Translate

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΝΗ: “ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ“, ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΠΟΙΟΥΣ; ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΕ ΜΙΑ ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΖΕΙ ΤΟ "ΠΙΣΤΕΥΩ" ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ



“Σημαντικό βιβλίο”, ἀλλά γιά ποιούς; Κριτική σέ μία βιβλιοκρισία πού προπαγανδίζει τό “Πιστεύω” τῆς παναίρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ



Τό ἐκκλησιαστικό ἱστολόγιο «ΑΜΕΝ» εἶναι πλέον τίς πάσι γνωστόν, ὅτι ἐξυπηρετεῖ τά προπαγανδιστικά ἄνομα σχέδια τῆς νοθείας τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως· γι΄ αὐτό ἄς μήν ἀπορεῖ κανείς μας διά τήν σύγχρονη συγκεχυμένη καί δῆθεν «ἀντικειμενική» ἐνημέρωση τῶν πιστῶν, μιᾶς καί ἡ «ἐκκλησιαστική δημοσιογραφία», εἶναι δούλη εἰς τά ἀνορθόδοξα τερτίπια τῶν Οἰκουμενιστῶν καί ἄρα κατ΄ἐπέκτασην καθοδηγεῖ καί παραπληροφορεῖ τό Χριστεπώνυμο πλήρωμα, ἐλέω τῆς θλιβερᾶς «πνευματικότητας» τῶν Οἰκουμενιστῶν. Τήν βιβλιοκρισία ὑπέρ τοῦ Οἰκουμενιστικοῦ ἐγχειριδίου τήν διενεργεῖ κάποιος  θεολόγος Νικόλαος Ἀσπρούλης, ὁ ὁποίος φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐπιστημονικός συνεργάτης τῆς Μεταπατερικῆς σφηκοφωλιᾶς τῶν ἀπανταχοῦ Οἰκουμενιστῶν: στή λεγάμενη Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Βόλου (ἤ ἄν θέλετε, ἡ «Μεγάλη τοῦ Γένους» τῶν Λατινόφρων/Νεογραικῶν καί τῶν Οἰκουμενιστῶν, Σχολή!)...!
Ἡ βιβλιοκρισία, ἀσκεῖτε ὑπέρ τινός κακοδόξου καί ἀκαδημαϊκοῦ ἐγχειρίδιου μέ τίτλον For the Unity of AllὙπέρ τῆς τῶν πάντων ἐνώσεως»), τό ὁποῖο συγγράφει κάποιος Ἀρχιμανδρῖτης-δυστυχῶς- ὁ π. Παντελεήμων Μανουσάκης.
Δέν εἶχα σκοπόν νά ἀσχοληθῶ, μέ τό ἐν λόγω ἐγχειρίδιον, μιᾶς καί δέν τό μελέτησα ἀκόμη, ἀλλά ἡ ἐν λόγῳ βιβλιοκρισία του μέ ὡθεῖ νά καταγράψω κάποιες σκέψεις πρός προβληματισμό μας. Ἐξάπαντος θέλω νά πῶ, ὅτι μέ ἐνόχλησε ὁ τίτλος τῆς ἀναρτήσεως, πρώτιστα, καί ἔπειτα τό περιεχόμενον τῆς βιβλιοκρισίας. Προσπαθῶ νά συνειδητοποιήσω καί νά καταλάβω δηλ., γιά ποιόν σοβαρό Χριστιανό, καί ἐννοῶ τοῦς νόρμαλ Ὀρθόδοξους, καί διά τίνα λόγον, νά εἶναι σημαντικό, ἕνα οἰκουμενιστικό βιβλίο «ὑπέρ τῆς ἐνότητας» τῶν ἀπανταχοῦ ἑτερόδοξων Χριστιανῶν μετά τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, μιᾶς καί ἡ δῆθεν ἐνότητα, πού προπαγανδίζεται ἀδιακρίτως καί γενικῶς, ἐκ τῶν Συγκρητιστῶν ταγῶν, εἶναι μία ψευδώνυμος καί ψευδεπίγραφη ἐνότης, ἐκ θεμελίω ἀπροϋπόθετη  ἐνότητα, δηλ. ἐνότητα διά τῆς πλάνης καί τοῦ ψεύδους!
Ἐξάπαντος προσωπικά θεωροῦμεν, ὅτι θά πρέπει κάποτε, νά διακρίνομεν καλῶς, ὅσο δυνάμεθα δηλαδή, τά ἑξῆς βασικά: τήν κατά Θεόν ἐνότητα, ἀπό τήν κατά διαόλου ἐνότητα· τήν Εὐαγγελική καί ἱερά ἐνότητα, ἀπό μίαν ἀντιχριστιανική καί ἀνίερη-κάκιστη ἐνότητα, μιᾶς καί ἡ οὐσία, ἤ καί ὁ αὐτοσκοπός, δέν εἶναι μονοσήμαντα ἡ ἐνότητα καθ΄ἑαυτή, ἀλλά κυρίως, τό πρόσωπον πού θά ἐπιλέξωμεν τήν αἱώνια ἔνωση. Τέτοιαν ἀδιάκριτον, ἀπροϋπόθετον καί συγκρητιστικήν ἐνότητα «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἐνώσεως» ἐπιθυμοῦσιν: ἐξάπαντος καί οἱ πονηρές πνευματικές δυνάμεις, μιᾶς καί αὐτές εἶναι ἐνωμένες,  ὑποκάτω τῆς σατανικῆς  ἐξουσίας τοῦ  “Πάπα τῶν δαιμoνίων”, τοῦ ἀρχέκακου «Πρώτου» καί «Ἀλάθητου» Ἐωσφόρου, διά ἀπώτερον στόχον καί σκοπόν του, τῆς τῶν πάντων Κολασμένων ψευδο-ἐνώσεως (διαβόλων καί ἀνθρώπων), ἵνα ὑποχρεώσουσιν καί ἐξαναγκάσουσιν δολίως καί κουτο-πόνηρα, Τόν Φιλάνθρωπο καί Δικαιοκρίτην Τριαδικόν καί μόνον ἀληθινόν Θεόν, ὅπως λυπηθεῖ, τούς προεπιλέξαντας αὐτόβουλα καί ἐλεύθερα, εἴτε διαβόλους εἴτε καί ἀνθρώπους, τήν ἐπίγεια καί μετέπειτα προοπτικήν καί Κόλασίν των,  δηλ. ἐκείνης τῆς εἰδεχθοῦς ἀθεϊστικῆς ἤ καί «ἔνθεου»  ἀλαζωνικῆς καί ἐωσφορικῆς ἀμετανοησίας.
Ἡ ὀρθόδοξη Πατερική Θεολογία τῶν Θεηγόρων Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, μᾶς διδάσκουσιν ἀπερίφραστα, ἕναν μονόδρομον καί μίαν βασικήν ὀδόν, ἵνα ἐπιτευχθεῖ κατά Χριστόν ἡ περί «τῆς τῶν Πάντων ἐνώσεως», ἡ ὁποία εἶναι: ἡ Θεανθρωποκεντρική καί ἰσόβεια ὁντολογική Μετάνοια, ἐν τῇ ὀρθῇ καί ἀνόθευτῃ Πίστῃ τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς ὀρθοδόξου Θεολογίας, τῶν Θεοπτῶν Προφητῶν καί Πατέρων! Ὁλα αὐτά ὅμως, τά Πατερικά Διδάγματα, διά τούς σαχλεπίσαχλους καί ἄφρωνες οἰκουμενιστές, εἶναι ἄστοχη «παραδοσιαρχία»  ἄτοποι «φονταμενταλισμοί» καί κραυγαλέοι «φανατισμοί», μιᾶς καί τήν σήμερον, οἱ Οἰκουμενιτές θεολόγοι, ἔχουσιν ὑπερβεῖ (sic) σέ ἁγιότητα, ἀγάπη, φωτισμόν,  κ.ἄ. πολυποίκιλα χαρίσματα καθῶς καί θεοπτίες, τούς μεγίστους Θεοφόρους Πατέρες, καί ἐπιβάλλεται κατ΄αὐτούς, μία ἐπαναδιατύπωσις καί ἀναθεώρησις τῆς Πατερικῆς Θεολογίας, ἐπάνω σέ κενοφανή-ὀρθολογιστικά-ἑτεροδοξα-ἰδιοτελή κριτήρια, ἵνα ἐναρμονισθοῦμεν ἅπαντες, μέ τό μεταμοντέρνο πολυπολιτισμικόν  κοσμοείδωλον καί ἐπιστητόν τῆς New Age!
Ἐξάπαντος πρόκειται περί ψιλῆς καί ἀνεπαίσθητου εἰδωλολατρείας, ἡ σύγχρονη ἐτοῦτη τάσις, μιᾶς καί ἡ Ἁγιοπνευματική Θεολογία, δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἀνθρώπινα στοχαστικᾶ φαντασιολογήματα· διότι καθοδηγεῖτε ἀπλανῶς ἐκ τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας. Ἄρα λοιπόν, τό πνεῦμα τῶν «ὀρθοδόξων» καί ἑτεροδόξων Οἰκουμενιστῶν, δέν εἶναι ἐκ τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας, μιᾶς καί ἡ Ἀλήθεια τῶν Θεολογικῶν πραγμάτων, βιάζεται-ἀλλοιώνεται καί διαστρέφεται σωρηδόν, εἰς τό ὄνομα... τῶν Διαθρησκειακῶν καί Διαχριστιανικῶν Διαλόγων καί ἀνόητων συμπροσευχῶν, ἵνα ἐπιδείξουσιν προκλητικῶς καί ἐξουσιαστικῶς, διά τῆς εἰκονικῆς καί ψευδώνυμου «πραγματικότητας», μίαν ἄχρηστον  καί ἄ-Χριστον - ἤ μᾶλλον ἀντί-Χριστόν- κάλπικον ἐνότητα, καπηλεύοντες καί παρερμηνεύοντες, βεβαίως-βεβαίως, εὐαγγελικά γραφθέντα καί λεχθέντα, ἐξάπαντος τοῦ Θεανθρώπου καί Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἄρα λοιπόν, τό βιβλίον τοῦ ἐν λόγῳ Ἀρχιμανδρίτου, εἶναι παντελῶς, μή σημαντικόν καί ἀχρείαστον διά τούς ἁπλούς Χριστιανούς: μιᾶς καί οἱ ἁπλοί Χριστιανοί ποθοῦσιν τήν Ἁγιοπνευματική Ἀλήθεια ἀντί τήν προκατασκευασμένη «ἐπιστημονική» ἀλήθεια τῆς Παγκοσμιοποίησις τοῦ Πανθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ· ποθοῦσιν τήν Ἁγιοπνευματική Θεολογία, ἀντί τήν Βαρλααμίζουσα καί ἀκαδημαϊκήν θεολογία· ποθοῦσιν τό Ἄκτιστον Φῶς καί τήν Ἄκτιστον θεῖαν Χάριν τῆς Φίλης Ὀρθοδοξίας, ἀντί τοῦ κτιστοῦ φωτός καί τῆς κτιστῆς χάριτος τῶν ἑτεροδόξων· ἄρα, δέν ὑφίστατο κανένας ἰδιαίτερος καί σημαντικός λόγος νά μελετήσωμεν ἕναν οἱκουμενιστικόν ἐγχειρίδιον, μιᾶς καί ἔχομεν τήν Θεόπνευστη Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, τήν Θεοδίδαχτον Ἱερά Παράδοση, τά Θεανθρώπινα Ἁγιολόγια καί Συναξάρια καθῶς καί τά χιλιάδες Θεολογικά Πατερικά Συγράμματα. Κατανοητόν;
Ποῖον ἆραγέ, τό Πνευματικό ὤφελος καί τό νόημα, νά κατασπαταλήσωμεν τόν πολύτιμον χρόνον τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας, σέ ἀμφιλεγόμενα καί κακόδοξα ἀκαδημαϊκά ἐγχειρίδια, τινῶν μισθοφόρων Οἰκουμενιστῶν ρασοφόρων καί καθηγητῶν, πού συνήθως τά γραπτά των εἶναι: κοιλιόπνευστα, διαβολόπνευστα καί φαντασιολογήματα ὑπό τινῶν ἀρχαίων κακοδόξων/ιῶν; Κανένα μᾶλλον Πνευματικό νόημα, δέν ὑφίστατο, παρ΄ἐκτός καί ἀν μελετηθεῖ  ἐξονυχιστικά, γιά νά ἐντοπισθοῦσιν τά τρεπτά καί κακόδοξα σημεῖα του, ἵνα πληροφορηθεῖ μέ ἀκρίβεια τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας: ὡς πρός τό «ποιός κακοδοξεῖ;» καί σέ ποῖον σημεῖο ἀκριβῶς, βρίσκεται ἡ αἵρεσις, ἡ ἀπόκλισις καί ἡ ἱδεοληψία τοῦ ἑκάστοτε συγγραφέως. Καταλάβατε ἀδελφοί καί πατέρες;
Μία ἁπλή μελέτη τώρα, νά πράξει κανείς, στήν ἐν λόγῳ βιβλιοκρισία, δύναται νά ἀντιληφθεῖ καλῶς καί νά ἐντοπίσει πάμπολλα κακόδοξα σημεῖα της, ἀσχέτως ἄν δέν διεκδικεῖ νά εἶναι τινά πνευματικό ἐγχειρίδιον ἀλλά, νά εἶναι  δῆθεν ἐπιστημονικόν. Μήπως τά Πνευματικά ἐγχειρίδια, δέν μποροῦν νά εἶναι καί ἐπιστημονικά;
Χωρίς νά θέλω νά ἀδικήσω, εἴτε τόν Ἀρχιμανδρίτη συγγραφέα εἴτε τόν βιβλιοκρίτη θεολόγον, θά σᾶς παραθέσω κατά τήν δική μου μή ἀλάθητον ἀντίληψιν μερικά τρεπτά καί ἐπικίνδυνα σημεῖα πού φανερώνουν, ἐξάπαντος τόν ἰδεολογικό καί κακόδοξον ὑπόβαθρον καί χαρακτήρα τοῦ ἐν λόγῳ παναιρετικοῦ τομιδίου... Ὁ βιβλιοκρίνων θεολογῶν, κύριος Νικόλαος Ἀσπρούλης, ἀρχινᾶ ἀπό τήν μόλις πρῶτη παράγραφον, μέ μίαν κατάμαυρη, ἀθεολόγητη, ἀνιστόρητη καί ψευδόδοξη ἐπισήμανση, ἐξάπαντος ἄστοχη διά ἐπιστήμονα τῶν θεολογικῶν γραμμάτων
1.    Ἀναφέρει μέ ἀκρίβειαν: «Η έκδοση του σημαντικού αυτού βιβλίου βλέπει τό φώς της δημοσιότητας λίγους μήνες προτού οι ορθόδοξες Εκκλησίες συνέλθουν σε σύνοδο έπειτα από αρκετούς αιώνες συνοδικής «αφασίας»...!»

Δέν μᾶς ἀναφέρει ὄμως, ὁ θεολογῶν, πόσους ἀκριβῶς αιῶνες, βιώνουμεν τήν κοιλιόπνευστο τραγελαφικήν ἄποψη τῆς «Συνοδικς φασίας»... ἐξάπαντος  κατανοοῦμεν ἀρκετοί/ές, περί τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀντι-ἐπιστημολογικῆς ἀφασίας (!) τῶν Οἰκουμενιστῶν ἀδελφῶν μας. Οἱ διάνοιες τῶν θλιβερῶν Οἰκουμενιστῶν, ἔχουσιν σκόπιμα παγώσει εἰς τό ἔτος 787 μ.Χ. στό ὁποῖον ὅπως πλανεμένα ἰσχυρίζονται, ἀποφάνθη ἡ τελευταία καί Ζ΄ (7η) Οἰκουμενική Σύνοδος. Ἀποκρύπτουσιν καί ἀποσιωποῦσιν ὅμως, δολίως καί ἱεροκυφίως, ἐξάπαντος ἐξ ἄνομου Λατινόφρωνος καί Παπόδουλου μοιχικοῦ ἕρωτα, τήν Θεολογική σημασία καί ἀξία τῆς Η΄ (8ης) τοῦ 9ου αι. μ.Χ. καί τῆς Θ΄ (9ης) τοῦ 14ου αἰ. μ.Χ. ἀντίστοιχα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποίες Θεόπνευστες Σύνοδοι, μέ τίς ἐπίσημες Ἁγιοπνευματικές ἀποφάσεις των, ξεκαθαρίζουν σαφῶς καί ἐπιλύουν τελεσίδικα, σημαίνοντα θεολογικά ζητήματα... ὅμως κατά τήν Οἰκουμενιστική στρουθοκαμηλίζουσα καί κακόδοξην (προ)ὁπτική-ἄλυτα καί βασικά προβλήματα-τῶν Διαχριστιανικῶν Διαλόγων. Ἐξάπαντος ὁ Θεάνθρωπος Χριστός μας, μᾶς δίδαξε τό ἐράσμιον «ἀδιαλείπτως προσεύχευσθε» καί ὄχι τό  μανικόν «ἀδιαλείπτως διαλέγεσθε» μετά τῶν ἑτεροδόξων καί τῶν ἑτεροθρήσκων.
2.   Συνεχίζει νά ἀναφέρει ὁ βιβλιοκρίτης: “ο Μανουσάκης ξεκαθαρίζει εξ αρχής τη θέση του, η οποία δεν είναι η υπεράσπιση ορισμένης ομολογιακής ταυτότητας, αλλά η διακονία της ενότητας... ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι υιοθετεί ένα είδος «οικουμενικής θεολογίας», η οποία δίνει έμφαση και προτεραιότητα σε ό,τι ενώνει και όχι σε αυτά που χωρίζουν”.
Πρέπει νά ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ιωάννης Παντελεήμων Μανουσάκης ἀποπειράται νά συγγράψει, κυρίως ὡς καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας, ἀντί ὡς ὀρθόδοξος Kληρικός! Καθόλου ὅμως δέν πρωτοτυπεῖ, μιᾶς καί τόν πρόλαβε ὁ ἀρχαίκακος αἱρετικός καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας, ὁ Μοναχός Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός, τό ὁποῖον περιποιήθηκε ἄριστα ὁ Μέγας Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἀνέκαθεν οἱ Αἱρεσιάρχες καί αἱρετικοί προσπαθοῦσαν ἀνεπιτυχῶς, νά φιλοσοφοῦν ἀδιάκριτα, τά θεολογικά πράγματα τῶν ὀρθοδόξων, καί ἐκεῖ ἔγκειτο ἡ μεγίστη πλάνη, γκάφα ὁλκῆς καθῶς καί ἡ ἀστοχία των. Ὁ π. Μανουσάκης πρώτιστα, ἔχει ἤ δέν ἔχει, τήν ὑποχρέωση ὡς Κληρικός τῆς Ὀρθοδοξίας, νά συγγράφει ὀρθόδοξα, ποιμαντικά, ἐξάπαντος καί ἐπιστημονικά συγγράμματα; Ποιός ἅγιος Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, ποιός ὀρθόδοξος ποιμένας, συνέγγραψε, οὐδετερόθρησκα, οὐδετερο-ὁμολογιακά  καί οὐδετερο-θεολογικά συγγράμματα; Ἐξάπαντως «καλά κάνει» ὁ ἄνθρωπος καί ξεκαθαρίζει  τήν θέση του, οὔτως ὥστε νά γνωρίζομεν ἐμεῖς οἱ «φονταμενταλιστές» καί φανατικοί ἐραστές τῆς Φιλοκαλικῆς Ὀρθοδοξίας, ποίος εἶναι μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστόν καί τήν Ἐκκλησία Του καί ποιός εἶναι, μέ τήν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τήν ἐκκοσμικευμένη καί κακόδοξη Ἱεραρχία, τῶν ψευδο-ταγῶν Ἀρχιοικουμενιστῶν. Ὅταν λοιπόν διαβάζετε νά σᾶς διδάσκουσιν: περί τῆς «διακονίας τῆς ἐνότητας», ἤ περί τό «Πρωτεῖον διακονίας», ἤ καί περί «πολλῶν κερασιῶν»  κ.ο.κ. καλόν θά ἦτο, νά κρατάμεν «μικρόν καλάθιον».
Ἡ Ὀρθοδοξη Θεολογία τοῦ Νυμφίου Θεανθρώπου καί τῆς Νύμφης-Ἐκκλησίας Τοῦ, εἶναι ὄντως μία Οἰκουμενική Θεο-Ἀνδρόγυνη Θεολογία, τήν ὁποῖαν οἱ «ὁρθόδοξοι» Οἰκουμενιστές, εὐνουχίζουν παρά φύσιν, κατά τό δοκοῦν, καί τήν ἀπαξιώνουν δυστυχῶς, ἕνενα τινῶν ἰδιοτελῶν σκοπιμοτήτων, μιᾶς καί ἐνῶ τήν προδίδουν Φαριζαϊκῶς, ἀνακαλύπτοντας συνάμα τά κοιλιόπνευστα καί στοχαστικά «λλα εδη» τινῶν δῆθεν «οικουμενικν θεολογιν» πού ἐστιάζουν κυρίως σέ φαινομενικά σημεῖα οἰκουμενιστικῆς «ἐνώσεως» και παραθεωροῦσιν ἄθεολόγητα καί ἄ-λογα σημαίνουσες ἀποκλίσεις, καί σημαντικές ἀναντίρρητες διαφορές, ἐπί τοῦ «Πιστεύω» τῆς Ἐκκλησίας Του. Μέ φιλοσοφικές ἀσυναρτησίες καί διαβολόπνευστους στοχασμούς, δέν κατορθώνεται μία κατά Θεάνθρωπον ἐνότητα, μιᾶς καί Αὐτός μᾶς ἔθεσε τίς Θεολογικές, ἐξάπαντος τίς ἀπαρέγκλιτες Εὐαγγελικές προϋποθέσεις καί ὅρους τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἐνώσεως. Οἱ ὀρκισμένοι Οἰκουμενιστές καί Νεοβαρλααμιστές, πατέρες καί ἀδελφοί μας, σφυρίζουν ἀδιάφορα, ἀπαξιώνοντας ὅμως ἐτοῦτην τήν Βιβλικήν ἀλήθειαν. Γιατί ἄραγέ; Μέ τόν συγκρητισμόν δέν θά ἐπιτευχθεῖ καμία κατά Θεόν ἐνότητα, μιᾶς καί ὁ Θεός τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, μισεῖ θανάσιμα τόν θεολογικόν καί Θρησκευτικόν Οἰκουμενισμόν-συγκρητισμόν, διότι κατέχει ὡς Θεο-ἐραστής, διεκδικεῖ καί πολιορκεῖ μανικά καί δικαίως, τήν ὀρθοδοξο-Θεολογικήν καί ὀντολογικήν ἀποκλειστικότηταν, τῆς Γαμικῆς σχέσεῶς Του, μέ τήν ἐρωμένη καί Μία Νύμφη-Ἐκκλησία Του, καθῶς καί μέ τά ἐν Χριστῷ ἐρώμενα βεβαπτισμένα και βεβαιόπιστα μέλη Του!
Κατά τά «λαμπρά» μυαλά ὅμως, τῶν Συγκρητιστῶν κληρικῶν καί θεολόγων, μία σχέση, ὁποιαδήποτε σχέση, γενικά ὁμιλούντες, πρέπει νά εἶναι ἀπροϋπόθετα ὀρθάνοικτη καί ἀφύλακτη σέ πολυποίκιλους πειρασμούς, ἀνοικτή (!) ταυτόχρονα διά ἄλλες παράλληλες σχέσεις, εἰς τό ὄνομα τινᾶς φαινομενολογίας καί ἀγαπολογίας (!) τῶν πραγμάτων. Στήν πράξη ὅμως, ἐπί τοῦτων τῶν πολυδαίδαλων καί παράνομων σχέσεων, καί πέραν ἐτούτων τῶν τραγελαφικῶν σοφιστικῶν θεωριῶν, τί γίνεται;
-Δύναται νά ἔχωμεν λ.χ. στόν Μυστηριακό Γάμο, μή ἀποκλειστικές, ἐξωσυζυγικές, παράλληλες «πολυγαμικές» καί «παρά φύσιν» σχέσεις;
-Τότε γιατί ἆραγέ, νά ὑφίστανται, τέτοιου εἴδους μοιχικῶν-πόρνικων (=Διαχριστιανικοί Διάλογοι) καί παρά φύσιν (=Διαθρησκειακοί Διάλογοι μέ τά δῆθεν «Μονοθεϊστικά» θρησκεύματα) σχέσεις, στίς διαχριστιανικές καί διαθρησκειακές σχέσεις τῆς καθόλου Νεοεποχήτικης «Οἰκουμενικῆς Κίνησις»;
-Γιά νά προκαλοῦμεν τόν Μυστηριακό, Γαμικό καί Θεῖο ἔρωτα, τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ;
3.   Προσθέτει ἐπίσης ὁ θεολογῶν βιβλιοκριτής:
«Αφού εξετάσει τά σχετικά επιχειρήματα της παράδοσης (Ωριγένης, Γρηγόριος Θεολόγος, Ιωάννης Δαμασκηνός κ.ά.) θα προκρίνει την αρχή του «θεολογικού μαξιμαλισμού» στην προοπτική του οποίου η Παναγία είχε «από αιώνων» απαλλαγεί από κάθε είδος αμαρτίας».
Δέν σκοπεύω νά σᾶς ἀναλύσω τήν Ὀρθόδοξην Θεοτοκολογία, ἀλλά οὔτε σκοπεύω νά ἀσκήσω κριτική περί τοῦτο τό ζήτημα, διότι δέν εἶναι τῆς παροῦσης. Τό σημεῖο-ὑδροκυάνειον πού «βγάζει μάτι» καί φανερώνει τήν οἰκουμενιστική ταυτότητα τοῦ ὅποιου οἰκουμενιστή καί ἀκαδημαϊκοῦ συγγραφέα, εἶναι τό θέμα τοῦ αἱρετικοῦ Πρεσβύτερου καί φιλόσοφου Ὠριγένη, ὁ ὁποίος ἐκκλησιολογικά, δέν ἀνήκει εἰς τήν ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς καί καταδικάσθηκε τελεσίδικα, διά τίς σωρηδόν φιλοσοφικο-θεολογικές ἀσυναρτησίες καί αἱρέσεις του. Οἱ ψευδόδοξοι τραγικοί Οἰκουμενιστές, ἐπιμένουν ἀντιευαγγελικά νά τόν ἐσσωεκκλησιάζουν, ὡς ἕναν δῆθεν ἀδικημένο κληρικό τῆς Ἐκκλησίας καί  νά μᾶς τόν παρουσιάζουν, ὡς ἕναν ἀκόμη τάχα μου «Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας»! Ὁλως παραδόξως, οἱ πολυποίκιλες ἀποκρυφιστικές, Θεοσοφικές καί Μασσωνικές θρησκευτικο-φιλοσοφικές  ὀργανώσεις, ἀσχολούνται ἰδιαίτερα μέ τήν περίπτωση τοῦ Αἱρετικοῦ Ὠριγένη! Οἱ ἐωσφορικές ὀργανώσεις προωθοῦσιν καί διδάσκουσιν τόν Ὠριγένη καθῶς καί τόν Διαθρησκειακό Συγκρητισμό, πράγμα τό ὁποῖον δέν εἶναι διόλου τυχαίον καί συμπτωματικόν, ἐνέργειες πού προσάπτονται, ἀποδεικτικά πλέον, καί κατά τῶν «ὀρθοδόξων» μή ἀποκρυφιστῶν, ἀλλά Οἰκουμενιστῶν. Κατ΄ οὐσίαν ὁ δογματικός μινιμαλισμός καί θρησκειολογικός σχετικισμός ἤ καί ὁ δογματικός μαξιμαλισμός, εἶναι «γέννημα θρέμμα» τοῦ Ρωμαϊκοῦ πανθεϊστικοῦ Συγκρητισμοῦ· ἔπειτα τῶν πολυαιρετικῶν Γνωστικῶν καί σήμερα τῶν σατανόπληκτων Μασσωνιστῶν, Θεοσοφιστῶν καί Οἰκουμενιστῶν. Ἆρα εἶναι ἀρκετά ἄκομψον, προκλητικόν, καί κακόδοξον, νά ἐντάσσεται ὁ Αἱρετικός καί φιλόσοφος Ὠριγένης, ἀνάμεσα σέ Μεγάλους Θεοφόρους Πατέρες καί δῆ ἐντός τῆς Χριστιανικῆς Παράδοσις. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔλαβεν ἀμετάκλητα τίς ἀποφάσεις της, διά τόν αὐτοευνουχισμένον καί κακόδοξον θεολόγον-φιλόσοφον, διά τῆς Θεοπνεύστου καί Ἁγίας Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου· ἔτσι λοιπόν, ὅποιος σχετικοποιεῖ τήν ἀλάθητον καί ἀπλανή ἀξία τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί τίς Θεόπνευστες ἀποφάσεις τῶν ἀπλανῶν καί Θεηγόρων Πατέρων, δύναται ἐλεύθερα νά ἀποσκιρτήσει καί νά ἐξωμοτήσει ἀβίαστα ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως ἔπραξαν διαχρονικά κάμποσοι ὑψηλόβαθμοι Κληρικοί π.χ. ὁ Βέκκος, ὁ Καλέκας, ὁ Βησσαρίων κ.ἄ.
Ἐξάπαντος, ἵνα μή ἐπικρίνομεν ἀδίκως τόν π. Μανουσάκη, μπορεῖ εἰς τό ὑπό κρίσιν βιβλίον του, νά  νά ἀναφέρει τήν πάσαν ἀλήθεια περί τοῦ φιλόσοφου Ὠριγένη καί τοῦ Ὠριγενισμοῦ· δέν γνωρίζω τήν γνώμη καί τή θέση του, γιά νά μιλήσω μέ ἀκρίβειαν· διαφορετικά, ἄν παραθέτει αὐτόν, ἔντεχνα, λ.χ. ἀνάμεσα στούς Μεγάλους Πατέρες, χωρίς νά κάνει τήν στοιχειώδη καί σημαίνουσα προαναφερόμενη θεολογική διάκριση, «κάπιον λάκκον ἔχει ἡ φάβα», μιᾶς καί ἡ περίοδος τῆς «Χριστιανικῆς ἀφέλειας», ὡφείλει νά περάσει ἀνεπιστρεπτί.
4.  Ὡστόσο μερικές ἰδιαίτερες προτάσεις τοῦ βιβλιοκρίτου θεολόγου, περί τῶν ἀπόψεων του π. Μανουσάκη, μου ἐνισχύουσιν ρωμαλέα τόν καχύποπτον καί νοσηρόν λογισμόν, ὅπως π.χ. στά περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος:

«ο συγγραφέας από την αρχή δηλώνει με παρρησία ότι θεωρεί προβληματικές τις θέσεις και των δυο παραδόσεων»!
Ἐδῶ ἐννοοῦνται φυσικά: ἡ Ὀρθόδοξη ἱερά Παράδοση καί ἡ Παπίζουσα «Ρωμαιοκαθολική»  ἑτερόδοξη παράδοση τῶν Φραγκολατίνων ἐπί τοῦ Filoque! Εἶναι φανερόν, ὅτι ὁ Ἀρχιμανδρίτης καί καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας π. Ἰωάννης Μανουσάκης, διαχωρίζει ἐξ ὑποκειμενικῆς καί πλανεμένης ἀντιλήψεως, «τά ἰμάτιά» του· πράγμα ἀπαράδεκτον. Θεωρεῖ προβληματικές, τίς θέσεις τῶν θεηγόρων Πατέρων περί τοῦ  Filique; Τήν καταδικαστική καί παγιωμένη θέση, ἐπί τοῦτο τό ζήτημα, ὑπό τῆς Η΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐπί τοῦ Μεγάλου Φωτίου καί τῆς Παπικῆς ἀντιπροσωπείας, τήν ἔχει ὑπόψιν ὁ καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας; Μᾶλλον, πρόκειται περί «προβληματικοῦ» καί ὄντως Οἰκουμενιστοῦ  «ὀρθοδόξου» κληρικοῦ. Τί ἄλλον ἆραγέ, νά ὑποθέσωμεν ἐπί ὅλων αὐτῶν τῶν αξιοπερίεργων τοποθετήσεων, ὅταν δέν ἔχομεν μελετήσει σέ βάθος τῷ ἐν λόγῳ φιλοσοφικόν ἐγχειρίδιον τοῦ ἀνδρός; Δόξα τῷ Θεῷ, ὅμως, πού ὑφίσταντο τέτοιες βιβλιοκρισίες, ἵνα μή μπαίνομεν στόν κόπο καί τά ἔξοδα, ἐτοῦτες τίς ἐποχές κρίσεως, πού διαβιοῦμεν ἅπαντες.
Κάτι τό τελευταίον: ἐάν σέ ὅλα τά πιό πάνω κριτικά σημεῖα, ἔχομεν παρανοήσει,  ἤ καί παρεξηγήσει, πού σχεδόν σίγουρα, κάπου ὡς ἁπλοί καί σκεπτόμενοι ἄνθρωποι, μάλιστα μέ ἀδύναμη καί περιορισμένη κρίση, πιθανόν νά ἔχομεν λαθέψει σέ τινά ἀπόλυτον βαθμόν, ὑπό τινᾶς ὑπερβολικῆς κριτικῆς, ἀπολογούμαστε προκαταβολικῶς, μιᾶς καί ἀδιαλείπτως ἀστοχοῦμεν! Παρ΄ ὅλα αὐτά καί διά αὐτά, θεωροῦμεν ὅμως, πῶς μέ τά ἐπόμενα ἐπιλογικά πού θά σᾶς παραθέσωμεν, θά εἰσαχθῶμεν ἅπαντες ξανά, σέ εὔλογες καί δικαιολογήμενες ὑποψίες, κατά πάντων τῶν Οἰκουμενιστῶν συγγραφέων.
5.   Σημειώνει ἐπί λέξη, ὁ κριτικογράφος, περί τοῦ πατρός Μανουσάκη:
“Ο συγγραφέας μας ξετυλίγει με μαεστρία το θεολογικό του οπλισμό στην επιχειρηματολογία του υπέρ του πρωτείου στην Εκκλησία, (...) ο Μανουσάκης θα καυτηριάσει χωρίς ενδοιασμό τις κυρίαρχες τάσεις στον ορθόδοξο χώρο που, επιθυμώντας νά αντιπαρατεθούν προς το πρωτείο του Πάπα, αναζητούν ή κατασκευάζουν ποικίλες εστίες ενότητας... Στη συνάφεια αυτή θα ασκήσει επίσης αυστηρή κριτική στο πνεύμα του αντι-παπισμού (θα χαρακτηριστεί ως «αίρεση») που τείνει νά καθορίζει την ορθόδοξη ταυτότητα, σημειώνοντας ότι η απουσία ενός πρωτείου, όπως του Ρώμης, εντός της Ορθοδοξίας, συνιστά σήμερα το βασικό της πρόβλημά στην πορεία του διαλόγου... Την ίδια στιγμή ο Μανουσάκης θά κάνει επίκληση της βαθιάς διασύνδεσης μεταξύ πρωτείου καί καθαυτό θεολογίας που προτείνεται από τόν Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα... ενώ θά στοιχηθεί μαζί του στην πεποίθηση ότι το πρωτείο συν-υποδηλώνει αναγκαία ορισμένη μορφή άσκηση εξουσίας καί δεν μπορεί να θεωρείται απλά ως «πρωτείο τιμής», μια στάση που πολύ αγαπά η πλειονότητα των νεωτέρων ορθόδοξων θεολόγων. (...)”
Τά ἀναντίρρητα ρητορικά, ἀλλά συνάμα σοβαρά καί ἁπλᾶ καταληκτικά ἐρωτήματα, πού προκύπτουσιν ἐκ τῶν πιό πάνω, ξεκινώντας ἀπό τό τέλος, εἶναι τά ἑξῆς:
Α΄. Ἄν «αὔριο» ἡ πλειονότητα τῶν Νεωτεριστῶν καί Οἰκουμενιστῶν (διότι περί αὐτῶν τῶν «νεωτέρων» πρόκειται)  «ὀρθοδόξων» θεολόγων, ἀποφασίσουν νά ἐκκλησιοποιήσουν, τίς προγαμιαίες καί ἐξώγαμες πορνικές καί μοιχικές σχέσεις, δηλ. τήν αἵρεσιν τοῦ Νικολαϊτισμοῦ, ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Μανουσάκης, «θά στοιχηθεί μαζί» τους; Αὐτό δεν εἶναι τό «λογικόν» μοτίβον τοῦ Ἀρχιμανδρίτου καί καθηγητοῦ τῆς Φιλοσοφίας;
Β΄. Ἡ Βιβλική καί Πατερική Γραμματεία καθῶς καί ἡ Συμφωνία τῶν Θεοφόρων Πατέρων, διατυπώνει καί περιγράφει ἡ πρῶτη, καί ἐρμηνεύει ἔπειτα ἡ δεύτερη, τινά  Πρωτεῖον εὐαγγελίζονται; Πρωτεῖον ἐξουσίας, ἤ μήπως τό Θεανθρώπινο Πρωτεῖον τῆς Χαρισματικῆς Διακονίας καί ἱερᾶς ὑπηρεσίας, πρός ἅπαντα τά μέλη τῆς Χριστιανικῆς Κοινότητας;
Γ΄. Ἡ συστράτευσις, τοῦ φιλόσοφου καθηγητοῦ καί Ἀρχιμ. κ. Μανουσάκη, μέ τόν Ἀρχιοικουμενιστή καί Νεοβαρλααμίτη θεολόγο Σεβασμιώτατον Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ἰωάννη Ζηζιούλα, καί ἡ υἱοθέτησις, τῶν αἱρέσεων καί κακοδοξιῶν τοῦ δευτέρου, ὑπό τοῦ πρῶτου, τί καθιστᾶ  τόν πρῶτο ἐκκλησιολογικά, ὁρθόδοξον, ἤ μήπως κακόδοξον καί Οἰκουμενιστήν ἰδεολόγον, ἐξάπαντος τινῶν Παπικῶν καί ἐπισκοποκεντρικῶν νοσηρῶν ἑτερόδοξων Πρωτεῖων;
Δ΄. Ἐξ ἀρχῆς ἄν θυμάστε, μᾶς ξεκαθάριζε ὁ βιβλιοκρίτης, ὅτι ὁ κ. Μανουσάκης, θά κρατήσει, οὐδέτερη στάση καί θέση, ἀλλα σταδιακά, ἀγάλι-ἀγάλι, μᾶς ἀποκαλύφθηκε σαφῶς, ὅτι ρέπει πρός τόν παναιρετικό Οἰκουμενισμό καί τούς πατρώνες του· λαθεύουμεν κάπου; Ναί ἤ οὔ;
Ε΄. Τότε λοιπόν, σύμφωνα κατά τήν βιβλιοκρισίαν πού ἐπικρίνομεν, καλῶς ἤ κακῶς, γιατί ἆραγέ ὁ π. Μανουσάκης, ἀσκεῖ αὐστηρά κριτική, σέ κάθε ὀρθόδοξη καί παραδοσιακή τάση καί ἄποψη;
Στ΄. Ἅπαντες οἱ Θεοφόροι Πατέρες, τῶν τελευταίων δέκα αἰώνων, ἐπί τῆς διαχρονικῆς ἀρνητικῆς ἐξελίξεως τοῦ Παπισμοῦ, μέχρι καί οἱ νεοφανείς σύγχρονοι Ἅγιοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἦτο καί εἶναι, σφόδρα πολέμιοι, Παπομάστιγες καί Ἀντιπαπικοί, διότι αὐτή ἦτο καί εἶναι ἡ κατά Θεόν καί Εὐαγγελική, παιδαγωγική καί ἀγαπητική στάσις, κατά τῶν αἱρετικῶν, καί δῆ κατά τῆς πολυαιρέσεως τοῦ εἰδεχθοῦς Παπισμοῦ· ὁ π. Μανουσάκης ὅμως, ὑπό τίνα σοβαρόν ἐπιχείρημα, θεολογικόν ἤ φιλοσοφικόν, δύναται νά ἀπαξιώση καί νά σταθεῖ «ὡς ἀντικείμενος» ἐκ τῶν ἁγίων Πατέρων;
Ζ΄. Μιᾶς καί ὁ λαμπρός ἐτοῦτος φιλοσοφικός νόας, ἐντόπισε, τό μέγα θεολογικόν καί βασικόν πρόβλημα, τοῦ μπαζώματος, τῶν Διαχριστιανικῶν καί Διμερῶν Διαλόγων μέ τά τῶν Φραγκολατίνων-Παπιστῶν, τό ὁποῖον πρόβλημα ἔγκειται κατά τήν στοχαστικήν ἀντίληψίν του, εἰς τήν ἀπουσία τινός ἀπόλυτα Πρῶτου-Ἀλάθητου, πλύν «ὀρθοδόξου» καί Οἰκουμενικοῦ Ποντίφηκα/Πατριάρχη τῆς Ρωμηοσύνης, ἐξάπαντος μέ ὁλοκληρωτικές-δεσποτικές καί ἐωσφορικές τάσεις, ὅπως ἀκριβῶς τοῦ Βατικάνειου συστήματος τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης, γιατί ἆραγέ, νά μή ἐκζητήσωμεν ἀπευθείας ὑπό τῶν «ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν μας» Παπικῶν, τήν Οὐνιτικοῦ τύπου ψευδο-ἔνωση, ὑπό τήν ἀνίερο σκέπη τοῦ Βατικάνειου Πρωτείου, γιά νά ἀπαληφθεῖ ἔτσι καί νά ἀπομπαζωθεῖ παντελῶς,  ἐτοῦτο τό «βασικό πρόβλημα»;
Η΄. Δύναται ἆραγέ, ἡ Οἰκουμενική Χριστιανοσύνη, νά βαστάξει, δύο Πάπες, δύο Πρώτους (δηλ. δύο Ἱεράρχες πού νά ἀσκοῦσιν Παποκαισαρισμόν), δύο Ἀλάθητους καί δύο Vicarius Christi? Αὐτό τό ἐρώτημα, ἐξάπαντος ἔχει ἀπαντηθεῖ, ὑπό τῆς Ἐκκλησιαστικῆς καθῶς καί τῆς μόλις πρόσφατου πολιτικῆς ἱστορίας, μέ τούς  διαχρονικούς πολιτικούς τακτικισμοῦς τοῦ Βατικανοῦ, ἀπό τῶν Σταυροφοριῶν ἄχρι τῶν Νατοϊκῶν βομβαρδισμῶν καί βιαίων ἐξουνιτισμῶν, τῶν ἀπανταχοῦ Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν μας.
Ἄρα, αὐτό πού μόλις πολύ εὔκολα συμπεραίνομεν, ἐκ τῆς ἀμυδρᾶς κριτικῆς, τῆς βιβλιοκρισίας καί ὄχι τοῦ βιβλίου, εἶναι ὅτι ὁ συγγραφέας του, εἶναι στήν καλύτερην τῶν περιπτώσεων ἀνιστόρητος, καί ἔπειτα πρός τήν χειρώτερη... ἀθεολόγητος· ἤ, μᾶλλον καλύτερα, ἐπιθυμεῖ ἔντεχνα, νά διαγράψει, τήν Ἐκκλησιαστική καί Βατικάνειο ἱστορία, μέ ἀναντίλεκτον ἀποτέλεσμα, νά εἶμεθα καταδικασμένοι, νά τήν βιώνουμεν ἀενάως, μεταφέρωντάς μας, Παπικά δογματολογικά (τό παραδέχεται ἄλλωστε, δέν εἶναι αὐθαίρετον τό συμπέρασμα) στοιχεῖα, ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ρωμηοσύνης καί τῆς διαχρονικῆς πατροπαράδοτης Πίστης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μας. Μέ ὅλα αὐτά, ὅσον καλόν λογισμόν καί νά βάζωμεν, ἡ πραγματικότητα τῶν συστρατευμένων καί ὀργανωμένων Οἰκουμενιστῶν, μᾶς ἐπαναφέρνει, στήν ἐκκλησιαστική νοσηρά πραγματικότητα.
Θ΄. Ἆραγέ μέ ὅλα αὐτά, ὁ Ἀρχιμανδρίτης καί καθηγητής Μανουσάκης, κυνηγάει, τινά Ἐπισκοπικόν θρόνον; «Κύριος οἶδεν»! Καθῶς καί ἡ Πατριαρχική λίστα πρός ἐπισκοποίησιν, τοῦ νοσηροῦ Ἀρχιμανδριτισμοῦ, «οἶδεν», καί (ἐπι)βλέπει.
Θερμή παράκλησις, πρός τόν π. Μανουσάκη: μόλις μεταφρασθεῖ τό βιβλίο του, εἰς τήν Ἑλληνική Γλῶσσα, ἐπιθυμῶ εἰλικρινά, ἄν εἶναι δυνατόν, νά μοῦ ἀποσταλλεῖ «τιμῆς ἕνεκεν» διά τόν πιό πάνω κόπον μου, διά τινά σοβαρότερην μελέτη, καί ἵσως διά βιβλιοκρισίαν ὑπό τοῦ γράφωντος, πολύ πιθανόν μάλιστα, νά ἀναθεωρήσω ἔτσι ριζηδόν(!) τήν πιό πάνω συλλογιστική καί κριτική μας, μπορεῖ καί ὄχι(;!).

Ἐξαρτάται μᾶλλον... ἀπό τά φιλοσοφικά ἐπιχειρήματα τοῦ Μανουσάκη!



Τοῦ Παναγιώτη Π. Νούνη