΑΙ, τότε ἄραγέ, πιστεύωσιν ἀφελῶς, στην ψευδαποστολήν του; Ἤ μήπως, δεν ἀξιολόγησαν, καλῶς και βαθέως, την ἡμετέρα ἀποστολήν τῆς Μίας Ἁγίας Καθολικῆς και Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας; Οἱ οἰκουμενιστές βρίσκονται ἐνώπιον τραγικοῦ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟΥ και ΛΟΓΙΚΟΥ ἀδιεξόδου και προσπαθοῦν να το συγκαλύψωσιν διά σωρηδόν ἐπικοινωνιακῶν εἰκονικών και προπαγανδιστικῶν τεχνασμάτων (ὁ καταιγισμός τῆς φτηνῆς των προπαγάνδας τοῦτο σηματοδοτεῖ). Ἐξάπαντος και τά δύο ἐκκλησιαστικά μεγέθη (ΠΣΕ (!) και Μία Ἐκκλησία) ἔχωσιν και κάποιαν Ἐσχατολογικήν και Σωτηριολογικήν ἀποστολήν-προοπτικήν. Ἔτσι δεν εἶναι; Ἀποσκοποῦν σε κάποιον (ὑπερ)ἱστορικόν Τέλος, ἔτσι δεν εἶναι; Ἡ Μία Ἐκκλησία την δική της, και το Π.Σ.Ε.Ε. σαφῶς την δική του. Πῶς ὅμως γίνεται τέτοιος «Μεικτός Γάμος» με τέτοια ἀσύμβατα, ἀσυμβίβαστα και ἀνόμοια πράγματα; Τοῦτο το ἀλχημικόν καί ὀργανωσιακόν πάντρεμα δεν ἔχει πεσιμιτιστικές συγκρητιστικές θεοσοφικές κ.ἄ. σατανόσχημες ἐπιδράσεις;

Ἄν ὑφίστατο τουλάχιστον, κάποια ταυτότητα, θεολογικῶν και ἐκκλησιολογικῶν ἀντιλήψεων/δοξασιῶν τότε θα διενεργεῖτο ἄμεσα ἡ «ἀ-Κοινώνητη Διακοινωνία» τῆς λεγόμενης και Interocommunion. Πῶς ἀκριβῶς, συμβιβάζονται και συγκλίνωσι, σ΄ ἕνα μίνιμουμ σημεῖον, ἀμφότερες, οἱ Ἐσχατολογικές ἀποστολές των; Με την ἀλλοίωσιν της ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, ἐμπλουτίζωντας αὐτήν, με ἑτερόδοξα συγκρητιστικά καρυκεύματα ἐκ τῶν Λουθηροκαλβίνων και Φραγκολατίνων; Τί να κάνουμεν την «ὀρθή» ἤ και «ὀρθόδοξη» συνοδική, ἐξάπαντος θεωρητική διδασκαλία τοῦ Κολυμπαρίου, πού ἐρείδεται προφανῶς εἰς τάς ληστρικάς ἀποφάσεις τῶν Συνοδικῶν Προκαθημένων, ὅταν ὑφιστάμεθα, σημαίνουσα ἔλλειψιν, εἰς τον βίον και την πολιτεία μας; Λόγῳ τοῦ ὅτι ἐπειδή ἐδιεκηρύξαμεν ἀπό ὑψηλωτάτης καθέδρας μίαν λεγόμενην «ὀρθήν διδασκαλίαν» (την Οἰκουμενιστικήν!) τοῦτο σημαίνει, ταυτόσημα και ταυτόχρονα, ὅτι διάγωμεν και εἰς  ἄγγελον βίον και ἐν Χριστῷ ἐμπειρική παραδίσεια πολιτείᾳ; Σαφῶς ὄχι! Ἐπιτρέψατέ μας καταχρηστικῶς κρίνοντες ἀφ΄ ἡμῶν τῶν ἰδίων, νά κρίνουμε και τά ἀλλότρια, ὅτι ἡ ὅλη περιρρέουσα, τοξική ἀτμόσφαιρα, δεν εἶναι καλυτερώτερη ἐκ τῶν θαλάμων ἀερίων τῶν παντοδύναμων Ναζιστῶν προτεσταντῶν. Εἶναι ἔτι περαιτέρῳ καί ἀπείρως χειρώτερη…!
Εἰρήσθῳ ἐν παρόδῳ καί ἐν κατακλείδι, νομίζουμε ὅτι δεν ὑφίστατο ΟΥΔΕΜΙΑ πραγματική Ἀνθρωπολογική-ὑπαρξιακή πρόοδος (πλύν τῆς τεχνολογικῆς και ἀληθοῦς ἐπιστημονικῆς, φαινομενική πρόοδος δηλ.) ἀπό την ἐποχή τῶν δύο Παγκόσμιων Πολέμων, ἐνῶ παράλληλα, μᾶλλον και ὀδεύωμεν εἰς χειρώτερες ἀτραπούς. Μη ξεχνάμε βέβαια, ὅτι το Π.Σ.Ε.Ε. εἶναι ὁ ἀμφιλεγόμενος, μέγας ὑβριδικός ἀπόγονος, τῶν δύο ἐθνοκτόνων και ἀνθρωποκτόνων παγκοσμίων πολέμων. Συνεπῶς ἡ παμφάγος ῥίζα και πάλιν εἶναι κατά βάσην ἐπάνω σε ἀπειράριθμες καί ἀνθρωποκτόνες τραγωδίες, κτίσματα σαθρᾶ ἐπάνω στην ἄμμο, μιᾶς και δεν ὑφίστατο Ἐσχατολογικόν και Σωτήριον, αἴσιον τέλος, διά τοῦ νοησιαρχικοῦ Οὐμανισμοῦ… παρ΄ἐκτός κι ἄν ἡ δηλητηριώδης ῥίζα ἐκκοπεῖ ὁλοσχερῶς, και ἐμβολιασθῶμεν ἅπαντες, ἀπό το Ἀντίδοτον τοῦ Θανάτου, δηλ. τοῦ  Θεοτοκόφιλου Θεανθρωπισμοῦ.

Τοῦ Παναγιώτου Π. Νούνη



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ/ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

[1] ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ: (1) Ἐπιστολή Α΄ Πέτρου, Β΄, 9-10: «ὑμεῖς δε γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαόν εἰς περιποίησιν, ὅπως τάς ἀρετάς ἐξαγγείλητε τοῦ ἐκ σκότους ὑμᾶς καλέσαντος εἰς το θαυμαστόν αὐτοῦ φῶς· οἵ ποτε οὐ λαός, νῦν δε λαός Θεοῦ, οἱ οὐκ ἠλεημένοι, νῦν δε ἐλεηθέντες». (2) Ἀποκάλυψις τοῦ Ἰωάννου, Α΄, 5-6: «και ἀπό Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ μάρτυς ὁ πιστός, ὁ πρωτότοκος τῶν νεκρῶν και ἄρχων τῶν βασιλέων τῆς γῆς… και ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλείαν, ἱερεῖς τῷ Θεῷ και πατρί αὐτοῦ». (3) Ἀποκάλυψις τοῦ Ἰωάννου, Ε΄,10: «και ἐποίησας αὐτούς τῷ Θεῷ ἡμῶν βασιλεῖς και ἱερεῖς και βασιλεύσουσιν ἐπί τῆς γῆς».

1.     Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα, Οἱ Λαϊκοί ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, (Το «Βασίλειον ἱεράτευμα»), ἔκδοσις Τρίτη, Ἀδελφότης Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀθήναι 2008, σσ. 310.

2.     Π. Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Τόμος Β΄, ἔκδοσις Δευτέρα, ἔνθ. ἀνωτ., Ἀθήναι 1979, σελ. 370-408.

3.     Χρήστου Ἀνδρούτσου, Δογματική τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔκδοσις δευτέρας, ἐκδοτικός οἴκος: «ΑΣΤΗΡ», 1956, σελ. 282-292.

4.     Ἐπιφάνιου Ι. Θεοδωρόπουλου (Ἀρχιμανδρίτου), Ἄρθρα-Μελέται-Ἐπιστολαί, Τόμος Α΄, ἔκδοσις β΄ (διάφορος τῆς προηγούμενης), ἐν Ἀθήναις 1986, σελ. 81-93.

5.     Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου (Πρωτοπρεσβύτερου), Δογματική και Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Τόμος Α΄, τέταρτη ἔκδοσις, ἐκδόσεις: Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 183-191.

6.     Νίκου Α. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία, Β΄ Τόμος, 2010, ἐκδόσεις: Π. Πουρναρᾶ, σελ. 298-308, σελ. 411-428.

7.     Ν. Α. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία, Γ΄ Τόμος, 2008, ἔνθ. ἀνωτ., σελ. 255-262.

8.     Θεοδώρου Ν. Ζήση (Πρωτοπρεσβυτέρου), Οἱ Λαϊκοί στην Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (Συζήτηση θέσεων τοῦ «Θεολογικοῦ Συνδέσμου»), ἐκδόσεις: «Βρυέννιος», Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 82.

9.      Θ. Ν. Ζήση, ΚΑΚΗ ΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΑΝΥΠΑΚΟΗ (Ἡ πνευματική και διοικητική κρίση στην Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος), ἔνθ. ἀνωτ., Θες/νίκη 2006, σσ. 166.

10.                        Τοῦ αὐτοῦ, ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΤΟΙΣ ΘΕΙΟΙΣ ΠΑΤΡΑΣΙΝ (Ἀρχές και κριτήρια τῆς Πατερικῆς Θεολογίας), ἔνθ. ἀνωτ., Θεσ/νίκη 1997, σελ. 108-111.

11.                         Ἰωάννου Β. Κογκούλη, Κατηχητική και Χριστιανική Παιδαγωγική, ἔκδοση Β΄, ἐκδοτικός οἴκος: Ἀδελφῶν Κυριακίδη, 2008, σελ. 283-304.

12.                         Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία (Πατερική θεραπευτική ἀγωγή), Θ΄ ἔκδοση, ἐκδόσεις: Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, 2008, σελ. 81-86.

13.                         Ἱεροθέου, Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας (κατά τις προφορικές παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη), Τόμος Β΄, ἔκδοση Α΄, ἔνθ. ἀνωτ., 2011, σελ. 359-362, σελ. 367-379, σελ. 379-414.

14.                         Βασίλειου Βολουδάκη (Πρωτοπρεσβυτέρου), Ἡ Πολιτική εἶναι Ποιμαντική (Ἡ πνευματική μας εὐθύνη για το κατάντημα τῆς Πατρίδος μας), ἐκδόσεις: «Θυηπόλος», Α΄ ἔκδοση, 2011, σελ. 199-243.

15.                         Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδου, ΧΑΡΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΙΔ΄ ΑΙΩΝΑ (Συμβολή στη σωτηριολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας), ἐκδόσεις: Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 196.

16.                         Γεώργιος Δ. Παναγόπουλος, ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ (Ἐρμηνευτική προσέγγιση πτυχῶν τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἑκκλησίας με βάση την Ὀρθόδοξη Πατερική Παράδοση), ἐκδόσεις: «ΜΥΡΜΙΔΟΝΕΣ», πρωτότυπη ἔκδοση, Ἀθήνα 2015, σελ. 254, σελ. 297-341, σελ. 371-378.

17.                         Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου (Ζηζιούλα), ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΕΞΕΜΠΛΑΡΙΟΝ, ἔκδοσις: «ΕΥΕΡΓΕΤΙΣ», Ἱερά Μονή Ἁγ. Παρασκευῆς Μαζίου Μεγάρων, ἔκδοση Β΄ ἐπηυξημένη, Μέγαρα 2011, σελ. 37-41, σελ. 75, σελ. 114, σελ. 126-127, σελ. 151-157, σελ. 158-159, σελ. 170-171, σελ. 213.