Translate

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Π. ΝΟΥΝΗΣ, ΟΙ «ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ» ΜΗΧΑΝΟΡΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΜΙΣΙΟΝΑΡΙΟΥ ΟΥΝΙΤΗ κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΑΛΑΧΑ



ΟΙ «ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ» ΜΗΧΑΝΟΡΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΜΙΣΙΟΝΑΡΙΟΥ ΟΥΝΙΤΗ κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΑΛΑΧΑ
Τοῦ Παναγιώτου Π. Νούνη


  • Δεῖτε το ΕΔΩ  και ΕΔΩ σέ PDF σέ GOOGLE DRIVE & DOCS.
Το κείμενο πού πρόκειται να σχολιάσουμε εἶναι το ἑξῆς: Οἱ «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον» και οἱ ἐπιπτώσεις στο Διάλογο με την Καθολική Ἐκκλησία· τοῦ «Ρωμαιοκαθολικοῦ Ἐπισκόπου» Γρατιανουπόλεως κυρίου Δημητρίου Σαλάχα (Οὐνίτης και Μέλος τῆς Μεικτῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Διαλόγων).

Ὁ Οὐνίτης και ψευδεπίσκοπος κ. Δ. Σαλάχας (στο ἑξῆς: κ. Δ.Σ.) ἀπορεῖ στα περί τῆς μεταΚολυμβάριου «ἐκκλησιολογικῆς διάστασης» και πορείας τῆς Διεθνῆς Μεικτῆς Ἐπιτροπῆς ὅπου και διεξαγάγει τον Διμερή Θεολογικό Διάλογο μεταξύ τῆς Ὀρθόδοξης Καθολικῆς Ἐκκλησίας και τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Κοινότητας ἤ και Πολιτικοθρησκευτικῆς Ὀργάνωσης τῶν Παπικῶν. Ἀπό ἀνέκαθεν ἡ Μία Ὀρθόδοξη και Καθολική Ἐκκλησία διαλεγόταν με διάφορες Χριστιανικές Κοινότητες και Ὁμολογιακές Ὀργανώσεις μά ποτέ Της (το τονίζω, μιᾶς και τοῦτο διδάσκει ἡ Πατερική Ἐκκλησιολογία) με «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες». Ὅπως δεν εἶναι λογικόν να διαλεγόμαστε με μίαν «παρθενεύουσα Ἑταίρα», καθότι δεν ὑφίσταντο πόρνες/οι πού βιώνουν τον περίφημον παρθενικόν βίον. Ἀλλ΄οὔτε δύναται να ἰσχύει και το ἀντίθετον. Διότι πρόκειται περί φαιδρᾶς ἀντινομίας και ἄκρας τραγελαφικῆς ἀντιφάσεως. Τώρα γιατί ἀπορεῖ ὁ κ. Δ.Σ. δεν μπορῶ να το ἀντιληφθῶ ἐξ ὁλοκλήρου. Ἡ Ἐκκλησιολογική διάσταση πρίν τῆς ληστροΚολυμβαρίου ἐποχῆς ποῖα ἀκριβῶς ἦταν; Δεν ἦταν ἐπί τῆς «ἐπαναστατικῆς» και θεμελιώδους, ἐξάπαντος ληστρικῆς βάσεως τῆς νεοἘκκλησιολογικῆς και νεοΔογματικῆς διδασκαλίας τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου διά τοῦ περιβόητου δόγματος τοῦ «subsistit in» (=ὑφίσταται ἤ ἐνυπάρχει) και ἐκείνου τοῦ ἄλλου Καλβινιστικοῦ δογματίδιου περί τῶν δῆθεν «ἐκκλησιαστικῶν στοιχείων» στις «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» (ἐκ παπικῆς ὁπτικῆς);

Για τους ἁπλούστερους ἀναγνῶστες και νεοφερμένους στα θεολογικά πράγματα να ποῦμεν, τί ἀκριβῶς και προφανῶς ἐννοῦμεν, με τά προηγούμενα: τά πιο πάνω σημαίνουν την νεοΦιλελεύθερη Φραγκοπαπίζουσα Ἐκκλησιολογία (κατ΄ἀκρίβειαν: Ἐξωτερική Πολιτική τοῦ Βατικανοῦ) κατά τοῦ γνωστοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου. Ὅτι δηλαδή ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «ὑφίσταται» ἤ και «ἐνυπάρχει» στην ἴδια «Ῥωμαιοκαθολική Ἐκκλησία» τοῦ πολιτικο-θρησκευτικοῦ ἀρχηγέτου τῶν Παπικῶν και Οὐνιτῶν μετά τῶν σωρηδόν Μισιονάριων μοναχικῶν ταγμάτων, τοῦ Πάπα τῆς Νεωτέρας Ρώμης. Στα περί  τῶν «ἴχνεων ἐκκλησιαστικότητας», διδάσκουν, ὅτι ὑπάρχουν τέτοια ἀμυδρᾶ στοιχεία τῆς ἀληθινῆς Μίας Ἐκκλησίας Του… και σε ἄλλες «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» (;!).

Συνεπῶς, πρίν το Κολυμβάρι και κατά βάσιν τῶν διαλεκτικῶν ἐξάπαντος ἀ-μφι-λε-γό-με-νων προϋποθέσεων τῆς διεξαγωγῆς τῶν Μεικτῶν Διαλόγων ὑπήρχεν ἡ ἐσφαλμένη (πρακτική και θεωρητική) τάση και ἰσχυρά ἄποψη να (προ)διαμορφωθεῖ, και να «ἐξεικονισθεῖ» φερ΄εἰπεῖν, στους ἐκπροσώπους τῶν Μεικτῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ἡ καινοφανής και νεοεποχήτικη (πάντως Θεοσοφικῆς:  διαβολοεμπνευσθέν ἀποκύημα και διατυπωμένη με σαφήνεια εἰς τά σωρηδόν ἐγχειρίδια τῆς Μπλαβάτσκυ και Μπέϊλης κ.ἄ.) «Ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ» ἤ και ἄλλως πως, περί τῆς «Ἐκκλησιολογίας τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως». Μία ἰδεολογική και θρησκευτική Κίνησις, ἀπό ποῦ καί ὡς ποῦ, ἀπέκτησεν, ἰδιαίτερην Ἐκκλησιολογία και ἐλευθεριάζουσα Δογματική διδασκαλία; Ἐπάνω σε ποῖα ἀκριβῶς ἀρχέτυπα πιθικίζει; Στα συνυπογραφώμενα Κείμενα (1993) τοῦ Μπαλαμάντ; Μά ἀφοῦ ἀπό τότε, ἔγινε ἤ δεν ἔγινε,  ἐν μέρει ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώριση (με πάλιν ἠχηρές ἀπουσίες ἀρκετῶν Αὐτοκέφαλων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν) τῶν Παπικῶν μυστηρίων, τῆς ἐκκλησιαστικότητος τοῦ Βατικανοῦ, τῆς ἱερωσύνης τῶν Φραγκοπαπάδων, την ἀθώωση τοῦ ψυχοκτόνου Οὐνιτισμοῦ κ.ο.κ.; Ἡ δογματολογική ἄποψις πολλῶν ἐγκρίτων και παραδοσιακῶν ὀρθοδόξων Καθηγητῶν τῆς ἱερᾶς ἐπιστήμης τῆς Θεολογίας, ὅπως λ.χ. τοῦ μακαριστοῦ καθ. Δογματολόγου τῆς Ἐκκλησίας, π. Ἰ. Ῥωμανίδη, παραμένει μέχρι τῆς σήμερον στον ἀέρα: ποῖον το νόημα τῆς ἱστορικῆς ὑπάρξεως τῆς Οὐνίας; Ὁ ἔντεχνος προσηλυτισμός τῶν ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων; Και τώρα, ἰδίως με τά ἐσχάτως ἐπόμενα «συνοδικά» ἀποφασιθέντα στο Κολυμπάρι; Ἄς φρεσκάρουμε κατ΄ ὁλίγον την μνήμη τοῦ κ. Δ.Σ. γιά να μᾶς πεί πρό τῆς Μπαλαμάντ ἐποχῆς, ὑφίσταντο ἤ ὄχι, δύο ἐπίσημα Κείμενα (Βιέννης και Φρέϊσινγκ 1990) πού μέλη τῆς Μεικτῆς Ἐπιτροπῆς κατέληξαν να κατεδικάσουν την «ἐκκλησιολογική ἀνωμαλία» τοῦ ἰησουϊτικοῦ Οὐνιτισμοῦ; Δύναται ἆραγέ, να μᾶς ἀπαντήσει ὁ ἕλλην Ἀρχιουνίτης κύριος Σαλάχας ἤ δεν τοῦ το ἐπιτρέπουν οἱ ἐκ Βατικανοῦ πατρῶνες του;1

Λογικά σκεπτόμενοι και προβληματιζόμενοι, ἀλλά και σύμφωνα τώρα ἐπί τῶν ληστρικῶν ἀποφάσεων τῆς κρητικῆς Συνόδου, ἀναλογιζώμεθα: ποῖον να εἶναι το νόημα τῆς συνέχειας τῶν Διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μιᾶς και τόσον θεσμικῶς ὅσον και συνοδικῶς, ἔχει ἀναγνωρισθεῖ πλέον (ἐξ «ὀρθοδόξων» Συνοδικῶν) ἡ ἱστορική ὕπαρξη ἀλλά και ἡ ὀνομασία τῆς ἑτερόδοξης Κοινότητας τῶν Παπικῶν ὡς δῆθεν «Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας»; Ἔχουν ἔτσι τά ἐκκλησιαστικά δρώμενα ἤ μήπως δεν ἔχουν ἔτσι; Ἀπό ποῦ ἐρείδεται ἱστορικά (ὄχι Ἐκκλησιολογικά ἤ Θεολογικά) ἡ ὀνομασία των και ἡ (προ)ἱστορική ὕπαρξη τῶν «Ρωμαιοκαθολικῶν»; Μήπως πρόκειται διά ληστρική προπαγάνδα και σφετερισμός τοῦ ἐν λόγῳ θεολογικο-πολιτισμικοῦ ὅρου; (Δεῖτε τό ἐξαιρετικόν βιβλιαρίδιον: «Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ» ἐκδόσεις: Ἱερά Μονή Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς, σσ. 47) Σύμφωνα με τά ληστρικώτατα πλέον ἀποφασισθέντα τῶν «ὀρθοδόξων» Ἀρχιοικουμενιστῶν ταγῶν και ἡ πανηγυρικῆ ἀναγνώριση τῶν ἑτεροδόξων, ὡς ἱστορικῶν Ἐκκλησιῶν (και δῆθεν ἄνευ τῆς Ἐκκλησιολογικῆς Ὀντολογίας), για ποῖον ἄλλο ζήτημα ἔμεινε να διεξαγάγονται τοῦτοι οἱ πολυδάπανοι και πολυχρόνιοι Διάλογοι; Για το πῶς ἀκριβῶς θα μᾶς χρυσωθεῖ το χάπι, για να ἐπιτευχθεῖ ἐπιτυχῶς, ἡ πολυθρύλητη και πολυεπίπεδη Διακοινωνία (=intercommunion); Ἤ μήπως για το τι εἶδους χρυσοστόλιστα δισκοπότηρα, χρυσοποίκιλτα ἄμφια, λιθοστόλιστες μῆτρες και πατερίτσες, πού πρόκειται νά χρησιμοποιηθοῦν, σε μελλούμενον και ἐπί μακροῦ χιλιο-προσδοκούμενου, θεοστυγές συλλειτούργημα; Εἶναι ἄραγέ, σοβαρή χριστιανική πράξις, ὅταν ὁ Λαός τοῦ Θεοῦ σιτίζεται ἀπό τά Κοινωνικά παντοπωλεία καί τά Ἐκκλησιαστικά σισύτια, (μάλλιστα ἀρκετοί Χριστιανοί, λαμβάνουν δυστυχῶς, ἰδιοτελεῖς δωρεές, οἰκονομική βοήθεια, εἴδη πρώτης ἀνάγκης, ὑποτροφίες, και «φιλάνθρωπη» φροντίδα, ἀπό ἐωσφορικές Μασσωνικές Στοές καί Ρόταρυ) ἑνῶ την ἴδια στιγμή, κάμποσοι νεοΦαναριώτες (ἀνά την ὑφήλιο) Κληρικοί και Λαϊκοί να τρωγοπίνουν σε πεντάστερα καί πολυτελῆ ξενοδοχεία ὑπό το πρόσχημα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ἤ καί τῶν ψευδώνυμων Συνόδων και Συνάξεων;2

Ἀπαντοῦμε τότε λοιπόν, ἀπερίφραστα καί με πάσα σαφήνεια εἰς τον Οὐνίτην κ. Δ.Σ. με τά ἑξῆς:

Α΄. Ὅτι ἡ ἀλλεπάληλη και πολυμέτωπη σφοδρή προπαγάνδα ταῆς «Οἰκουμενιστικῆς Ἐκκλησιολογίας» στα τῶν Διμερῶν και Πολυμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων –μαζί και ἡ Βατικάνειος Ἐκκλησιολογία τοῦ ἐλιτιστικοῦ Παπισμοῦ-, ἔχει ἐπιφέρει πράγματι μία σημαντική ἀλλοίωση στα «καθ΄ἡμᾶς», δηλ. κατά τῆς Ὀρθόδοξης και Πατερικῆς Ἐκκλησιολογίας. Ἀπόδειξη τρανή: ἡ μόλις προχθεσινή και ἐνταφιασμένη (εἰς τις συνειδήσεις τῶν βέρων Ὀρθοδόξων) πολυΔιάσκεψις και Σύναξις τῶν πανΟἰκουμενιστῶν Ἱεραρχῶν στην τάχα μου «Μεγάλη» και δή «Πανορθόδοξο Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Ἐπέτυχεν δηλαδή το «Ἐκκλησιολογικόν πείραμα». Διότι παρήχθην, διά «παρθενογεννέσεως» μᾶλλον, μία καινοτόμος και πρωτοποριακή ἐκκλησιολογίαν, την ὁποῖαν θα ἐζήλευεν καί ὁ κάθε Βιολόγος, Γενετιστής ἤ καί Βιομηχανικός, (ἐπιτρέψτε μας τους ἑξῆς λογοτεχνικούς νεολογισμούς χάριτος ἀμυδροῦ χιούμορ) την και λεγόμενη ἀπό ἐμᾶς ὡς «Ἐκκλησιολογία τοῦ Ὑβριδισμοῦ» ἤ και «Ὑβριδική Ἐκκλησιολογία». Μπορεῖ ἄνετα, για ὅσους δεν υἰοθετοῦν την πιο πάνω λογοτεχνική ἐπινόησιν μας, να ἐπιλέξουν καί τοῦτην: «Χιμαιρική Ἐκκλησιολογία»! Ποντάρουμεν ὅμως «ὅλα τά λεφτά μας» στον ὀρθόδοξο Βελλεροφοντισμόν τῆς Δαβιδικῆς σφενδόνης και ὁ νοῶν νοεῖτο. Ἡ τοῦτη χιμαιρική Ἐκκλησιολογία (τῶν ἁπανταχοῦ Οἰκουμενιστῶν) τοῦ Συγκρητιστικοῦ Ἀρμαγεδῶνος (ἐκ Κολυμπαρί) ἔτεκεν υἱόν (ἤ μήπως χολερικόν ἰόν;) και το ὄνομα αὐτοῦ Σατανιήλ (ἤ Σαμαήλ, ἤ και Σεμιέλ) πού σημαίνει: «ὁ Σατανᾶς μεθ΄ ἡμῶν» και διακονεῖ ὅσους ὑπέγραψαν και ἀποδέχθησαν τάς Ληστρικάς ἀποφάσεις και διδάξει (κατά την ἀνάλογη και προαποφασιζόμενην μεθηλικίωσην του) «πάντας ἡμᾶς» το καινόν και ἀντί-Χριστον δυσαγγέλιον τῆς ὑποβόσκουσας Ἐκκλησιολογίας τοῦ ὑβριδισμοῦ!3

Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ υἱός τοῦ Διαβολισμοῦ, ὁ Σατανιήλ, προήλθεν ἀπό τινά καμπαλιστικήν, μυστηριώδην, ὀργειώδην, μοιχικήν ἤ και πόρνικην, ἐξάπαντος ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΝ συνάφεια προεξάρχωντος τοῦ γνωστοῦ σε ὅλους μας Προπατορικοῦ και κάθε Μεταπατορικοῦ Ἁμαρτήματος.4

Τοῦτος ὁ λεγάμενος Οἰκουμενιστικός και συγκρητιστικός διαβολεμένος οἶστρος κατά την Καμπαλλικήν και Ἀποκρυφιστικήν Γραμματείαν φαίνεται να ὁμοιάζει κατά πολύ με τον ἑβραϊκόν Χασιδισμόν (Χασίντ ἤ Χασιντείμ), πού σημαίνει τά πολυδαίδαλα διαχρονικά μυστικοθρησκευτικο-πολιτικά Κινήματα (σήμερα: Σιωνισμός, Θεοσοφισμός (Ο.Η.Ε.), Μασσωνισμός,  Ἀγγλοσαξωνικός και Ἀμερικανικός Ἐλευθεροτεκτονισμός, «ἡμέτερος» και «φιλάνθρωπος» νέοἙλλαδικός και νεοΚυπριακός Τεκτονισμός κ.ο.κ.) στα πλαίσια τοῦ Γνωστικισμοῦ, Ἰουδαϊσμοῦ και περιώνυμου  σημερινοῦ Σιωνισμοῦ.5

 Πλέον ὁ κάθε «Θεολογικός Διάλογος» μεταβάλλεται σε ἀθεολόγητος Διάβολος (ὁ μετασχηματισθείς και σε «Ἄγγελον φωτός») πού κατά θεο-λογικήν συνέπειαν να ἐξάγεται το καθόλου αὐθαίρετον συμπεράσμα, ὅτι ὁ ἀπό τοῦδε και στο ἑξῆς Διάλογος τῆς Μεικτής Ἐπιτροπῆς, θα εἶναι σφόδρα ἀνυπόστατος, μεταξύ ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων και ὑμῶν τῶν ἑτεροδόξων Ῥωμαιοκαθολικῶν και Οὐνιτῶν. Μιᾶς και οἱ ὑποτιθέμενοι ὁπαδοί τῆς Μίας Ἐκκλησίας ἀνεγνώρισαν (;!) τις ἐν λόγῳ ἑτερόδοξες Ὁμολογίες ὡς θυγάτριες και ἀδελφές Ἐκκλησίες. Να μᾶς ζήσωσιν τά πολύ-δίδυμα γεννητούργια (!!!) τῆς Unam Sanctam!...

Β΄. Στο πολυσήμαντο ὄμως ἐρώτημα τοῦ οὐνίτου Σαλάχα ὡς προς το πῶς θα ἐννοεῖται ἀπό τοῦδε και εἰς το ἑξῆς τέτοιος «Μεικτός Διάλογος», ἀπαντούμε με τά πιο κάτω: Για ποῖον λόγον να συνεχιστεῖ το διαλεκτικόν φιάσκον τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων; Τι ἄλλο ἔχουμε να ποῦμε; Ἀφοῦ πλέον «Συνοδικοί Παρατηρητές» και Ὀρθόδοξοι Συνοδικοί (ἄλλοι ὡς τῷ ὄντι παρατηρητές, και συνοδικά χαϊβάνια), τά βρήκανε ἀναμεταξύ τους, και ἐγέγονεν, ἔμμεσα μέν πλήν σαφῶς δε, ἡ «Ἐκκλησιολογικοποίησις» ἤ και ἄν θέλετε ἐκκλησιαστικοποίηση τῶν ἑτεροδόξων, Παπικῶν, Οὐνιτῶν, Μονοφυσιτῶν, Ἀγγλικανῶν, Προτεσταντῶν, Λουθηροκαλβινοζβίγγλιων, Μορμόνων, Ἐπισκοπελιανῶν, Μεθοδιστῶν, Βαφτιστῶν, Πεντηκοστιανῶν κ.ο.κ.· ἀς πάψουμε ἐπί τέλους το ἀκάτασχετον «θεολογικόν» φλυαρίζειν και ἄς πορευθῶμεν κατ΄ εὐθίαν προς το ποθοῦμενον για να γίνουμεν (!) «ὅλοι ἕνα», χωρίς τον Ἕνα και Τριαδικόν Θεόν! Το ζήτημα εἶναι τι εἶδους «ΕΝΑ» θέλουμεν να γίνουμεν; ΕΝΑ συν Θεανθρώπῳ Χριστῷ, ἤ, ΕΝΑ σύν διαβολάνθρωπῳ Ἀντιχρίστῳ; Ἄς πορευθοῦμεν, μη διαστάζουμε ἄλλον κ. Σαλάχα μου προς τά πύρινα ἔγκατα τῆς «Εὐχαριστιακῆς Ἐκκλησιολογίας» τῶν Σλαβόφιλων Ἀφανασιακῶν και Ζηζιουλέφσκυ. Τόσα πολλά χρόνια ἐπίσημων Διαλόγων, ἄλλους τόσους αἱῶνες ἀνεπίσημους ἤ και ἐπίσημους διαλόγους μεμονομένων προσωπικοτήτων, ἐάν δεν καταλλήξωσιν, προς την «Θεία Εὐχαριστία» και το «Κοινό Ἱερόν Ποτήριον» και δή ἄμεσα, πῶς θα (δια)φανεῖ καθάρια ἡ περιρρέουσα ῥομαντική και ἀγαπουλίστικη («σκοτεινή») ἀτμόσφαιρα ὡς λογικήν συνέπειαν μετά τάς Συνοδικάς -ἐν Κολυμπάριῳ- Διακηρύξεις της;6

Θα πρέπει κύριε Σαλάχα μας, συναφῶς με την (προ)λεγόμενη «Ὑβριδική Ἐκκλησιολογία» να ἀνακληθοῦν ἄμεσα και ἅπαντα τά μη ἐπουσιώδη ζητήματα (Πρωτεῖον, Συνοδικότητα, Ἐκκλησιολογία, Φιλιόκβε, Πρωτοκαθεδρίες, Πρεσβεία Τιμῆς, κ.ο.κ.) και να μπεῖ στην τελική εὐθεία και το περιπόθητον στάδιον, δηλ. στο ζουμί τῶν Διαλόγων, για το πῶς θα ἐπέλθει ΠΡΑΚΤΙΚΩΣ (και ὄχι θεωρητικῶς) ἡ νεοεποχήτικη και πολυδιαφημιζόμενη Θεοσοφική Ἑνότητα ἁπάντων τῶν κεχωρισμένων Χριστιανῶν. Σύμφωνα με τά Δόγματα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Θεοσοφισμοῦ και Μασσωνισμοῦ (πού λατρεύουν για θεόν τους τον Μέγα Ἀρχιτέκτονα τοῦ Σύμπαντος, τόν ἀρχάγγελο Διάβολον) μία θα πρέπει να εἶναι ἡ σημαίνουσα ἐπίπτωσις περί τῶν τόσων ἀκατάπαυστων ἀγώνων ἀμφότερων τῶν μερῶν: ἡ Διομολογιακή (συν)Ἕνωσις πάντων τῶν Χριστιανῶν, ἀθρήσκων, ἀθέων, ἀγνωστικιστῶν, και ἑτεροθρήσκων κάτω ἀπό την Πολιτικοθρησκευτική ἐξουσία τοῦ «ἁγίου Πατερούλη» τῆς πόλεως τοῦ Βατικανοῦ μέσα στο πλαίσιον τοῦ Παγκόσμιου Συμβουλίου τερόδοξων κκλησιῶν τοῦ ΜΑτεριαλισμοῦ (Π.Σ.Ε.Ε.ΜΑ.). Πιο ἁπλούστερα θέλουμε να ποῦμε, ὅτι θα πρέπει να μεταβληθοῦν ἅπαντες οἱ ἄνθρωποι (εἶναι και Ἀνθρωπιστικόν το ζήτημα σύν τοῖς ἄλλοις) «κατ΄εἰκόνα και καθ΄ ὁμοίωση» τοῦ ἐθνοκτότου και γενοκτόνου Οὐνιτισμοῦ. Λόγου χάριν τον ἑλληνόφωνο Οὐνιτισμόν ἐν Ἑλλάδι, ἐκπροσωπεῖ, ὁ ὑπό τοῦ ὑποφαινομένου εἰς τά περί τῶν γραπτῶν του κρινόμενος, κ. Δ.Σ. Ὅσοι ὁπαδοί του τον ἀκολουθοῦν ἄκριτα, εἶναι πανἄξιοι πολλῶν δακρύων, μιᾶς και  θεολογικά και γενικά τώρα ὁμιλοῦμε, ὁ βεβλαμένος και θεοστυγής Άρχιτυφλός, ὀδηγεῖ στα θεοσκότεινα μονοπάτεια μυριᾶδες θεπάλαβους τυφλούς. Ἐπόμενες ἐπιπτώσεις (ἐξ Ὀρθοδόξου ἀπόψεως) ἄν ἀκολουθηθοῦν, κατά γράμμα και κατά πνεῦμα, τά Συγκρητιστικά ἀποφασισθέντα τῆς Κρήτης, θα εἶναι, καθῶς προφητεύει εὔλογα ὁ Μέγας Δογματολόγος και Σέρβος Πατήρ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἅγιος Γέρων Ἰουστῖνος Πόποβιτς: νέα Σχίσματα και Αἱρέσεις και ἐπιπρόσθετες διχοστασίες πού διαολοσπέρνωνται ὑπό τῶν «ὀρθοδόξων» Οἰκουμενιστῶν ὥστε να ξεθεμελιώσουν και διαμελίσουν το Χριστώνυμον πλήρωμα ἀπό την Μία Ἁγία και Καθολική (ὄχι την λεγάμενη Ῥωμαιοκαθολική) Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῶν Προφητῶν-Ἀποστόλων και ἁγίων Πατέρων.

Γ΄. Σύμφωνα με μίαν ἄλλην ἄποψη τοῦ οὐνίτου κ. Δ.Σ. ἡ «σύνοδος» τοῦ Κολυμπαρίου δεν ἀνεγνώρισεν την «οὐσιαστική ἔννοια και φύση» τῆς παπίζουσας «Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Τοῦτο συνεπῶς σημαίνει, ὅτι οἱ «Συνοδικοί» τῆς Κρήτης, «μᾶλλον» δεν ἀναγνωρίζουν ὀντολογικῶς και μυστηριακῶς κάποιαν «Ἐκκλησιολογικήν Ὑπόστασην» στην θρησκεύουσα Κοινότητα και Παρασυναγωγή τοῦ Πάπα. Δηλαδή με ἁπλᾶ λόγια και πάλιν, ἡ Ληστρική Σύνοδος «ἡμιαναγνώρισεν» -ἐν μέρει- τον Παπισμόν, τον Λουθηροκαλβινισμόν, Μονοφυσιτισμόν, Ἀγγλικανισμόν κ.ο.κ. ἐξάπαντος ὡς χωροχρονικήν ἱστορικήν ὀντότητα (και ὄχι ὥς τήν πλήρην ὀ[Ω]ντολ[Λ]ογικήν Ἐκκλησίαν πού ἀντιπροσωπεύεται ἀπό τήν Μία και Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία). Κατά την προσωπικήν ἄποψίν μας, πρόκειται διά ἀνόνητα λογοπαίγνια, ὅπως λ.χ.  δεν εἶναι Ἰωάννης ἤ Γιάννης, ἀλλά Γιάνης και Γιαννάκης! Ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Καθηγητής Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου κ. Κυριακός Κυριαζόπουλος καθῶς και ἡ ῥωμαλέα Σύναξη Ἱεραρχῶν, Κληρικῶν, Μοναχῶν και Λαϊκῶν, ὅτι πρόκειται διά σοφιστικά και ἀκατανόητα σαρδᾶμ για ἀφελεῖς. Ἐάν ὄμως ὁ πιο πάνω συλλογισμός τοῦ Οὐνίτου κ. Δ.Σ. εὐσταθεῖ ἀπόλυτα, τότε ἀπό την ἄλλη προκύπτει το πλέον ἀμείλικτον ἐρώτημα προς το αὐτοχειροτόνητον «Κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας» (Κέντρον τῆς Ἐκκλησίας νόμιζα ἀπό παιδιόθεν, ὅτι εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός μας εἰς την Θεία Κοινωνία, μόλις μεγάλωσα ὅμως μᾶς τά ἀλλάξανε;) το νεοΦανάριον: Για ποῖον λόγον διεξάγωνται ἀκόμη, οἱ Διμερεῖς Θεολογικοί Διάλογοι μετά τῶν Παπιστῶν, μιᾶς και δεν ἀνεγνωρίσθην και οὔτε ἀναγνωρίζεται (καθῶς θεωροῦν μερικοί) ὁλοσχερῶς ἡ βατικανοποίητη «ἐνυπόστατη Ἐκκλησιολογία» και ἐκκλησιαστικότητα αὐτῶν; Γίνονται διάλογοι για χάριν τῶν διαλόγων; Ἤ για χάριν τῆς εὐρέσεως τῆς ἀντικειμενικῆς θεολογικῆς ἀλήθειας τῶν ὑπό διάλεξη πολυθεμάτων; Ἡ ὀρθόδοξη ἀντιπροσωπεία, ψάχνει, ἤ μᾶλλον, ἔχει το δικαίωμα να ψάχνει και να διερευνεῖ, την ἀλήθεια; Και ποῖαν ἀκριβῶς ἀλήθεια ψάχνει ἤ καί διαπραγματεύεται στα ἐν λόγῳ Συνέδρια τοῦ Διαλόγου; Ἄς μη κάμουμε λόγον διά την θεανθρώπινη Ὑποστατική Ἀλήθεια, διότι πόρρῳ ἀπέχουμεν ἐξ Αὐτῆς με τοῦτα τά δραματικά ὑπάνθρωπα καμώματά μας.7

Ἄν ἐν τέλει ἔχει και κάποιον δίκαιον, ὁ μισιονάριος Σαλάχας, τότε 40 χρόνια ἐπίσημων Διαλόγων (μᾶλλον κατ΄ἀκρίβειαν ὁ διάλογος Ὀρθοδόξων μετά τῶν Φραγκολατίνων, διαρκεῖ λ.χ. και κρατεῖ ἀπό το 879 μ.Χ. και πιο πίσω ἀκόμη, δηλ.  ἀπό τον τελεσίδικον οἰκουμενικόν ἀφορισμόν και ἀναθεματισμόν των καινοτομίων και κακοδοξιῶν τους διά τῆς Ἁγίας Η΄ Μεγάλης Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅλα τά ὑπόλοιπα εἶναι φαιδρότητες ἐκ τοῦ Πονηροῦ), ἀπέβησαν παντελῶς ἄκαρποι, ἄχρηστοι και ἄ-Χριστοι (μη πῶ κάτι χειρώτερον), κυρίως ἐπί ματαίῳ μιᾶς και οἱ νέοὈρθόδοξοι Φαναριῶτες «δεν ἔχωσιν τά κότσια» (κατά το κοινός λαϊκιστί λεγόμενον)  να παραδεχθοῦν με στεντόρειᾳ τῇ φωνῇ την «ἐνυπάρχουσα Ἐκκλησιολογία» τῶν Ῥωμαιοκαθολικῶν σφετεριστῶν, με ἀποτέλεσμα να διαλέγονται μαζί τους, διά το θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις, μιᾶς και ἐν «Πανορθόδοξῳ Συνῲδι» ἦδη τους (ψευδο)ἡμιαναγνώρισαν, γιά να το ὁμιλοῦμεν ἐπ΄ἀκριβῶς.

Ἡ ἐξ Ὀρθοδόξων, ψευδο-ἀναγνώριση ἤ ἡμιαναγνώριση, κάποιου/ων θρησκευτικοῦ/ῶν Ὀργανισμοῦ/ῶν ὡς Ὁμότιμη/ες Ἐκκλησίαν/ές, ἐρείδεται, κατά την ταπεινή ἄποψιν τοῦ ὑπογράφωντος, στην Ἰησουΐτικην και Οὐνιτικήν μεθοδολογικήν Ἀρχήν τοῦ Reservatio Mentallis (= «ἡ ἐν νῷ ἐπιφύλαξις», δηλ. ἡ διανοητική ἐπιφύλαξη και ἡ ἄκριτη, ὀρθολογιστική τυρρανία, εἰς βάρος τῆς φωνασκοῦσης Συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἄν καλῶς το ἑρμηνεύομεν). Ἔχουμεν ἀνάμεσά μας, πέραν τῶν φανερῶν λυκοποιμένων-λυκειδέων (π.χ. Σαλάχας και συν αὐτῷ), και «ὀρθοδόξους» ἰησουΐτες, λυκανθρώπους  (θεος)Ὀφῖτες, διαβολανθρώπους, τά λεγόμενα και ἐχιδνόπουλα-λυκόπουλα (με ὅλες τις ἐννοιολογικές συναρτήσεις).

Ἐάν ὅμως κ. Σαλάχα, ἀπό μίαν ἄλλη ὀπτικήν γωνία, ἡ νύν Φραγκολατινική «Καθολική Ἐκκλησία» ταῆς Νεωτέρας Ῥώμης, ὁμολογοῦσε τήν ἀκαινοτόμητον πίστην τῶν Ὀρθοδόξων και Ἁγίων Παπῶν τῆς Πρεσβυτέρας Ῥώμης (π.χ. ἁγίων Παπῶν ὅπως: Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου, Λέοντος τοῦ Σοφοῦ, Βενεδίκτου, Λιβερίου, Ἀγάθωνος, Ἀγαπητοῦ, Ἀλεξανδρίωνος, Ἀλεξάνδρου, Κελεστίνου, Κλήμεως, Μαρτίνου κ.ο.κ.) ὅπως ἐπροκαθορίστηκε τελεσίδικα και ἁγιοπνευματικῶς στο Σύμβολον ταῆς Πίστεως, δεν θα ἐτολμοῦσαν οἱ πρόγονοι τοῦ πάπα Φραγκίσκου και τέως Βενεδίκτου (Φραγκολατίνοι) να ἐπρόσθεταν το θεοκατάρατον, πνευματομάχον, ἡμισαβέλλιον και πολύαρχον Φιλιόκβε, τοῦτον το μισαρόν και ἀσεβές δόγμα τοῦ βρωμεροῦ πολιτικοθρησκευτικοῦ Φραγκισμοῦ των.

Διά να μη μακρυγορῶ και κουράζω τους φιλόπονους ἀναγνώστες μου, να ἀναφέρω κοντολογίς: ὅτι ἡ νῦν ἑτερόδοξη Ἐκκλησία τοῦ πάπα Φραγκίσκου δεν διαθέτει ἀκραιφνῶς, το ὁμοούσιον και ταυτόσημον φρόνημα, ὅπως τῶν προαναφερομένων ὀρθοδόξων Λατίνων και Ἁγίων Παπῶν τῆς Πρεσβυτέρας Ῥώμης. Συνεπῶς πιό ἐξειδικευμένα διά σύνθετους χαρακτῆρες και σύμφωνα και με τις Ἁγιολογικές Λατινικές προϋποθέσεις στά τῶν ὁρθοδόξων παπῶν καί τῆς ὀρθοδόξου παπωσύνης, ἡ θεανθρώπινη Ἐκκλησία και πολύτιμη Νύμφη τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ, δέν ὑφίστατο «ἐν αὐτῇ» (=τῇ Νεωτέρᾳ Βατικάνειᾳ Ῥώμῃ) πλήρως ἤ και ἀποκλειστικῶς (οὔτε κἄν νανοχιλιοστά ἤ ἔστω δράμια ἴχνεων), καθότι ἡ αὐτοσυνειδησία τῶν κακοφρόνων Φιλιοκβιστῶν παπῶν τῆς Ῥώμης, δεν ταυτίζεται ἀκριβῶς, με ἐκείνη τῶν καλοδόξων και μη Φιλιοκβιστῶν και ἁγίων Παπῶν τῆς Ῥώμης. Δηλαδή, πιο ἁπλᾶ, πέραν τῆς ἀλλοιωμένης «Φραγκολατινικῆς Ἐκκλησιολογίας» (Βατικάνειος ἐκκλησιολογία), ἐνυπάρχει και ὑφίστατο σημαντική ἀλλοίωση στα τῆς παπικῆς και οὐνιτικῆς, ἐξάπαντος ἰησουΐτικης Ἁγιολογίας (π.χ.  Ἄνσελμος Καντερβουρίας, Θωμᾶς Ἀκυνάτης, Καρδινάλιος Χουνίπερο Σέρα,  Καρδινάλιος Στέπινατς, Πάπας Ἰωάννης Παῦλος, Μητέρα Τερέζα κ.ο.κ.).

Ὁ ἁπλός ἀναγνώστης μας, ἀς γνωρίζει συνοπτικά και μόνον, ὅτι ὑπάρχει μεγίστη διάκριση και διαφορά: μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων ἁγίων Παπῶν με ἐκείνων τῶν δυσεβῶν και ἀχρείων παπῶν Φιλιοκβιστῶν… ἵσως, μόνον ἔτσι να ὑποψιασθεῖτε καλύτερον τά πράγματα. Ὁ δε παπικόφρων Φιλιοκβιστής Σαλάχας και ὁ κάθε οὐνίτης τῆς σειρᾶς, ὑπηρετεῖ δουλικά, την φραγκοπαπική και βατικάνεια «Φιλιοκβιστική Ἐκκλησιολογία» και Ἁγιολογία τῶν δευτέρων.

Δ΄. Ἀς ἐστιάσουμε τώρα και σε κάτι ἄλλον: ἡ ἀπορία μας παρά ταῦτα ἐπισημαίνει στο κατά πῶς ὁρίζεται και ἐννοεῖται, ὑπό τοῦ κάθε Σαλάχα, το φρασίδιον του «ἀντικειμεντικότερη ἀποσαφήνιση» τῆς διδασκαλίας τῶν «Καθολικῶν»; Ὑφίστατο συγκεκριμένη ἀπαρασάλευτη σταθερά, ἐρμηνευτική μεθοδολογία, ἀρχή, πρακτική και θεωρητική ἐπιστημολογία στο κατά πῶς δύνανται να ἑρμηνεύονται τά σωρηδόν Βατικάνεια Κείμενα ὥστε να ἐξάγεται ἕνα ἄριστον και λίαν καλῶς ἐρμηνευτικόν ἐπιστημονικόν συμπέρασμα; Τά ἐπίσημα συγκρητιστικά και διφορούμενα Κείμενα ταῆς Μεικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διμεροῦς Διαλόγου, εἶναι δυνατόν ἤ ἐφικτόν ὅπως ἐνταχθοῦν στην «ἀντικειμενικότερη ἀποσαφήνιση» τῆς «ἀνάμεικτης Ἐκκλησιολογίας» ἤ και ἄλλως πως ἐπί τῆς «Ἐκκλησιολογικῆς ἀναμείξεως» τῶν δύο «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν»;

Κατά την ταπεινή ἄποψίν μας, περί τῆς συγκεκριμένη «διαλεκτικῆς μεθοδολογίας» ἐπί τῶν Διαχριστιανικῶν Διαλόγων: καθίσταται ὡς λαμπρόν ἤ μᾶλλον μνημειῶδες ἀπτόν δείγμα… θεοπάλαβης ἀποτυχίας! Για ποῖον λόγο; Μά για τον ἁπλούστερον λόγον, ὅτι ὑπάρχει ὑπερεστιασμός «εἰς τά ἑνούντα» και κοινά στοιχεία παραθεωρώντας, ἀποσιωπώντας, ἐξάπαντος ἐξαπατώντας και ΜΗ ἐπιλύωντας ῥιζηδόν, τά τῶν θεολογικῶν διαφορῶν πού ὑπήρχαν ὑπάρχουν και θα ὑπάρχουν, ἄχρι τῆς συντελείας, ἀναφανδόν. Πέραν τοῦτων ἀποδεικνύεται, ἡ πανούργα στάσις, ἐξ ὅλων σχεδόν τῶν πρωταγωνιστῶν στούς διαλόγους, ὑπό τῆς ἀναντίρρητης και παντελοῦς ἀπουσίας, λεπτομεροῦς πληροφορήσεως ἤ ἐνημερώσεως, περί τῶν πολυεπίπεδων ἐξελίξεων παντῶς ἐπισήμου και μη θεολογικοῦ διαλόγου. Αὐτή ἡ ἀνυπέρβλητη και μάλλον σκόπιμη ἀδυναμία (;), παρατηρείται, σε ὅλα τά ἐπίπεδα ταῆς Ἐκκλησιαστικῆς και Χαρισματικῆς Ἱεραρχίας. Δηλαδή ἀδελφοί και πατέρες, θεωροῦμεν, ὅτι ὑποτιμάται τραγικῶς, το ἐνεργόν πλήρωμα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀπαξιώνεται μάλλον δολερῶς το Βασίλειον ἱεράτευμα, καθότι ὑπερισχύει πλανερᾶ ἐξουσιαστικῶς και παράνομα μία αἱρετίζουσα και μη θεοπρόβλητη πατριαρχική παρασυναγωγή ἤ ἀρχηγεσία τοῦ ἀρχεκάκου Ἐχθροῦ.8

Ε΄. Το ἐπόμενο καί Σαλάχειον φρασίδιον «ἀρχαίας ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας» θεωροῦμε: ὅτι ὡς γνώμονας και κριτήριον Διαλόγου (ἐξ ἱστορικῆς μόνο ἄποψης) εἶναι παντελῶς ἄτοπον. Τοῦτο ἔχει ἀποδειχθεῖ πρό πολλοῦ στην περίφημον ἱστορική μελέτη τοῦ μακαριστοῦ π. Ἰ. Ῥωμανίδη (Ῥωμῃοσύνη-Ῥωμανία-Ῥούμελη). Ὅπως ἐπίσης εἶναι ἄστοχον και ἐκ θεολογικῆς ἄποψις, διότι ἀφήνει το «θεολογικόν» ὑπονοούμενον: ὅτι ἡ μη ἀρχαία Μία Ἁγία Καθολική Ἐκκλησία εἶναι τραγικά ἀλλοιώτικη, διαιρεμένη και ξεσχισμένη, πράγμα παντελῶς ἀκατανόητον, θεολογικά.

Ἡ Ἱερά Παράδοση εἶναι ξεκάθαρη: Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Βασιλέως τῆς Δόξης καθῶς πλέον και τοῦ Οὐράνιου Παράκλητου, ἦταν εἶναι και παραμένει δεδοξασμένη και ἀδιαίρετη εἰς τους αἰῶνας. Διαχρονικῶς ἐσαεῖ, κατά βάθος, ὀριζόντια και κάθετα, ἀλλά ἐν τόπῳ και χρόνῳ αἰωνίος. Δηλαδή, δεν ὑπήρξε, οὔτε ὑπάρχει κάποιο νανοχιλιαστόν τοῦ δευτερολέπτου, πού να ἐσχίσθην και να ἐδιηρέθην, ὀντολογικῶς. Ἄρα, συνεπῶς, ἡ θεμελιακή προϋπόθεση («τῆς διαιρεμένης ἤ και διευρημένης Ἐκκλησίας») τῶν Διμερῶν Διαλόγων εἶναι: ἀνευλαβής βεβλαμένη, ἀνεφάρμοστη, ἀνεπιτυχής, ἀνεπρόκοπη, ἀνεξιστόρητη, ἀνεδαφική, ἀνεκδιήγητη, ἀνέλπιδη, ἀναιδής, ἔωλη και σφόδρα ἀναιμική, ἀσχέτως τοῦ ὅποιου βαθμοῦ πού την ὑποστηρίζουν ὁρθόδοξοι και ἑτερόδοξοι.

Στ΄. Εἶναι μεγίστη ἀφέλεια, πανουργία (ΝΑΙ πανουργία!), ψευδολογία και ἀνόητα φρουροῦ φληναφήματα ἀπό μέρους τῶν παπόδουλων ψευδοποιμένων Οὐνιτῶν: ὅτι δῆθεν κατά την διεξαγωγή τοῦ Διμερούς Διαλόγου δεν ἐχώρησαν «δογματικοί συμβιβασμοί και ὑποχωρήσεις»…! Ἀπό το Φρέϊζινγκ, Βιέννη, Μπαλαμάντ και ἐντεύθεν να μελετήσουμε τά Κοινά συνυπογραφθέντα Κείμενα «θα κλάψει ἡ μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα»...! Τά Κοινά ἀνακοινωθέντα πού γράφωνται και (συν)ὑπογράφωνται ἀπό κοινοῦ τῆς Μεικτής Ἐπιτροπῆς τί μέρος τοῦ λόγου εἶναι; Οἰκουμενιστικός χαρτοπόλεμος ἐπί ἀμβλύνσεως τῶν πνευματικῶν αἰσθητηρίων τῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν; Με τά κοιλιόπνευστα και δαιμονικά διανοήματά σας πάτε να ἀλλοιώσετε και να σβύσετε τό Πυρίμορφον καί ἅγιον Πνεῦμα; Τά «μεικτά» ἀποφασισθέντα δεν εἶναι καρπός τῆς «Μεικτῆς Ἐκκλησιολογίας» τῶν  ὅπου γῆς Συγκρητιστῶν;

Ζ΄. Ἀπό την ἄλλη ὅμως, ὁ κ. Δ.Σ. ἔχει και ἕνα ἀπόλυτον δίκαιον, ὅπου σημειώνει: οἱ ἀποφάσεις τῶν Κολυμπαριστῶν «ἐδραιώνουν» τον Οἰκουμενιστικόν Διάλογον. Τί να σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει ἐπ΄ ἀκριβῶς, ἀυτό πού οἱ διάφοροι «φανατικοί, φονταμενταλιστές, γραφικοί, ἐθνοφυλετιστές, ἐθνικιστές, ζηλωτές, σχισματικοί, ἱεροεξεταστές, ἀντισημῖτες, μαγγισοκτόνοι, κ.ο.κ.» προείδοποιοῦσαν σε ὅλους τους τόνους και ἤχους τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς. Θεσμική ἐπικύρωση διά «Πανορθοδόξου» και «Συνοδικῆς» ἀποφάσεως περί τῶν δῆθεν «ἀδιάλειπτων Διαλόγων» με το Π.Σ.Ε.Ε.ΜΑ. (Παγκόσμιο Συμβούλιον τερόδοξων κκλησιῶν τῶν Μαστροχαλαστῶν) και προφανῶς ἔμμεση ἀκύρωση τῆς Καινῆς Διαθήκης και Ἐρμηνευτικῆς Πατερικῆς Γραμματείας πού θέτει ἀναντίρρητα ἀρκετά Εὐαγγελικά και Πατερικά ὅρια και προϋποθέσεις στις θεολογικές συζητήσεις και διαλόγους τῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν μετά τῶν αἱρετικῶν, ἑτεροθρήσκων καί ψευδο-χριστιανῶν. Κοντολογίς ἐπισημαίνουμε, ὅτι τόσον ἡ «Ῥωμαιοκαθολική Ἐκκλησία», ἡ θρησκεία τοῦ Παπισμοῦ, ὅσον και ἡ «ὀρθόδοξη» θρησκεία τοῦ αἱρετίζωντος πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίου, ΔΕΝ συνδιαλέγονται ἐν ἀληθεύουσᾳ ἀγάπῃ ἤ και ἀγαπώσᾳ ἀληθείᾳ, ἀπόδειξις ὁ ἀλυσιτελής και στεῖρος ἀγαπισμός και καθυστερημένος συναισθηματισμός τῶν πολυποίκιλων οἰκουμενιστικῶν ἐνεργειῶν, ἀμφοτέρων. Ἄν κάπου ταυτίζονται ἀμφότερες οἱ πλευρές, εἶναι στο σατανικό Δόγμα τοῦ Ἀγαπισμοῦ, στην «θεολογία τῆς ἀγάπης».

Ἡ συνὉδική αὐτοἈλήθεια δεν ἐμπαίζεται ἀπό μισοπόνηρες και μορμολύκειες «Μεμοιχευμένες Ἐκκλησιολογίες»! Ἡ «Ἐκκλησιολογία τῆς Μοιχαλῖδος» εἶναι ἀδιέξοδη, ἄν και πολυέξοδη, ἐν μέσῳ ἀνθρωπιστικῆς και πνευματικῆς φτώχειας καθῶς και  κοινωνικο-οἰκογενειακῆς πολυποίκιλης δυστηχίας.

Πατερική Ἐκκλησιολογία διακηρύττει ἀδιάλειπτα, ὅτι ἡ Ἐκκλησιολογική -ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ- Ἑνότητα εἶναι ὀντολογικῶς (δηλ. ὑπαρξιακῶς) μεμαρτυρητέα διά τῶν «ὀρατῶν πάντων τε και αὀράτων»· συνεπῶς ὁ σκοπός τοῦ Οἰκουμενιστικοῦ Διαλόγου, εἶναι ἄσκοπος, μιᾶς και προσκροῦει συνεχῶς σε ἤδη παραδεδωμένες, παραδοσιακές ἀλήθειες, πού ἐπισκοπούνται. Δεν εἶναι μόνον ἄσκοπος, ἀλλά εἶναι και ἐξάπαντος ἀντί-Χριστος σκοπός, με ἀπώτερον ἐσχατολογικόν τέρμα για να προλειανθεῖ το ἔδαφος τοῦ τῷ ὄντι ἔσχατου και τελευταίου Ἀντίχριστου και υἱοῦ τῆς ἀπώλειας με το Θεοσοφιστικόν πρόσχημα τῆς «Ἐπανεμφάνισης τοῦ Χριστοῦ»…! Για ποῖον ἀκριβῶς Χριστόν ὅμως, οἱ Οἰκουμενιστές και σύν αὐτῷ φερέφωνα, ἀδιαφοροῦν και σφηρίζουν κλέφτικα, ἐλέω ἀ-πνευμάτιστης ἀναισθησίας, ἀλλά τοῦτον δεν εἶναι φαντασιολόγημα κάποιου ζηλωτοῦ, ἀλλά Θεοσοφικόν Δόγμα καταχωρημένον εἰς την Δογματική και Συμβολική Διδασκαλία τοῦ σατανόσχημου Θεοσοφισμοῦ/Συγκρητισμοῦ τῆς  ἀποκρυφίστριας Μπέϊλης.9

Η΄. Κοντολογίς, θεωροῦμε πώς: ἀφοῦ ἕνας Οὐνίτης και φερέφωνον τοῦ Παπισμοῦ θεωρεῖ τις Ληστρικές ἀποφάσεις, ὅτι εἶναι «ἱστορικές και σημαντικές» θα πρέπει ὅσοι ἐπιθυμοῦμεν να εἴμεθα «ἐπόμενοι τοῖς θεοφόροις Πατράσιν» να «κρατάμεν μικρόν καλαθάκι» διότι δεν ὑφίσταντο «ἱστορικές και σημαντικές» πλήν πανεὔγεστες κερασιές ἀλλά συνήθως ἄκαρπες ἀνθυγιεινές και σκωληκόβρωτες συκιές!

Δεν μας ἐνδιαφέρει ἡ ἀμφίσημη πρληροφορία, ὅτι ἡ Βατικάνειος Σύνοδος τῶν Φραγκολατίνων, ἀνεγνώρισε κάποτε (θεωρητικῶς ἀλλά και μονομερῶς) τῆν Μυστηριακή και Ἐκκλησιολογική δομή τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, καθότι ἄν λάβωμεν σοβαρά ὑπόψιν τά σωρηδόν ἐπίσημα και μη ἀμφίπλευρα συγκρητιστικά παπικά Κείμενα θα ὐποστοῦμεν, νευρικόν κλονισμό,  διά τις πολυποίκιλες ἀντινομικές ἀντιφάσεις τους. Στην παγίδα τῆς πιο πάνω Βατικανῆς ἀναγνωρίσεως ἔπεσαν οἱ φαναριῶτες νέοὈρθόδοξοι στο Μπαλαμάντ καθῶς περιγράφει ὁ πρύτανης τῶν ἐν Ἑλλάδι Δογματολόγων π. Ἰ. Ῥωμανίδης. Και συνεχίζωσιν οἱ ἴδιοι, στο ταυτόσημον τραγελαφικόν μοτίβον, γκάφες ὁλκῆς μετά την Μπελεμέντειον γκάφα. Ἔχει και ἕνα μεγάλο δίκαιον ὁ Ἐκκλησιολόγος καθηγητής κ. Γεώργιος Παναγόπουλος, ὅταν ἀποσαφηνίζει ἐξόχως τά θεολογικά πράγματα, και κριτικάρει τις ἡμιμάθειες τοῦ Κανονολόγου καθηγητοῦ κ. Θεόδωρου Γιάγκου. Ἡ Ὀρθόδοξη Δογματολογική και Κανονική Ἀκρίβεια, δεν δύναται και οὔτε μπορεῖ, να ἀναγνωρίσει (!) δῆθεν ἐκκλησιαστικότητα, ἔστω και ἀμυδρᾶ ἴχνη αὐτῆς, ἤ ἀκόμη, καί να ἀναγνωρίσει τά ὅποια ἑτερόδοξα (=σχισματικοαἱρετικά) Μυστήρια (Κατήχηση, Βάφτιση, Ἱερωσύνη, Εὐχαριστία, Ἀποστολική Διαδοχή, κ.ο.κ.) τῶν Ἑτερόδοξων ἐκκλησιῶν-ὁμολογιῶν. Τοῦτο πρέπει να γίνει  βαθειά κατανοητόν, ὡς ἀσφαλιστική δικλείδα, πέραν τῶν ὅποιων ληστρικῶν, ἀνάμεικτων και ἄνομων, «συνοδικῶν» και μή ἀποφάσεων παίρνονται και συνυπογράφονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα ἀπό μερικούς ἐκπροσώπους τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ Ὀρθοδοξία, «παρήγαγεν» και Ἰοῦδες Ἰσκαριῶτες, Βησσαρίωνες, Βαρλααμᾶδες, Βέκκους και Καλέκες πλήν τῶν ἠρωϊκῶν και ἁγίων προσωπικοτήτων.10



Θα πρέπει ὅμως, να προβληματίσει ἰδιαίτερα τους Λατινόφρωνες ὀρθοδόξους και ἡ ἀναντίρρητη πληροφορία: ὅτι πρό τῆς Ληστρικωτάτης και θεομάχου Β΄ Βατικανής Συνόδου ἡ ἐκκλησία τοῦ Φιλιοκβισμοῦ και πάπα Ῥώμης, τηροῦσεν ἐπίσημα, πολεμική, ἀντιρρητική και ἀφοριστική στάση ἕναντι τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ. Μᾶλλιστα προς πληροφορίαν σας, ὁ Οἰκουμενισμός, εἶχεν καταδικασθεῖ ἐπίσημα ἀπό τον Πάπα Πίο  ΧΙ (11ον) με την γνωστή στους ἐρευνητάς παπικήν Ἐγκύκλιον (1928) Mortalium Animos. Τό ἀμείλικτον ἐρώτημα πού προκύπτει ἀπό τέτοια «Διπολική» και ἀμφίσημη παπική συμπεριφορά, εἶναι: ποῖον ἀπό ὅλα τά Βατικάνεια Κείμενα να πιστέψει, και ἔπειτα να ἐμπιστευτεῖ, ἕνας σημερινός καλοπροαίρετος ἄνθρωπος (εἴτε εἶναι Οὐνίτης, εἴτε «Καθολικός», εἴτε Μαρωνίτης, εἴτε… καί εἴτε!); Να πιστέψει στις πρό (Mortalium Animos) ἤ στίς μεταΒατικάνειες (Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ ἤ Unitatis Redintegratio) καί θεολογικές ἀποφάσεις ἀπόψεις τῆς φράγκικης παπωσύνης; Να ἐμπιστευθεῖ κανεῖς, τον πρώτερον ἀντιΟἰκουμενιστικόν ἀγώνα τοῦ Παπισμοῦ, ἤ τον μεταγενέστερο ἀγώνα με τον ἀπόλυτο συσχηματισμόν και συμπόρευσην αὐτοῦ μετά τῆς βαβυλώνειου Οἰκουμενικῆς Κινήσεως; Πότε ἀκριβῶς ἀλήθευε, ἀλαθήτως, ἡ Παπωσύνη; Πρίν ἤ μετά; Και ποῖα πρᾶξις εἶναι ἄκυρη ἤ ἔστω ἀκυρώσιμη; Ἡ πρῶτη ἤ ἡ δευτέρα, παπική Ἐγκύκλιος; Καμμία μᾶλλον, ἐξ αἰτία τοῦ παπικοῦ Ἀλαθήτου; Ποῖαν ἐκκλησιαστική πρᾶξη να ἐμπιστευθοῦμεν, ὅσοι π.χ. θέλουμεν (!) να ἀκολουθήσουμε ἀδιάκριτα (;) και συναισθηματικά τον θρησκευτικό Πλανητάρχη τοῦ Ἀγαπισμοῦ; Την καταδίκη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπό τον πάπα Πίο, ἤ την ἀναγνώριση αὐτοῦ ἀπό τον πάπα Παῦλον; Να ἀκολουθήσουμεν την πρωτέρα Βατικάνεια ἀποκλειστική Ἐκκλησιολογία, ἤ μήπως, την μεταγενεστέρα ἀναγνώρισην τῆς ὀρθοδόξου Μυστηριολογίας και ἐκκλησιαστικότητος; Ἐπιστημονικά καίριες, θεολογικές ἀπαντήσεις, για ὅλα αὐτά τά δαιδαλώδη, μᾶς καταγράφει διεξοδικῶς και ἐξειδικευμένα ὁ Δρ. Δογματικῆς και Συμβολικῆς Θεολογίας τοῦ Α.Π.Θ., ὁ Δογματολόγος π. Πέτρος Χίρς, εἰς το ἐξαιρετικώτατον θεολογικόν πόνημά του.11

Θεολογικά και συγκριτικά ἀποροῦντες: λ.χ. εἶναι δυνατόν να ὑφίστατο συνοδική (;!) και «δωρεάν» ἀναγνώριση (ἐκ Βατικανοῦ) τῆς ὀρθοδόξου Μυστηριολογίας και ἐκκλησιαστικότητος τῶν ὀρθοδόξων, ὑπέρ ἤ σέ βάρος, τῆς ἀποκλειστικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας και αὐτοσυνειδησίας τῶν; Πολλῷ μᾶλλον ὅταν τοῦτη ἡ παπική ἀναγνώριση, κατατεμαχίζει και τέμνει ἀδιάκριτα ἤ καί ἐπί σκοποῦ, διαιρεῖ και φέρνει ἔμμεσα ἤ καί σε ἄμεσον διάστασην, την ὀρθόδοξον Μυστηριολογία ἀπό την ὀρθόδοξον Ἐκκλησιολογία; Ἀλλά ὡστόσον, και την Ἐκκλησιολογία, ἀπό την Τριαδολογία τήν Θεοτοκολογία, τήν Χριστολογία και ειδικῶς ἐκεῖ πού ὅλους μᾶς καίγει, εἰς την Πνευματολογία;

Τά θεολογικά πράγματα σαφῶς καί ἔχουν ἕνα ἀπροσπέλαστον βάθος και μᾶλλον ἐμεῖς,  ἐπιμένουμεν να παίζουμεν ἀνέμελα εἰς τά ρηχᾶ  νερά, ἀπαξιώνοντας τόσον το ὑπαρκτόν μυστηριῶδες βάθος τῆς θαλάσσης, ὅσον καί το ἀναντίρρητικον γεγονός της Ναυαγοσωστικῆς ἐμπειρίας: ὅτι ἀρκετοί πνιγμοί, ἐπισυμβαίνουν κυρίως, στα ξέβαθα και ἀβαθή νερά, θαλασσῶν ἤ και ποταμῶν.

Με την ἑτεροχρονισμένη και σύγχρονη Βατικάνεια ἀναγνώρισην τοῦ Οἰκουμενισμοῦ με το ἐν λόγῳ παπικόν Διάταγμα, ἐκκλησιο-λογικῶς (ἐκ παπικῆς ἀπόψεως), ἀκυρώθην αὐτόματα, και ἔγινεν ἡ ἄρσης τῆς πρωτινῆς καταδικῆς αὐτοῦ. Τοῦτο ὅμως, ἔγινεν εὐρέως παραδεκτόν; Ἔσφαλλεν δηλ. ὁ πάπας; Ἡ ἄλλη Βατικάνεια ὅμως πρᾶξις: τῆς δῆθεν ἄρσεως τῆς παπίζουσας ἀποκλειστικῆς Ἐκκλησιολογίας, μετά τῆς ἐμπλουτίσεως αὐτῆς (με Λουθηροκαλβινικά Δόγματα) με την γνωστή σε ὅλους μας Διευρημένη ἘκκλησιολογίαὉμοκεντρο-κυκλική» ἤ και «Περιεκτικήν» «ἀναδενδραδαναριχώμενη Ἐκκλησιολογία»), για να ἀναγνωρίσει τά Μυστήρια τῶν Ὀρθοδόξων και Προτεσταντῶν, προσκρούει αὐταπόδεικτα, ἐπί τῆς αἱρετικῆς λοιμικῆς νόσου, φανατικῆς ἐπιμονῆς και μισσαλόδοξης προσκολήσεως στο γεωπολιτικο-θεολογικόν Στρατηγικόν Δόγμα τοῦ Φιλιοκβισμοῦ. Ἀσχέτως, και ἄν πού και πού, ὁ πάπας το ἀπαγγέλει ἄνευ αὐτοῦ, ἤ, ἔστω μερικές ἑτερόδοξες Κοινότητες το ἀφαίρεσαν ἀπό τά προσευχητάρια. Ἄν δεν ἀποκηρυχθεῖ ἐπίσημα και τελεσίδικα «ἀπό καθέδρας» urbi ad orbi  (θεωρητικῶς, πρακτικῶς και γραπτῶς) ἡ φραγκοπαπίζουσα προσθήκη στο Σύμβολον ταῆς Πίστεως, ἐκείνου τοῦ θεοκατάρατου Φιλιόκβε, ὅσα μασκαραλίκια και να πράττει ὁ ἰησουϊτικός Παπισμός και οἱ θιασῶτες αὐτοῦ, δεν ἀποδεικνύει ἐμπράκτως, τήν γνησία ἀγάπη του διά την Μία Ἁγία Ἀποστολική Ἐκκλησία, την Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά συνεχίζει να ἀποδεικνύει τον ἐπιθετικόν καί ἰδιοτελήν ἀγαπισμόν του. Θέλω να ἀποσαφηνίσω, ὅτι και οἱ ἐκ Βατικανοῦ, ἔχουν ἡμιαναγνωρίσει φαινομενικά βεβαίως, τά Μυστήρια τῆς Ὀρθοδοξίας (χωρίς να ἀναγνωρίζουν βέβαια ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΑ την Ἄκτιστον καί Θεία Χάρην, πού τά διενεργεῖ) χωρίς να ὑποχωρήσουν σαφῶς, μισόν χιλιοστόν, ἀπό τις Βαρλααμικές και Σχολαστικές θεολογικές τάσεις και πλάνες τῶν διαχρονικά κακοδόξων παπῶν (πού θέλουν την ἄκτιστον θεία Χάρη, ὡς κτιστήν, δηλ. τρεπτήν και φθαρτήν)… ἀλλά στον ἄλλο ἀντίποδα πού ἀποσαφηνίζει τά πράγματα, ὑφίσταντο ἀναντίλεκτα, ὀρθόδοξοι καί ἅγιοι Λατίνοι Πάπες τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης, οἱ ὁποίοι κατεδίκαζαν τον Φιλιοκβισμό και τις ἕτερες ἀντιχριστιανικές δοξασίες τῶν Φράγκων κατακτητῶν τῆς παλαιᾶς Ῥῶμης.

Συνεπῶς διαλέγουμεν και παίρνουμεν: κακόδοξον Φραγκικήν παπωσύνην, πού λατρεύει και μετέχει, σε κτιστές, ἐξάπαντος μαγικές ἐνέργειες πού αὐτοθεώνουν τον ἄνθρωπον, ἤ ὀρθόδοξον Ρωμαίικην και Λατινικήν παπωσύνην, πού ἐπαρήγαγεν και παράγει, Μυστηριακῶς διά τῶν ΑΚΤΙΣΤΩΝ ἐνεργειῶν, θεωμένους και ἁγίους Πατέρας;

Τοῦ Παναγιώτου Π. Νούνη







ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ/ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ/ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΝ:

[1]  (α΄) «Ὀρθόδοξος Τύπος», 25 Μαρτίου 1994, Ἀριθμός Φύλλου 1068, Πρωτοπρεσβυτέρου Ἰωάννου Ρωμανίδη, Ἀποδοκιμάζεται ἡ συμφωνία Ὀρθοδόξων και Βατικανοῦ (Προς πλήρη μυστηριακήν κοινωνίαν με τους Παπικούς;), σελ. 1, σελ. 4.

(β΄) Καθῶς και γιά τά περί τῆς περίφημου καταδίκης καί τραγελαφικῆς ἀθώωσης τοῦ ἐπάρατου Οὐνιτισμοῦ: Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, ΟΥΝΙΑ- Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΑΙ Η ΑΘΩΩΣΗ (στο Freising και στο Balamand), ἐκδόσεις: «Βρυέννιος», Θες/νίκη 2002, σς. 191.

[2] (α΄) Περί τῶν φληναφημάτων, διότι περί αὐτοῦ πρόκειται, τῆς  δῆθεν μονόδρομης ἀναγνωρίσεως τῆς «ἱστορικῆς Ἐκκλησίας» ἤ και ἑτέρων «ἱστορικῶν Ἐκκλησιῶν» δεῖτε παρακαλῶ την παρελθούσα ἐνδιαφέρουσα κριτική τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μοντρεάλ και Καναδᾶ Βιταλίου, με τίτλον: Οἰκουμενισμός (Ἔκθεσις προς την Σύνοδον τον Ἐπισκόπων τῆς Ὑπερορίου Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας), «Ὀρθόδοξος Τύπος» 10 Ἀπριλίου 1970, Ἀριθμός Φύλλου 118, σελ. 1-3) ὅπου σχολιάζει κριτικῶς τίς Τέσσερις Οἰκουμενιστικές Συνελεύσεις τοῦ Π.Σ.Ε., σχέσεις Κομμουνισμοῦ-Μασσωνισμοῦ-Ἰησουιτισμοῦ με τον Οἰκουμενισμόν.

(β΄) Ἐπίσης μελετήστε παρακαλῶ, περί τοῦ Τεκτονικοῦ «φιλάνθρωπου ἐνστίκτου» μπᾶς και φωτιστεῖτε κάπως, μέ τις σαχλοειδείς (ψευδο)εὐσεβιστικές (ψευδο)ἠθικιστικές καί ψευδοἐξελικτικές (Δαρβίνειες) ἀπόψεις τους καθῶς και την κυνική ὁμολογία κάποιου «μη βέβηλου» Μασσώνου, ὅτι Ἐπίτροποι ἐκκλησιῶν («τίμιοι και ἀξιόπιστοι ἄνθρωποι»!), μέλη ἐνοριακῶν και μητροπολιτικῶν Συμβουλίων κ.ο.κ. «τυχαίνει να εἶναι Τέκτονες»τύχη βουνόν πού λένε στα χωριά μας! Οἱ Μητροπολίτες και Πρεσβύτεροι ὅμως, γιατί τους ἀνέχονται και (κατά)σκανδαλίζουν ἔτσι τά Μέλη τῆς Ἐκκλησίας; Ἐλέῳ τοῦ συνάδελφου ἤ και ὁμόλογου τεκτονικοῦ ἀλτρουϊσμού (ἔρμαιον τοῦ μανικοῦ Κοινωνισμοῦ) των ἤ ἀπό ἐπισκοπική και ἀγαπητική ἀνιδιοτέλεια; Δεῖτε δηλ. τοῦτη την Κοινωνική Μελέτη: Μεγάλη Στοά τῆς Ἑλλάδος, ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ[Δεῖτε ΕΔΩ] Ἡ Φιλανθρωπία - Ἡ Τεκτονική ἄποψη, σελ. 27-35.

[3] Περί τοῦ Σαμαήλ, ὡς συνώνυμου με τον Διάβολο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, δεῖτε το Μυστικιστικόν-Ἀποκρυφιστικόν ἐγχειρίδιον: τοῦ Gershom Scholem, Θεματολογία τῆς Κάββαλα, ἐκδόσεις: Δίβρης, σελ. 179-184, σελ. 244.

[4]  G. Scholem, Κάββαλα, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 180.

[5] Τοῦ αὐτοῦ, ἔνθ. ἀνωτ., στην με δογματική ἀκρίβεια και ἀνάλυση τοῦ Καμπαλιστικοῦ Λεξιλογίου, σελ. 254.

[6] Περί τῆς φαρσοκωμωδίας τῶν «σκηνοθετημένων» Διαλόγων τοῦ ψεύδους, δεῖτε καί το ἑξῆς Ντοκουμέντον ὑπό τῆς Ἐφημερῖδος «Ὀρθόδοξος Τύπος» 13 Ἰουνίου 1980, ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΗΤΟ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ! (Ὡς καταγγέλεται ὑπό μετασχόντων τῆς συναντήσεως-Προσυμφωνημένη ἡ «ἕνωσις» με τον Πάπα. Ἀποκαλύψεις τοῦ ἀείμνηστου Καθηγητοῦ: Μέγας Φαράντος), Ἀριθμός Φύλλου 413, σελ. 1, σελ. 4.



[7] Ἡ διαπίστωση τοῦ μακ. Γέροντος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου εἶναι διαχρονικά ἄκρως ἐπίκαιρη: «… Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία παύει να εἶναι διά τους ἐκκοσμικευθέντας οἰκουμενιστάς ὁ κήρυξ και ὁ ἐν τῷ κόσμῳ μάρτυς τῆς Ἀληθείας τοῦ Θεοῦ και ἐκπίπτει εἰς μίαν ἀνθρωπιστική ἑταιρείαν, ἡ ὁποία διά να ἐπιβιώσῃ πρέπει να παραιτηθῇ τοῦ ἰσχυρισμοῦ της ὅτι κατέχει την Ἀλήθειαν και να συνυπάρξῃ με τάς ἄλλας χριστιανικάς ὁμολογίας, πού κηρύττουν ἕνα παραποιημένον Χριστιανισμόν…», τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Γεωργίου Καψάνη: Διά τον ἀντορθόδοξον Οἰκουμενισμόν, «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ», 10 Ἀπριλίου 1970, Ἀριθμός Φύλλου 118, σελ. 3-4.



[8] Διά τά θέματα Συνοδικότητα, Ἀλάθητο τοῦ πάπα, Πρωτεῖον τοῦ πάπα, δεῖτε σύγχρονον κριτικόν σχολιασμόν και σημαντικές παρατηρήσεις στο περίφημο βιβλίον ἔνθα σᾶς παραθέτουμε κατωτέρῳ σε σελ. 201-237· ἐπίσης, πάλιν διά το ἀμφιλεγόμενον ζήτημα τοῦ Εὐαγγελικοῦ «Βασίλειου Ἱερατεύματος», δεῖτε την ἵδια θεολογική λιπαρή μελέτη: Γεώργιος Δ. Παναγόπουλος, ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ (Ἑρμηνευτική προσέγγιση πτυχῶν τοῦ Μυστηρίου ταῆς Ἐκκλησίας με βάση τῆν Ὀρθόδοξη Πατερική Παράδοση), ἐκδόσεις: «ΜΥΡΜΙΔΟΝΕΣ», πρωτότυπη ἔκδοση, Ἀθήνα 2015, σελ. 254, σελ. 297-341.

[9] Ἀλίκη Α. Μπέϊλη, Η ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ἐκδόσεις: Lusis Press, ss. 211. Δεῖτε κυρίως τό Κεφ. Στ΄, Ἡ Νέα Παγκόσμια Θρησκεία, σελ. 136-159, καί το Ζ΄ Κεφ. Προετοιμασία για την ἐπανεμφάνιση τοῦ Χριστοῦ (ἀναγκαία προετοιμασία, το ἔργο τοῦ Νέου Ὀμίλου Ὑπηρετῶν τοῦ Κόσμου), σελ. 160-192.



[10] Γεώργιος Δ. Παναγόπουλος, ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ (Ἑρμηνευτική προσέγγιση πτυχῶν τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας με βάση τῆν Ὀρθόδοξη Πατερική Παράδοση), ἐκδόσεις: «ΜΥΡΜΙΔΟΝΕΣ», πρωτότυπη ἔκδοση, Ἀθήνα 2015, σελ. 321-329.

[11] Πρωτοπρεσβυτέτου Πέτρου Χίρς, Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ Β΄ ΒΑΤΙΚΑΝΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (Μία Ὀρθόδοξη διερεύνηση τοῦ Βαπτίσματος και ταῆς Ἐκκλησίας κατά το Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ),  Α΄ ἔκδοση 2014, ἐκδόσεις: Uncut Mountain Press, σσ. 347.