Translate

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ [Ὁ ἀσεβής κακοποιός καί προσευχή γιά τήν συντριβή του]

           ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
    ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ

Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 12 Ἰουλίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΨΑΛΤΗΡΙΟΥ

Ὁ 9ος Ψαλμός B´ μέρος



Ὁ ἀσεβής κακοποιός   καί προσευχή γιά τήν συντριβή του

1. Στό σημερινό μου κήρυγμα, ἀδελφοί χριστιανοί, θά σᾶς ἑρμηνεύσω τό Β´ μέρος τοῦ 9ου ψαλμοῦ, πού στό Ἑβραϊκό κείμενο ἀριθμεῖται ὡς 10ος ψαλμός. Ὅπως εἴδαμε στό προηγούμενο κήρυγμά μας, τό Α´ μέρος τοῦ 9ου ψαλμοῦ ἦταν μιά εὐχαριστία στόν Θεό τοῦ βασιλιᾶ Δαυίδ γιά μία νικηφόρο νίκη κατά ἑνός ἐχθροῦ. Στό Β´ ὅμως μέρος του ὁ ψαλμός ἀλλάζει ἀτμόσφαιρα, γιατί ὁμιλεῖ γιά κάποιον κακό ἄνθρωπο ἤ καί γιά πολλούς κακούς ἀνθρώπους. Καί στρέφεται λοιπόν ὁ Δαυίδ στό ὑπόλοιπο ἐδῶ μέρος τοῦ ψαλμοῦ ἐναντίον αὐτῶν τῶν κακοποιῶν, παρακαλῶντας τόν Θεό νά τούς τιμωρήσει ἤ νά τόν τιμωρήσει, ἄν πρόκειται γιά ἕνα μόνο ἄνθρωπο.

2. Ἡ ἑρμηνεία πού δίδεται εἶναι ὅτι ὁ Δαυίδ μετά τήν εὐχαριστία του πρός τόν Θεό γιά τόν νικηφόρο ἀγώνα του κατά τοῦ ἐχθροῦ στράφηκε πρός τό δικό του κράτος, τό ὁποῖος ἔβλεπε ὅτι καταρρέει, γιατί ὑπῆρχαν σ᾽ αὐτό κακοί πολῖτες. Καί μάλιστα ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς, τόν ὁποῖο παριστάνει μέ πολύ μελανές ἐκφράσεις καί εἰκόνες, εἶναι περισσότερο ἐπικίνδυνος ἀπό τούς ἄλλους. Πιθανόν αὐτός νά ἦταν καταπιεστής τῶν πολιτῶν καί νά εἶχε καί ὁμάδα ἀνθρώπων πού τόν ὑποστήριζαν καί συνέπρατταν μαζί του.

Τό τμῆμα λοιπόν αὐτό τοῦ ψαλμοῦ μας δίνει μία περιγραφή τῶν ἀσεβῶν καί κακοποιῶν ἀνθρώπων, πού θά μᾶς ὠφελήσει νά τήν προσέξουμε. Ἀλλά καί ἐδῶ γενικά ἔχουμε τά χαρακτηριστικά τῶν ἀσεβῶν καί ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. Κατά πρῶτον οἱ ἀσεβεῖς κομπάζουν καί ὑπερηφανεύονται: «Ἐν τῷ ὑπερηφανεύεσθαι τόν ἀσεβῆ», λέγει ὁ ψαλμωδός μας (στίχ. 23). Τά ὑπερήφανα δέ λόγια τῶν ἀσεβῶν γιά τόν ἑαυτό τους, εἶναι προσβλητικά κατά τῶν ἄλλων, τῶν ἁπλῶν καί τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων, καί τούς πληγώνουν. Τούς «καῖνε». Γι᾽ αὐτό καί λέει ὁ ποιητής μας «ἐν τῷ ὑπερηφανεύεσθαι τόν ἀσεβῆ ἐμπυρίζεται ὁ πτωχός» (στίχ. 23).

Ὄχι ὅμως μόνον κατά τῶν πτωχῶν καί ταπεινῶν ἀνθρώπων ἐκφράζονται οἱ ἀσεβεῖς, ἀλλά στρέφονται καί ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Δέν ἔχουν αὐτοί Θεό μέσα τους. Καθαρά τό λέγει αὐτός ἐδῶ ὁ ψαλμός μας: «Οὐκ ἔστιν ὁ Θεός ἐνώπιον αὐτοῦ» (στίχ. 25), τοῦ ἀσεβοῦς, δηλαδή. Πραγματικά ὁ ἀσεβής ἄνθρωπος καταρρίπτει ἀπό τήν καρδιά του τόν Θεό καί θεοποιεῖ τόν ἑαυτό του, τόν ὁποῖο παραδέχεται πάντα ὡς σταθερό καί ὡς παντοδύναμο. Ἔτσι καί ὁ ἀσεβής τοῦ ψαλμοῦ μας «εἶπεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, οὐ μή σαλευθῶ ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν ἄνευ κακοῦ» (στίχ. 27). Θεωροῦσε ἀσάλευτο καί αἰώνιο τόν ἑαυτό του. Ἀπάτη καί θράσος!... Καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά ὁ ἀσεβής παριστάνει τόν Θεό ὡς ἀδύνατο νά τόν τιμωρήσει, ἔστω καί ἄν εἶναι ὀργισμένος ἐναντίον του. «Κατά τό πλῆθος τῆς ὀργῆς αὐτοῦ οὐκ ἐκζητήσει» ὁ Θεός αὐτόν λέγει (στίχ. 25). Καί τήν μακροθυμία τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὁποία δέν τόν ἔχει τιμωρήσει ἀκόμη, ὁ ἀσεβής αὐτός τήν περιπαίζει καί λέγει εἰρωνικά ὅτι λησμονάει ὁ Θεός. «Εἶπε γάρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· ἐπιλέλησται ὁ Θεός» (στίχ. 32). Ὅμως ὅπως τό καταλαβαίνουμε ἡ ἀναίδεια καί ἡ βλασφημία αὐτή τοῦ ἀσεβοῦς παροργίζει τόν Θεό, «παρώξυνε τόν Κύριον ὁ ἁμαρτωλός», ὅπως λέγει ἐδῶ ὁ ψαλμός μας (στίχ. 28). «Ἕνεκεν τίνος παρώξυνεν ὁ ἀσεβής τόν Θεόν;», ἐρωτᾶ πάλιν ὁ ψαλμωδός. Καί ἀπαντᾶ πάλι: Ἐπειδή ὁ ἀσεβής «εἶπε ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἐκζητήσει» (στίχ. 34), ὅτι δέν μπορεῖ, δηλαδή, ὁ Θεός νά τόν εὕρει καί νά τόν τιμωρήσει.

Φρικτά ἀκόμη εἶναι τά λόγια τοῦ ἀσεβοῦς καί ἀναιδοῦς ἀνθρώπου τοῦ ψαλμοῦ μας. Τά λόγια του εἶναι δόλια, στάζουν πικρία, λέγουν κατάρες: «Ἀρᾶς τό στόμα αὐτοῦ γέμει καί πικρίας καί δόλου, ὑπό τήν γλῶσσαν αὐτοῦ κόπος καί πόνος» (στίχ. 28). Ἀκόμη δέ φρικτότερες εἶναι οἱ πράξεις του, γιατί συμπράττει μέ ἄλλους πλούσιους καί ἰσχυρούς γιά νά καταφάγουν τόν πτωχό καί τόν ἀδύνατο (στίχ. 29). Πραγματικά νά τόν καταφάγουν, ὅπως τό λιοντάρι ἐπιτίθεται ὕπουλα καί κατατρώγει τά μικρά ζῶα. Ἔτσι κάνει καί ὁ ἀσεβής, λέγει ὁ ποιητής μας: «Ἐνεδρεύει ἐν ἀποκρύφῳ ὡς λέων ἐν τῇ μάνδρᾳ αὐτοῦ, ἐνεδρεύει τοῦ ἁρπάσαι πτωχόν, ἁρπάσαι πτωχόν ἐν τῷ ἑλκύσαι αὐτόν» (στίχ. 30), στήν φωλιά του γιά νά τόν καταφάγει!...

3. Ἀπό τήν παραπάνω περιγραφή τοῦ ἀσεβοῦς φαίνεται ὅτι αὐτός εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος γιά τό ἔθνος, γιατί παριστάνεται ὅτι ἔχει καί δύναμη νά διοργανώνει παράταξη μέ ἄλλους κακοποιούς (στίχ. 29) καί νά προσβάλλει ὁμαδικά καί ὀργανωμένα τιμίους ἀνθρώπους στήν κοινωνία (βλ. 29-30). Πρόκειται, δηλαδή, περί κοινωνικοῦ κακοῦ, γιά τό ὁποῖο ὁ συνθέτης τοῦ ψαλμοῦ μας, ὁ βασιλεύς Δαυίδ, δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀδιάφορος. Καί δέν εἶναι ἀδιάφορος, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ταραχή του στό τμῆμα αὐτό τοῦ ψαλμοῦ μας (στίχ. 22-39), παρά τήν χαρά του γιά τήν νίκη του κατά τοῦ ἐχθροῦ πού κατήγαγε, ὅπως εἴδαμε στό Α´ τμῆμα τοῦ ψαλμοῦ (στίχ. 1-21).

Κατ᾽ ἀρχήν ὁ ψαλμωδός μας ἐδῶ εὔχεται ἀπό μόνος του νά ὑποστεῖ αὐτός, ὁ ἀσεβής δηλαδή κακοποιός, τά κακά πού σκοπεύει νά κάνει στούς ἀνθρώπους τοῦ συνόλου, νά πιαστεῖ αὐτός ὁ ἴδιος στίς παγίδες πού στήνει γιά νά συλλάβει τούς πτωχούς καί ἀδυνάτους: «Ἐν τῇ παγίδι αὐτοῦ ταπεινώσει (ὁ Θεός) αὐτόν, κύψει καί πεσεῖται ἐν τῷ αὐτόν κατακυριεῦσαι τῶν πενήτων» (στίχ. 31) εὔχεται ὁ ποιητής μας.

Ἔπειτα ὅμως, ἀκόμη περισσότερο, ὁ ποιητής μας ἐδῶ προσεύχεται στόν Θεό καί Τόν παρακαλεῖ, χάριν τῶν πτωχῶν καί τῶν πενήτων, πού καταφεύγουν σ᾽ Αὐτόν γιά βοήθεια (στίχ. 35), νά συντρίψει τήν δύναμη τοῦ κακοποιοῦ ἀνθρώπου, γιά τόν ὁποῖο μίλησε (στίχ. 36). «Σύντριψον – λέγει στόν Θεό – τόν βραχίονα τοῦ ἁμαρτωλοῦ καί πονηροῦ» (στίχ. 36). Μιά περισσότερη καθυστέρηση τοῦ Θεοῦ θά φανεῖ ὅτι Αὐτός λησμόνησε τούς πτωχούς καί τούς πένητες, τούς ὁποίους καταδυναστεύει καί ταλαιπωρεῖ ὁ ἀσεβής καί κακοποιός τῆς κοινωνίας. Γι᾽ αὐτό καί λέγει ὁ ποιητής μας στόν Θεό: «Ἀνάστηθι, Κύριε ὁ Θεός – σάν νά «κοιμᾶται» δηλαδή ὁ Θεός, λόγῳ τῆς μακροθυμίας Του – ὑψωθήτω ἡ χείρ σου, μή ἐπιλάθῃ τῶν πενήτων» (στίχ. 33).
Ἔτσι θά φανεῖ ὅτι ὁ Θεός «τήν ἐπιθυμίαν τῶν πενήτων εἰσήκουσε, τήν ἑτοιμασίαν τῆς καρδίας αὐτῶν προσέσχε τό οὗς Του» (στίχ. 38) καί ὅτι δέν βασιλεύουν πιά οἱ κακοί, ἀλλά «βασιλεύσει Κύριος εἰς τόν αἰῶνα καί εἰς τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος» (στίχ. 37). Ἀκόμη, μέ τήν συντριβή τοῦ ἀσεβοῦς τοῦ ψαλμοῦ μας, «οὐ μή προσθῇ ἔτι μεγαλαυχεῖν ἄνθρωπος ἐπί τῆς γῆς» (στίχ. 39). Θά μάθουν δηλαδή ὅλοι οἱ ἀσεβεῖς νά μή σηκώνουν κεφάλι ἐπαιρόμενοι κατά τοῦ Θεοῦ καί κατά τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ.

Μέ πολλές εὐχές,

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας





ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ
(Ἡ ἑρμηνεία παρά τήν συντομία της καί τήν ἁπλότητά της εἶναι ἐπιστημονική)

Ἡ ἐργασία αὐτή προσφέρεται στούς ἀναγνῶστες σέ συνέχειες ἑκάστη Δευτέρα καί Παρασκευή διά ἐξεύρεση λαθῶν ἐκ μέρους τους καί ἐνημέρωσή μας πρός διόρθωση, πρίν ἀπό τήν τελική δημοσίευση τοῦ ἔργου.



Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ

Κατά τῆς Μωάβ (15,1-16,14)

(α) Θρῆνος γιά τήν Μωάβ (15,1-9)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ἡ περικοπή μας αὐτή εἶναι ὁ πρῶτος θρῆνος γιά τήν καταστροφή τῆς Μωάβ, γιατί στήν ἑνότητα τῶν κεφ. 15-16, τῶν ἀναφερομένων στήν Μωάβ, ἔχουμε καί δεύτερο θρῆνο (16,6-12). Ὁ θρῆνος τοῦ προφήτου γιά τήν Μωάβ δικαιολογεῖται, γιατί οἱ Ἰουδαῖοι ἦταν συγγενεῖς μέ τούς Μωαβῖτες (βλ. Γεν. 19,30-38). Στό ποίημα αὐτό ἀκοῦμε για τίς κατεστραμμένες, τήν μία μετά τήν ἄλλη, πόλεις τῆς Μωάβ, ἀναφερομένων τῶν πόλεων αὐτῶν ἀπό Νότον πρός Βορρᾶν (στίχ. 1 ἑξ.). Ἀκόμη στήν περικοπή μας ἐδῶ ἀκοῦμε τόν γοερό θρῆνο τῆς ἰδίας τῆς Μωάβ γιά τό κακό πού τῆς συνέβηκε (στίχ. 2.4.8), ἐκφράζουν δέ οἱ ἄνδρες της τήν θλίψη τους αυτή, ὅπως συνηθιζόταν τότε, μέ τό ξύρισμα τῶν κεφαλῶν τους, μέ τήν κοπή τῶν γενείων τους (στίχ. 2) καί μέ τήν περιβολή σάκκων (στίχ. 3). Ὁ προφήτης θρηνεῖ ἀκόμη γιατί βλέπει τούς φυγάδες Μωαβῖτες νά ἐγκαταλείπουν τήν πάτρια γῆ τους καί νά ζητοῦν καταφύγιο γιά τήν σωτηρία τους (στίχ. 5), φέροντες μαζί τους καί ὅ, τι μποροῦσαν νά μεταφέρουν ἀπό τά ὑπάρχοντά τους (στίχ. 7). Δέν μποροῦμε νά ποῦμε πότε ἀκριβῶς χρονολογικά συνέβηκε ἡ καταστροφή τῆς Μωάβ στήν ὁποία ἀναφέρεται ἡ περικοπή μας. Πιθανόν ἐπί Ἰεροβοάμ Β´ (βλ. Δ´ Βασ. 14,25) ἤ, κατά ἄλλους, τό ἔτος 650 π.Χ., ὅταν στήν χώρα τῆς Μωάβ εἰσέβαλαν ἀραβικές φυλές καί τήν κατέστρεψαν.


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

15,1Προφητεία κατά τῆς Μωάβ:
Νύκτα θά καταστραφεῖ ἡ Μωάβ,
γιατί νύκτα θά καταστραφεῖ τό τεῖχος της.
2Λυπηθεῖτε γιά τούς ἑαυτούς σας (ὦ Μωαβῖτες),·
γιατί ἀκόμη καί ἡ Δηβών, στήν ὁποία βρίσκεται ὁ βωμός σας,
θά καταστραφεῖ.
Ἐκεῖ θά ἀνεβεῖτε γιά νά κλαίετε.
Κλάψτε γοερά γιά τήν Ναβαῦ τήν Μωαβίτιδα (πόλη),
ἄς ξυριστοῦν ὅλες οἱ κεφαλές,
ἄς πληγωθοῦν (μέ ἐντομές) ὅλα τά χέρια.
3Ζωστεῖτε μέ σάκκους στίς πλατεῖες της,
κλάψτε μέ κοπετούς στά δώματά της
στίς πλατεῖες της καί στούς δρόμους της,
θρηνῆστε ὅλοι γοερά.
4Γιατί φώναξε δυνατά ἡ Ἐσεβών καί ἡ Ἐλεαλή,
μέχρι τήν Ἰασσά ἀκούστηκε ἡ φωνή τους.
Φωνάζουν λοιπόν δυνατά τά σωθικά τῆς Μωαβίτιδος χώρας,
τό γεύεται ἡ ψυχή της.
5Ἡ καρδιά τῆς χώρας τῆς Μωάβ βοᾶ μέσα της
(καί φθάνει ἡ κραυγή της) μέχρι τήν Σηγώρ,
γιατί εἶναι μιά δάμαλη τριετής.
Στήν ἀνηφοριά δέ τῆς Λουείθ
θά ἀναβαίνουν σέ σένα κλαίοντες
ἀπό τόν δρόμο Ἀρωνιείμ
καί θά φωνάζουν: «Καταστροφή καί ταραχή»!
6Τό νερό τῆς Νεμηρείμ θά ἐρημωθεῖ
καί τό χορτάρι της θά ξηραθεῖ,
γιατί δέ θά ὑπάρχει (σ᾽ αὐτή) χλωρό χορτάρι.
7Ἀλλά μήπως πρόκειται νά τελειώσει ἔτσι (ἡ Μωάβ);
(Ὄχι) Γιατί θά φέρω στήν κοιλάδα Ἄραβες καί θά τήν καταλάβουν.
8Ἔτσι, ἔφθασε ἡ βοή στό ὅριο τῆς χώρας τῆς Μωάβ
(ἀκόμη) μέχρι τήν Ἀγαλείμ
καί ὁ ὀλολυγμός της μέχρι τό φρέαρ τοῦ Αἰλείμ.
9Τό δέ νερό τοῦ Ρεμμών θά γεμίσει ἀπό αἷμα,
γιατί θά φέρω Ἄραβες ἐναντίον τῆς Ρεμμών
καί θά ἐξαλείψω τό σπέρμα τῆς Μωάβ
καί τήν Ἀριήλ καί τό κατάλοιπο τῆς Ἀδαμά. α

α Ἐπειδή τό Ἑβραϊκό κείμενο τῆς περικοπῆς αὐτῆς σημειώνει σημαντικές διαφορές, διά τοῦτο παραθέτουμε ὁλόκληρο καί αὐτό:
15,1Προφητεία περί τῆς Μωάβ: Ἡ Ἄρ τῆς Μωάβ κυριεύθηκε, καταστράφηκε σέ μία νύκτα! Ἡ Κίρ τῆς Μωάβ κυριεύθηκε, καταστράφηκε σέ μία νύκτα! 2Ἡ Δαιβών ἀνέβηκε στόν ναό της, στούς ὑψηλούς τόπους της γιά νά κλάψει· Ἡ Μωάβ κλαίει γοερά γιά τήνΝεβώ καί τήν Μεδεβά. Ὅλες οἱ κεφαλές εἶναι ξυρισμένες καί ὅλα τά γένεια εἶναι κομμένα.
3Στούς δρόμους εἶναι περιζωσμένοι σάκκους·στά δώματα καί στίς πλατεῖες ὅλοι θρηνοῦν μέ δάκρυα πού πέφτουν κατά γῆς. 4Ἡ Ἐσεβών καί ἡ ᾽Ελεαλή κλαῖνε γοερά, οἱ φωνές τους ἀκούγονται σ᾽ ὅλο τόν δρόμο πρός τήν Ἰασσά. Γι᾽ αὐτό κραυγάζουν οἱ ὁπλοφόροι ἄνδρες τῆς Μωάβ καί οἱ καρδιές τους εἶναι λιποθυμισμένες. 5Ἡ καρδιά μου κραυγάζει γιά τήν Μωάβ, οἱ φυγάδες της πέταξαν μέχρι τήν Σηγώρ καί μέχρι τήν Ἀγλάθ Σελισία. Ἀνεβαίνουν τόν δρόμο πρός τήν Λουείδ, προχωροῦν κλαίοντες·στόν δρόμο πρός τήν Χωροναΐμ αὐτοί κλαίουν τήν καταστροφή τους. 6Τά νερά τῆς Νιμρίμ στέρεψαν καί τό χορτάρι ξεράθηκε·ἡ χλόη μαράθηκε καί τίποτε τό πράσινο δέν ἀπέμεινε. 7Ἔτσι, τόν πλοῦτο πού ἀπέκτησαν καί συγκέντρωσαν αὐτοί τόν μεταφέρουν μακρυά, πέρα ἀπό τήν κοιλάδα τῶν Ἰτεῶν. 8Οἱ κραυγές τους ἠχοῦν κατά μῆκος τῶν συνόρων τῆς Μωάβ, οἱ ὀλολυγμοί τους φτάνουν μέχρι τήν Ἐγλαΐμ, ὁ θρῆνος τους μέχρι τήν Βήρ-Αἰλίμ. 9Τά νερά τῆς Δειμών γέμισαν αἵματα, ἀλλά θά φέρω κατά τῆς Δειμών ἀκόμη περισσότερα: Ἕνα λιοντάρι γιά τούς διασωθέντας ἀπό τήν Μωάβ καί γιά ἐκείνους πού παρέμειναν στήν χώρα.


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

15,1-16,14. Κατά τῆς Μωάβ (Ἰεζ. 25,8-11. Ἀμ. 2,1-3). Ἡ ἐδῶ προφητεία καί τό κεφ. 31 τοῦ Ἱερεμίου [Ἑβρ. 48] θεωροῦνται ὡς δύο ἐπεξεργασμένα κείμενα τῆς ἰδίας προφητείας περί τῆς περιφρονημένης Μωάβ (Γεν. 19,30-37), ἡ ὁποία κεῖται κατά γῆς ὑπό τά πλήγματα ἑνός ἰσχυροῦ εἰσβολέως (πιθανόν τοῦ βασιλέως τῆς Ἀσσυρίας), βλ. στίχ. 1-9. Ἀπό τούς ἑρμηνευτές δέν γίνεται παραδεκτή ἡ ἡσαΐεια προέλευση τῶν ποιημάτων τῶν κεφ. μας. Μερικοί νομίζουν ὅτι πρόκειται γιά παλαιότερες προφητεῖες τοῦ Ἡσαΐου, οἱ ὁποῖες ἐφαρμόζονται σ᾽ αὐτήν τήν ἐποχή (βλ. τό συμπέρασμα σέ πεζό λόγο τῶν στίχ. 13-14). Ἄλλοι ὅμως χρονολογοῦν τά ἐδῶ ποιήματα ἤ μερικά ἀπό αὐτά σέ ἐποχή μετέπειτα τοῦ Ἡσαΐου. 15,1 ἑξ. Ἡ ἐρήμωση ἔφθασε σέ ὅλη τήν χώρα τῆς Μωάβ, πού οἱ κύριες πόλεις της μνημονεύονται στούς στίχ. 1-4, ἀναφερόμενες γενικά ἀπό τόν Νότο πρός Βορρᾶ, ἀπό τήν Κίρ μέχρι τήν Ἐσεβών καί Ἐλεαλή, στά βόρεια τῆς Νεβώ καί τῆς Μεδεβά. 15,5-9. Οἱ στίχ. περιγράφουν τήν φυγή τῶν κατοίκων πρός τόν νότο. Ἡ μνεία τῆς Σηγώρ (ἑβρ. «Τσω῾άρ») στόν στίχ. 5 πιθανόν νά γίνεται γιά νά ὑπενθυμίσει τήν φυγή τοῦ Λώτ, τοῦ προγόνου τῶν Μωαβιτῶν (Γεν. 19,22.23). 15,8. Τά νέα τῆς καταστροφῆς φθάνουν μέχρι τήν χώρα τῶν Ἀμμωνιτῶν. 15,9. Ρεμμών. Ἑβρ. «Διμών», εἶναι ἴσως παραλλαγή τοῦ «Διβών»,  βλ. στίχ. 2, λεγόμενο ἐδῶ «Διμών», γιατί ὑπενθυμίζει τήν ἰδέα τοῦ αἵματος, ἑβρ. «ντάμ».


(β) Πρόσκληση γιά βοήθεια (16,1-6)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ἡ σκηνή ἐδῶ ἀλλάζει καί μεταφέρεται στήν μωαβίτιδα πόλη Σελλά, ὅπου εἶχαν συγκεντρωθεῖ οἱ φυγάδες Μωαβῖτες. Αὐτοί ἀπό ἐκεῖ στέλνουν «ἀρνί» ἤ «ἀρνιά» στόν βασιλέα τῆς Ἰουδαίας (βλ. στίχ. 1 κατά τό Ἑβρ.), ὡς τόν κεκανονισμένο φόρο τους σ᾽ αὐτόν (βλ. Δ´ Βασ. 3,4) καί, περιγράφοντάς του τήν οἰκτρή τους κατάσταση (στίχ. 2), τοῦ ζητοῦν προστασία καί καταφύγιο στήν χώρα του (στίχ. 3.4α). Γιά νά κάνουν ἀκουστό ἀπό τούς Ἰουδαίους τό αἴτημά τους οἱ Μωαβῖτες παρουσιάζονται ἐδῶ ὅτι ἔχουν τήν ἰδία προσδοκία μέ αὐτούς, ὅτι δηλαδή καί αὐτοί ἀναμένουν τόν ἀπόγονο τοῦ Δαυΐδ δίκαιο κριτή, τόν Μεσσία (στίχ. 5). Αὐτή ἡ μεσσιακή ἐλπίδα τῶν Μωαβιτῶν πρέπει νά δημιουργήθηκε σ᾽ αὐτούς κατά τά χρόνια πού ἦταν ὑπό τήν κυριαρχία τοῦ Δαυΐδ, ἀλλά καί ἀργότερα, ὅταν ἤρχοντο στίς στέψεις Ἰουδαίων βασιλέων, θά ἄκουαν στούς σχετικούς ἐνθρονιστήριους λόγους περί τοῦ ἰδανικοῦ Βασιλέως καί Κριτοῦ, τοῦ ἀπό τήν γεννεά τοῦ Δαυΐδ ἀναμενομένου Μεσσία. Τό αἴτημα ὅμως τῶν Μωαβιτῶν ἀπερρίφθη ἀπό τούς Ἰουδαίους, λόγω τῆς ἀλαζονείας τους καί λόγω τῆς διπλοπροσωπίας τους (στίχ. 6).


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

16,1 Θά ἀποστείλω (τούς καταδιωκομένους Μωαβῖτες)
 σάν ἑρπετά στήν γῆ·
(ἄς καταφύγουν στήν Ἰουδαία, γιατί)
δέν εἶναι τό ὄρος τῆς θυγατρός Σιών
 ἔρημος βράχος (ὅπως τό περιφρονοῦν).
2 Θυγατέρα τῆς Μωάβ, θά γίνεις σάν ἕνα μικρό πουλί,
πού πάρθηκε ἀπό ἁρπακτικό πετεινό·
Ἀλλά ἐσύ (πόλη) Ἀρνῶν, θά πάθεις τά περισσότερα. 
3 (Πρός τήν Ἰουδαία:) Φρόντισε,
γίνε γιά πάντα προστασία (τῆς Μωάβ) στό πένθος της·
φεύγουν μεσημβρινή ὥρα, σάν σέ σκοτάδι.
Ἔχασαν τά λογικά τους, μήν τούς περιφρονήσεις.
4. Θά παροικήσουν σέ σένα οἱ ἐξόριστοι τῆς Μωάβ·
(δέξου τους, γιατί) θά σοῦ γίνουν προστασία ἀπό τόν διώκτη σας·
διαλύθηκε ἡ συμμαχία σου,
καί χάθηκε ὁ ἄρχοντας
πού καταπατοῦσε τήν γῆ.
5 Θά στηθεῖ ἕνας θρόνος μέ ἔλεος
καί θά καθήσει σ᾽ αὐτόν, στήν σκηνή τοῦ Δαυΐδ,
κριτής μέ ἀλήθεια, πού θά ζητεῖ τό δίκαιο
καί θά ἀποδίδει δικαιοσύνη.
6 (Οἱ Ἰουδαῖοι:) Ἀκούσαμε τήν ὑπερηφάνεια τῆς Μωάβ,
εἶναι πολύ ὑβρίστρια.
Ἀπέκοψες τήν ὑπερηφάνειά της,
οἱ μαντεῖες σου (Μωάβ) δέν θά εἶναι καλές. α


α. Ἐπειδή τό Ἑβραϊκό κείμενο τῆς περικοπῆς αὐτῆς σημειώνει σημαντικές διαφορές, διά τοῦτο παραθέτουμε καί αὐτό:

16,1 Στεῖλτε ἀρνί πρός τόν ἄρχοντα τῆς γῆς ἀπό τήν Σελλά, διά τῆς ἐρήμου, πρός τό ὄρος τῆς θυγατέρας τῆς Σιών. 2 Σάν πετόμενα πτηνά τά διωγμένα ἀπό τήν φωλιά ἔτσι εἶναι οἱ θυγατέρες τῆς Μωάβ στίς διαβάσεις τοῦ Ἀρνών. 3 Δῶσε μας συμβουλή, πᾶρε μιά ἀπόφαση. Κᾶνε τήν σκιά σου βαθειά σάν νύκτα στό καταμεσήμερο. Κρῦψε τούς φυγάδες, μή προδώσεις τούς πλανώμενους. 4 Ἄφησε οἱ Μωαβῖτες φυγάδες νά μείνουν κοντά σου, γίνε τό καταφύγιό τους ἀπό τόν καταστροφέα. Ὁ καταπιεστής θά ἐκλείψει, ἡ καταστροφή θά παύσει, ὁ ἐπιδρομέας θά ἀφανισθεῖ ἀπό τήν γῆ. 5 (Τότε) θά στερεωθεῖ ἕνας θρόνος βασισμένος στήν ἀγάπη καί θά καθήσει σ᾽ αὐτόν ἕνας μέ πιστότητα, ἕνας ἀπό τόν οἶκο τοῦ Δαυΐδ, κριτής πού ζητᾶ τό δίκαιο καί εἶναι γρήγορος στό νά ἀποδώσει τήν δικαιοσύνη. 6 Ἀκούσαμε γιά τήν ὑπερηφάνεια τῆς Μωάβ, γιά τήν πολλή της ὑπερηφάνεια καί ἀλαζονεία, γιά τήν ὑπεροψία της καί τήν αὐθάδειά της, ἀλλά οἱ κομπασμοί της εἶναι μάταιοι.  

(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

16,1. Δύσκολο κείμενο καί διαφόρως ἑρμηνευόμενο. Φαίνεται ὅτι οἱ Μωαβῖτες, ἀπειλούμενοι ἀπό κάποια ἐπιδρομή, ζητοῦσαν νά τεθοῦν ὑπό τήν προστασία τοῦ βασιλέως τοῦ Ἰούδα καί νά βροῦν σ᾽ αὐτόν καταφύγιο. Τό «ἀρνί», γιά τό ὁποῖο ὁμιλεῖ κατά τό Ἑβρ. ὁ στίχ. μας, ἦταν σημεῖο ὑποταγῆς, βλ. Δ´ Βασ. 3,4. Μεταφράζοντας ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος «στεῖλε, Κύριε, τό ἀνώτατο Ἀρνίο τῆς γῆς» προτείνει γι᾽ αὐτήν τήν περικοπή μία μεσσιανική ἑρμηνεία. – Πέτρα. Τό ἀντίστοιχο Ἑβρ. κείμενο ὁμιλεῖ γιά τήν Σελλά, ἡ ὁποία ἑρμηνεύεται «βράχος» καί μερικές φορές ταυτίζεται πράγματι μέ τήν σημερινή Πέτρα, κειμένη στήν χώρα τῆς Ἐδώμ. Οἱ φυγάδες ἔστειλαν ἀπό τήν προσωρινή τους διαμονή ἔκληση πρός τήν Ἱερουσαλήμ γιά βοήθεια. 16,3. Βουλεύου. Οἱ στίχ. 3-4α ἀναφέρουν τήν ἱκεσία τῶν φυγάδων τῆς Μωάβ, πού ζητοῦν ἀπό τούς Ἰουδαίους νά τούς δεχθοῦν. Γιά νά στηρίξουν τό αἴτημά τους, ἐκφράζουν στούς στιχ. 4β-5, πού ἀκολουθοῦν, τήν ἐμπιστοσύνη τους στό μέλλον τοῦ Ἰσραήλ, κυρίως στήν σταθερότητα τοῦ θρόνου τοῦ Δαυΐδ, θεμελιωμένου στίς ὑποσχέσεις τίς ὁποῖες πολύ συχνά κήρυττε ὁ Ἡσαΐας. 16,4α. Ὁ ἄρχων ἀπώλετο. Ἡ πρόταση αὐτή καί κατά τό Ἑβρ. φαίνεται ὡς ἀσύνδετη μέ τό προηγούμενο νόημα, γι᾽ αὐτό καί προτείνουν νά τήν νοήσουμε ὡς «μέχρι νά ἐκλείψει ὁ κατακτητής, μέχρι νά παύσει ἡ καταστροφή». Δηλαδή, ζητοῦν οἱ φυγάδες Μωαβῖτες προστασία καί καταφύγιο στήν χώρα τοῦ Ἰούδα (στίχ. 3.4α) μέχρις ὅτου φύγει ὁ ἐπιδρομέας πού εἰσέβαλε στήν γῆ τους. Καμμία ὅμως μαρτυρία κειμένου δέν εὐνοεῖ αὐτή τήν ἑρμηνεία. 16,6. Ὁ στίχ. αὐτός φαίνεται ὅτι μεταφέρει τήν ἀπάντηση τῶν Ἰουδαίων στούς Μωαβῖτες. Λόγω τῆς ὑπερηφανείας τῆς Μωάβ, ἀπορρίπτεται ἡ αἴτησή της.


(γ) Δεύτερος θρῆνος γιά τήν Μωάβ (16,7-12)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ἡ περικοπή αὐτή ἐδῶ εἶναι ἕνας ἄλλος πάλι θρῆνος γιά τήν Μωάβ. Μποροῦμε ὅμως νά ποῦμε ὅτι ἡ περικοπή μας εἶναι συνέχεια τοῦ πρώτου θρήνου τοῦ κ. 15, ὁ ὁποῖος διακόπηκε ἀπό τήν περικοπή 16,1-6, στήν ὁποία, ὅπως εἴδαμε προηγουμένως, οἱ Μωβῖτες ζήτησαν βοήθεια ἀπό τούς Ἰουδαίους γιά τήν συμβάσα εἰσβολή τοῦ ἐχθροῦ. Στήν περικοπή μας οἱ Μωαβῖτες θρηνοῦν γιά τήν καταστροφή τῆς ὄμορφης χώρας τους, γιά τήν τέλεια ἐρήμωσή της (στίχ. 7.9.11). Χάθηκαν οἱ σταφιδόπιττες τῆς Κίρ Ἀρέσεθ (στίχ. 7), μαράθηκαν τά λιβάδια τῆς Ἐσεβών καί τά ἀμπέλια τῆς Σιβμά· τά ποδοπάτησε ὅλα ὁ κατακτητής (στίχ. 8). Σώπασαν καί τά τραγούδια τῆς χαρᾶς πού ἀκούονταν κατά τόν τρυγητό (στίχ. 10). Ἄς μή προσεύχεται ἡ Μωάβ στούς ὑψηλούς τόπους, γιατί δέν πρόκειται νά εἰσακουσθεῖ (στίχ. 12). Ἡ ἀρχαιολογία μαρτυρεῖ τήν συμβάσα καταστροφή, γιατί στήν Ἐσεβών βρέθηκαν καταστραμένα πιεστήρια σταφυλιῶν. 


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

16,7 Θά κλαύσει μέ κραυγές ἡ Μωάβ,
ὅλοι στήν Μωαβίτιδα χώρα θά θρηνήσουν γοερά.
Ὅσοι ὅμως κατοικοῦν τήν Σέθ θά φροντίσεις γι᾽ αὐτούς
καί δέν θά ἐντραπεῖς.
8 Οἱ πεδιάδες τῆς Ἐσεβών θά πενθήσουν
οἱ ἀμπελῶνες τῆς Σεβαμά.
(Ἀσσύριοι) πού καταπίνετε τά ἔθνη
καταπατῆστε τούς ἀμπελῶνες της μέχρι τήν Ἰαζήρ.
Μή κάνετε συνθήκη (μαζί της),
προχωρεῖτε πρός τήν ἔρημο.
Οἱ ἀπεσταλμένοι (πρέσβεις τους) ἐγκαταλείφθηκαν,
διάβηκαν τήν ἔρημο.
9 Γι᾽ αὐτό θά κλαύσω γιά τούς ἀμπελῶνες τῆς Σαβαμά
σάν τόν κλαυθμό τῆς Ἰαζήρ.
Ἐσεβών καί Ἐλεαλή κατέρριψαν τά δένδρα σου,
γιατί θά καταπατήσω στήν σοδειά τοῦ θέρους καί τοῦ τρυγητοῦ
καί ὅλα θά καταπέσουν.
10 Ἡ εὐφροσύνη καί ἡ χαρά θά ἀφαιρεθεῖ ἀπό τούς ἀμπελῶνες σου,
δέν θά χαίρονται καθόλου στούς ἀμπελῶνες σου
καί δέν θά πατοῦν καθόλου οἶνο στούς κάδους,
γιατί ἔπαυσε (ὁ τρυγητός).
11 Γι᾽ αὐτό καί ἡ καρδιά μου θά ἠχήσει σάν κιθάρα γιά τήν Μωάβ
καί τά ἐντός μου τά ἀνακαίνισες σάν τεῖχος.
12 Καί θά συμβεῖ πρός ἐντροπή σου
(γιατί κοπίασε ἡ Μωάβ γιά τούς βωμούς)
τό ὅτι θά εἰσέλθει στά εἴδωλά της, γιά νά προσευχηθεῖ,
ἀλλά αὐτά δέν θά μποροῦν νά τήν σώσουν. α

α. Ἐπειδή τό Ἑβραϊκό κείμενο τῆς περικοπῆς αὐτῆς σημειώνει σημαντικές διαφορές, διά τοῦτο παραθέτουμε καί αὐτό:

16,7 Γι᾽ αὐτό οἱ Μωαβῖτες θρηνοῦν γιά τήν Μωάβ, θρηνοῦν ὅλοι μαζί γιά τήν Μωάβ. Θρῆνος καί κλάμματα γιά τίς σταφιδόπιττες τῆς Κίρ Ἀρέσεθ.  8 Τά λιβάδια τῆς Ἐσεβών μαραίνονται, καί τά ἀμπέλια τῆς Σιβμά ἐπίσης. Οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν ποδοπάτησαν τά ἐκλεκτά ἀμπέλια, πού ἔφταναν μέχρι τήν Ἰαζήρ καί ξαπλώνονταν μέχρι τήν θάλασσα. 9 Γι᾽ αὐτό θρηνῶ, ὅπως θρηνεῖ ἡ Ἰαζήρ γιά τίς ἀμπέλους τῆς Σιβμά. Ἐσεβών καί Ἐλεαλή σέ βρέχω μέ τά δάκρυά μου. Ἡ πολεμική κραυγή ξέσπασε πάνω στούς θερινούς σου καρπούς καί στόν θερισμό σου. 10 Ἡ χαρά καί ἡ ἀγαλλίαση ἔφυγαν ἀπό τήν δενδρόφυτο γῆ σου, δέν ἀκούονται ἄσματα οὔτε φωνές στούς ἀμπελῶνες σου, κανένας πατητής δέν πατάει οἶνο στούς ληνούς σου, σίγησα τίς χαρούμενες φωνές. 11 Ἡ καρδιά μου κλαίει γιά τήν Μωάβ σάν κιθάρα καί τά σωθικά μου γιά τήν Κίρ Ἀρές. 12 Καί θά συμβεῖ, νά δοῦν τούς Μωαβῖτες, νά ἔλθουν κουρασμένοι στούς ὑψηλούς τόπους γιά νά προσευχηθοῦν, ἀλλά δέν θά ὠφεληθοῦν.


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

16,6-12. Μία περιγραφή τῆς καταστροφῆς, ἰδιαίτερα τῆς καταστροφῆς τῶν ἀμπελώνων (βλ. καί Ἱερ. 31 [Ἑβρ. 48] 29-33)16,7. Κίρ - Ἀρέσεθ, ὅπως καί ἡ Κίρ Ἀρές (στίχ. 11) πρέπει νά ταυτισθεῖ μέ τήν Κίρ Μωάβ (Κεράκ) (15,1· βλ. Δ´ Βασ. 3,25). – Τά γεωγραφικά ὀνόματα πού ἀκολουθοῦν, ἀπό τήν Ἐσεβών μέχρι τήνἘλεαλή, εἶναι συγκεντρωμένα στήν περιοχή βορείως στήν Μωάβ, εὐνοϊκή γιά τόν οἶνο. 16,9-10. Οἱ στίχ. αὐτοί περιγράφουν τήν καταστροφή τήν προξενηθεῖσα ὑπό τοῦ εἰσβολέως σέ καιρό θερισμοῦ. 16,9. Κατά τό Ἑβρ. πρόκειται γιά τήν κραυγή τῶν τρυγητῶν. Κατ᾽ ἄλλους πρόκειται γιά τήν κραυγή τοῦ πολέμου, ἀλλά οἱ ἀκόλουθοι στίχ. εὐνοοῦν τήν πρώτη ἑρμηνεία.


(δ) Ἡ καταστροφή τῆς Μωάβ (16,13-14)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Οἱ δύο αὐτοί στίχ. εἶναι μία προσθήκη σέ πεζό λόγο γραμμένη, ἡ ὁποία, ὅπως φαίνεται, θέλει νά βεβαιώσει τήν προφητεία περί τῆς Μωάβ καί νά ἀναγγείλει τήν πολύ σύντομη ἐκπλήρωσή της (βλ. 15,1 ἑξ.): Σέ τρία ἔτη! Πρόκειται περί ἀκριβοῦς ὑπολογισμοῦ.


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

16,13 Αὐτή εἶναι ἡ προφητεία πού ἐλάλησε ὁ Κύριος γιά τήν Μωάβ, πού τήν εἶπε πρίν ἀπό πολύ καιρό. 14 Καί τώρα λέγω: Σέ τρία ἔτη, ἔτη μισθωτοῦ (πού λογαργιάζει καλά), θά ἀτιμασθεῖ ἡ δόξα τῆς Μωάβ μέ ὅλο τόν μεγάλο της πλοῦτο· θά ἀπομείνει λιγοστή καί ὄχι ἔντιμη. α

α Κατά τό Ἑβρ. κείμενο ἡ περικοπή μας ἔχει:
16,13 Αὐτός εἶναι ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, πού ἐλάλησε γιά τήν Μωάβ, πρίν ἀπό πολύ καιρό. 14 Ἀλλά τώρα ὁ Κύριος λέγει: «Σέ τρία ἔτη, ἀριθμουμένων ὡς ἔτη μισθωτοῦ, ἡ δόξα τῆς Μωάβ θά περιφρονηθεῖ καί ὅλος ὁ μέγας πληθυσμός της· καί αὐτοί πού θά ἐπιζήσουν, θά εἶναι πολύ λίγοι καί ὄχι ἰσχυροί».


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

16,14. Αὐτή ἡ προσθήκη σέ πεζό λόγο μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση μιᾶς παλαιᾶς προφητείας, τῆς ὁποίας ἐδῶ ἀναγγέλλεται ἡ ἀκριβής ἐκπλήρωση, βλ. σχόλ. εἰς 15,1. Ἐν τρισίν ἔτεσιν ἐτῶν μισθωτοῦ. Σέ σύντομο διάστημα, παρά τήν μεσολαβήσασα εὐημερία, ἡ Μωάβ πάλι θά ἐρημωθεῖ. Ὁ χρόνος ἐκπληρώσεως τῆς προφητείας θά εἶναι πολύ σύντομος, τρία ἔτη, διότι τόσο διαρκοῦσε ἡ ὑπηρεσία τοῦ μισθωτοῦ (βλ. Δευτ. 15,18, ὅπου λέγεται γιά ὑπηρεσία ἕξι ἐτῶν, πού τήν λέγει διπλῆ ἀπό τήν ἀπαιτουμένη γιά ἕνα μισθωτό ἄνδρα). Ὁ ἴδιος ὅρος περιόδου τριῶν ἐτῶν ὑπηρεσίας εὑρίσκεται στόν Κώδικα τοῦ Χαμουραμπί (J. Prichard, Ancient Near Eastern Texts 170-171,117). Ἡ ἔκφραση δέ «ἐτῶν μισθωτοῦ» σημαίνει γενικά χρόνο ἀκριβῶς ὅσος ὁρίζεται γιά τόν μισθωτό ἐργάτη καί ὄχι «περίπου», διότι ὁ μισθωτός ἐργάτης ὑπολογίζει ἀκριβῶς τόν χρόνο τῆς ἐργασίας του.