Translate

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΝΗΣ, ΑΠΛΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ «ΑΠΛΟΪΚΕΣ ΑΠΟΡΙΕΣ» ΤΟΥ κ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΡΙΛΙΓΚΑ




 ΑΠΛΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ «ΑΠΛΟΪΚΕΣ ΑΠΟΡΙΕΣ» ΤΟΥ κ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΡΙΛΙΓΚΑ
Τοῦ Παναγιώτου Π. Νούνη


  • Διαβάστε το καί ΕΔΩ σε PDF.
Ἡ πιο κάτω ἀντιρρητική μελέτη μας φιλοδοξεῖ να προσφέρει εἰς τό φιλότιμον και ἀξιαγάπητον ἀναγνωστικόν κοινόν μας τινές ἁπλές (και ὄχι ἁπλοϊκές) ἀπαντήσεις εἰς το ἄρθρον τοῦ Συμβουλάτωρ τῶν παγκρητικῶν Θεολόγων κυρίου Γεωργίου Στριλιγκᾶ πού φέρει ὡς τίτλον του: «Δέκα και μία ἁπλοϊκές ἀπορίες γύρω ἀπό τον παρα-συνοδικόν χαρτοπόλεμο». Για να δοῦμεν λοιπόν, ᾆραγέ, εἶναι τῷ ὄντι «ἁπλοϊκές» οἱ ἀπορίες του ἤ μήπως εἶναι πολύπλοκες, σύνθετες, ἀφελεῖς και ἐκ τοῦ πονηροῦ;

Κατ΄ἀρχᾶς, να ποῦμεν, ὅτι ὁ πολυσέβαστος κύριος συνάδελφος Γ. Στριλιγκάς εἶχεν την ἀναφανδόν ὑποχρέωσιν ὅπως (προσδ)ὁρίσει και ἐπεξηγήσει μετ΄ἀπολύτου ἀκριβείας, θεο-λογικῆς, τι ἀκριβῶς ἐννοεῖ με το φρασίδιον «παρα-συνοδικόν χαρτοπόλεμο». Λόγου χάριν ἀνάμεσα στις τόσες δημόσιες (ἐπίσημες ἤ ἀνεπίσημες) ἀναφορές πού ἐγεγόνασι περί τῆς μόλις παρελθούσης καί Ληστρικῆς Συνόδου, ᾆραγε παριλαμβάνει/νται (ἐντός τοῦ ἐν ἀμφιβόλῳ καί προκειμένῳ ὅρου του), και τά ἐπίσημα Συνοδικά ἀποφασισθέντα τῶν ἐν ἀπουσίᾳ Αὐτοκεφάλων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ὡς δῆθεν «παρασυνοδικόν χαρτοπόλεμο»; Γιατί τέτοια ἀπαξιωτική ὑπεργενίκευσις και ἀντιεκκλησιαστικά ὑπεραπλουστευμένης μομφῆς ἐκ μέρους του κ. Γ.Σ.;

Δηλαδή, τά ἐπίσημα Συνοδικά ἀνακοινωθέντα και Ἐγκύκλιοι τῶν δύο  Πατριαρχείων τῆς Νεοπαγοῦς Πενταρχίας (Ἀντιοχείας και Μεγάλης Ρωσσίας) καθῶς και τά ὑπόλοιπα Συνοδικά ἀνακοινωθέντα τῶν τριῶν Νεοπαγῶν Πατριαρχείων (Γεωργίας, Σερβίας και Βουλγαρίας) πού ἐπίμονα ἐζητούσαν, την προσωρινή ἀναβολή, και μη ταχείαν σύγκλησιν τῆς (συν)κρητικῆς Συνόδου, ἤ ἀκόμη πού ἐπεξηγούσασιν, ἀναλυτικῶς καί διεθνῶς, τους κυριώτερους λόγους ἀρνήσεώς των ὅπως μη συμμετέσχωσιν εἰς το ὅλον συνοδικόν φιάσκον, εἶναι (παν)ἄξιοι ἱεροκατακρίσεως και τά γραπτά των «παρασυνοδικός χαρτοπόλεμος»; Γιάτι ἄραγέ τέτοια φαιδρᾶ και ἄτοπος ὑποτίμησις τῶν ἱεροκανονικῶν καί Συνοδικῶν ντοκουμέντων; Ἐξ αἰτίας τοῦ παγκρήτιου (νεοΦαναριώτικου) κύρους πού τον περιβάλλει; Ἀς ἀποπειραθοῦμε τότε, να ἀναστοχαστοῦμεν και να καταγράψομεν, σαφῶς, μερικές ἀνεξάντλητες ἀπαντήσεις διά τις «ἁπλοϊκές ἀπορίες» τοῦ κ. Γ.Στριλιγκᾶ:

Α΄. Περί τῆς περιώνυμου «ὀνοματολογίας» τῆς ληστρικῆς Συνόδου ἔχομεν τον μη ἀπλανή λογισμόν, ὅτι: ὁ ἀποκλειστικός (αὐτο)προσδιορισμός της ὡς «Ἁγία και Μεγάλη» θα ἔπρεπεν μᾶλλον να ἔχει π.χ. ὡς σημεῖον ἀναφορᾶς τά τῷ ὄντι Ἅγια και Θεία ἀποφασισθέντα της· ἐάν ὄντως οἱ ἀποφάσεις της δεν ἦτο ἁγίες ἀποφάσεις (ἀλλά ἀνίερες και ληστρικές), ποῖον το θεο-λογικόν νόημα να συνεχί[σ]ζει/εται να (αὐτο)ἀποκαλεῖτο ὡς Ἁγία; Μήπως με τον ἀδιάλειπτον αὐτοπροσδιορισμόν της θα ἐπέλθωσι διά τινᾶς μαγικῆς τελετουργικῆς ταχυδακτυλουργίας, ἴχνος και σπέρματα ἁγιότητος ἐπ΄ αὐτῆς και ἔτσι διαμιᾶς, θα μεταμορφωθεῖ, ἀπό ἀσχημόπαπον σε εὐειδήν κύκνον; Ὁ κ. Γ.Σ. ἀσκεῖ τινά ἁπλοϊκόν ἐρώτημα, ἤ μᾶλλον, μέγα παραλογισμόν, καθότι ὁ τελεσίδικος προσδιορισμός (ὡς Ἁγίας και Μεγάλης Συνόδου) της ἐναπόκειτο, ΑΠΟ-ΚΛΕΙ-ΣΤΙ-ΚΩΣ εἰς το Χαρισματικόν Βασίλειον Ἱεράτευμα, τουτέστιν το ἐν ἐγρηγόρσει καί Χριστοφόρον πλήρωμα (Κληρικοί και Λαϊκοί) τῆς Ἐκκλησίας και οὐχί βεβαίως εἰς τους συγκλησάμενους αὐτήν; (Διά το Βασίλειον ἱεράτευμα δεῖτε τοῦτην την ἀξιόλογη μονογραφία: Γεώργιου Δ. Παναγόπουλου, Ζητήματα Ἐκκλησιολογίας, ἐκδόσεις: ΜΥΡΜΙΔΟΝΕΣ, πρωτότυπη ἔκδοση, Ἀθήνα 2015, σελ. 252-254).

Ἐάν ὅμως τά ἀποφασισθέντα μίας Τοπικῆς, Ἑνδημούσης, Γενικῆς, Οἰκουμενικῆς και Πανορθόδοξης Συνόδου, δεν ἔχωσιν, ὡς σημεῖον ἀναφορᾶς τους τις προηγούμενες και ἐπικυρωμένες τῷ ὄντι Μεγάλες ἤ καί Μικρές Ἁγίες Συνόδους, τότε λ.χ. ὁ ἀρχι-τυπικός (αὐτο)προσδιορισμός τῆς περιλάλητου συνόδου δέν καταπίπτει βαραθρόν, ὡς χάρτινος πύργος, και τοποθετεῖτο εἰς το μελανώτερον χρονοντούλαπον τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τῶν προγενεστέρων Ληστρικῶν Συνόδων; (Περί τινάς Συνόδου τῶν Ληστῶν latrocinium») δεῖτε τοῦτο το ἐγχειρίδιον: π. Γεώργιου Φλωρόφσκυ, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, Ἐκκλησιολογικά, ἐκδόσεις: Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθήναι 1973, σελ. 204-208).

Β΄. Ὅσον ἀφορά τώρα, διά το δεύτερον «ἀπλοϊκόν ἀπόρημα» τοῦ κ. Γ.Σ., ἀπαντοῦμεν ὡς ἑξῆς: ΟΧΙ βέβαια,  διότι τελικῶς ἡ σύνοδος ΔΕΝ ἦτο Πανορθόδοξη· μιᾶς και κατά την προσωπικήν μας ἄποψιν ἀλλά και διά ἀντικειμενικούς λόγους, δεν εἶχεν πανορθόδοξον συνοδική σύγκλησιν ἀλλά καθῶς φάνηκε θλιβερῶς ἡμι-ὀρθόδοξον μάζωξιν, διότι δεν συμμετέσχασιν ἅπαντες οἱ (παν)ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, και ἀπό ταῖς συμμετέσχουσαις σ΄αὐτήν ἐκπροσωπήθηκεν μόνον τινά ἐλάχιστον μέρος ἐξ αὐτῶν, και τοῦτο προεπιλεγμένον ἐκ τῆς πανὈρθοδοξίας· δηλ. δεν δύναται διόλου να ἀποκληθεῖ ὡς Πανορθόδοξη Σύνοδος, τόσον διά ἱεροκανονικούς λόγους (ἵνα μη ὑπονοεῖτο ἤ ὑποκινεῖτο, ἔμμεσα και μεθοδευμένα, τινά Ἐκκλησιολογική ἀλλοίωσις τοῦ Δόγματος περί τῆς Ἐκκλησίας), ὅσον και διά Ποιμαντικούς λόγους, διότι, δεν συμμετείχαν ἐλεύθερα και ἀνοικτά, ἅπαντες οἱ ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι τῆς οἱκουμένης, με Ἐκκλησιολογικήν συνέπεια, να ΜΗ ἐκπροσωπήθην το ἅπαν Θεοφόρον πλήρωμα (δεν ὁμιλῶ οὔτε ἐννοῶ ποσοτικῶς διά τῶν ἐν ἠχηρᾷ ἀπουσίᾳ τῷν τεσσάρων ἁγίων Πατριαρχείων) διά μόνου τῶν συμετεσχόντων ὑπό τῶν δέκα ἐν ἀποστασίᾳ Ἐκκλησιῶν. Ἐν ἀποστασίᾳ κυρίως αἱ ἐκκλησιαστικαί διοικήσεις αὐτῶν μιᾶς και τά κληρικολαϊκά μέλη των διαμαρτύρονται ἐμπόνως ρωμαλέα καί ἀγαπητικά. (Δεῖτε και ἐτοῦτην την ἄκρως ἐνδιαφέρουσα, ἱεροκανονική μελέτη, και σαφή τοποθέτησιν τινός λόγιου Ἀρχιμανδρίτου και Κανονολόγου πατρός Κυρίλλου Κωστοπούλου, «ΓΙΝΕΣΘΕ ΕΤΟΙΜΟΙ», Κείμενα Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας ἐν ὄψει τῆς Συνόδου τοῦ 2016, Γ΄ἔκδοση, Πάτρα 2016, σελ. 36-38).

Ὅπως ἐπίσης, δεν δύναται να φέρει το πιο πάνω βαρύ και ἱστορικόν προσωνύμιον καθότι εἰς τάς «πανορθοδόξους ἀποφάσεις» ἐπί τινῶν συνοδικῶν κειμένων, συμμετέχοντες ἐπίσκοποι, ἀρκετοί (ὄχι ποσοτικά ἀλλά ποιοτικά) ἔστω τι ἀμυδρόν μέρος ἐξ αὐτῶν ἔφεραν ῥωμαλέες ἀποφατικές θεολογικές ἐνστάσεις και ἀρνήθησαν να ὑπογράψωσι (μερικῶς, ἀλλά οὐσιαστικῶς) τά «πανορθόδοξα» (γράφτε κατ΄ἀκρίβειαν: πανκακόδοξα) ἀποφασισθέντα. Μόνον τοῦτο το φοβερόν καί ἀναμφίβολον ἱστορικόν γεγονός να ἔχωμεν ὑπόψιν, ἔχει προσβληθεῖ (κατ΄ἀκρίβεια τήν ξετινάζει εἰς τον ἀέρα ἐκ τῶν ἔσω) και πληγωθεῖ, θανατηφόρα, καί εἰς τον πυρήνα της ἡ και (πολύ)λαλούμενη θρυλική «πανορθόδοξη σύνοδος» ΚΥΡΙΩΣ ἀπό τους συμμετέχοντες ὀρθοδόξους καί ἐν ἀντιρρήσει Συνοδικούς, μιᾶς και διά τῶν ἀπαράμιλλων ἐνστάσεών τους, ἐπιβεβαίωσαν τοῦ λόγου τῷ ἀληθές, πραγματολογικῶς και πανηγυρικῶς, περί τις σωρηδόν εὔλογες ἐνστάσεις τῶν ἐν ἀπουσίᾳ Πατριαρχείων και ἄλλων ἁπανταχοῦ ἐπισκόπων (και κληρικολαϊκῶν με δικαίωμα γνώμης, ὅμως ἄνευ δικαιώματος ψήφου) πού ὤφειλαν, Κανονικῶς και ἰσοτίμως, ὅπως συμμετάσχωσιν σ΄αὐτήν. [Περί τῆς ἐκκλησιολογικῆς Ἀρχῆς τῆς Ἰσότητας τῶν Ἐπισκόπων δεῖτε: τήν εἰδική ὑποσημείωσιν ἐκ τοῦ τομιδίου, τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα, Εὐχαριστίας Ἐξεπλάριον, ἔκδοσις Β΄ ἐπηυξημένη, Μέγαρα 2011· διά το Βασίλειον ἱεράτευμα στήν σελ. 37-41· και διά την νοσηρά ὑποτακτικήν ἀλληλεξάρτησιν τῶν δέκα Προκαθημένων ἀπό τον «primus sine paribus» Οἰκουμενιστήν Πατριάρχην Κων/Πόλεως στη σελ. 149· ἀλλά και διά την ληστρικά ἀνεπισκοπική «συνοδική» ἀνισότητα (ἐμπνεύσεως τοῦ σεβ. Περγάμου κ. Ἰωαννου Ζηζιούλα) πού ἔλαβεν χώρα στην «Διάσκεψιν τῶν Προκαθημένων» στο Κολυμβάριον, δεῖτε την σελ. 89 ].

Γ΄. Διά το τρίτον «ἁπλοϊκόν» και πάλι ἐρώτημα, θεωροῦμεν: ὅτι ὁ ἁξιότιμος πρόεδρος τοῦ Παγκρήτιου Συνδέσμου τῶν Θεολόγων κ. Γ.Σ., ἐνεργεῖ ἴσως, μίαν στρεβλήν σύγχυσιν, (ἀνα)μεταξύ τῶν Ἱστορικο-πολιτικῶν ὅρων μετά τῶν Θεολογικῶν, ἤ ἄν θέλετε, τῶν Κανονικο-δογματολογικῶν Ὅρων και Συμβόλων. Εἶναι αὐτονόητον στους μελετηρούς και σοβαρούς ἐρευνητές, ὅτι εἶναι διαφορετικό και οὐσιῶδες να ἐπιμένει τις εἰς την ἀκρίβεια ταῆς Δογματολογικῆς και Κανονικῆς ἱερᾶς Παράδοσις περί τῶν θεολογικῶν ὅρων (π.χ. Θεοτόκος, Ὁμοούσιον, Μία Ἐκκλησία, Ἕν Βάπτισμα, κ.ο.κ.) και ἕνα ἄλλον παράδοξον πράγμα, να ἐξυψώνεις ὡς τέτοιον (Δογματολογικόν Ὅρον), Πολιτικο-ἱστορικούς (π.χ. Ἀρχαία Ρώμη, Βυζάντιο, Imperium Romanum, Pax Christiana, Νέα Ρώμη, Τρίτη Ρώμη, Βυζαντινή Κοινοπολιτεία, Byzantine Commonxealth, Πρεσβυτέρα Ρώμη, Διπλή Ρώμη, Αἰώνια Πόλις, Roma Aeterna, Ρωμανία, Roma mobilis, Κινητή Ρώμη, Νέα Ἱερουσαλήμ, Νέα Σιών, Δικέφαλος Ἀετός, Orbis Romanus, Ἐπίσκοπος τῶν Ἔξω, Ἀμύντωρ Χριστοῦ κ.ο.κ.) ὁρισμούς. (Δεῖτε το ἱστορικόν ἐγχειρίδιον: Γιατί το Βυζάντιον, τῆς Ἑλένης Γλυκατζῆ-Ἀρβελέρ, ἐκδόσεις: Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 2009, σελ. 15-26, σελ. 143-162)

de facto ἐξύψωσις, ἰσοτίμησις και ὁμοτιμοποίησις π.χ. τοῦ  ἱστορικοπολιτι(σμι)κοῦ λεξιδίου «Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον» σε τινά ὑπερἱστορικόν και και Δογματολογικόν Ὅρον ἤ και Θεολογικόν Σύμβολον Πίστεως, συνιστά στη χειρώτερη τῶν περιπτώσεων, κατά την μή ἀλάθητον καί προσωπικήν ἄποψίν μας, Ἐκκλησιολογικήν Αἵρεσιν ἐνῶ εἰς την καλύτερη, ἀνοησία ὁλκῆς ἤ κοινωνιολογικο-πολιτική ἀσυναρτησία και ἱστορικήν αἵρεσιν μιᾶς και ἔχει παρεμβληθεῖ ἱστοριολογικά ἡ Ἄλωσις τῆς Πόλεως (ἀπό τον 13ον καί 15ον αἱῶνα) με κατά λογική συνέπειαν να ἀπωλέσθην ἡ ἀυτόνομα, πολιτικοϊστορική και γεωστρατηγική, ἰσχυρά οἰκουμενικότης τῆς παρελθούσης -και νῦν ἐν αἰχμαλωσίᾳ, ἀκόμη- Νέας Ρώμης. Κάποτε ἦτο δηλ. πράγματι Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον διότι ἦτο παράλληλα και Οἰκουμενικά ἡ Ἁγία Πολιτική Αὐτοκρατορία τῶν ἀπανταχοῦ ὀρθοδόξων Λατίνων καί Ρωμαίων. Τώρα την σήμερον δικαιολογεῖτο τέτοια ἀνιστορική και ἀνεδαφική συντήρησις; Εἰς το ὄνομα τίνας ἁγίας Παγκοσμίου και Οἰκουμενικῆς Αὐτοκρατορίας; Μόλις ἀπωλέσθην το Μέγα Μοναστήριον και ἡ Πόλις τῶν ὀνείρων μας, καταχρηστικῶς και τιμητικῶς, ἐπεκράτησεν ἐκ τινῶν νοσταλγῶν τοῦ Βυζαντινισμοῦ να ἐμμένωσιν καί να ἀποκαλῶσιν το ἀλωμένον Φανάριον ὡς το ἄτρεπτον καί δῆθεν Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον. Πρόκειται διά κραυγαλέας νοσηρᾶς ἰδεοληψίας ἤ και συμπλεγματικῆς βατικανίζουσας ἐξάπαντος Φαναριώτικης σεκκουλαριστικῆς κοσμο-θεωρίας.

Τοῦτο το πιο πάνω (περί θεωρίας), τό παραδέχεται, γραπτῶς, και ὀ νῦν Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και  Πατριάρχης τοῦ Γένους μας, ὁ Αἱρεσιάρχης και ἀρχιοικουμενιστής τῶν νέοὈρθοδόξων κύριος Βαρθολομαῖος Ἀρχοντώνης. Δηλαδή διακηρύττει  ex oficcio και ἀπό καθέδρας τούτα τά ἀπαράδεκτα ἐκκλησιαστικο-πολιτικά ἱδεολογήματα:

«Το Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο θεωρεῖται ὡς ἡ ἀνώτατη Ἕδρα και το ἱερότατον κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας ἀνά τον κόσμο. (…) Ἀποτελεῖ το πνευματικό κέντρο ὅλων τῶν τοπικῶν ἀνεξαρτήτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. (…) Για μᾶς το Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ὁ ὅρος οἰκουμενικός εἶναι κάτι περισσότερον ἀπό ὀνομασία: εἶναι κοσμοθεωρία και τρόπος ζωῆς. (…) (Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, Συνάντηση με το Μυστήριο-Μία σύγχρονη ἀνάγνωση τῆς Ὀρθοδοξίας, σελ. 28-29).

Ἐάν τά πιο πάνω πατριαρχικά φληναφήματα καί φλυαρήματα δεν εἶναι κερκοπιθηκίστικα, ἐξάπαντος βατικανοποιημένα, ἀμπελοφυλοσοφίσματα και ἐξαπλουστευμένες ἱδεοληπτικές πολιτικάντικες θεωρίες, διά ἀφελείς και ἀχρείους νόες, τότε τί μέρος τοῦ λόγου καί ἀκριβῶς εἶναι; Δόγματα και Σύμβολα Πίστεως; Για να ἐπανέλθομεν ὅμως, καί εἰς τά σοβαρά(;) «ἀπλοϊκά» παραδοξολογημάτα τοῦ κ. Γεωργίου Στριλιγκᾶ: συμπερασματικῶς, θα πρέπει να γίνει κατανοητόν στον κάθε «ἁπλοϊκῶς ἀποροῦντα», ποῖον ἀκριβῶς εἶναι το μείζον και οὐσιῶδες και ποῖον το ἔλαττον και ἐπουσιῶδες εἰς την ἐν λόγῳ περίπτωσιν. Δηλαδή πρέπει να μάθωμεν τινά διάκρισιν, μεταξύ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Αἱρέσεων, ἀπό τις πολιτικοϊστορικές θεωρίες και γεωστρατηγικές αἱρέσεις. Οἱ πρῶτες εἶναι: σατανικές ἀλογίες πού ἀποκόβωσιν και ἀλλοιώνουσι, ὀντολογικά, την κατ΄ἄνθρωπον ἐμπειρική ὑπερκοσμοΘεωρίαν (=θέωσιν και θεοπτία) τῆς ἁγιοπνευματικῆς και ἐν Χριστῷ Θεώσεως ἑνῶ οἱ δεύτερες, εἶναι: φιλολογικῶς «εὔλογες ἀλογίες», θεολογικῶς  «ἄλογες εὐλογίες» και «στοχευμένες ἀστοχίες» πού δεν προσβάλλωσιν ὅμως, ὀντολογικῶς, ποσῶς την αἱῶνιον προοπτικήν τοῦ ἀνθρώπου.

Δ΄. Στο τέταρτον ἐρώτημα και σημεῖον τοῦ θεολογοῦντος κ.Γ.Στριλιγκᾶ να ἀπαντήσομε, ἄν ἐπιτρέπεται τοῦτο, με ἕνα ταυτόσημον «ἁπλοϊκόν» ἐρώτημα: Ἄραγέ ὑφίστατο, και πόσο μεγάλη ἦτο ἡ ἐν Κολυμπαρίῳ χαρά (!) τῶν «συνδαιτυμόνων» διά τις πολυποίκιλες τῷ ὄντι προΣυνοδικές καί εὔλογες προειδοποιήσεις τῶν ΠΕΝΤΕ Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν (και ἔπειτα διά τῶν μετα-συνοδικῶν ἀποφάνσεών τους) ὅπως ἀνασταλεῖ ἡ σύγκλησις, ἤ ἔπειτα, νά ἀπουσιάσωσι βροντερῶς ἀπό το «κοινό δείπνον» τοῦ «οἰκοδεσπότου»; Ἡ δῆθεν χαρά τῶν θλιβερῶν συνδαιτυμόνων, δεν μποροῦσε να κρυβεῖ διόλου, ἀπό τον συντονισμένο καταιγισμόν τῆς παραπληροφορήσεως και ἱεροκατακρίσεως κατά πάντων και πασῶν τῶν ὅσων ρωμαλέα ἀρνησάμενων να συμφάγωσιν εἰς το ἀνίερον «Συμπόσιον τοῦ Βελιαρισμοῦ» ἤ και δεῖπνον τῆς Βελιαριστικῆς πλάνητος. Μήπως ἀξιότιμε κύριε Στριλιγκᾶ, ὁ «οἰκοδεσπότης», ἐξυπηρετοῦσεν/εῖ  ἰδιοτελῆ και ἀλλότρια συμφέροντα και τοῦτο ἐνεργοποίησεν την «ἁπλοϊκήν σκέψιν» τῶν παρ΄ὁλίγον «συνδαιτυμόνων» ὅπως ἀπορρίψωσιν ἀναφανδόν την γεωπολιτικο-εκκλησιαστικήν καί συμπαιγνιακήν πρόσκλησιν; Ἤ μήπως πλανῶμαι τῇ διανοίᾳ; Και γιατί τόση ἑτεροχρονισμένη, ἐχθρική στάσις, κατά τῶν παρά τρίχα συνδαιτημόνων σας μιᾶς και ἔθεσαν ἐκ τῶν προτέρων καί ἐν Συνόδῳ ἰσχυρές ἀμφιβολίες και ἐνστάσεις, περί τῆς ἀμφιλεγόμενης και δῆθεν ἐτοιμότητος τῆς ἐξ Ἀντικειμένου (=ἀρχέκακου Ἐχθροῦ) συγκλήσεως τῆς «ἐνωτικῆς συνόδου»; Μήπως και ἐκ τῶν συμμετεσχόντων συνδαιτυμόνων καί ἁγίων Ἱεραρχῶν (πού ἐδιαμαρτυρήθησαν κυρίως διά Ἐκκλησιολογικούς και Θεολογικούς λόγους) συμπεριλαμβάνοντο ἀνάμεσα στους δεινούς συκοφάντες τοῦ μεγαλοπρεπεστάτου οἰκουμενικοῦ (!) «οἰκοδεσπότου»; Γιατί τότε δεν τους ἐκδίωξεν κλωτσηδόν ἀπό τοῦ «Μυστικοῦ Δείπνου»; Για να μᾶς ἀποδείξει ἐξ ἀρχῆς και ἔμπρακτα την μεγαλοκαρδωσύνην του και ἐκ τῶν ὑστέρων τους συγυρίζει με μίσθαρνα και κατάλαλα φατριαστικά παπαγαλο-τσιράκια;

Παρά ταῦτα εἰς τό διά ταῦτα, διαφωνοῦμεν προσωπικῶς: ὅτι ὁ «οἰκοδεσπότης» και αἱρετίζων Πατριάρχης κύριος Βαρθολομαῖος (ἕνα καθόλου τυχαίον πρόσωπον πού ἐκπροσωπεῖ τον πανίερο Θεσμό τοῦ Γένους μας) δύναται να ταυτίζεται ἤ εἶναι σοβαρά ἔντιμον να τον ταυτίζωσιν (οἱ ἀνόητοι ὁπαδοί του) με τον ἱερό θεσμικό ῥόλον τῆς πατριαρχικῆς διακονίας του, πολλῷ μᾶλλον να ταυτίζεται ΚΑΙ με την Μία Ἁγία Καθολική και Ὀρθόδοξη Πατερική Ἐκκλησία μας.

Ἡ ἡμιοσαβελλιανίζουσα και σχισματικοαἱρετική Ρωμαιοκαθολική ἐκκλησία, ταυτίζεται ἀπόλυτα, με τον Παπισμό, καθότι ὁ ἐκάστοτε Αἱρεσιάρχης Πάπας τῆς Νεωτέρας Ρώμης, ταυτίζεται ἀπόλυτα (Vicarius Christi) (!) με τον Θεάνθρωπον Χριστόν και συνεπῶς κατά την ρωμαιοκαθολικήν ἐκκλησιολογία και με την Ἑκκλησία Του. Ἡ παρασυναγωγή καί ἐκκλησία τῆς Ρώμης εἶναι ὁ ἐκάστοτε Πάπας καθῶς και το ἀντίθετον. Τέτοια φραγκολατινικά ἀνοητέματα, ἐξάπαντος ἀποκυήματα φαντασιοβλακείας, οἱ νόρμαλ ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, δεν τά ἀνέχονται εἰς την ἐν Χριστῷ ἐμπειρική Δογματικήν τους.

Τά πιο πάνω (ταύτησις, τοῦ ἐκάστοτε πατριαρχικοῦ ἀτόμου και προσώπου με την Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία Του) συνιστῶσι σημαίνουσα καί νοσηρωτάτη, προσωποληψία ὁλκῆς, Νεορθόδοξον θρησκοληψίαν, Ἐκκλησιολογικήν Αἵρεσιν (ἀκριβῆς ἀπομίμησις τοῦ Παπισμοῦ με «ὀρθόδοξον» ἔνδυμα), ἄπειρη βλασφημείαν κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθότι ἡ Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία (και ὄχι ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός τοῦ διαβολάνθρωπου Πάπα) εἶναι τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ μας τοῦ και Βασιλέως τῆς Δόξης Αὐτῆς, καθότι Αὐτός ἐστιν, ἡ θεία Κεφαλή ἤ καί ὁ ἱερός Στύλος το καί ἀπαρασάλευτον ἐδραίωμα τῆς ὀρθῆς Πίστεως τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας Του. Θεολογικά, ἡ Ἐκκλησία Του ὡς το κατ΄ἐξοχήν Μυστηριακόν καί Χαρισματικόν Σῶμα Του, δύναται να ταυτίζεται, ἀποκλειστικά και ΜΟΝΟΝ, με τον Θεάνθρωπον ἱδρυτήν και Κεφαλήν του Σώματος, και ὄχι βέβαια, με τον ἐκάστοτε πεπερασμένον ἄνθρωπον πατριάρχην, μιᾶς και ἡ Κεφαλή (τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος), εἶναι συνδεδεμένη -ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι- με ἅπαντα τά ἐνεργοποιημένα μέλη τοῦ δεδοξασμένου καί Βασιλικοῦ Σώματος τῆς Οὐρανίου και ἐπιγείου Ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας. Συμφωνοῦμε ὅμως μετά τοῦ συγγραφέως, ὅτι εἶναι ἀνόητη και ἀπαράδεκτη ἡ συκοφάντησις τοῦ ἑκάστοτε πατριάρχου (ὅπως ἐπίσης και τοῦ πλέον ἐλάχιστου ἤ ἄσημου καντηλανάφτου) καθότι εἶναι πανίερη εἰκόνα τῆς θεανθρώπινης Εἰκόνας τοῦ Θεοῦ και ἱερουργός ἤ και Λειτουργός-διάκονος τῶν ἀπείρων Κληματόκλαδων («Ἐγῶ Εἰμί ἡ Ἄμπελος ἡ ἀληθινή») και κτιστόκτιστΩν («Ἐγῶ Εἰμί το Ἄλφα και το Ὠμέγα») Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Μία ἄλλου εἴδους «συκοφάντησις» (=κριτική και ὄχι ἱεροκατάκρισις) ἄς ἐστιάζει σαφῶς στις ἐκάστοτε ἐνέργειες ἤ και σιωπηλές παραλείψεις, τοῦ ἑκασταχοῦ πατριάρχου, μιᾶς και εἰρήσθῳ ἐν παρόδῳ ὑφίστατο ἡ ἀναντίρρητη Εὐαγγελική Ἀρχή, περί τῶν δημοσίων πραχθέντων-λεχθέντων και γραφθέντων, ὅπως δημοσίως ΚΑΙ να στηλιτεύονται, δηλ. να ἐλέγχονται ἵνα καί οἱ λοιποί ἀθεόφοβοι φόβον ἔχουσιν. Πρόκειται διά Προδρομική, ἐξάπαντος προφητική-ἀποστολική-πατερική, γραπτήν και ἄγραφον ἱεράν Παράδοσιν, τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆ Ἐκκλησίας μας. Ἄν τοῦτος ὁ ἱερός θεσμός, μετεβλήθει σε συκοφάντησιν, ἄς φοβούμεθα ἐντόνως ὅσους πατριαρχικούς προσωπολάτρες, καταγγέλωσιν, περί  τινάς δῆθεν «πατριαρχικῆς συκοφαντίας», δηλ. μᾶλλον περί τινάς πεφτἀστερόσκονης ὑπό τοῦ Γανυμήδου, το γνωστόν σε ἀρκετούς γιγάντιον φεγγάριν και ὁ δορυφόρος τοῦ πλανήτου Διός. Δηλαδή, πιο ἀπλούστερα, πρόκειται περί καραμπινάτης πατριαρχικής (ἀπο)πλάνησις ἐνηλίκων πιστῶν, διότι ἡμεῖς τά ἀνήλικα και νήπεια εἰς την Πίστη, δεν ἀπογαλακτίσαμε, διό καί ἀκόμη βυζαίνουμεν, μανικῶς καί ἐρωτικῶς, ὑπό μητρικῶν και πατρικῶν γαλάτων. Ἄς ὄψωνται οἱ «μεγαλοπρεπεῖς» κρεατοφάγοι.

Ε΄. Το ἐπόμενον και πέμπτον «ἁπλοϊκόν σημεῖον» ἐκ τῆς γραφῖδος τοῦ κ. Γ.Σ. αὐτοαναιρεῖτο ἐντός τῆς συνάφειας τῆς ἰδίας παραγράφου και συλλογισμοῦ του. Να προσθέσω και μία ἀντικειμενική ἔστω παρατήρησιν; Ὁ συγγραφέας κύριος Στριλιγκάς, δικαίως ἤ ἀδίκως, ἐπικρίνει, τους ἀντιφρονοῦντες κατά τῶν ληστρικῶν ἀποφάνσεων τῆς συνόδου, διά την ἀναπαραγωγή φαντασιόπληκτων ἤ και δῆθεν ὑποθετικῶν σεναρίων ἑνῷ παράλληλα και καθόλου ἀκατανόητα ὁ ἴδιος κατακλείνει με τέτοια! Να ὑποθέσομεν, ὅτι μερικοί καλοί ἄνθρωποι, ἐλλείψει θεολογικῶν ἐπιχειρημάτων, καταφεύγωσιν πιθανόν κουτοπόνηρα, σε ἄστοχες μεθοδικές καί τεχνολογικές ἐπινοήσεις, και διεπράττωσιν ἀσύνειδα (ἤ, και γιατί ὄχι, συνειδητά!) ὅλα ὅσα κατηγορῶσι τους ἄλλους; Ὅπως και να ἔχει το πράγμα,  δυστυχῶς διά τον πολύτιμο κύριο συνάδελφο, μιλῶσιν πλέον τά ἀντικειμενικά καί ἱστορικά γεγονότα. Ὅτι δηλαδή ΔΕΝ ἐσυμμετέσχασιν (με συνοδικές ἀποφάσεις) ΑΠΑΝΤΕΣ οἱ Αὐτοκέφαλες Τοπικές Ἐκκλησίες· και κατά Ἐκκλησιολογική συνέπειαν, ἐπροσβλήθει ἀδυσώπητα, ἡ περιλάλητος δικαιοσύνη τῆς «πανορθόδοξης ὁμοφωνίας» την ὁποῖαν (προς)ὑπέγραψαν ἅπαντες ὡς σημαίνουσα Προσυνοδική Ἀρχή και Εἰδικόν Κανονισμόν διά την ἐπιτυχήν σύγκλησιν τῆς δῆθεν Μεγάλης Συνόδου. Τοῦτο εἶναι ἀναντίρρητον γεγονός βάσει τῶν προσυνοδικῶν καί συνοδικῶν γραπτῶν ντοκουμένων. Ἄς μάθουμεν τέλος πάντων να ἀποδεχώμεθα και να συνυπολογίζωμεν, βαθέως και ταπεινά, τις ἥττες μας. Ἐπίσης κύριε Στριλιγκᾶ, δεν εἶναι ἀκατανόητον  στους ἐρευνητάς, νομίζουμε, το ἄλλο ἀδιαμφισβήτητον γεγονός τῶν ἀξιοσημείωτων, πολιτικῶν ἐγκωμιαστικῶν (ἐξ Ἀμερικῆς κ.ἄ.) παρεμ[κ]βάσεων, ὑπέρ τοῦ πατριάρχου και τῆς συνόδου αὐτοῦ. Το τῷ ὄντι ἀκατανόητον σε ὅσους πραγματικά ἐπιθυμῶσιν, να μή μαδᾶνε μαργαρῖτες σαν χαζοβιόληδες χάννοι, ἀλλά να ἐρευνῶσι προσεκτικά τό τι ἀκριβῶς κρύβεται, ὅπισθεν τῶν κουρτίνων, εἶναι: διά ποῖον ἀκριβῶς λόγον οἱ Ἀμερικανικές, μυστικές και φανερές, Ὑπηρεσίες ἐπασχίζασι μανικᾶ ἵνα συγκλιθεῖ ἄρον-ἄρον ἐν Κολυμπάριῳ ἡ Σύνοδος τῶν «ὀρθοδόξων» και δή ἕνα μήνα σχεδόν, πρό τοῦ «Γκιουλενικοῦ» πραξικοπήματος, κατά τῆς Κεμαλικῆς Κυβερνήσεως τῶν κατ΄ἐξοχήν κατακτητῶν τῆς Πόλεως; Πρόκειται διά ἀλληλοδιαδοχικῶν ἡμερολογιακῶν και τυχαίων συμπτώσεων ἤ (συν)ἀμφότερα πολιτικάντικα παίγνια ἐξουσίας τοῦ ἐκκλησιαστικοπολιτικοῦ σύμπαντος; Ἡ Ἀμερικάνικη Ἐξωτερική Πολιτική, ἦτο ποτέ της ὑπέρμαχος τοῦ ἱεροῦ δόγματος «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων (ἐθνῶν) ἐνώσεως», ἤ μᾶλλον, ὑπέρ τοῦ διαβολικοῦ ἀγγλοσαξονικοῦ δόγματος «διαίρει και βασίλευε»; Και ἐν κατακλείδι ἐάν ἰσχύει, το δεύτερον και τραγικόν ἐωσφορικόν δόγμα, τότε για ποιόν λόγον το αἰχμάλωτον Φανάριον, ἀκολουθεῖ νεογραικικῶς (;) ταύτην;  Δεν ὑφίσταντο ἄλλες, πολιτικές και δή κατά Θεόν διέξοδοι και ἀνιδιοτελεῖς ἐπιλογές; [Δεῖτε το ἀποκαλυπτικόν βιβλίον τῶν Μάριου Εὐρυβιάδη και Μιχάλη Ἰγνατίου, CIA -ὁ Ἀπόρρητος Φάκελος τοῦ Ἀνδρέα (Γιατί οἱ ἀμερικανικές μυστικές ὑπηρεσίες στοχοποίησαν τον ἱδρυτή τοῦ ΠΑΣΟΚ), Ὅλοι και ὅλα για την Τουρκία, ἐκδοτικός οἴκος: ΛΙΒΑΝΗ, Ἀθήνα 2010, σελ. 113-121]

Στ΄. Ὡστόσον σε ἀρκετές περιπτώσεις ἐκ τῶν προαναφερομένων, ἔχομεν την αἴσθησιν, ὅτι σε εἰδικά σημεία διενεργεῖτο συνεχῶς τινά, ἔντεχνη και κατάφωρη, κατάχρησις τῆς λογικῆς Ἀρχῆς τῆς Λήψεως τοῦ Ζητουμένου. Λόγου χάριν σε τοῦτο το ἕκτον σημεῖον προκαταλαμβάνει ἄστοχα καί θέτει συγκριτικῶς εἰς τον ἀναγνώστην του, εἰς την ἴδια ἀκριβῶς μοῖρα, τους Συνοδικούς με τους Αἱρεσιάρχες-αἱρετικούς· ὡσάν να ἔχωσιν δηλ. αἰ δικασταί και ὑπόδικοι, τά ταυτόσημα δικαιώματα και ὑποχρεώσεις στα Συνοδικά δικαστήρια ὅπερ τουτέστιν μείζωνα σοφιστική θολο-θεοσκοτεία. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Γεώργιος Στριλιγκάς, συγκρίνει ἔμμεσα και παντελῶς ἀκατανόητα (λές και εἶναι προπτυχιακός φοιτητής τοῦ Α΄ Ἐξαμήνου και ἐκεῖ νεοσσός ὁλίγον ἡμερῶν) την κανονιστική Ἀρχήν τῆς Ὁμοφωνίας (ὅπου και προτάσσει διαρκῶς εὔλογα και δίκαια ἡ Ἁγία και Μεγάλη Ρωσσία διά τοῦ  Σεβ. Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίωνος) με τις Οἰκουμενικά ὁμόφωνες (και a posteriori ἐπικυρωμένες διά τοῦ Χριστωνύμου Βασίλειου Ἱερατεύματος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ και ὑπό μεθεπόμενων Ἁγίων και Μεγάλων Συνόδων)  καί καταδικαστικές ἀποφάσεις τῶν θεηγόρων Πατέρων ἐπί τῶν ὑπό δίκην μικρομεγάλων Αἱρεσιαρχῶν, ὁπαδῶν και αἱρετικῶν δοξασιῶν τους. Ἡ ψευδοΣύνοδος (τῆς Κρήτης) τῶν Προκαθημένων Ἀρχιοικουμενιστῶν και στενῶν φίλων ἤ συνεργατῶν τοῦ κ. Βαρθολομαίου, καθῶς παραδέχονται δημοσίως οἱ ἴδιοι καί κάμποσοι ἄλλοι θιασῶτες και φανατικοί ὑπερασπιστές της (π.χ. ὁ μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος καἰ σύν αὐτῷ) δεν εἶχεν ΟΥΔΕΜΙΑ ὁμοιότητα, συγκριτικῶς, με τις Ἁγίες και Μεγάλες Οἰκουμενικές ἤ και Τοπικές Συνόδους τοῦ παρελθῶντος. Π.χ.: ἡ σύνοδος (τοῦ Κολυμπαρίου) τῶν ἀποστατῶν Ἱεραρχῶν ΔΕΝ ἔσυρεν ὑπό δίκην τινές σύγχρονους  ἑτερόδοξους (μη ἀφορισμένους) Αἱρεσιάρχες· πῶς θα μποροῦσε ἄλλωστε να το πράξει; Θα αὐτοκτονοῦσεν ἡ νεοΦαναριώτικη παρασυναγωγή; Ἔφερεν ὅμως τους ἀμετανόητους Αἱρεσιάρχες (ἤ ἐκπροσώπους των) με τον καινοφανή ἀνίερο -ἐκ Βατικάνειας συνόδου- θεσμό τῶν δῆθεν ἐτερόδοξων Παρατηρητῶν (=Heterodoxe Observers)! Ἀλλ΄οὔτε ἔσυρεν ὑποδίκως, κατεγνωσμένα πολύ-αἱρετικά και θρησκειο-φιλοσοφικά συστήματα (π.χ. Οἰκουμενισμός, νεοΑθεϊσμός, Μασσωνισμός, Θεοσοφισμός, νεοΠαγανισμός, Πνευματισμός, Παπισμός, Οὐνιτισμός, Λουθηροκαλβινισμός, Παραθρησκείες, Μαγισμός κ.ο.κ.) οὔτως ὥστε ὁ ὑπό κρίσιν ἀρθρογραφῶν και Σύμβουλος τῶν Θεολόγων τῆς Κρήτης, να ἔχει το θεο-λογικόν δικαίωμα, ὅπως συγκρίνει, ἀνὁμοιούσια και μή ταυτόσημα πράγματα και γεγονότα. Θεολογικά, ἦτο δηλ. ἄστοχη και ἄτοπη ἡ σύγκρισις μη πῶ σαφῶς και ἄ-(κατα)-νόητη.

Ἄν δέν λαθεύομεν, οἱ ὑπό δίκην Αἱρεσιάρχες τοῦ παρελθῶντος δεν εἶχαν το Κανονικό, ἤ δικονομικό καί συνοδικό δικαίωμα τῆς «ἀρνησικυρίας» διότι κατά πρῶτον: συνήθως ἐδικάζοντο και ἐκαταδικάζοντο πρώτιστα, ὡς Αἱρεσιάρχαι κληρικοί (π.χ. Ἄρειος, Ὠριγένης κ.λπ.), ὑπό τῶν Τοπικῶν Συνόδων τους και ἀφοῦ παρέμεναν σφόδρα ἀμετανόητοι και ἐλάμβανε ταυτόχρονα οἰκουμενικές προεκτάσεις ὁ πνευματικός μολυσμός ἐκ τῶν κακοδοξιῶν τους, ανελάμβαναν τότε (ἐν ἀγαστῇ συναλληλίᾳ και συνεργασίᾳ Πολιτεία και Ἐκκλησία) ἡ Οἰκουμενική Αὐτοκρατορία σε ἀγαστή συνεργασία μέ το λ.χ. Ἀνώτατο Συνοδικόν δικαστήριον τινάς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἵνα ἐπανεξετάσει, ριζηδόν και πανορθόδοξα, το ὅλον ζήτημα περί τῶν ἐγκαλούμενων και (προ)κατεδικασμένων -ὑπό Τοπικῆς Συνόδου- ἀμετανόητων Αἱρεσιαρχῶν.

Σε μία Ἁγία και Μεγάλη Οἰκουμενική Σύνοδο (ἀλλά και σε ἁγίες Τοπικές) ἦτο παρόν οἱ Πολιτικές Ἀρχές (π.χ. Οἰκουμενικοῦ Αὐτοκράτωρος/ίσσης μετά τῶν Λαϊκῶν Συγκλητικῶν και Συμβούλων αὐτοῦ/ῆς) και πλῆθος πιστοῦ λαοῦ. Τοῦτο το τελευταίον εἶναι μέν ἀποδεδειγμένον περίτρανα και ὑπό τῶν Ἁγίων Γραφῶν κατά τις  γνωστές Ἀποστολικές παραδεδομένες Συνόδους («Έσίγησεν δε πάν το πλῆθος», «σύν ὅλῃ τῇ ἐκκλησίᾳ» Αἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ΙΕ΄, 12-22) και στην καθόλου ἱεράν Παράδοσιν τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ δέ ἀείμνηστος Καθηγητής, λέων Ὁμολογητής και ἄριστος Δογματολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἀείμνηστος Παναγιώτης Τρεμπέλλας, ἀποδεικνύει ἐπιστημονικῶς, ἐκκλησιολογικά καί ἀναμφισβήτητα, την συμμετοχή τοῦ πιστοῦ Λαοῦ στάς Ἱερᾶς Συνόδου:

«Οὕτως ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Καρχηδόνος συγκροτοῦνται ἐπανειλημμένος ἐπί Κυπριανοῦ Σύνοδοι παρισταμένου τοῦ πλήθους τῶν πιστῶν («…praesente etiam stantium plebe») και ἐκφέροντος την γνώμην αὐτοῦ («… consultis omnibus episcopis presbyteris, diaconibus, confessoribus et ipsis stantibus laicis») μολονότι ἐν τέλει μόνον οἱ Ἐπίσκοποι ἐψήφιζον.» [Παναγιώτου Ν. Τρεμπέλλα, ΟΙ ΛΑΪΚΟΙ ΕΝ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (Το «Βασίλειον ἱεράτευμα»), δεῖτε το Κεφ.: Συμμετοχή τοῦ λαοῦ ἐν ταῖς Ἱεραῖς Συνόδοις, σελ. 232-236].

Ὁ ὑπό δίκην, διαχρονικός Αἱρεσιάρχης και αἱρετικός, το μόνον ἀναφαίρετον δικαίωμα πού εἶχεν ἦτο, ἡ θεολογική ἀπολογία τοῦ, διά ὅσα τον ἐγκαλούσαν οἱ Σύνοδοι. Δηλαδή εἶχεν το τελεσίδικον λ.χ. «δικαίωμα» να μετανοήσει διά τις ἀποδεδειγμένες νοσηρές κακοδοξίες και αἱρετικολογίες του, πού ἤδη (προ)ἐκατεδικάσθησαν ἀπό την Τοπική Ἐκκλησία τοῦ διά να τον ἐπανεντάξωσιν Κανονικᾶ εἰς το Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤ, να ἐπιμένει μέχρι ἐσχάτων, στην κατάφωρη διαστροφή τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, με Κανονικήν συνέπεια, να καταδικασθεῖ, πανορθοδόξως καί ΟΜΟΦΩΝΑ ΚΑΙ ἀπό τινά Οἰκουμενική Σύνοδον, με ἀποτέλεσμα ἡ τελεσίδικη καταδίκη του να λαμβάνει οἰκουμενικές (πολιτικές και ἐκκλησιαστικές) και διαχρονικές, ὑπερ-ἱστορικές διαστάσεις, ἵνα προφυλαχθεῖ το πανορθόδοξον πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καθῶς και ἡ πολιτειακή ἑνότης τῆς Αὐτοκρατορίας και μετέπειτα τῆς ὅποιας Χριστιανικῆς Πολιτείας.

Ζ΄. Κατά το ἕβδομον ἐρωτηματικόν σημεῖον τοῦ ἀγαπητοῦ κύριου Στριλιγκᾶ, ἔχομεν να ἀντιλογήσομεν τά ἑξῆς: Στην Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία δεν ἔχουμε πυραμιδωειδές ἱεροκρατικόν σύστημα στα ἀρχέτυπα τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ/Παπισμοῦ. Τά πράγματα, σύμφωνα με τους Ἱερούς Κανόνας, ξεκαθαρίζωσι σαφῶς, με τις ἔμπονα ἀγαπητικές ἐπιφυλάξεις και ἀντιρρήσεις τοῦ Μυστηριακοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ λεγομένου Βασίλειου ἱερατεύματος. Δηλαδή πιο ἁπλᾶ διά τους ἀπλούς ἀναγνώστες μας, σύμφωνα με την καθολική Ἱερά Παράδοσιν, τά Ἐκκλησιολογικά και Θεολογικά προβλήματα, ξεκαθαρίζονται ὁλοσχερῶς και ἀπό φαινομενικά «μειοψηφίες» διαμαρτυρώμενων  Ἱεραρχῶν (π.χ. ἐπίσκοπος Ἐφέσου ἅγιος Μάρκος Εὐγενικός μετά τῶν συν αὑτῶ μαθητῶν του)· ἀπό μεμονωμένες Χαρισματικές προσωπικότητες Ἡγουμένων και Γερόντων Ἱερῶν Μοναστηρίων (π.χ. ἅγιος Θεοδώρος ὁ Στουδίτης και ὁ ἅγιος Ἱωάννης ὁ Δαμασκηνός και σύν αὐτῷ)· ἀπό μεμονωμένες μαχητικές προσωπικότητες ἐξ ἀρχῆς «χαμηλόβαθμων» Κληρικῶν (Ἱεροδιάκονος  ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας, ὁ Ἱερομόναχος ἄγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὁ Ἱερομόναχος ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, κ.ἄ.)· καθῶς ἐπίσης και ἀπό ἡρωϊκές ἅγιες φυσιογνωμίες τῆς εἰσάγγελου Πολιτείας τοῦ Μοναχισμοῦ (ὅπως οἱ Μοναχοί και ἅγιοι: Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής και ὁ  Σοφρώνιος μετέπειτα πατριάρχης Ἱεροσολύμων). Στους πιο πάνω ἀγῶνες τῶν Κληρικῶν και Μοναχῶν συμπεριλαβάνονται ἀναφανδόν και Λαϊκοί συνεργάτες και μαθητές των! Λαμπρή καί ἱστορική φυσιογνωμία στα Ἐκκλησιαστικά δρώμενα ἐκ τινῶν Λαϊκῶν, πού ἤλεγξαν δημοσίως τόν τότε Οἰκουμενικόν Πατριάρχην Νεστόριον (τον και Αἱρεσιάρχην τοῦ Χριστοτοκισμοῦ) ἦτο και ὁ Νομικός με ἄριστην θεολογικήν μόρφωσιν Εὐσέβιος (ὁ και μετέπειτα τιμητικῶς, ἐπίσκοπος Δορυλαίου). Συνεπῶς κύριε Στριλιγκᾶ και οἱ σύν αὑτῷ ὁμοφρώνες του, στα καθ΄ἡμᾶς την σήμερον ἀλλά καί κατά βάσιν τῆς σημαίνουσας Εὐαγγελικῆς Ἀρχῆς τοῦ Χαρισματικοῦ, Βασίλειου ἱερατεύματος, ὅσοι Ἱεράρχες, Κληρικοί, Μοναχοί και Λαϊκοί θεολογοῦντες κ.ο.κ. ἔσπευσαν να «προδικάσωσιν» και να πληροφορήσωσι το ἀπληροφόρητον και ἀκατήχητον ποίμνιο, ἔπραξαν Κανονικῶς, καθόλα εὔλογα και δίκαια. Διότι τέτοιες ἐνέργειες οἰκοδομῶσι τους καλοπροαίρετους και κατασκανδαλίζωσι τῷ ὄντι τους συστρατευμένα κακοπροαίρετους και ψευδο-πιστούς. Σαφῶς και εἶναι ἀναγκαίες, οἱ πιο πάνω ἐνέργειες ἵνα προστατευθεῖ το Καλόν Ποίμνιον ἀπό τους αἱρετικούς και αἱρεσιάρχας πού ἀκόμη δεν ἔχωσι καταδικασθεῖ με Συνοδική διαγνώμη. Δεν εἶναι καθόλου, ἄτοπον ἤ και ἀμάρτυρον, κύριε Σύμβουλε τῶν ἐν Κρήτῃ Θεολόγων, ὅτι Ἱεράρχες (ληστοποιμένες) και Σύνοδοι (ληστρικές), λάθεψαν και κυρίως δηλητηρίασαν, το πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας με τά ἐκάστοτε πυρηνικά ἀπόβλητα τῆς αἱρετίζουσας ἰδεοληψίας και ματαιοδοξίας των. Πρέπει να πῶ κάπου ἐδῶ, ὅτι μέχρι στιγμῆς, βέβαια κατά την ἄποψίν μας, ἔγινε κραυγαλέα φανερώτατον το δῆθεν «ἁπλοϊκόν» τῆς ἀθεολόγητης σκέψεως τοῦ πολυσέβαστου θεολόγου κυρίου Γεώργιου Στριλιγκᾶ. Ἔχωσιν ἔτσι τά πράγματα ἤ μήπως ὄχι;

Η΄. Σε τοῦτο το ὄγδοον ἐρωτηματικόν στοιχεῖον, ἔχουμεν να καταθέσομεν τά ἐπόμενα: ἀσχέτως τοῦ ὅτι μερικοί Σχισματικοί, ἀναπαράγωσι, τά καλά και ὀρθά ἐπιχειρήματα τινῶν Ὀρθοδόξων (μη Σχισματικῶν), τά ἐπιχειρήματα τῶν δευτέρων δεν τους καθιστῶσιν ἀπροϋπόθετα, αὐτόματα και ἐν τάχει ὁμοειδεῖς μετά τῶν παρασυναγωγούντων ἑτερόδοξων Σχισματικῶν. Ἡ μεγίστη διαφορά μεταξύ ἑτεροδόξων Σχισματικῶν (ἐκτός Ἐκκλησίας) ἐπιχειρηματολογούντων, με τά τῶν Ὀρθοδόξων (ἐντός τῆς Ἐκκλησίας) ἐπιχειρηματολογούντων, εἶναι τινά σημαίνουσα ὑπαρξιακή και ὀντολογική διαφορά και ὄχι «ὀρθόδοξα» λογικοκρατική ἤ ἔστω ὀρθολογική. Οἱ μέν πρῶτοι εἶναι ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας οἱ δε δεύτεροι ἐντός Της. Οἱ μέν πρῶτοι, θεολογῶσι πλανερῶς (σε εἰδικά σημεία, πλήν τῶν ὀρθοδόξων ἐπιχειρημάτων τους, πού εἶναι ἀντιδάνειον ἐκ τῶν ἁγίων Πατέρων μας), οἱ δε δεύτεροι θεολογῶσι, ἀπλανῶς και ὀρθοδόξως και δή ΕΝΤΟΣ τῆς Ἐκκλησίας. Το ἄν φέρωσιν τά ταυτόσημα καί ἐν μέρει ἄλλα διάφορα ἐπιχειρήματα, τοῦτον εἶναι μή οὐσιῶδες ἀλλά και το πλέον ἔλαττον θεολογικόν ζήτημα, συγκριτικά, με την Κανονικότητα και ἐκκλησιαστικότητα τῶν ἐπιχειρηματολογούντων. Ἐπίσης, ἡ ἀναφορά τοῦ θεολόγου κειμενογράφου στο ἴδιον σημεῖον, περί τοῦ μεγίστου Φιλοσόφου Ἀριστοτέλους, τον καθιστά ἄκρως φιλο-σοφιστή (ἀντί διά Λογικόν φιλόΣοφον), μιᾶς και θεολογεῖ φιλοσοφικῶς (δηλ. ἀριστοτελικῶς, ὡς ἡ πλειάδα τῶν Αἱρεσιαρχῶν και αἱρετικῶν θεολόγων), ἀντί ἀλλιευτικῶς, ὅπως ἔπρατταν και πράττωσιν, διαχρονικῶς, οἱ θεόσοφοι και οἱ τῷ ὄντι γνήσιοι ἐραστές τῆς Ὑποστατικῆς φιλοΣοφίας Θεοείκελοι καί Ἅγιοι Πατέρες. Ἄν ὅμως προς στιγμῆς καί λίαν ἐπιεικῶς, ὑποθέσομεν ὅτι οἱ φιλοσοφικές ἀρχές τοῦ περίφημου μεγαλεξανδρινοῦ Σταγειρίτου, τότε μία ντέ φάκτο Ληστρική Σύνοδος «συνακόλουθα» ΑΥΤΟΦΑΝΕΡΩΝΕΙ το εἰδεχθές ὀντολογικόν περιεχόμενο τῶν συμετεσχόντων ληστοΣυνοδικῶν. Το καταλεικτικόν ζητούμενον τοῦ συγγραφέος, πρόκειται διά ψευδοδίλημμα, μιᾶς και οἱ Σχισματικοί, πού και πού, φρονῶσι σαφῶς και ὀρθόδοξες θέσεις, χωρίς τοῦτο να σημαίνει παράλληλα, ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι (μη Σχισματικοί) ταυτίζονται, καθολοκληρία ἤ ἔστω μερικῶς, με πάσες τις σχισματικές ἀπόψεις τῶν de facto Σχισματικῶν. Λίγη στοιχειώδη λογική, να διέθετε και νά ἐξέφραζεν, ὁ συγγραφέας θεολόγος κ. Γ.Σ., δεν θα ἐξέθετεν τόσο ἀλλοπαρμένα, ἀνεπανάληπτα καί ἀλλόκοτα τον ἑαυτόν του. Πρόκειται μᾶλλον διά σαθρές και καθόλου «ἁπλοϊκές» ἀπόψεις του πού κατάδηλα ἐπιθυμεῖ να συνταυτίσει τους Ὀρθοδόξους ἀντιοικουμενιστάς μετά τινῶν Ἑτεροδόξων και Σχισματικῶν ἀντιοικουμενιστῶν, ὅπερ ἄκρως διαβολικόν και παραπλανητικόν. Το πραγματικόν ζητούμενον σε τοῦτην την προχωρημένη φάσιν, θα ἔπρεπε να ἦτο: Ἅπαντες οἱ ἀντιοικουμενιστές, εἶναι ὀρθόδοξοι και γνήσια μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας; Καθῶς ἐν τέλει: ᾆραγέ ποιοί εἶναι, ἤ πρέπει να θεωρούνται, ὡς γνήσια και ἐνεργοποιημένα -ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι- μέλη τῆς Μίας Ἐκκλησίας; Οἱ ὀρθόδοξοι, οἱ ἑτερόδοξοι, ἤ μήπως οἱ σχισματικοαιρετικοί, ἀντιοικουμενιστές;

Τέτοια σημαντική διάκρισις ΠΟΥΘΕΝΑ δεν ὑφίστατο εἰς το τόσον «ἀπλοϊκόν» γραπτόν τοῦ κ. Στριλιγκᾶ, ἀντιθέτως, περιπλέκει και συμπλέκει, ἐν πανουργείᾳ μᾶλλον, τά θεολογικά πράγματα. Κατά την γνώμη μας πρόκειται διά μείζωνα θεολογικήν στρεψοδικίαν ἐπί τῆς ὁποίας εἶναι κατάδηλες οἱ παράφωνες στριγκλιές τοῦ συγκρητιστοῦ θεολόγου.  Δυνάμεθα να παραφράσουμεν διά την πιο πάνω περίπτωσιν και την ἑξῆς παροιμίαν: Φοβοῦ τοῦς στρίγγλους θεολόγους «ἐν ἁπλότητι και ἀφελείᾳ» ἀποροῦντες.

Τρία ἀκόμη τελευταία σημεία μᾶς ἔμειναν, να τά σχολιάσουμε, με ἀκριβήν ἀριθμητικήν ἀντιπαραβολή με το κακόδοξον κείμενον τοῦ κ. Γ. Στριλιγκᾶ και ὁλοκληρώνομεν ἔτσι, ἐν τάχει, την ἐκτενῶς παρούσα ἀντιρρητική καί γραπτήν, ἐξάπαντος κατηχητικήν  διακονία μας.

Θ΄. Σε τοῦτο το ἔνατον στοιχεῖον, θεωροῦμεν: ὅτι ὁ ἐσχατομάρτυς καί Ἅγιος Δογματολόγος τῆς Σερβικῆς και Καθολικῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Γέρων Καθηγητής Ἰουστῖνος Πόποβιτς, κατονομάζει πρῶτος και πρωτοτύπως, την Οἰκουμενική Κίνησιν ἤ και Οἰκουμενισμόν, ὡς τήν παναίρεσιν τοῦ αἰῶνος, μηδενός ἐξαιρουμένου και ἐκείνων ἀκόμη τῶν «ὀρθοδόξων» Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν πού ἐκλιναν γόνυ (μεμοιχευμένοι) τῷ Βαᾷλ. Ἄν ἐνθυμοῦμε και κατανοῶ καλῶς, ὁ ἴδιος ἅγιος Ἰουστῖνος εἰς το περιλάλητον σύγγραμμάν του «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία και ὁ Οἰκουμενισμός» (δεῖτε την σελ. 227) καταγράφει και ἐνεργεῖ μίαν Εὐαγγελική, μείζωνα διάκρισιν, μεταξύ διαβολοειδοῦς Διαλόγου («διάλογος τοῦ ψεύδους») με ἐκείνον τοῦ εὐθυτενούς και θεοειδοῦς Διαλόγου («διάλογος ἐν ἀνυπόκριτῃ και ἀληθεύςᾳ ἀγάπῃ»). Εἶναι ἔτσι ἤ δεν εἶναι ἔτσι, ἀξιόλογε κύριε Στριλιγκᾶ; Ἄν ἰσχύει το πρῶτον σε ἔν τινι ἀπόλυτον βαθμόν, τότε διά ποῖον λόγον διαστρέφετε και παρερμηνεύετε τά ἁγιοπνευματικά καί Πατρολογικά λεχθέντα τοῦ Ἁγίου Πατρός Ἰουστίνου; Μήπως ἀπό μεταπατερικόν οἶστρον και (μετα)ψυχικήν ὑστερίαν; Και ἄν οἱ θεοφόροι Πατέρες σᾶς χαλῶσιν την οἰκουμενιστικήν καί ψευδοεἰκονικήν σας πραγματικότητα, διά ποῖον ἄλλο λόγον διαστρέφετε και ἀποσιωπεῖτε παράφορα, ὡσᾶν τοῦς Γιεχωβῖτες/Χιλιαστές, τινά Ἁγιογραφικά χωρία πού συνηγορῶσιν ρωμαλέος μετά τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου; Διά ποῖον λόγον διαστρέφετε συστηματικῶς, την σημαίνουσα Εὐαγγελική και Ἁγιοπνευματική Διάκρισιν: τοῦ διαλόγου ἐν τῷ ψεύδει και τον διάλογον ἐν ἀνυπόκριτῃ και ἀληθεύσᾳ ἐν Χριστῷ ἀγάπῃ; Ἄραγε ἀπουσιάζει ἡ ἀνυπόκριτη ἐν Χριστῷ Ἀγάπῃ ἀπό τους ὁπαδοῦς τοῦ «ὀρθοδόξου» Οἰκουμενισμοῦ; Τότε, δεν εἶναι καί ἄκρως ὑποκριτικά τά «ἀπλοϊκᾶ ἀπορήματα» τοῦ  ἀνδρός κ. Γ.Σ.;

Ι΄. Κριτήριον τοῦ ὀρθοδόξως και ἀπλανῶς θεολογεῖν, δεν εἶναι ἡ ἐπίπλαστη εἰκονική και διαδικτυακή πραγματικότης τῶν πολυποίκιλων ἐνδιαφέρουσων και μη ἱστοτόπων και ἱστολογίων, πού ἀξιολογῶσιν, ἄκρως ὑποκειμενικά (ἄλλοι δε, ὅμως σπάνια, και ἀντικειμενικά) τά ἱστορικά κ.ἄ. γεγονότα. Ὑφίσταντο ἱστορικές πηγές περί τοῦτων, ἄρα συνεπῶς θεωροῦμεν ὡς χάσιμον πολύτιμου χρόνου την ἐνθάδε Στριλιγκίστικην καί ἀντιρρητικήν ἀναφορά, περί τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος, ἀκόμη κι ἄν ἔχει δίκαιον ὁ συγγραφεύς· μιᾶς και τά θεολογικά ζητήματα, εἶναι οὐσιωδέστερα ἐκ τῶν ἐθνικῶν και γεωστρατηγικῶν ἱστορικῶν ζητημάτων. Να παραπέμψομεν ὅμως τον κύριον συνάδελφο και σύν τοῖς ὁμοφρόνοις αὐτοῦ, σε ἕνα ἀξιόλογον ἀκαδημαϊκόν, θεολογικό τομίδιον τινός ἀρίστου Καθηγητοῦ ὅπως ὑποψιασθῶσι, ἐπακριβῶς, τι σόϊ μηνύματα και νοήματα ἐπιθυμοῦμεν να τοῦ ἀποστείλομεν ἵνα μη παρεξηθῶσιν οἱ ἀντιρρήσεις μας: δεῖτε το περίφημον ἐπιστημονικόν τομίδιον τοῦ Δημήτριου Ι. Τσελεγγίδου, Προϋποθέσεις και κριτήρια τοῦ ὀρθοδόξως και ἀπλανῶς θεολογεῖν (Θεολογικές και Ἐκκλησιολογικές Προσεγγίσεις), ἐκδόσεις: Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2013, σσ. 331. Το βιβλίον τοῦτο, εἶναι κυρίως εὐανάγνωστον, προσιτόν και πολύ σημαντικόν διά τους ἁπλοῦς και μή (και ὄχι ἁπλοϊκούς)  πιστούς, πού ἐπιθυμῶσιν, να διδαχθῶσιν με ὀρθόδοξη δογματολογική ἀκρίβεια, θεωρητικο-ἐμπειρικῶς, και ἐν τάχει σημαίνοντα Ἐκκλησιολογικά και Θεολογικά ζητήματα τῆς ἐποχῆς μας.

Ια΄. Στην δεκάτη και μίαν, τελευταία ἀπορία ἐκ τοῦ ἁπλοϊκοῦ κειμένου τοῦ κ. Στριλιγκᾶ, διαπιστώνουμε, ὅτι ἔχει και ἐν μέρει δίκαιον. Και ἐννοοῦμεν φυσικά διά την σημαντική ἐπιλογικήν  διαπίστωσίν του περί τῆς Πανελλήνιου Ἑνώσεως τῶν Θεολόγων. Δυστυχῶς οὔτε καί ἡ Παγκύπρια Ἔνωσις Ἑλλήνων Θεολόγων ἔλαβε ἐπίσημον θέσιν διά την Σύνοδο τοῦ Κολυμβαρίου. Τέτοια παγκυπριακή κυρίως ἀποχαύνωσις, σε θεολογικόν ἐπίπεδον, κυρία εὐθύνη φέρει ἡ κληρικολαϊκή διοίκησις αὐτῆς… Ἡ Ἔνωσις τῶν Ἑλλαδιτῶν Θεολόγων ὅμως, βρίσκεται εἰς την πρῶτη γραμμήν τῶν πολεμικῶν συγκρούσεων, θεολογικῶν χαρακομάτων τοῦ ἀντιρρητικοῦ και ὁμολογιακοῦ ἀγῶνος με ζηλότυπον Προδρομική παρησσία. Για να εἴμεθα ὅμως δίκαιοι κύριε Στριλλιγκᾶ, μπορεῖ να μη λάβαμε τινά ἐπίσημον ἀνακοινωθέν και ἀναλυτικό ὑπόμνημα, με ἐκτενή σχολιασμό ἐπί και κατά τῶν ληστρικῶν ἀποφάνσεων στο Κολυμπάριον ὅρος, ἡ Π.Ε.Θ. με τους ἀνεπανάληπτους ὁμολογιακούς ἀγῶνες της κατά τοῦ θεομάχου, ἐκκλησιομάχου, ἀμοραλιστικοῦ καί πολιτικάντικου ἄ-Φ[φ]ιλου κατεστημένου, και δή κατά τοῦ ἐν Ἑλλάδι Πολιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ (φορέας ἡ Ἑλλαδική Κυβέρνησις τῶν Τσιπροκαμένων ἀπό χέρι σύν τοῖς θεοπαλάβοις ὁπαδοῖς αὐτῶν), ἀποδεικνύει προφανῶς, και τίνα ἀνεπίσημον στάσιν και θέσιν κρατεῖ περί ταῆς συνΚρητικῆς συνόδου τῶν αἱρετιζόντων Προκαθημένων και μη Ἀρχιοικουμενιστῶν.

Θα πρέπει να εἴμεθα πολύ ἀφελεῖς να πιστέψωμεν, ὅτι ἡ πανίσχυρη Π.Ε.Θ. σκοπεύει να ἀναγνωρίσει το ὅλον ζηζιουλέϊκόν φιάσκον. Θα ἀναμένωμεν ὅμως τινά ἐπίσημα συνέδρια, ἀνακοινώσεις και ὑπομνήματα, ὑπό τῆς πολυτιμώτατης Π.Ε.Θ., ὅπως μᾶς ξεκαθαρίσει ἐπίσημα την θέση της ἵνα μη ἀφήνονται φαιδρᾶ και σαχλεπίσαχλα ὑπονοούμενα ὑπό τῶν ἀλλοτρίων ΚΑΙΡΟΣκόπων και τάχα μου «ἀναβαθμιστῶν» τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Τέτοια σατανικά ὑπονοούμενα και διαβολικές «θρησκειολογικές» δῆθεν ἀναβαθμίσεις, ἐπισύρωσιν ἁγιοπνευματικῶς, τά οἰκουμενικά καί αἰῶνα ἀναθέματα ὑπό Πάντων τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Εἶναι ἔτσι ἤ δεν εἶναι ἔτσι; Διαλέγετε και παίρνετε… διανοητικήν ψευδο-ἀναβάθμησιν, ἤ, νοεράν και λογικήν (πνευματικήν) ἀναβάθμησιν;



Τοῦ Παναγιώτου Π. Νούνη