Translate

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, Η ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟΣ " ΕΠΙΧΕΙΡΕΙ ΜΙΑ ΘΕΣΜΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ" ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ-ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ!

 




ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ι. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ
Θεσ/νίκη 31/1/2016
Σεβασμιώτατοι,
Ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, θά ἤθελα νά θέσω εὐλαβῶς ὑπόψη Σας κάποιες θεολογικές ἐπισημάνσεις καί παρατηρήσεις στά ἤδη δημοσιευμένα Κείμενα τῆς Ε΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως, τά ὁποῖα σύντομα θά Σᾶς ἀποσχολήσουν, προκειμένου νά ἀποφασίσετε συνοδικῶς ἐπ’ αὐτῶν.
Οἱ θεολογικές παρατηρήσεις μου ἀφοροῦν στό κείμενο: «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ».
Τό κείμενο αὐτό ἐμφανίζει κατά συρροή τήν θεολογική ἀσυνέπεια ἤ καί ἀντίφαση. Ἔτσι, στό ἄρθρο 1 διακηρύσσει τήν ἐκκλησιαστική αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, θεωρώντας αὐτή –πολύ σωστά– ὡς τήν «Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία». Ὅμως, στό ἄρθρο 6 παρουσιάζει μιά ἀντιφατική πρός τό παραπάνω ἄρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς».
Ἐδῶ γεννᾶται τό εὔλογο θεολογικό ἐρώτημα: Ἄν ἡ Ἐκκλησία εἶναι «ΜΙΑ», κατά τό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (Ἄρθρ. 1), τότε, πῶς γίνεται λόγος γιά ἄλλες Χριστιανικές Ἐκκλησίες; Εἶναι προφανές, ὅτι αὐτές οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες εἶναι ἑτερόδοξες.
Οἱ ἑτερόδοξες ὅμως «Ἐκκλησίες» δέν μποροῦν νά κατονομάζονται καθόλου ὡς «Ἐκκλησίες» ἀπό τούς Ὀρθοδόξους, ἐπειδή δογματικῶς θεωρούμενα τά πράγματα δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά πολλότητα «Ἐκκλησιῶν», μέ διαφορετικά δόγματα καί μάλιστα σέ πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ἐνόσω οἱ «Ἐκκλησίες» αὐτές παραμένουν ἀμετακίνητες στίς κακοδοξίες τῆς πίστεώς τους, δέν εἶναι θεολογικά ὀρθό νά τούς ἀναγνωρίζουμε –καί μάλιστα θεσμικά– ἐκκλησιαστικότητα, ἐκτός τῆς «Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».
Στό ἴδιο ἄρθρο (6) ὑπάρχει καί δεύτερη σοβαρή θεολογική ἀντίφαση. Στήν ἀρχή τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ σημειώνεται τό ἑξῆς: «Κατά τήν ὀντολογικήν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῇ». Στό τέλος, ὅμως, τοῦ ἴδιου ἄρθρου γράφεται, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τήν συμμετοχή της στήν Οἰκουμενική Κίνηση ἔχει ὡς «ἀντικειμενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα».
Ἐδῶ τίθεται τό ἐρώτημα: Ἐφόσον ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένη, τότε τί εἴδους ἑνότητα Ἐκκλησιῶν ἀναζητεῖται στό πλαίσιο τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως; Μήπως ὑπονοεῖται ἡ ἐπιστροφή τῶν Δυτικῶν χριστιανῶν στή ΜΙΑ καί μόνη Ἐκκλησία; Κάτι τέτοιο ὅμως δέν διαφαίνεται ἀπό τό γράμμα καί τό πνεῦμα σύνολου τοῦ Κειμένου. Ἀντίθετα, μάλιστα, δίνεται ἡ ἐντύπωση, ὅτι ὑπάρχει δεδομένη διαίρεση στήν Ἐκκλησία καί οἱ προοπτικές τῶν διαλεγομένων ἀποβλέπουν στήν διασπασθεῖσα ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Θεολογική σύγχυση προκαλεῖ μέ τήν ἀσάφειά του καί τό ἄρθρο 20, τό ὁποῖο λέγει: «Αἱ προοπτικαί τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν προσδιορίζονται πάντοτε ἐπί τῇ βάσει τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως (κανόνες 7 τῆς Β΄ καί 95 τῆς Πενθέκτης Οἱκουμενικῶν Συνόδων)».
Ὅμως, οἱ κανόνες 7 τῆς Β΄ καί 95 τῆς Πενθέκτης κάνουν λόγο γιά τήν ἀναγνώριση τοῦ Βαπτίσματος συγκεκριμένων αἱρετικῶν, πού ἐκδηλώνουν ἐνδιαφέρον γιά προσχώρηση στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀλλά, ἀπό τό γράμμα καί τό πνεῦμα τοῦ θεολογικῶς κρινομένου κειμένου ἀντιλαμβανόμαστε, ὅτι δέν γίνεται καθόλου λόγος γιά ἐπιστροφή τῶν ἑτεροδόξων στήν Ὀρθόδοξη καί μόνη Ἐκκλησία. Ἀντίθετα, στό κείμενο θεωρεῖται τό Βάπτισμα τῶν ἑτεροδόξων ἐκ προοιμίου –καί χωρίς Πανορθόδοξη ἐπ’ αὐτῆς ἀπόφαση– ὡς δεδομένο. Μέ ἄλλα λόγια τό κείμενο υἱοθετεῖ τήν «βαπτισματική θεολογία». Ταυτόχρονα, ἀγνοεῖται σκοπίμως τό ἱστορικό γεγονός, ὅτι οἱ σύγχρονοι ἑτερόδοξοι τῆς Δύσεως (Ρ/λικοί καί Προτεστάντες) ἔχουν ὄχι ἕνα, ἀλλά σωρεία δογμάτων, πού διαφοροποιοῦνται ἀπό τήν πίστη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (ἐκτός τοῦ filioque, κτιστή χάρη τῶν μυστηρίων, πρωτεῖο, ἀλάθητο, ἄρνηση τῶν εἰκόνων καί τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων κ.ἄ.).
Εὔλογα ἐρωτηματικά ἐγείρει καί τό ἄρθρο 21, ὅπου σημειώνεται, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία... ἐκτιμᾶ θετικῶς τά ὑπ’ αὐτῆς (ἐνν. τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τάξις») ἐκδοθέντα θεολογικά κείμενα... διά τήν προσέγγισιν τῶν Ἐκκλησιῶν». Ἐδῶ, θά πρέπει νά παρατηρήσουμε, ὅτι τά κείμενα αὐτά δέν κρίθηκαν ἀπό τίς Ἱεραρχίες τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Τέλος, στό ἄρθρο 22 δίδεται ἡ ἐντύπωση, ὅτι ἡ Μέλλουσα νά συνέλθει Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος προδικάζει τό ἀλάθητο τῶν ἀποφάσεών της, ἐπειδή θεωρεῖ, ὅτι «ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπετέλει τόν ἁρμόδιον καί ἔσχατον κριτήν περί τῶν θεμάτων τῆς πίστεως». Στό ἄρθρο αὐτό παραγνωρίζεται τό ἱστορικό γεγονός, ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔσχατο κριτήριο εἶναι ἡ γρηγοροῦσα δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς  Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία στό παρελθόν ἐπικύρωσε ἤ θεώρησε ληστρικές ἀκόμη καί Οἰκουμενικές Συνόδους. Τό συνοδικό σύστημα ἀπό μόνο του δέν διασφαλίζει μηχανιστικά τήν ὀρθότητα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Αὐτό γίνεται μόνο, ὅταν οἱ συνοδικοί Ἐπίσκοποι ἔχουν μέσα τους ἐνεργοποιημένο τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τήν Ὑποστατική Ὁδό, τό Χριστό δηλαδή, ὁπότε ὡς συν-οδικοί εἶναι στήν πράξη καί «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι».

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Μέ ὅσα γράφονται καί ὅσα ὑπονοοῦνται σαφῶς στό παραπάνω κείμενο, εἶναι προφανές, ὅτι οἱ ἐμπνευστές καί οἱ συντάκτες του ἐπιχειροῦν μιά θεσμική νομιμοποίηση τοῦ Χριστιανικοῦ Συγκρητισμοῦ-Οἰκουμενισμοῦ, μέ μιά ἀπόφαση Πανορθοδόξου Συνόδου. Αὐτό ὅμως θά ἦταν καταστροφικό γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό προτείνω, ταπεινῶς, τήν καθολική ἀπόσυρσή του.
Καί μία θεολογική παρατήρηση στό κείμενο: «ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ». Στό ἄρθρο 5, i σημειώνεται: «ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μεθ᾿ ἑτεροδόξων κωλύεται κατά κανονικήν ἀκρίβειαν, μή δυνάμενος νά εὐλογηθῇ (κανών 72 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ συνόδου) δυνάμενος ὅμως νά εὐλογηθῇ κατά συγκατάβασιν καί διά φιλανθρωπίαν, ὑπό τόν ρητόν ὅρον ὅτι τά ἐκ τοῦ γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθῆ καί ἀναπτυχθῆ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ».
Ἐδῶ, ὁ ρητός ὅρος ὅτι «τά ἐκ τοῦ γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθῆ καί ἀναπτυχθῆ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» ἀντιστρατεύεται τήν θεολογική κατοχύρωση τοῦ γάμου ὡς μυστηρίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦτο, ἐπειδή ἐμφανίζεται ἡ τεκνογονία -σέ συνάρτηση μέ τή βάπτιση τῶν τέκνων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία- νά νομιμοποιεῖ τήν ἱερολογία τῶν μικτῶν γάμων, πράγμα σαφῶς ἀπηγορευμένο ἀπό Κανόνα (72 τῆς Πενθέκτης) Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Μέ ἄλλα λόγια, μιά μή Οἰκουμενική Σύνοδος, ὅπως εἶναι ἡ Μέλλουσα Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, σχετικοποιεῖ ρητή ἀπόφαση Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καί αὐτό εἶναι ἀπαράδεκτο.
Καί κάτι ἀκόμη. Ἄν ὁ ἱερολογημένος γάμος δέν ἀποδώσει τέκνα, νομιμοποιεῖται θεολογικῶς αὐτός ὁ γάμος ἀπό τήν πρόθεση τοῦ ἑτεροδόξου συζύγου νά ἐντάξει τά ἐνδεχόμενα παιδιά του στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία;
Κατά θεολογική συνέπεια, ἡ παρ. 5, i πρέπει νά ἀπαλειφθεῖ.
Μέ βαθύτατο σεβασμό
Δημήτριος Τσελεγγίδης
Καθηγητής Α.Π.Θ.


ΠΗΓΗ: http://katanixis.blogspot.gr/2016/02/blog-post_31.html