Translate

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ, ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΠΡΟΣ ΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΝΑΓΗ

 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
   ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ


Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Δευτέρα 30 Μαΐου 2016


Ἀγαπητοί συλλειτουργοί ἀδελφοί,
ἱερεῖς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως

Στήν παροῦσα μου πρός Σᾶς ἐπιστολή θέλω κατά πρῶτον νά σᾶς πῶ ὅτι διακόπτω τήν σειρά τῶν κηρυγμάτων μου στά βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, γιατί τήν θεωρῶ δύσκολη γιά τόν λαό, καί θά ἀρχίσω μία ἄλλη ἁπλῆ καί περισσότερη ὠφέλιμη κηρυκτική σειρά, ἀπό ὁμιλίες τῶν Ἀγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας ἤ ἀπό τούς βίους τῶν Ἁγίων. 
Δεύτερον, στήν ἐπιστολή μου αὐτή θέλω νά δικαιολογήσω μία πρωτοτυπία μου, ὅπως φαίνεται, στήν ἀνάγνωση ἑνός λειτουργικοῦ κειμένου. 
1. Θά μέ ἔχετε ἀκούσει – ἄν τό προσέξατε – ὅτι κατά τήν ἀνάγνωση τοῦ Προοιμιακοῦ Ψαλμοῦ στήν Ἑσπερινή Ἀκολουθία, στόν στίχ. 6 «ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τό περιβόλαιον αὐτοῦ», τήν ἀντωνυμίαν «αὐτοῦ» τήν λέγω στό θηλυκό «αὐτῆς». Ἐπειδή αὐτό δημιουργεῖ τήν ἀπορία, γιατί προφέρω ἄλλη ἀνάγνωση, ἐξηγοῦμαι μέ τήν ἐπιστολή μου αὐτή πρός σᾶς καί λέγω ὅτι αὐτή πράγματι εἶναι ἡ ὀρθή γραφή, τό «αὐτῆς», ἐνῶ τό «αὐτοῦ» εἶναι λάθος.
Ἀκοῦστε: Ὁ Ψαλμός αὐτός εἶναι ὑπέροχος! Καί γιά τήν σπουδαιότητά του ἐτέθη στήν ἀρχή τοῦ «οἴμου», δηλαδή τοῦ «δρόμου», τοῦ λειτουργικοῦ δρόμου. Γιατί οἱ λειτουργικές  Ἀκολουθίες ἀρχίζουν μέ τόν Ἑσπερινό, ἐπειδή πρῶτα ἔγινε ἡ ἑσπέρα καί ἔπειτα ἡ ἡμέρα, κατά τό «ἐγένετο ἑσπέρα καί ἐγένετο πρωί, ἡμέρα μία» (Γεν. 1,5). Γι᾽ αὐτό καί τόν Ψαλμό αὐτόν, τόν 103 Ψαλμό, τόν ὀνομάζουμε «προοιμιακό». Εἶναι πρό τοῦ λειτουργικοῦ «οἴμου» (= δρόμου). Εἶναι τό πρῶτο πού λέγουμε ἀρχίζοντας τίς λατρευτικές μας Ἀκολουθίες στόν Θεό.
2. Ὁ Ψαλμός εἶναι ὕμνος στήν παντοκρατορία καί πανσοφία τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ. Καί γι᾽ αὐτό εἶναι ἐξαρτημένος ἀπό τό 1ο κεφ. τῆς Γενέσεως, τό ὁποῖο ὁμιλεῖ γιά τήν δημιουργία. Ἀπό τόν στίχ. 5 ὁ ποιητής μας ὁμιλεῖ γιά τήν γῆ καί ὑμνεῖ τόν Θεό γιά τήν ἀσφάλειά της, τήν σταθερότητά της, καί λέγει: «Ὁ θεμελιῶν τήν γῆν ἐπί τήν ἀσφάλειαν αὐτῆς, οὐ κλιθήσεται (= δέν θά κλονιστεῖ) εἰς τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος». Στήν συνέχεια, στόν στίχ. 6, ὁμιλώντας πάλι γιά τήν γῆ ὁ ποιητής τοῦ Ψαλμοῦ, ἔχει ὑπ᾽ ὄψιν τά ὅσα γράφει ἡ Γένεση στό α´ κεφ. γιά τήν δημιουργία. Τί λέγει ἐκεῖ ἡ Γένεση γιά τήν γῆ; Λέγει ὅτι ἡ γῆ ἦταν σκεπασμένη μέ νερά, μέ πολλά νερά, «ἄβυσσος» λέγονται τά πολλά νερά. Γι᾽ αὐτό καί ἡ γῆ, σάν σκεπασμένη μέ νερά, ἦταν ἀόρατη καί ἄμορφη. «Ἡ δέ γῆ ἦν ἀόρατος καί ἀκατασκεύαστος καί σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου», λέγει ἡ Γένεση (1,2). Αὐτό, λοιπόν, πού λέγει ἡ Γένεση γιά τήν γῆ, αὐτό θέλει νά πεῖ καί ὁ ψαλμωδός τοῦ Προοιμιακοῦ Ψαλμοῦ ὅταν λέγει: «Ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τό περιβόλαιον αὐτῆς». «Αὐτῆς» καί ὄχι «αὐτοῦ», γιατί ὁμιλεῖ γιά τήν γῆ. Ὅτι, δηλαδή, τά πολλά νερά («ἄβυσσος») ἦταν σάν ἕνα ροῦχο («ὡς ἱμάτιον») πού σκέπαζαν τήν γῆ («τό περιβόλαιον αὐτῆς»). Μάλιστα λέγει παρακάτω ὁ Ψαλμωδός ὅτι τά νερά κάλυπταν ὅλη τήν γῆ, μέχρι τά ὑψηλά βουνά της: «Ἐπί τῶν ὀρέων στήσονται ὕδατα. Ἀναβαίνουσιν ὄρη». Δέν ἦταν ὅμως ὡραῖο τό θέαμα αὐτό, γι᾽ αὐτό καί ὁ Θεός τά ἐπέπληξε τά νερά, τά «ἐπετίμησε». Καί αὐτά φοβήθηκαν ἀπό τήν φωνή τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ὡς βροντή, καί ἔφυγαν ἀπό τά ψηλώματα τῆς γῆς. Ἔφυγαν καί κατέβηκαν πρός τά χαμηλά, στίς πεδιάδες, ἐκεῖ πού ὅρισε ὁ Θεός γι᾽ αὐτά: Στίς θάλασσες καί τούς ποταμούς. Ἀκοῦστε πόσο ὡραῖα καί παραστατικά τά λέγει αὐτά ὁ Ψαλμωδός μας: «Ἀπό ἐπιτιμήσεώς σου φεύξονται, ἀπό φωνῆς βροντῆς σου δειλιάσουσιν» (στίχ. 7). Ὁ Θεός δηλαδή εἶπε στά νερά, πού σκέπαζαν τήν γῆ, νά φύγουν καί αὐτά φοβήθηκαν καί ἔφυγαν! Καί ποῦ πῆγαν; «Καταβαίνουσι πεδία εἰς τόν τόπον, ὅν ἐθεμελίωσας αὐτά» (στίχ. 8). Τά νερά ἀπό τά ψηλά πού ἦταν («ἀναβαίνουσιν ὄρη») κατέβηκαν στά χαμηλά καί συγκεντρώθηκαν στόν τόπο, πού ἔταξε ὁ Θεός γι᾽ αὐτά («εἰς τόν τόπον, ὅν ἐθεμελίωσας αὐτά»). Μάλιστα, λέγει παρακάτω ὁ Ψαλμωδός, ὅτι ὁ Θεός ἔβαλε ὅριο στά νερά μέχρι ποῦ θά εἶναι καί νά μή ξαναγίνει ἐκεῖνο τό πρῶτο, πού αὐτά σκέπαζαν τήν γῆ. Λέγει ἐπί λέξει ὁ Ψαλμωδός: «Ὅριον ἔθου, ὅ οὐ παρελεύσονται, οὐδέ ἐπιστρέψουσι καλύψαι τήν γῆν» (στίχ. 9). Καί τά ἄψυχα νερά, ὑπακούουν σ᾽ αὐτό τό κέλευσμα τοῦ Θεοῦ καί μένουν στόν τόπο πού τά ὅρισε ὁ Θεός νά εἶναι: Στίς θάλασσες, στίς λίμνες καί στά ποτάμια. Στήν ἐσχατολογική ὅμως ἐποχή, μέ τήν γενική ἀναστάτωση τῶν στοιχείων τῆς φύσεως, παριστάνονται οἰ θάλασσες νά θέλουν νά ὑπερπηδήσουν τό τεθέν ὅριο τοῦ Θεοῦ καί νά καλύψουν πάλι τήν γῆ (βλ. Ψαλμ. 45,4).  
3. Ἐπιμένω, λοιπόν, συλλειτουργοί ἀδελφοί, ὅτι στήν φράση τοῦ προοιμιακοῦ Ψαλμοῦ «ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τό περιβόλαιον» πρέπει νά λέγουμε ἔπειτα «αὐτῆς», γιατί λέγεται γιά τήν γῆ, μέ τήν ἑρμηνεία πού ἔδωσα παραπάνω. Ὅσοι τό λέγουν «αὐτοῦ», δέν ἔχουν νά δώσουν καμμία σωστή ἑρμηνεία γιά τήν ἀνάγνωσή τους αὐτή. Ἀσεβές δέ εἶναι νά ποῦμε ὅτι μέ τό «αὐτοῦ» ἀναφέρεται στόν Θεό. Δηλαδή ὅτι ἡ ἄβυσσος τῶν ὑδάτων κάλυπτε τόν Θεό!..... Καί τό παρακάτω «ἐπί τῶν ὀρέων στήσονται ὕδατα», πῶς θά τό ἑρμηνεύσουμε; Γιατί πρέπει νά ἔχει μία συνέχεια ὁ λόγος μέ τά προηγούμενα. 
Ἐξήγηση, Πατέρες μου, γιά τήν ἰδιότυπη ἀνάγνωσή μου στόν 6ο στίχ. τοῦ Προοιμιακοῦ Ψαλμοῦ. Δέν ἐπιβάλλω ὅμως νά ἀκολουθεῖτε καί σεῖς τήν ἀνάγνωσή μου, γιατί τά τυπωμένα ἀπό τήν Ἐκκλησία μας κείμενα ἔχουν τήν ἀντωνυμία «αὐτοῦ». Ἀλλά ἐπιμένω ὅτι πρόκειται περί λάθους. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Θεοδώρητος Κύρου, πού στά ἑρμηνευτικά του ἀκολουθεῖ τόν Χρυσόστομο, λέγει: «Τό “αὐτοῦ” ἐπί τοῦ “αὐτῆς” τέθεικε». Πολλά παρόμοια λάθη εἰσεχώρησαν στά λειτουργικά μας βιβλία, οὐ μήν, ἀλλά καί εἰς αὐτά τά βιβλικά κείμενα. Γι᾽ αὐτό καί στίς Θεολογικές μας Σχολές, στήν Βιβλική Θεολογία, ἔχουμε τήν λεγομένη «Κριτική τοῦ κειμένου»

Μέ πολλές εὐχές
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

 


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
  ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ


Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 5 Ἰουνίου 2016


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΝΑΓΗΣ (ΠΑΪΣΙΟΣ ΜΠΑΣΙΑΣ)

1. Τά κηρύγματά μας, ἀδελφοί χριστιανοί, θά ἀναφέρονται στό ἑξῆς κυρίως σέ ὁμιλίες τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καί σέ βίους τῶν ἁγίων.
Σήμερα θά σᾶς πῶ λίγα λόγια γιά τόν ὅσιο Παναγῆ τόν Μπασιᾶ, πού θά ἑορτάσουμε αὔριο – μεθαύριο, τήν Τρίτη, 7 τοῦ μηνός Ἰουνίου. Γεννήθηκε στό Ληξούρι τῆς Κεφαλλονιᾶς τό 1801, λίγο πρίν τά Ἑπτάνησα περάσουν σέ Ἀγγλική κυριαρχία. Ὁ μικρός Παναγῆς μορφώθηκε ἐγκυκλοπαιδικά, ἀλλά κυρίως μορφώθηκε θεολογικά, μέ τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική παιδεία. Αὐτό ἦταν πολύ σπουδαῖο, γιατί μέ τήν Ἀγγλική κυριαρχία ἀλλοιωνόταν ἡ ὀρθόδοξη πίστη καί τό φρόνημα πολλῶν Ἐλλήνων γινόταν προτεσταντικό καί παπικό. Ἀλλά ὁ νεαρός Παναγῆς Μπασιᾶς, ἐμπνεόταν ἀπό τά ριζοσπαστικά φλογερά κηρύγματα τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Φλαμιάτου – μεγάλου ὑπερασπιστοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας τήν ἐποχή ἐκείνη – καί κράτησε τήν ὀρθόδοξη πίστη καθαρή, ἔτσι ὅπως τήν εἶχε διδαχθεῖ καί ἀπό τούς εὐσεβεῖς γονεῖς του, τόν πατέρα του Μιχαήλ και τήν μητέρα του Ρεγγίνα.
Ἀγαποῦσε ὁ εὐσεβής νεαρός Παναγῆς νά συναναστρέφεται καί νά ἀκούει αὐτούς πού κρατοῦσαν καθαρό τό ὀρθόδοξο φρόνημά τους καί δέν τό ἀναμείγνυαν μέ προτεσταντικές καί παπικές ἰδέες καί ἤθη. Γι᾽ αὐτό καί πολύ νεαρός, μόλις 20 ἐτῶν, ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του, τά ἐγκατέλειψε ὅλα καί πῆγε στό «Ξηροσκόπελο», σέ ἕνα μικρό νησί, ὅπου οἱ Ἄγγλοι εἶχαν ἐξορίσει τούς παραδοσιακούς ὀρθόδοξους κληρικούς, αὐτούς πού ἤθελαν νά κρατήσουν καθαρή τήν ὀρθόδοξη πίστη, καθαρή καί ὄχι ἀνάμεικτη μέ προτεσταντικό φρόνημα. Πολύ ὠφελήθηκε ὁ νεαρός Παναγῆς στό νησί αὐτό τῶν ἐξορίστων κληρικῶν. Συναναστράφηκε ἁγίους μάρτυρες, πού ἔπασχαν γιά τήν πίστη. Ἔμαθε κοντά τους ὅτι δέν φτάνει μόνο νά πιστεύουμε γενικά στόν Χριστό, γιατί ἔτσι πιστεύουν καί οἱ προτεστάντες, ἀλλά στό νησί τῶν ἐξορίστων ὀρθοδόξων κληρικῶν ὁ Παναγῆς ἔμαθε ὅτι πρέπει νά κρατοῦμε ἐκεῖνο τό λεπτό καί θεϊκό στήν πίστη καί τό ἦθος, ἐκεῖνο πού ξεχωρίζει τόν ὀρθόδοξο ἀπό τόν αἱρετικό. Εἶναι αὐτό πού τό ξεχνᾶμε μερικοί στά σημερινά χρόνια καί ἔτσι οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί μας γίνονται εὔκολο ἅρπαγμα ἀπό τίς αἱρέσεις καί μάλιστα ἀπό τήν μεγάλη αἵρεση, τόν Οἰκουμενισμό.
2. Ἀργότερα ὁ Παναγῆς Μπασιᾶς ἔγινε μοναχός λαμβάνοντας τό ὄνομα Παΐσιος καί χειροτονήθηκε διάκονος καί ἱερέας. Ἔγινε ἱερομόναχος. Λειτουργοῦσε στό ἐξωκλήσι τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνα, στόν Πλατύ Γιαλό, καί συνέρρεε ἐκεῖ πλῆθος πιστῶν, γιατί, με τήν εὐλάβειά του, γεύονταν καλύτερα τήν θεία Λειτουργία ἀπ᾽ αὐτόν καί θερμαίνονταν στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀπό τά δυνατά του κηρύγματα. Ζοῦσε ὅσιακά. Ἀπέκτησε φήμη ἁγίου. Γι᾽ αὐτό καί ἅγιος πραγματικά ὁ Παναγῆς Μπασιᾶς, γιά νά νικήσει τόν καταραμένο ἐγωισμό καί νά διαφυλαχθεῖ ἀπό αὐτόν, κατέφυγε στή γνωστή μέθοδο τῶν μεγάλων Ἀσκητῶν, στήν σαλότητα, καί προσποιεῖτο τόν τρελλό. Συγκαταλέγεται λοιπόν ὁ ἅγιος Παναγῆς – Παΐσιος Μπασιᾶς στήν χορεία τῶν «διά Χριστόν σαλῶν ἁγίων».
Πέντε χρόνια παρέμεινε κλινήρης ὡς ἀσθενής. Ἀλλά καί ἀπό τήν κλίνη τῆς ἀσθένειάς του αὐτός ἐργαζόταν πνευματικά: Εὐλογοῦσε, στήριζε στήν ὀρθόδοξη πίστη, καθοδηγοῦσε καί συμβούλευε τούς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι τόν ἐπισκέπτονταν νυχθημερόν. Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1888 καί στίς 6 Ἰουνίου τοῦ 1976 ἔγινε ἡ ἁγιοκατάταξή του ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.
3. Θά τελειώσω τό ταπεινό μου αὐτό κήρυγμα, ἀδελφοί χριστιανοί, μέ ἔνα θαῦμα τοῦ ἁγίου. Στά χρόνια τοῦ ἁγίου παπα-Παναγῆ Μπασιᾶ, ὅπως τόν ἔλεγαν, ζοῦσε στό Ἀργοστόλι μιά πλούσια οἰκογένεια: Ὁ πατέρας, ἡ μητέρα καί δύο παιδιά. Ἦταν καλή καί εὐσεβής ἡ οἰκογένεια αὐτή καί ἰδιαίτερα ἡ μητέρα. Πέθανε ὁ πατέρας τῆς οἰκογένειας καί ἔμεινε ἡ μητέρα μέ τά δυό της παιδιά. Ἀφιερώθηκε σ᾽αὐτά καί τά καθοδηγοῦσε κατάλληλα, γιά νά τά παραδώσει καλούς ἀνθρώπους στήν κοινωνία. Κάποιο βράδυ ὅμως τό πρῶτο της παιδί, στήν ἡλικία 21 ἐτῶν, μετά τό φαγητό, ἔνοιωσε δυνατό πόνο στό κεφάλι του καί ἔπεσε κάτω ἀναίσθητο. Ὁ γιατρός εἶπε γιά τήν σοβαρότητα τῆς ἀρρώστειας καί μετά ἀπό λίγο καιρό ὁ νεαρός πέθανε. Πόνεσε ἡ χήρα γυναίκα, ἀλλά μέ τήν πίστη της ἄντεξε καί ἀφιερώθηκε στό ἄλλο της παιδί πού τῆς ἀπέμεινε. Σάν εὐσεβής ἔκανε προσευχές καί ἐλεημοσύνες γιά τόν πεθαμένο ἄνδρα της καί τό πεθαμένο παιδί της καί παρακαλοῦσε τόν Θεό γιά τήν ὑγεία τοῦ ἄλλου της παιδιοῦ. Μία μέρα ὅμως καί τό ἄλλο της παιδί ἔπαθε τό ἴδιο πάθημα, ὅπως τό προηγούμενο, καί πέθανε καί αὐτό. Ἡ γυναίκα τότε ἀγρίεψε. Τά ἔβαλε μέ τόν Θεό καί σταμάτησε τίς προσευχές καί τίς ἐλεημοσύνες πού ἔκανε. Ἔφτιαξε μόνο δύο μεγάλες-μεγάλες φωτογραφίες τῶν πεθαμένων παιδιῶν, τίς ἔβαλε στήν σάλα τοῦ σπιτιοῦ της, κλείδωσε τό σπίτι της καί ζοῦσε μόνη της κλαίγοντας καί μιλώντας στίς φωτογραφίες τῶν παιδιῶν της.
Κάποια μέρα, στόν μεγάλο της πόνο, κτύπησε τήν πόρτα τοῦ ἀρχοντικοῦ της ἕνας γέροντας παπᾶς. Ἦταν ὁ ἅγιος Παναγῆς Μπασιᾶς, ὅταν ζοῦσε ἀκόμη. Ἡ γυναίκα δέν τόν γνώριζε. Ὅταν δέ εἶδε παπᾶ νά τῆς κτυπάει τήν πόρτα ἄρχιζε νά βρίζει, γιατί εἶπαμε ὅτι μετά τόν θάνατο τῶν παιδιῶν της ἔχασε τήν πίστη της. Γι᾽ αὐτό δέν ἄνοιξε τήν πόρτα στόν ἱερέα. «Ἄνοιξέ μου – τῆς εἶπε ὁ ἱερεύς, ὁ παπα-Παναγῆς –, γιατί θά ἀνοίξω μόνος μου». Καί πραγματικά, σταύρωσε τήν πόρτα καί ἡ πόρτα ἄνοιξε. Ἡ γυναίκα τρόμαξε. Ὁ ἅγιος ἱερέας μπαίνοντας στό σπίτι πήγαινε πρός τήν σάλα, ἐκεῖ πού ἦταν οἱ φωτογραφίες τῶν παιδιῶν. «Ἔλα κοντά μου», εἶπε καί στήν γυναίκα, τήν μητέρα τῶν παιδιῶν. Ἡ γυναίκα ἀκολούθησε. Ὁ παπα-Παναγῆς Μπασιᾶς σταύρωσε τήν μία φωτογραφία τοῦ ἑνός παιδιοῦ καί αὐτό ζωντάνεψε. Σταύρωσε ἔπειτα καί τήν φωτογραφία τοῦ ἄλλου παιδιοῦ καί ζωντάνεψε καί αὐτό. Σάστισε ἡ γυναίκα βλέποντας ζωντανά καί τά δυό της τά παιδιά. Ἀλλά τά παιδιά κρατοῦσαν περίστροφο στά χέρια καί ἦταν ἀγριεμένα τό ἕνα πρός τό ἄλλο. Τελικά τό ἕνα πυροβόλησε τό ἄλλο καί σκοτώθηκαν καί τά δύο.
«Βλέπεις;», εἶπε ὁ ἅγιος παπα-Παναγῆς στήν μητέρα τῶν παιδιῶν. «Αὐτό θά ἦταν τό τέλος τῶν παιδιῶν σου. Τά παιδιά σου θά ἀγαποῦσαν καί τά δύο τήν ἴδια γυναίκα καί τό ἕνα θά σκότωνε τό ἄλλο. Ὁ Θεός ὅμως πού ἀγαπᾶ ἐσένα καί ἀγαποῦσε καί τά παιδιά σου, τά πῆρε ἁγνά μέ φυσικό θάνατο, γιατί δέν θά ἄντεχες τό οἰκτρό τέλος τους. Εὐχαρίστησε λοιπόν τόν Θεό καί μήν γογγύζεις ἐναντίον Του».
Χριστιανοί μου! Πίσω ἀπό ἕνα νομιζόμενο ἀπό ᾽μᾶς κακό, κρύβεται ἕνα καλό. Ἄς εὐχαριστοῦμε λοιπόν γιά ὅλα τόν Θεό!

Μέ πολλές εὐχές

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας