Translate

Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

ΕΝΩΣΙΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ (ΠΕΘ), ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΕΓΚΡΙΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΤΙΜΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ, ΕΠΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ. ΕΝΩΠΙΟΝ ΤOY ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ ΑΙΤΗΣΗ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΣ




ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
ΕΓΚΡΙΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΤΙΜΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ,
ΕΠΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

Από την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (Π.Ε.Θ.) μας εζητήθη η επιστημονική άποψή μας επί των παρακάτω ερωτημάτων και ειδικότερα εάν με βάση το ισχύον στην Ελλάδα νομικό καθεστώς:
1)            Το μάθημα των Θρησκευτικών επιβάλλεται να είναι αμιγώς Ορθόδοξο Χριστιανικό ή Πολυθρησκειακό;
2)            Τα νέα Προγράμματα Σπουδών (στο εξής Π.Σ.) Δημοτικού και Γυμνασίου, που εγκρίθηκαν προς πιλοτική εφαρμογή τους με την Αποφ. Υπ. Παιδείας 113/714/Γ2/3-10-2011, ΦΕΚ τ. Β΄2335/2011, ως και η Αναθεωρημένη εφαρμογή τους, η οποία δεν έχει υποβληθεί, μέχρι τώρα, προς έγκριση, ούτε έχει δημοσιευθεί στον ιστότοπο του Υπ. Παιδείας (Ψηφιακό Σχολείο), πλην όμως υπάρχει έντονο και λίαν ενεργό ενδιαφέρον συντακτών της προς εφαρμογή της, είναι σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, ένεκα του πολυθρησκειακού περιεχομένου τους και όχι αμιγούς Ορθοδόξου Χριστιανικού;
3)            Η Εκκλησία της Ελλάδος έχει λόγο και δικαίωμα για τον καθορισμό της ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών;
Επί των παραπάνω ερωτημάτων η επιστημονική μας άποψη είναι η ακόλουθη:
Ειδικότερα επί του πρώτου ερωτήματος:
1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 § 2 του ισχύοντος Ελληνικού Συντάγματος Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλαση τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. Εξάλλου κατά το τρίτο άρθρο του Συντάγματος, παράγραφός 1η, εδάφιο α΄και β΄ αυτής: «Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησία του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις». Οι διατάξεις αυτές συνιστούν εκδηλώσεις της νομικής ενέργειας του Προοιμίου του Ελληνικού Συντάγματος, έχοντος του Προοιμίου τούτου, ως ακολούθως:
«Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος».
Αποτελεί δε το Προοίμιο αυτό αναπόσπαστο τμήμα του Συντάγματος και δημοσιεύεται με τις λοιπές διατάξεις τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ως ενιαίο όλο, αφού αμέσως πριν από το Προοίμιο προτάσσονται οι λέξεις ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και ο χρονικός προσδιορισμός του Συντάγματος (1975-2001) και αμέσως μετά ακολουθεί το κείμενο του Προοιμίου (βλ. σχετ. Βασ. Νικολόπουλου, Επιτ. Προέδρου Αρείου Πάγου, Δ/ρος Νομικής, Το προοίμιο του Συντάγματος και η νομική του αξιολόγηση, σελ. 17-18).
Παράλληλα  με τη διάταξη του άρθρου 1 εδάφ. α΄, του νόμου 1566/1985, με τον οποίο ρυθμίζεται - κυρίως και πρωτίστως - η λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ορίζεται ότι ο σκοπός της εκπαίδευσης αυτής είναι να υποβοηθεί τους μαθητάς, όπως εκτός των άλλων «... διακατέχονται από πίστη στην πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης Χριστιανικής παράδοσης. Στον ίδιο νόμο και ειδικότερα στο άρθρο αυτού 6 § 2, εκ. β΄, ορίζεται ότι το Λύκειο επιδιώκει την ολοκλήρωση των σκοπών της εκπαίδευσης. Ιδιαίτερα βοηθά τους μαθητάς... να συνειδητοποιήσουν την σημασία του Ορθόδοξου Χριστιανικού ήθους...».
Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 1518 § 1 του Αστ. Κώδικος ορίζει ότι η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου από τους γονείς του περιλαμβάνει, μεταξύ των άλλων και την εκπαίδευση του τέκνου, στην έννοια της οποίας - εκπαίδευσης - περιέχεται και η θρησκευτική τοιαύτη (βλ. εις Απ. Γεωργιάδη - Οικ. Δικ., σελ. 882, αρ. 16 εις Σύντομη Ερμ. Αστ. Κώδικος (Σ. Ε. Α. Κ.), τόμος 2ος, εκδ. 2013 και στις σε αμφότερα τα έργα αυτά σχετικές παραπομπές).
Ακολούθως, με το άρθρο 2 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου υποχρεώνεται κάθε συμβαλλόμενο Κράτος (σε εφαρμογή του 9ου άρθρου αυτής της Συμβάσεως περί ελευθερίας της σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας) να σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζουν την μόρφωση και την εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις ίδιες αυτών, των γονέων, θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις (βλ. Οικ. Δικ. Απ. Γεωργιάδη - Μιχ. Σταθοπούλου και εις Σ.Ε.Α.Κ. Απ. Γεωργιάδη ό.π.). Τόσον η ως προαναφερθείσα Διεθνής Σύμβαση, όσο και το παραπάνω Πρώτο Πρωτόκολλο αυτής έχουν επικυρωθεί κατ’ άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος της Ελλάδος με το ν. δ. 53/1974 και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου, και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, απαγορευομένης ούτως πάσης προσβολής του εν λόγω ατομικού δικαιώματος των γονέων, μη δυναμένης συνεπώς της Πολιτείας να επιβάλει, νομοθετικώς ή άλλως πως, θρησκευτική αγωγή στα τέκνα τους διάφορον της θρησκευτικής πεποιθήσεως των γονέων τους.
Τα ανωτέρω, κατά συνέπεια, έχουν πλήρη εφαρμογή και ως προς το ως άνω δικαίωμα των ορθοδόξων γονέων, όπως τα ανήλικα τέκνα τους διδάσκονται το αμιγώς Ορθόδοξο Χριστιανικό μάθημα των θρησκευτικών στις σχολικές μονάδες της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως, όπου αυτά φοιτούν.
Εν όψει όλων των προαναφερομένων διατάξεων, προκύπτει ότι το μάθημα των θρησκευτικών, κατά το ισχύον ελληνικό δίκαιο, επιβάλλεται να είναι αμιγώς το Ορθόδοξο Χριστιανικό, μη επιτρεπομένης οιασδήποτε μετατροπής του σε πολυθρησκευτικό και πάντως οποιασδήποτε νοθεύσεώς του με ξένο προς το αμιγές Ορθόδοξο Χριστιανικό περιεχόμενο του.
Τα ανωτέρω γίνονται δεκτά και από την σταθερή επί του θέματος τούτου νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ( βλ. σχετ. τις σύμφωνες αποφάσεις του Σ.τ.Ε. 2176/1998, 3358/1995, 3353/1986, καθώς επίσης και στην 115/2012 πρόσφατη ακυρωτική ομόφωνη απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Χανίων, η οποία, ως αφορώσα σε θέματα εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως είναι και το παρόν, έχει ίση νομική ισχύ και ίσο κύρος με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τον νόμο 702/1997, όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως (βλ. σχετ. στην από 11/2/2013 Γνωμοδότηση του Δ/ρος Γ. Κρίππα).
Πέραν δε όλων αυτών, η εισαγωγή στην Ελληνική Εκπαίδευση μαθήματος Θρησκευτικών πολυθρησκευτικού συνιστά το ποινικό αδίκημα του προσηλυτισμού, κατ' άρθρο 4 του διατηρημένου σε ισχύ νόμου 1383/1938, καθόσον ένα τέτοιο μάθημα προσανατολίζεται δια του περιεχομένου του, ως εν προκειμένω, να οδηγήσει το μαθητή σε αμφισβήτηση περί του εάν η θρησκεία, την οπαία πρεσβεύει, είναι σωστή ή όχι ή πρέπει να την αμφισβητεί, έστω και απλώς προβληματιζόμενος. Συντρέχει δε ενταύθα και η επιβαρυντική περίπτωση της τρίτης παραγράφου του άρθρου 4 του εν λόγω αναγκ. νόμου και αυτό επειδή η διδασκαλία ενός τέτοιου μαθήματος θα γίνεται σε σχολικές μονάδες. Πρέπει δε να αναφερθεί ότι το αδίκημα τούτο τιμωρείται και στο στάδιο της απόπειράς του ως τετελεσμένο, τιμωρουμένου και του ηθικού αυτουργού(Α.Π. 103/1997), (βλ.  Δ/ρος  Γ.  Κρίππα, Μελέτη,  ad  hoc,  εις  Eπιθ.  Δημ.   &  Διοικ. Δικαίου,  έτ. 2014 σελ. 679-697 και ιδίου, Το έγκλημα του προσηλυτισμού ιδία από απόψεως ηθικής αυτουργίας, εις Ποινικά Χρονικά, τ΄λ, έτ. 1980, σελ. 313-321).
Τέλος, αναφορικά με το απαντώμενο πρώτο ερώτημα, παρίσταται αναγκαίο, να λεχθεί ως συνδεόμενο με τα παραπάνω, ότι σύμφωνα με το άρθρο 95 § 5 του Συντάγματος, «Η Διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο όπως ο νόμος ορίζει…». Σε εκτέλεση της διατάξεως αυτής, ως και της αντιστοίχου εκείνης του άρθρου 13 της ως προαναφέρεται Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, εξεδόθη ο νόμος 3068/2002 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 274 και το Π.Δ/μα 61/2004 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 54) και με τον οποίο, νόμο, προβλέπονται για τους παραβάτες χρηματική κύρωση  υπέρ του ενδιαφερομένου,  εισπραττόμενη και δι΄ αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του κράτους. Παράλληλα με το άρθρο 5 του νόμου αυτού, ορίζεται ότι η μη συμπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο κεφάλαιο Α΄ του νόμου τούτου ή η προτροπή σε μη εκπλήρωση, συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα για κάθε αρμόδιο υπάλληλο…».
Εξάλλου κατά το άρθρο 50 του Π.Δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8) περί κωδικοποίησης της νομοθεσίας για το Συμβούλιο Επικρατείας, οι Διοικητικές Αρχές, σε εκπλήρωση της ως άνω υποχρεώσεως τους από το άρθρο 95 § 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της αποφάσεως του Συμβουλίου ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Οποιαδήποτε πράξη της Διοίκησης που δε συμμορφώνεται προς την ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως είναι οι προαναφερθείσες αποφάσεις του, 2761/1998, 3356/1995 και 3353/1986 που ορίζουν το μάθημα των Θρησκευτικών να είναι υποχρεωτικά Ορθόδοξο Χριστιανικό, είναι α κ υ ρ ω τ έ α. Ο παραβάτης εκτός από την ενδεχόμενη ποινική δίωξη κατά το άρθρο 259 του ποινικού Κώδικα για παράβαση καθήκοντος, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση.
2) Επί του δεύτερου ερωτήματος που αφορά στο Αναθεωρημένο Πρόγραμμα σπουδών 2014  :
 Tο  αναθεωρημένο  Πρόγραμμα  Σπουδών  (ΠΣ) του 2014, όπως και το Π.Σ    του   2011  (Υπουργική   Απόφαση   113714/Γ2       3-10-2011,  ΦΕΚ β΄ 2335/2011), συνεξετάζει από την Γ΄ Δημοτικού, το Χριστιανισμό ταυτόχρονα και  ισότιμα  με  τον  Ιουδαϊσμό,  το Ισλάμ, τον  Ινδουισμό, το  Βουδισμό,  τον Ταοϊσμό - στη δε Α΄ Γυμνασίου προστίθεται και ο Κομφουκιανισμός (ΠΣ, σ, 113) - ως ένα  σύνολο,  που  το  αναφέρει  με  διάφορα  ονόματα:  «θρησκεία» (ΠΣ σ. 19,  25),   «ο  κόσμος   της   θρησκείας»    ( ΠΣ σ. 23 ),   «θρησκευτικές παραδόσεις» ( ΠΣ  σ, 23 ), « θρησκευτικό  φαινόμενο στην  πολυμορφία  του» (ΠΣ σ.25 ), «οι θρησκείες του Κόσμου»  (ΟΔ. ΕΚΠ 97-99).
Πρόκειται για ένα πολυθρησκευτικό μόρφωμα, το οποίο στηρίζεται στην τεχνητή - επιφανειακή σύγκλιση του Χριστιανισμού με τις θρησκείες, με βάση τα τυπικά ετερόκλητα χαρακτηριστικά τους, οδηγεί σε εσφαλμένα επιστημονικά συμπεράσματα, δημιουργεί σύγχυση στους μαθητές, τους οδηγεί στον συγκρητισμό, είναι ασύμβατο με την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η δε διδασκαλία του καταργεί τον χριστοκεντρικό προσανατολισμό του  ΜτΘ  και τον κάνει ανθρωποκεντρικό – συγκρητιστικό.
Οι συντάκτες του ΠΣ 2014 αυθαίρετα συνέταξαν το ΠΣ, χωρίς να ερωτηθούν  ούτε   η  Ορθόδοξη   Εκκλησία,  ούτε   τα  αρμόδια  Θεολογικά Τμήματα των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης με όλους τους ειδικούς επιστήμονές τους ούτε βεβαίως η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ).
Ισχυρίζονται ότι το μεγαλύτερο μέρος των προσφερόμενων γνώσεων και πληροφοριών, αφορά στον Χριστιανισμό, ενώ το πρόβλημα έγκειται στην ομογενοποιημένη - ταυτόχρονη μείξη και διδασκαλία, σχεδόν σε κάθε ενότητα και σε κάθε διδακτική ώρα, πέντε - έξι διαφορετικών θρησκευμάτων με ετερόκλητα χαρακτηριστικά. Ισχυρίζονται, πως υπάρχουν «τρεις κύκλοι» στο ΠΣ που αφορούν στην παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής  Εκκλησίας  τη γνωριμία με τις μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις και τέλος τα μεγάλα θρησκεύματα (ΠΣ, σ. 17), ενώ δεν υπάρχουν τρία χωριστά σύνολα πληροφοριών, αλλά κυρίως συνυπάρχουν από κοινού σε ένα συνονθύλευμα, ετερόκλητες πληροφορίες  και από τους «τρείς κύκλους».
Ισχυρίζονται ότι με το ΠΣ δεν επιδιώκουν την «τυπική θρησκειολογική ενημέρωση», ούτε τον «σχετικισμό ή ακόμη χειρότερα τον συγκρητισμό» (ΠΣ σ. 13), ενώ για την αποφυγή τους δεν λαμβάνουν στοιχειώδη «μέτρα ασφάλειας», αλλά και ούτε μπορούν να λάβουν, εξαιτίας της πολυθρησκειακής  δομής  του.  Να   σημειωθεί  ότι   απευθύνονται   σε   μικρά παιδιά που δεν έχουν ακόμη αναπτύξει τις απαιτούμενες πνευματικές ικανότητες για να επεξεργαστούν τα σχετικά ζητήματα, τα οποίο παρουσιάζονται ισότιμα, ως «ποικιλία θρησκευτικών προσανατολισμών» (ΟΔ. ΕΚΠ. Σ. 86),
Αντιθέτως, με το ισχύον Αναλυτικό Πρόγραμμα (ΦΕΚ 406/5-5-1998 Υπουργική απόφαση Γ2/2289/26-3-1998) και όλα τα παλαιότερα Αναλυτικά Προγράμματα, η διδασκαλία των θρησκειών γίνεται στη Β΄ Λυκείου, σε χωριστές από τον Χριστιανισμό ενότητες. Επειδή, μάλιστα, το πρόβλημα του συμφυρμού των στοιχείων των θρησκειών είναι ορατό, γι’ αυτό λαμβάνονται μέτρα, ώστε να αποφευχθεί. Τα μέτρα αφορούν στην διακριτή διδασκαλία κάθε θρησκείας καθώς και στο πνευματικό και αντιληπτικό επίπεδο των μαθητών.
Το νέο ΠΣ, προκειμένου να καθιερωθεί η εφαρμογή του, χρησιμοποιεί δύο όπλα: α) την παραπλάνηση και β) τις σύγχρονες μορφές και μεθόδους διδασκαλίας. Αναφορικά με την παραπλάνηση, οι συντάκτες, ενώ διαβεβαιώνουν τη «θεμελίωση της ορθόδοξης χριστιανικής μαρτυρίας στη σχολική εκπαίδευση σε ένα υψηλότερο πνευματικό και θεολογικό επίπεδο» (ΠΣ σ. 17). εντέχνως την αλλοιώνουν, δηλ, ουσιαστικά την καταργούν. Αναφορικά με το δεύτερο όπλο, οι σύγχρονες μέθοδοι διδασκαλίας είναι δυνατόν να εφαρμοστούν στο ισχύον ΜτΘ, χωρίς αυτό να απολέσει την ορθόδοξη ταυτότητά του.
Με το ΠΣ στηρίζουν δήθεν, ως διατείνονται, «το δικαίωμα όλων των παιδιών για Θρησκευτική εκπαίδευση» (ΠΣ σ. 11), ενώ η  ελληνική  Πολιτεία  παρέχει ήδη σε όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά τη δυνατότητα να μορφωθούν και να παρακολουθήσουν όλα τα μαθήματα που προβλέπονται στις βαθμίδες της εκπαίδευσης,  μεταξύ αυτών και τα θρησκευτικά.
Με το νέο Πρόγραμμα επίσης, ενώ οι ίδιοι συνέταξαν το ισχύον ΑΠΣ (ΦΕΚ τ.Β΄ αρ. 303/13-03-03) και ήταν υπεύθυνοι για τη συγγραφή των βιβλίων και αναγνωρίζουν τη λειτουργικότητά τους (ΠΣ, (σ. 10-11), έρχονται και τα καταργούν.
Το νέο ΠΣ συσκοτίζει την αντίληψη των μικρών μαθητών για το ποιος είναι ο Θεός που σώζει τον άνθρωπο, καθώς και ποια είναι η αληθινή κοινωνία μαζί Του επειδή η ξεκάθαρη απάντηση θεωρείται «ομολογιακή εμμονή,  κατηχητισμός, φανατισμός ή μισαλλοδοξία» (ΠΣ σ. 11,13).
Σ’ αυτή     τη   λογική    κινούνται    όλες  οι  Θ.Ε.  Για  παράδειγμα,  στη  Γ΄ Δημοτικού, τα παιδιά διδάσκονται ότι η Σαρία είναι «Νόμος του Θεού στην ανθρωπότητα» (ΠΣ σ. 111-112), εξετάζουν την απεικόνιση του Θεού στο Χριστιανισμό, στον Ιουδαϊσμό, το Ισλάμ και τις Ανατολικές θρησκείες, που είναι οι «άλλες θρησκευτικές παραδόσεις»  (ΠΣ σ. 120-121). Το ΠΣ, με βάση την ιδεολογία του, (πολυθρησκευτικότητα), αποκρύπτει έντεχνα την θεμελιώδη αλήθεια της χριστιανικής Πίστεως, πως ο Χριστός είναι ο μόνος Θεάνθρωπος και Σωτήρας του κόσμου. Κατά περίπτωση, είτε την αποσιωπά (ΠΣ σ. 40), είτε αν χρειάζεται, αναφέρεται μεν στη Θεϊκή Του φύση, αποσιωπά δε την μοναδικότητά της, ενώ επιστρατεύει άσχετες μ’ αυτήν πληροφορίες, είτε αντί της θεϊκής, τονίζει την ανθρώπινη φύση Του (Π.Σ. σ. 45), είτε μειώνει την εικόνα που αποκομίζουν οι μαθητές για τη Θεότητά Του, εμφανίζοντάς Τον ως δάσκαλό μεταξύ των φιλοσόφων δασκάλων των Θρησκειών (ΠΣ σ. 63-69). είτε τονίζει δευτερεύουσες έννοιες του θέματος, για να αποσιωπήσει εκείνες που παραπέμπουν στην μοναδικότητα της εν Χριστώ    σωτηρίας    (ΠΣ σ. 46-47,  78-79),  είτε  αφήνει vα  εννοηθεί    το ενδεχόμενο, να ανέδειξαν τον Χριστό οι μεσσιανικές προσδοκίες (ΠΣ σ. 123-124), σύμφωνα με γνωστή θεωρία. Στο ΠΣ έχει χαθεί ο προσανατολισμός οπότε βασιλεύει η απόλυτη σύγχυση.
Λόγω της συνεξέτασης του Χριστιανισμού με τις Θρησκείες, στρεβλώνονται θέματα προκειμένου να συνδυαστούν: π.χ. το Ορθόδοξο Βάπτισμα ως αντίστοιχο των τελετών ενηλικίωσης των Εβραίων και των Μουσουλμάνων (ΠΣ σ. 57). Οι Χριστιανοί άγιοι με τα ιερά πρόσωπα θρησκειών, ως να μην είναι η αγιότητα καρπός του Αγίου Πνεύματος, αλλά ανθρώπινη κατάκτηση (ΠΣ σ. 61). Η Αγία Γραφή με τα ιερά βιβλία των θρησκειών, δηλ. η αλήθεια του Θεού μαζί με τις μαγείες, τους μύθους, τις δεισιδαιμονίες (ΠΣ σ. 62, 70-71). Η  μετάνοια, η νηστεία, η άσκηση της Σαρακοστής, συνδυάζονται με τη νηστεία, το διαλογισμό, τη γιόγκα στις Θρησκείες (ΠΣ σ. 72-73). Σε άλλη Θ.Ε., το ΠΣ αναφέρεται στους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι αντιμετώπισαν τα προβλήματα των αιρέσεων (ΠΣ σ. 109-110), και ως γνωστόν, καταδίκασαν τις ειδωλολατρικές αντιλήψεις και λατρείες, ενώ σε άλλες το ΠΣ τις συνδυάζει με τις ορθόδοξες.
Στο ΠΣ έχει εγκαταλειφθεί, σε ικανό βαθμό, η ιστορική σειρά των γεγονότων, έτσι ώστε να μην γνωρίζουν οι μαθητές λ.χ. αν προηγήθηκε χρονολογικά ο προφήτης Μωυσής ή ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Σοβαρά δε θεολογικά σφάλματα το καθιστούν ακατάλληλο για Ορθοδόξους μαθητές, ως ότι η μουσουλμανική σαρία είναι ο νόμος του Θεού. Υπάρχουν σ’ αυτό σημαντικά σφάλματα ως και παιδαγωγικά τοιαύτα (Ευαγ. Πονηρός Δ/ρ Θ.Μ.Φ., Σχολικός Σύμβουλος Πειραιώς Α’ Αθηνών - Κυκλάδων).
Εν όψει όλων των προεκτιθεμένων, καθίσταται πλέον ή σαφές ότι και το αναθεωρημένο Πρόγραμμα Σπουδών έτους 2014 για το μάθημα των Θρησκευτικών στην Α/Βάθμια και Β/Βάθμια Εκπαίδευση, ως πολυθρησκευτικό που είναι, ευρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το ισχύον στην Ελλάδα, ως άνω, νομικό καθεστώς. Τούτο δε διότι, ενώ το άρθρ. 16 παρ. 2 του Συντάγματος απαιτεί την ανάπτυξη της Ορθόδοξης ως άνω συνείδησης των μαθητών, με το εν λόγω Πρόγραμμα Σπουδών, σε συνδυασμό με τον αναθεωρημένο Οδηγό Εκπαιδευτικού (2014), οδηγεί στην πλήρη αποδόμηση και εκθεμελίωση τελικά της Ορθόδοξης θρησκευτικής συνείδησής τους.
Η μετατροπή του υφιστάμενου αμιγώς Ορθοδόξου Χριστιανικού μαθήματος των Θρησκευτικών σε ένα συγκρητιστικό και πολτοποιημένο θρησκευτικό μόρφωμα, έχει καταδικασθεί από ολόκληρο το πλήρωμα της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας, με επικεφαλής τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, ως και από σύμπασα την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους -που χαρακτήρισε το μη ορθόδοξο μάθημα των Θρησκευτικών ως «φυλακή»- από την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (Π.Ε.Θ), την ΚΔ’ Συνδιάσκεψη των Εντεταλμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών και Μητροπόλεων, από λίαν υψηλού επιπέδου διεθνή και πανελλήνια Επιστημονικά Συνέδρια και Ημερίδες, από υψηλής Πνευματικότητας ηγουμένους του Αγίου Όρους, ως ο μ. ηγούμενος της Ι. Μονής Γρηγορίου του Αγίου Όρους Γεώργιος Καψάνης, ο οποίος σε κείμενο του χαρακτήρισε το τεθέν υπόψην του, πολυθρησκειακό πιλοτικό Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών, οδηγό προς την πολυθρησκεία, «ευαγγέλιο» πλάνης και πλήγμα δαιμονικό κατά του Ορθόδοξου Ελληνικού λαού (Περιοδικό «Ο Σωτήρ» τευχ. Σεπτεμβρίου 2013, σελ. 373-374). Επίσης ο προηγούμενος της Ιεράς Μονής Ιβήρων Βασίλειος Γοντικάκης, κατά τον οποίο η Ορθόδοξη Πίστη μας προδίδεται από ένα πολυθρησκευτικό κατασκεύασμα (Περιοδικό «ΚΟΙΝΩΝΙΑ» της Π.Ε.Θ. τεύχος 2, Απριλίου – Ιουνίου 2012). Ωσαύτως, από έγκριτους και ειδήμονες Επιστήμονες, από πλήθος εγκύρων δημοσιευμάτων και ραδιοφωνικών εκπομπών, έχει σαφώς αποδοκιμασθεί η μετατροπή του ορθοδόξου  μαθήματος των Θρησκευτικών σε πολυθρησκευτικό.
Να προστεθεί τέλος ότι την επιχειρηθείσαν και στην Κύπρο μετατροπή του εκεί διδασκομένου Ορθοδόξου Χριστιανικού μαθήματος των Θρησκευτικών σε πολυθρησκευτικό αποδοκίμασε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος και γενικώς, ο κλήρος και ο Ορθόδοξος λαός της Κύπρου.
Τέλος, η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος με την πρόσφατη απόφασή της, της 9ης Μαρτίου 2016 ετάχθη υπέρ της διδασκαλίας του τρέχοντος Ορθοδόξου μαθήματος των Θρησκευτικών με τη δική του μεθοδολογία, χωρίς την από κοινού σύγχρονη διδασκαλία του με άλλα θρησκεύματα, δεχθείσα παράλληλα όπως μερικά θρησκειολογικά κεφάλαια εισαχθούν σε κάθε βιβλίο των Θρησκευτικών και όχι σε κάθε μάθημα, επικυρώνοντας έτσι  την προηγηθείσα επί του θέματος απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος της 13ης Ιανουαρίου 2016.
3) Αναφορικά με το τρίτο των υποβληθέντων αιτημάτων, εάν δηλαδή, με βάση το ισχύον στην Ελλάδα νομικό καθεστώς, η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει λόγο και δικαίωμα ως προς τον καθορισμό της ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Σύμφωνα με το δεύτερο άρθρο του νόμου 590/1977, Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, «Η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων γενικού ενδιαφέροντος, ως τα της Χριστιανικής αγωγής της νεότητος» κ.ά. Περαιτέρω κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου «Η Δ.Ι.Σ.  (Διαρκής Ιερά Σύνοδος), ως διαρκές διοικητικόν όργανον της Εκκλησίας, ασκεί τας κάτωθι αρμοδιότητας... ε) Παρακολουθεί το δογματικόν περιεχόμενον των δια τα σχολεία της Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαιδεύσεως προοριζομένων διδακτικών βιβλίων του μαθήματος των Θρησκευτικών». Στο ίδιο δε άρθρο, υπό το στοιχείο ζ΄, ορίζεται ότι η Δ.Ι.Σ. μεριμνά περί του κατά Χριστόν βίου του Ορθοδόξου πληρώματος δια των ενδεικτικώς εκεί αναφερομένων μέσων, ως και «δια παντός άλλου προσφόρου, κατά την κρίσιν Αυτής, μέσου», ενώ ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο του ιδίου άρθρου ότι «Εις περίπτωσιν διαταράξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας δι’ ετεροδιδασκαλίας ή άλλης επεμβάσεως εις βάρος αυτής, η Δ.Ι.Σ. ζητεί την επέμβασιν των Αρμοδίων Αρχών...». Αποτελεί δε ετεροδιδασκαλία η νόθευση της Ορθοδόξου Πίστεως κατά το μάλλον και ήττον και με οποιονδήποτε τρόπο (βλ. Γ. Κρίππα όπ.π. κάτω σελ. 146).
Πρέπει δε να λεχθεί ενταύθα ότι οι προπαρατεθείσες διατάξεις του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 590/1977) – ως και ο ως άνω ν. 1566/1985 – δεν είναι δυνατόν να καταργηθούν, διότι αποτελούν στην πράξη εφαρμογή του άρθρου 16 § 2 του Συντάγματος. Αυτό έχει δεχθεί και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία, δεν είναι δυνατή η κατάργηση νόμου, εκδοθέντος προς εφαρμογήν συνταγματικής διατάξεως και συνεπώς θα εξακολουθεί να ισχύει ο αντισυνταγματικώς καταργηθείς νόμος (ΣτΕ 2056/2001 Διοικ. Δίκη, σελ. 87 επ., Γ. Κρίππα «Το Ατομικό Δικαίωμα της Θρησκευτικής Ελευθερίας της Εκκλησίας να καθορίζει η ίδια την ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών» στο περιοδικό ΚΟΙΝΩΝΙΑ της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων, έτος 2013, τεύχος 3, σ. 145 εξ. και ειδικότερα στις σελ. 146 και 156, υποσημ. 4, ως και ιδίου Νομοθετικό κενό συνταγματικώς ανεπίτρεπτο και εντεύθεν υποχρεώσεις της κρατικής διοικήσεως, ως και εις Καλλιαντέρη-Τουτζιαράκη, Η αρχή της νομιμότητος εις Επιθ. Δημ. Δικ. 2001, σελ. 28).
Εν όψει όλων αυτών, προκύπτει σαφώς ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, είναι, με βάση την ελληνική νομοθεσία (άρθρο 3 § 1 του Συντάγματος), φορέας του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας και ότι το δικαίωμά της αυτό παραβιάζεται στην περίπτωση που η Πολιτεία αποφασίσει να διδάσκονται ως ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών στις σχολικές μονάδες κείμενα, που η Εκκλησία τα θεωρεί ασυμβίβαστα, κατά το μάλλον και ήττον, προς τις αρχές της διδασκαλίας της, όπως η διδασκαλία της ειδικότερα καθορίζεται και κατοχυρώνεται στις και με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 3 του Συντάγματος, της Εκκλησίας της Ελλάδος δικαιουμένης να ζητήσει την ικανοποίηση του δικαιώματός της τούτου από την Ελληνική Δικαιοσύνη και αν χρειασθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (βλ. σχετ. ειδικότερα και αναλυτικώς εις Γ. Κρίππα, ενθ. ανωτ., σελ. 145 επομ. 148, 149, ως και πλούσια αυτόθι διεθνή βιβλιογραφία και ad hoc απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, μετά σχετικών επίσης υποσημειώσεων εις σελ. 149-156. Βλ., ωσαύτως, εις Χρ. Σγουρίτσα Συνταγματικό Δικ., τόμος Β΄, τεύχος Α΄, σελ. 12, ως και εις το άρθρο «Περί τα Θρησκευτικά» του Αρχιμ. Κων. Ραμιώτη πτυχ. Θεολογίας – τ. Δικαστού, εις Ορθόδοξο Τύπο της 9.10.2015).
Μετά από αυτά προκύπτει ότι, με βάση την Ελληνική Νομοθεσία, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος έχει τον κύριο και αποφασιστικό λόγο και δικαίωμα άμα για τον καθορισμό της ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών.

Οι γνωμοδοτούντες
1.            Βασίλειος Ευτ. Νικόπουλος, Επίτ. Πρόεδρος Αρείου Πάγου, Διδάκτωρ Νομικής
2.            Ιωάννης Β. Σακελλαρίου, Επίτ. Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
3.            Δημήτριος Λινός, Επίτ. Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
4.            Αθανάσιος Γ. Κρητικός, Επίτ. Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου
5.            Ανδρέας Γ. Τσόλιας, Επίτ. Αρεοπαγίτης
6.            Γεώργιος Η. Κρίππας, Διδάκτωρ Πολ. Επιστημών – Συνταγματολόγος
7.            Κωνσταντίνος Β. Χιώλος, Διδάκτωρ Νομικής, Επίτ. Δικηγόρος
8.            Αθανάσιος Θ. Νικολαΐδης, Επίτ. Πρόεδρος Εφετών
9.            Παντελής Ν. Μαραγκούλας,  Επίτ. Πρόεδρος Εφετών
10.          Απόστολος Φ. Βλάχος, Επίτ. Πρόεδρος Εφετών




ΕΝΩΠΙΟΝ ΤOY ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
ΑΙΤΗΣΗ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΣ

Αθήνα, 7 Απριλίου 2016
Αριθμ. Πρωτ.:   51
Του σωματείου με την επωνυμία Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων, νομίμως εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Χαλκοκονδύλη αρ. 37. 
Κοινοποιούμενη:
Α) Στη Γενική Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, που εδρεύει στην Αθήνα,  Λ. Κηφισίας 1-3 & Λ. Αλεξάνδρας
Β) Στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ιασίου, αρ. 1
Γ) Στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αν. Τσόχα, αρ. 36
**********************
                Αξ. κ. Υπουργέ,
Δια της παρούσης μας είμεθα υποχρεωμένοι να θέσουμε υπ' όψιν σας τα κάτωθι λίαν σοβαρά (και κατά την άποψη μας υψίστης σημασίας) θέματα και να παρακαλέσουμε, όπως προβείτε εις τις κατά νόμον διορθωτικές ενέργειες :
1.- Ως γνωρίζετε, το άρθρον 7 του Κωδικός Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/99) επιβάλλει εις την κρατικήν Διοίκηση, όπως και τα ατομικά και τα συλλογικά όργανα αυτής πληρούν εις ύψιστον βαθμόν τα εχέγγυα της απολύτου αμεροληψίας (Χ ι ώ λ ο υ, Η συγκρότησις και λειτουργία των συλλογικών οργάνων της Διοικήσεως, ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ, 44 σελ. 140 επ.   Του    Α υ τ ο ύ, Η αρχή της αμεροληψίας της Διοικήσεως, ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 56 σελ. 1985 επ.), ως δέχεται δε και η ad hoc νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας, η εν λόγω αρχή της αμεροληψίας αποτελεί ειδικότερα έκφανση της γενικής αρχής του κράτους Δικαίου και επιβάλλεται ευθέως από το Σύνταγμα και από τις δι' αυτού καθιερούμενες εγγυήσεις υπέρ του πολίτου (ΣτΕ 664/2006 Επιθ. Δημ. & Διοικ. Δικ. 2009 σελ, 203 επ.). Δι' άλλης δε αποφάσεως του Συμβ. Επικρατείας (ΣτΕ 1447/2006) γίνεται δεκτόν, ότι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή της αμεροληψίας, όταν ο μετέχων σε συλλογικό όργανο της Διοικήσεως έχει διατυπώσει προειλημμένη γνώμη διά το θέμα που καλείται, να αποφανθεί (ΣτΕ 664/2006, kgdi@kgdi.gr, ομοίως ΣτΕ 571/2011 ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ, 59 σλ. 624, ομοίως ΣτΕ 640/2011 ΔΙΚ. ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜ. 2011 σελ. 203 επ.). Ο δε Άρειος Πάγος δέχεται, ότι η αρχή της αμεροληψίας παραβιάζεται, ακόμη και αν υπάρχει λόγος ευπρέπειας (ΑΠ απόφαση 549/2009 ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, 12 σελ. 1201 επ.).
Σύμφωνα με την από 3-2-2016 και με αρ. πρωτ. 17741/Φ1 απάντησή σας στην αναφορά του βουλευτή κ. Ν. Νικολόπουλου, αποφασίσθηκε η δημιουργία ειδικής επιτροπής από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) για την εξέταση του περιεχομένου και την αναβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ζητήσαμε εγγράφως από το ΙΕΠ να μας γνωστοποιήσει τα μέλη της ειδικής αυτής επιτροπής, χωρίς, ωστόσο, να λάβουμε έως σήμερα καμία απάντηση. Όμως, μέσα από κάποια δημοσιεύματα, πληροφορηθήκαμε ότι με εισήγηση του Προέδρου του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, κ. Γ. Κουζέλη προς υμάς, η εν λόγω επιτροπή αποτελείται από τα κάτωθι μέλη:
1. Γεράσιμος Κουζέλης, Καθηγητής Επιστημολογίας και Κοινωνιολογίας της Γνώσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ, Πρόεδρος του ΙΕΠ
2. Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος ΥΠΠΕΘ, Προϊστάμενος Γραφείου Α του ΙΕΠ
3. Μάριος Μπέγζος, Καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας του Τμήματος Θεολογίας ΕΚΠΑ
4. Εμμανουήλ Περσελής, Καθηγητής της Θεωρίας και Πράξης της Xριστιανικής Aγωγής του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ
5. Αγγελική Ζιάκα, Επικ. Καθηγήτρια Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ
6. Άγγελος Βαλλιανάτος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Β΄ Αθήνας, Αν. Αττικής, Εύβοιας
7. Γεώργιος Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Κρήτης.
Από τα επτά (7) μέλη της ανωτέρω επιτροπής, τα τέσσερα (4) ανήκουν στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου προγράμματος σπουδών στα θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, όπως αυτό εφαρμόστηκε πιλοτικά δυνάμει της υπ’ αρ. 113714/Γ2/3-10-2011 απόφασης του Υπουργείου Παιδείας, δια βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, και ένα (1) ανήκει στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του προγράμματος σπουδών στα θρησκευτικά του Γενικού Λυκείου (το οποίο αποτελεί τη φυσική συνέχεια του προηγούμενου προγράμματος 2011) με την υπ’ αρ. 807/ 20-2-2012 απόφαση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, καθορίστηκε δε η εφαρμογή του με την υπ’ αρ. 8562/Δ2/23-1-2015 απόφαση του ανωτέρω Υπουργείου. Το πρόγραμμα σπουδών του 2011, το οποίο αναθεωρήθηκε (όχι σε σημαντικό βαθμό) το 2014, έχει κριθεί επιστημονικά και θεολογικά απαράδεκτο από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, από την Ιερά Επιστασία του Αγίου Όρους, την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων, (7) επτά επιστημονικά, παιδαγωγικά Συνέδρια και Ημερίδες, (3) τρεις συλλογικούς επιστημονικούς τόμους(αποτελούμενος έκαστος από (500) πεντακόσιες σελίδες), καθώς και ριζικά αντίθετο προς την ορθόδοξη πίστη, την οποία δικαιούνται να διδάσκονται οι ορθόδοξοι μαθητές, ενώ η Πολιτεία υποχρεούται να εξασφαλίζει τη διδασκαλία της, σύμφωνα με τις πρόσφατες, υπ’ αρ. 115/2012 Δ. Εφ. Χανίων και 1/2015 Τρ. Συμβ. Δ. Εφ. Χανίων δικαστικές αποφάσεις, καθώς και με τις πρόσφατες από 13/1/2016 και 9/3/2016 συνοδικές αποφάσεις της Εκκλησία της Ελλάδος.
Συγκεκριμένα οι:
1)            Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος ΥΠΠΕΘ, Προϊστάμενος Γραφείου Α του ΙΕΠ,
2)        Εμμανουήλ Περσελής, Καθηγητής της Θεωρίας και Πράξης της Χριστιανικής Αγωγής του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ.
3)            Αγγελική Ζιάκα, Επικ. Καθηγήτρια Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ
4)            Άγγελος Βαλλιανάτος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Β΄ Αθήνας, Αν. Αττικής, Εύβοιας και
5)            Γεώργιος Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Κρήτης, οι οποίοι καλούνται να εξετάσουν και να αποφασίσουν το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, ανήκουν στην ομάδα που συνέγραψε το ως άνω πρόγραμμα σπουδών, καθώς και στον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Θεολόγων «ΚΑΙΡΟΣ».
Εκ των όσων αναφέραμε, συνάγεται ότι η συγκρότηση της 7μελούς επιτροπής του ΙΕΠ, η οποία θα εξετάσει το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, ως μη έχουσα τα εχέγγυα της αμεροληψίας που απαιτεί ο νόμος, καθώς σε αυτή μετέχουν πρόσωπα που έχουν εκπονήσει το πρόγραμμα σπουδών που καλούνται οι ίδιοι να κρίνουν, είναι παράνομη.
Σημειωτέον ότι κατά τη 2η παράγραφο του άρθρου 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας «Τα μονομελή όργανα, καθώς και τα μέλη των συλλογικών οργάνων, οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή πρότασης εφόσον: α) η ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντός τους συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης, ή β) είναι σύζυγοι ή συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, κατ' ευθεία μεν γραμμή απεριορίστως, εκ πλαγίου δε έως και τέταρτου βαθμού, με κάποιον από τους ενδιαφερομένους, ή γ) έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερομένους». Ενώ στην 3η παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «Το όργανο ή το μέλος του συλλογικού οργάνου, εφόσον κρίνει ότι συντρέχει στο πρόσωπό του λόγος που επιβάλλει την αποχή του, οφείλει να το δηλώσει αμέσως στην προϊστάμενη αρχή ή στον προεδρεύοντα του συλλογικού οργάνου, αντιστοίχως, και να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια. Στις περιπτώσεις αυτές, η προϊστάμενη αρχή, ή το συλλογικό όργανο, αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατόν.»
Επομένως, οι ίδιοι οι παρανόμως συμμετέχοντες στην ως άνω επιτροπή, ως έχοντες προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης, όφειλαν να απέχουν από οποιαδήποτε διαδικασία κρίσης του Προγράμματος Σπουδών το οποίο κατήρτισαν. Η αποδοχή εκ μέρους τους, της συμμετοχής τους στην προαναφερόμενη επιτροπή, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα κατά το άρθρο 107 του ισχύοντος Κώδικα Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ, ως παράβαση της αρχής της αμεροληψίας και παράβαση καθήκοντος, γεγονός που θα πρέπει να εξετασθεί και να επιβληθούν οι προβλεπόμενες από το νόμο πειθαρχικές ποινές.
Κατόπιν τούτων επιβάλλεται να εξαιρεθούν από τη σύνθεση και λειτουργία της προαναφερομένης Ειδικής Επιτροπής οι παραπάνω αναφερόμενοι Σταύρος Γιαγκάζογλου, Εμμανουήλ Περσελής, Αγγελική Ζιάκα, Άγγελος Βαλλιανάτος και Γεώργιος Στριλιγκάς και να αντικατασταθούν από ειδικούς.
Πέραν των ανωτέρω, θεωρούμε υποχρέωσή μας να προσθέσουμε και ένα άλλο σημείο το οποίο έχει χαρακτήρα θεσμικό. Όπως έχει υποστηριχθεί εγκύρως, (βλ. Κρίππα, κατά πόσον το νέο πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών συνιστά αξιόποινη πράξη, Επιθ. Δημοσίου και Διοιικητικού Δικαίου 2014, σελ 679 επ.), όπως προκύπτει από τις εκθέσεις που συνοδεύουν την πρόταση του νέου μαθήματος, επιδιώκεται οι μαθητές να προβληματισθούν και να φθάσουν μέχρι μεταβολής θρησκευτικών πεποιθήσεων. Επομένως, έχουμε εδώ αυταπόδεικτη διάπραξη του εγκλήματος του προσηλυτισμού, το οποίο τιμωρείται από τα άρθρα 4 και 5 του ν. 1363/39, όπως τροποποιήθηκε και επίσης, όπως ρητώς προβλέπεται από το άρθρο 13 παρ. 2 του συντάγματος. Μέχρι σήμερα, την εγκυρότητα των επιστημονικών αυτών απόψεων κανείς δεν αμφισβήτησε. Όλα τα δεδομένα αυτά έχουν γνωστοποιηθεί και στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, διά εξωδίκου δηλώσεως, επιδοθείσης διά δικαστικού επιμελητού την 28-7-2014 η οποία παρελήφθη ενυπογράφως από τον εκ των μελών του ινστιτούτου κ. Σταύρο Γιαγκάζογλου, ο οποίος μέχρι σήμερα, εξ όσων γνωρίζουμε ουδεμία διαφωνία διετύπωσε εγκύρως.
Επειδή η παρούσα αίτησή μας είναι νόμιμη, βάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΖΗΤΟΥΜΕ
Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση ως νόμιμη και βάσιμη.
Να εξαιρεθούν από τη σύνθεση της προαναφερόμενης Ειδικής Επιτροπής του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) για την εξέταση του περιεχομένου και την αναβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση οι Σταύρος Γιαγκάζογλου, Εμμανουήλ Περσελής, Αγγελική Ζιάκα, Άγγελος Βαλλιανάτος και Γεώργιος Στριλιγκάς και να αντικατασταθούν από ειδικούς.
Για την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ)
Ο Πρόεδρος                                          Ο Γενικός Γραμματέας
Κωνσταντίνος Σπαλιώρας                               Παναγιώτης Τσαγκάρης
Δρ Θεολογίας                                                   Mr Θεολογίας