Translate

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ [Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ (Ἡ μελλοντική σωτηρία τῶν ἐκλεκτῶν)]

       




      IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
Δημητσάνα, Δευτέρα 8 Ἰουνίου 2015


ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ
(Ἡ ἑρμηνεία παρά τήν συντομία της καί τήν ἁπλότητά της εἶναι ἐπιστημονική)

Ἡ ἐργασία αὐτή προσφέρεται στούς ἀναγνῶστες σέ συνέχειες ἑκάστη Δευτέρα καί Παρασκευή διά ἐξεύρεση λαθῶν ἐκ μέρους τους καί ἐνημέρωσή μας πρός διόρθωση, πρίν ἀπό τήν τελική δημοσίευση τοῦ ἔργου.


Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ

Ἡ μελλοντική σωτηρία τῶν ἐκλεκτῶν (4,2-6)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ἡ μικρά αὐτή περικοπή εἶναι μιά μεσσιακή προφητεία καί προαναγγέλλει τήν σωτηρία καί τήν δόξα πού θά ἔρθει κατά τήν ἐποχή τοῦ Μεσσίου στούς ὀλίγους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θά ἀποδειχθοῦν πιστοί καί ἐκλεκτοί. Ἀντίθετα πρός τήν μάταιη ἀνθρώπινη λαμπρότητα καί δόξα τῶν Ἰσραηλιτῶν, τήν ὁποία ἤλεγξε ὁ Προφήτης (βλ. 2,10 ἑξ. 17. 3,16 ἑξ.), ὁ Θεός θά δοξάσει («ἐπιλάμψει») τό κατάλοιπο τοῦ Ἰσραήλ (στίχ. 2), αὐτούς, δηλαδή, πού ἐκαθάρθησαν μέ τήν κρίση (βλ. 2,5 ἑξ. 3,8 ἑξ.) καί διασώθηκαν ἀπ᾽ αὐτήν. Nέα δέ σχέση, λαμπρή καί δοξασμένη, θά ὑπάρχει μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ καταλοίπου αὐτοῦ, σχέση πού εἰκονίζεται ἐδῶ μέ τήν παλαιά δόξα τοῦ Ἰσραήλ κατά τήν καθοδήγησή του ἀπό τόν Θεό στήν ἔρημο (στίχ. 5.6).


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

4,2Τήν ἐποχή ἐκείνη (τήν μεσσιακή)
θά λάμψει ὁ Θεός μέ σοφία καί δόξα πάνω στήν γῆ,
γιά νά ἀνυψώσει καί νά δοξάσει τούς Ἰσραηλῖτες ποὔχουν ἀπομείνει.α
3Τότε, αὐτοί πού ἀπόμειναν στήν Σιών
καί καταλείφθηκαν στήν Ἱερουσαλήμ,
θά καλοῦνται «ἅγιοι»,
ὅλοι οἱ γραμμένοι γιά τό βιβλίο τῆς ζωῆς στήν Ἱερουσαλήμ.
4Ὅταν ὁ Κύριος θά ἔχει ἀποπλύνει τόν μολυσμό τῶν υἱῶν
καί τῶν θυγατέρων τῆς Σιών
καί θά ἔχει καθαρίσει ἀπό ἀνάμεσά τους τά ἐγκλήματα τῶν φόνων
μέ τήν πνοή τῆς θείας ὀργῆς,
πού καθαρίζει καί ἐξαφανίζει.
5Θά ἔρθει ὁ Κύριος! Καί τότε θά συμβεῖ σ᾽ ὅλο τόν χῶρο τοῦ ὄρους Σιών
καί σ᾽ ὅλα τά τριγύρω του νά τά σκιάσει νεφέλη τήν ἡμέρα
καί σάν καπνός καί σάν λάμψη καιομένης φωτιᾶς τήν νύχτα.
Μέ κάθε δόξα θά σκεπαστεῖ ἡ Σιών.
6Καί (ἡ νεφέλη καί ἡ δόξα Κυρίου) θά χρησιμεύει ὡς σκιά
ἀπό τό καῦμα τοῦ ἥλιου
καί ὡς σκέπη καί καταφύγιο ἀπό ραγδαία βροχή.


α. Στό Ἑβρ. ὁ στίχ. ἔχει διαφορετικά: «Κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη ὁ βλαστός τοῦ Κυρίου θά εἶναι στόλισμα καί τιμή, καί ὁ καρπός τῆς χώρας θά ἀποτελεῖ ὑπερηφάνεια καί δόξα γιά τούς διασωθέντας ἐκ τοῦ Ἰσραήλ».


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

4,2-6. Ἡ περικοπή προσμένει μέ χαρά τήν ἐποχή πού ἡ θεία κρίση θά καθαρίσει τήν Σιών ἀπό πάντα μολυσμό. 4,2. Ἐπιλάμψει ὁ Θεός... Οἱ Ο΄ μέ τήν μετάφρασή τους αὐτή θά ἐννοοῦν κάποια θεοφάνεια κατά τήν μεσσιακή ἐποχή. Τό Ἑβρ. ἀντί τοῦ «ὁ Θεός» τῶν Ο´ ἔχει ὁ «βλαστός (ἑβρ.  «τσέμαχ») τοῦ Κυρίου». Τό «βλαστός» σημαίνει (α) τόν Μεσσία (Ἰερ. 23,5.33,15. Ζαχ. 3,8. 6,12. Ψαλμ. 131,17), ἤ (β) τό «ὑπόλοιπο» (τό «λεῖμμα») τοῦ Ἰσραήλ (βλ. τό σχόλιο πού ἀκολουθεῖ εἰς 4,3), συγκρινόμενο μέ τήν ἔκφραση αὐτή πρός ἕνα δένδρο, πού ἀναγεννᾶται στό ἔδαφος τῆς Παλαιστίνης. Ὁ ὅρος τελικά θά ἐφαρμοσθεῖ στό Ἴδιο τό Πρόσωπο τοῦ Μεσσίου (Ἰερ. 23,5. 33,15. Ζαχ. 3,8. 6,12. Ψαλμ. 131,17). Βλ. καί τό ἑπόμενο σχόλ. 4,3. Τό ὑπολειφθέν ἐν Σιών, τό «σπέρμα» (ἑβρ.  «σαρίδ»)· βλ. σχόλ. εἰς 1,9. Ὁ ἄπιστος Ἰσραήλ θά τιμωρηθεῖ. Ἀλλά, ἐπειδή ὁ Θεός ἀγαπᾶ τόν λαό του, ἕνα μικρό «ὑπόλοιπο» θά ξεφύγει ἀπό τό ξίφος τῶν εἰσβολέων. Τό θέμα, γνωστό ἤδη ἀπό τόν Ἀμώς (3,12. 5,15. 9,8-10), ἐπαναλαμβάνεται ἀπό τόν Ἠσ. (4,2-3. 6,13. 7,3 καί 10,19-21. 28,5-6. 37,4 [(= Δ΄ Βασ. 19,4· 37,31-32· βλ. Μιχ. 4,7. 5,2. Σοφ. 2,7.9. 3,12. Ἰερ. 3,14. 5,18. Ἰεζ. 5,3.9). Κατοικώντας στήν Ἰερουσαλήμ αὐτό τό «ὑπόλοιπον», καθαρμένο καί πιστό πιά στό ἑξῆς, θά γίνει ἐκ νέου ἕνα ἰσχυρό ἔθνος. Μετά τήν καταστροφή τοῦ 586 ἐμφανίζεται μία νέα ἰδέα: Τό «ὑπόλοιπο» θά βρεθεῖ μεταξύ τῶν ἐξορίστων (Ἰεζ. 12,16. Βαρ. 2,13) καί ἐκεῖ στήν ἐξορία οἱ ταλαιπωρηθέντες θά μεταστραφοῦν (Ἰεζ. 6,8-10· βλ. Δευτ. 30,1-2)· ὁ Θεός τότε θά συναθροίσει τό «ὑπόλοιπο» γιά τήν μεσσιακή ἀποκατάσταση (Ἠσ. 11,11.16. Ἰερ. 23,3. 31,7. 50,20. Ἰεζ. 20,37. Μιχ. 2,12-13). Μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν αἰχμαλωσία, τό «ὑπόλοιπο» θά ἀπιστήσει ἐκ νέου καί γι᾿ αὐτό πάλι θά κτυπηθεῖ καί θά καθαρισθεῖ (Ζαχ. 1,3. 8,11. Ἀγ. 1,12. Ἀβ. 17 = Ἰωήλ 3.5. Ζαχ. 13,8-9. 14,2). Στήν πραγματικότητα ὁ Χριστός θά εἶναι τό ἀληθινό «Σπέρμα», πού θά προέλθει ἀπό τό «ὑπόλοιπο» τοῦ νέου καί ἐξαγνισθέντος Ἰσραήλ (Ἠσ. 11,1.10· βλ. 4,2. Ἰερ. 23,3-6). Ἀντίθετα ἀπό τό Ἰσραήλ τά εἰδωλολατρικά κράτη δέν θά ἔχουν «ὑπόλοιπο»· βλ. Ἠσ. 14,22.30. 15,9. 16,14. Ἰεζ. 21,37. Ἀμ. 1,8. Ἀβ. 18. 4,4. Τό πνεῦμα τῆς κρίσεως. Ὁ Θεός θά στείλει κατακλυσμό θλίψεως στόν λαό Του καί θά πλύνει τήν ἁμαρτία τους («ἐκπλυνεῖ τόν ρύπον»), καί «πνεῦμα καύσεως» γιά νά τούς καθαρίσει ἀπό τήν ἐνοχή τους. Αὐτές ὅμως οἱ δύο εἰκόνες προεικονίζουν τό λουτρό τῆς ἀναγεννήσεως στό βάπτισμα. 4,5. Τό νόημα τοῦ στίχ. εἶναι ὅτι ὁ Γιαχβέ θά εἶναι πάλι μέ τόν λαό του, ὅπως ἦταν παλαιά κατά τήν διάρκεια τῆς πορείας του στήν ἔρημο. Ἐδῶ ἔχουμε ἀναφορά στήν στήλη τῆς νεφέλης ἤ τοῦ πυρός, πού προηγεῖτο τῶν Ἰσραηλιτῶν κατά τήν πορεία τους στήν ἔρημο, Ὁ ὑπαινιγμός στήν Ἔξοδο ὡς νά βεβαιώνει τήν βραδυτέρα χρονολογία τοῦ ποιήματος· βλ. 10,26, χωρίο πού εἶναι μία προσθήκη, τούς στίχ. 11,15-16, πού εἶναι μεταιχμαλωσιακοί, καί τήν παράσταση τῆς ἐπιστροφῆς ἀπό τήν Ἐξορία, σάν μία νέα Ἔξοδο στόν Δεύτερο-Ἠσαΐα (βλ. 40,3 σχόλ.).
Τό ἆσμα τοῦ ἀμπελῶνος (5,1-7)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Στήν ὡραία αὐτή καί ἀπό ρητορική καί ἀπό λογοτεχνική ἄποψη περικοπή φαίνεται ἡ ἀγάπη τοῦ Γιαχβέ πρός τόν λαό του τόν Ἰσραήλ, τόν ὁποῖο παραβάλλει πρός ἕνα ἀμπελώνα (στίχ. 7), ἀλλά φαίνεται ἀκόμη καί ἡ ἀγνωμοσύνη τοῦ λαοῦ αὐτοῦ πρός τόν Κύριό του Γιαχβέ. Καί τί δέν ἔπραξε ὁ Θεός γιά τήν σωτηρία τοῦ λαοῦ του, τοῦ ἀμπελῶνος αὐτοῦ!... Τόν ἐφύτευσε «ἐν κέρατι καί τόπῳ πίονι» (στίχ. 1), σέ ἀνοιχτό δηλαδή καί ἡλιόλουστο λόφο, σέ γονιμώτατο ἔδαφος. Τόν ἔσκαψε, τοῦ ἀφαίρεσε τά λιθάρια καί τοῦ ἐφύτευσε ἐκλεκτά κλήματα (στίχ. 2). Ὅμως, ὁ ἀμπελώνας, παρά τήν τόση φροντίδα τοῦ ἀμπελουργοῦ του, ἀντί σταφυλῶν παρήγαγε ἀγκάθια (στίχ. 2β). Τέλεια διαστροφή! Τέτοιος, πραγματικά, ἀποδείχθηκε ὁ Ἰσραήλ: Ἀντί δικαιοσύνης, ἐποίησε ἀνομία (στίχ. 7β)· γι᾽ αὐτό καί εἶναι δικαία ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ πρός αὐτόν. «Ἀνήσω τόν ἀμπελώνα μου» , λέγει ὁ Θεός, καί τότε σ᾽ αὐτόν «ἀναβήσονται ὡς εἰς χέρσον ἄκανθαι» (στίχ. 6)!...

(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

5,1Θά ψάλω στόν ἀγαπημένο μου (Ἰσραήλ)
ἆσμα τοῦ ἀγαπητοῦ μου (Γιαχβέ)
γιά τόν ἀμπελώνα μου.α
Ἀμπελώνα εἶχε ὁ ἀγαπητός
σέ εὔφορη βουνοκορυφή.
2Τοῦ ἔβαλαβ φράκτη, τόν ἔσκαψα
καί τοῦ ἐφύτευσα
ἐκλεκτά κλήματα·
ἀνήγειρα πύργο στό μέσον του
καί ἄνοιξα πατητήρι σ᾽ αὐτόν.
Περίμενα, λοιπόν, (ὁ ἀμπελώνας)
νά κάνει σταφυλές,
ἀλλά αὐτός ἔκανε ἀγκάθια!...
3Καί τώρα ἐσεῖς
κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ
καί ἄνθρωποι τοῦ Ἰούδα
κρίνετε μεταξύ ἐμοῦ
καί τοῦ ἀμπελώνα μου!
4Τί θά ἔπρεπε νά κάνω ἀκόμα
γιά τόν ἀμπελώνα μου,
τό ὁποῖο δέν ἔκανα;
Γιατί περίμενα
νά παράγει σταφύλια
καί ὅμως παρήγαγε ἀγκάθια!...
5Ἔ, τώρα, λοιπόν,
θά σᾶς φανερώσω
τί θά κάνω στόν ἀμπελώνα μου:
Θά ἀφαιρέσω τόν φράκτη του
καί θά εἶναι ἐλεύθερος
σέ διαρπαγή·
καί θά γκρεμίσω τόν τοῖχο του
γιά νά καταπατηθεῖ.
6Θά ἐγκαταλείψω
τόν ἀμπελώνα μου·
δέν θά κλαδευτεῖ οὔτε θά σκαφτεῖ.
Ἀγκάθια θά φυτρώσουν σ᾽ αὐτόν
ὅπως σέ ἕνα χερσότοπο.
Καί θά διατάξω τά σύννεφα
νά μή στείλουν σ᾽ αὐτόν βροχή.
7Γιατί ὁ οἶκος Ἰσραήλ
εἶναι ὁ ἀμπελώνας
τοῦ Κυρίου τῶν δυνάμεων
καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ Ἰούδα
εἶναι ἡ ἀγαπητή του φυτεία.
Περίμενα νά ἐξασκεῖ δικαιοσύνη
καί ὅμως ἔκαμε ἀνομία·
δέν βρέθηκε σ᾽ αὐτόν χρηστότητα
ἀλλά κραυγή (τῶν ἀδικουμένων).

α. «Γιά τόν ἀμπελώνα του», λέει τό Ἑβρ.
β. Κατά τό Ἑβραϊκό κείμενο ὁ λόγος ἐκφέρεται σέ γ´ πρόσωπο.

(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

5,1-7. Ποίημα συντεθέν ἀπό τόν Ἠσαΐα στήν ἀρχή τῆς διακονίας του, ἴσως ἀπό ἕνα ἆσμα τρύγου. Πιθανόν αὐτό τό μοναδικό διδακτικό ἆσμα νά συνετέθη γιά ἕνα ἑορτασμό τῆς ἑορτῆς τῆς Σκηνοπηγίας κατά τήν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωθάμ. Ὁ προφήτης μιμεῖται ἕνα ἆσμα τρύγου. Πιθανόν καί αὐτός νά τραγούδησε ἕνα τέτοιο ἆσμα σέ περίπτωση τρύγου ἤ σέ ἑορτή Σκηνοπηγίας. Τό θέμα τῆς ἀμπέλου Ἰσραήλ, ἐκλεγείσης καί μετά ἀπορριφθείσης, ξεκίνησε ἤδη ἀπό τόν Ὠσηέ (10,1), μετά ἐπαναλήφθηκε ἀπό τόν Ἰερεμία (2,21. 5,10. 6,9. 12,10) καί τόν Ἰεζεκιήλ (15,1-8. 17,3-10. 19,10-14). Βλ. καί Ψαλμ. 79,9-19. Ἠσ. 27,2-5. Ὁ Ἰησοῦς θά τό μεταφέρει στήν παραβολή τῶν φονέων τῶν ἀποσταλμένων ὑπό τοῦ Θεοῦ δούλων του (Ματθ. 21,33-44· βλ. ἐπίσης καί τήν παραβολή περί τῆς ἀκάρπου συκῆς, Ματθ. 21,18-19). Στό Ἰωάν. 15,1-2 ὁ Ἰησοῦς θά ἀποκαλύψει τό μυστήριο τῆς «ἀληθινῆς ἀμπέλου». Θά συναντήσουμε ἀκόμη τίς διάφορες χρήσεις τοῦ θέματος περί τῆς ἀμπέλου εἰς Ἰερ. 5,10. 6,9. Ἰεζ. 15,1-8. 17,3-10. Δευτ. 32,32-33 καί Σοφ. Σειρ. 24,17. 5,1α. Εἰσαγωγή στό ποίημα. 5,2. Σωρήχ. Οἱ Ο´ μεταγράφουν ἐδῶ ἁπλῶς τό ἑβρ. «σωρέκ» (βλ. Ἰερ. 2,21), τό ὁποῖο ἦταν τό ὄνομα μιᾶς κοιλάδος στήν Φιλισταία (Κριτ. 16, 4). Τό Ἑβρ. «σωρέκ», σημαίνει κατά λέξη «ροδοκόκκινο»· ὄνομα ἑνός ἐκλεκτοῦ φυτοῦ (16,8. Ἰερ. 2,21· βλ. Γεν. 49,11). 5,3-4. Ὁ προφήτης καλεῖ ἐδῶ τόν Ἰούδα νά κρίνει κατά τοῦ ἑαυτοῦ του, περισσότερο ἀπό ὅτι ὁ Νάθαν καλοῦσε τόν Δαυΐδ νά καταδικάζει τόν ἑαυτόν του ἐλέγξας αὐτόν παραβολικῶς (Β´ Βασ. 12,1-12). 5,7. Ἔχουμε ἐδῶ ἕνα λογοπαίγνιο λέξεων, πού δέν εἶναι ὅμως δυνατόν νά μεταφερθεῖ στήν γλώσσα μας. Ὁ Θεός ἀνέμενε ἀπό τόν ἀμπελώνα του «τοῦ ποιῆσαι κρίσιν» («μισπάτ») καί ὅμως βρῆκε παντοῦ «αἱματοχυσία» («μισπάχ»), ὅπως λέγει τό Ἑβρ. (οἱ Ο΄ ἔχουν «ἀνομίαν»)· καί ἀνέμενε «δικαιοσύνη» («τσεδακά»), ἀλλά εὗρε «κραυγήν», Ἑβρ.  «τσε῾ακά», δηλαδή, κατακραυγή τῶν δυστυχισμένων. Ἡ ἔκφραση εὑρίσκεται καί εἰς Ἐξ. 3,7.9. Ψαλμ. 9,13. – Κρίσις καί δικαιοσύνη, ὅροι πού συνδέονται(1,21) καί ἀναπηδοῦν ἀπό τήν σχέση τῆς διαθήκης, ἡ ὕπαρξη τῆς ὁποίας ὑποτίθεται (Ἐξ. κ. 19-20). – Κραυγή. Ἀπό τήν καταπίεση.
Τά ἕξι «οὐαί» (5,8-24)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Στήν προηγούμενη περικοπή παρέστησε ὁ προφήτης Ἠσαΐας τήν οἰκτρή κατάσταση τοῦ Ἰσραήλ μέ τήν παραβολή τοῦ κακοῦ ἀμπελῶνος καί στήν παροῦσα τώρα περικοπή ἐκφέρει δυνατά «οὐαί» ἐναντίον ἐκείνων πού ἀποτελοῦν τούς κακούς καρπούς τοῦ ἀμπελῶνος αὐτοῦ. Τά «οὐαί» αὐτά εἶναι ἕξι. Τό πρῶτο «οὐαί» (στίχ. 8-10) ἀπευθύνεται ἐναντίον τῶν ἀπλήστων γαιοκτημόνων, τό δεύτερο (στίχ. 11-17) κατά τῶν μεθύσων καί ἀσώτων, τό τρίτο «οὐαί» (στίχ. 18.19) ἀπευθύνεται κατά τῶν βλασφήμων καί ἐμπαικτῶν, τό τέταρτο (στίχ. 20) ἐκφέρεται ἐναντίον τῶν διαστροφέων τῶν ἠθικῶν ἐννοιῶν, ὅπως ἦταν οἱ Ἕλληνες σοφιστές καί ὅπως εἶχε πράξει ὁ ὄφις στόν παράδεισο (Γεν. 3,1 ἑξ.). Τό πέμπτο «οὐαί» (στίχ. 21) ἀπευθύνεται κατά τῶν πολιτικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναπαύονταν στίς δικές τους βουλές, περιφρονοῦντες τούς προφητικούς λόγους, καί μέ τό ἕκτο «οὐαί» (στίχ. 22.23) ὁ προφήτης ταλανίζει τούς ἄρχοντες ἐκείνους πού ἐδείκνυαν τόν ἡρωισμό τους ὄχι μέ τό νά πατάσσουν τίς ἀδικίες καί τά ἐγκλήματα, ἀλλά μέ τήν ἀντοχή τους στήν μέθη! 


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

5,8Οὐαί σ᾽ αὐτούς πού προσθέτουν οἰκία σέ οἰκία
καί σ᾽ αὐτούς πού συνάπτουν ἀγρό σέ ἀγρό,
γιά νά ἀφαιρέσουν κάτι ἀπό τόν πλησίον.α
Μήπως πρόκειται νά κατοικήσετε μόνοι σας στήν γῆ;
9Ἀκούστηκαν αὐτά στά ὦτα Κυρίου Σαβαώθ·
κι ἄν γίνουν πολλές οἰκίες,θά ἐρημωθοῦν·
κι ἄν γίνουν μεγάλες καί καλές (οἰκίες)
δέν θά ὑπάρχουν ἄνθρωποι νά κατοικήσουν σ᾽ αὐτές.
10Γιατί δέκα ζεύγη βοῶν
(σέ μιά ἄμπελο)
θά ἀποδίδουν μόνο μία ὑδρία.
Καί αὐτός πού σπέρνει
ἕξι μετρητές
θά κάνει καρπόν τριῶν μέτρων.β
11Οὐαί σ᾽ αὐτούς πού ἐγείρονται τό πρωί,
γιά νά ἐπιδιώξουν μεθυστικά ποτά
καί μένουν μέχρι ἀργά τό βράδυ,
γιατί θά τούς κάψει τό κρασί.
12Γιατί μέ κιθάρες καί ἅρπες
καί τύμπανα καί αὐλούς πίνουν τό κρασί·
δέν προσέχουν ὅμως τά ἔργα τοῦ Κυρίου
καί δέν κατανοοῦν τά θαυμάσιά Του.
13Γι᾽ αὐτό θά ὁδηγηθεῖ στήν αἰχμαλωσία ὁ λαός μου,
γιατί στερεῖται τήν γνώση τοῦ Κυρίου·
καί γιά τήν ἔλλειψη τροφῆς καί νεροῦ
πολλοί νεκροί θά βρεθοῦν σ᾽ αὐτούς.γ
14Γι᾽ αὐτό ἐπλάτυνε ὁ ᾅδης τήν ὄρεξή του
καί διάνοιξε τό στόμα του
χωρίς νά παύει νά καταβροχθίζει·
καί κατεβαίνουν (σ᾽ αὐτόν) οἱ ἔνδοξοι καί οἱ μεγάλοι
καί οἱ πλούσιοι καί οἱ διεφθαρμένοι τῆς πόλεως.
15Θά καμφθοῦν οἱ ἄνθρωποι, θά ἐξουθενωθοῦν οἱ ἄνδρες
καί θά ταπεινωθοῦν οἱ ὀφθαλμοί τῶν ὑπερηφάνων.
16Ἀλλά ὁ Κύριος Σαβαώθ θά ὑψωθεῖ κατά τήν κρίση Του
καί ὁ ἅγιος Θεός θά δοξασθεῖ κατά τήν δικαιοσύνη Του.
17Καί θά βοσκήσουν οἱ ἁρπαγέντες (αἰχμάλωτοι) ὡς ταῦροι
καί στίς ἔρημες χῶρες τῶν ἀπαχθέντων θά φάγουν ἀρνία.δ
18Ἀλλοίμονο σ᾽ αὐτούς
πού σύρουν τίς ἁμαρτίες σάν μέ σχοινί μακρύ
καί τίς ἀνομίες μέ καπίστρι μοσχαριοῦε
19οἱ λέγοντες: «Ἄς ἐπιταχύνει,
ἄς ἐπισπεύσει τό ἔργο Του, γιά νά τό δοῦμε·
καί ἄς ἐκτελεστεῖ ἡ βουλή τοῦ ἁγίου Ἰσραήλ
γιά νά τήν γνωρίσουμε».
20Οὐαί στούς λέγοντες τό κακό καλό
καί τό καλό πονηρό·
σ᾽ αὐτούς πού παρουσιάζουν τό σκότος φῶς
καί τό φῶς σκότος·
πού παριστάνουν τό πικρό γλυκύ
καί τό γλυκύ πικρό.
21Οὐαί στούς συνετούς ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τους
καί σοφούς κατά τήν γνώμη τους.
22Οὐαί στούς ἄρχοντές σας,
σ᾽ αὐτούς πού πίνουν τόν οἶνον·
καί στούς δυνάστες (σας),
πού ἀναμειγνύουν τά ποτά,ς
23στούς ἀθωώνοντες τόν ἔνοχο μέ δωροδοκία
τό δέ δίκαιο τῶν δικαίων ἀφαιροῦντες.
24Γι᾽ αὐτό, καθώς καίεται ἡ καλαμιά
ἀπό ἀναμμένα κάρβουνα
καί καταστρέφεται
στήν φουντωμένη φλόγα,
ἔτσι ἡ ρίζα τους θά γίνει στάχτη
καί τό ἄνθισμά τους
θά ἐξανεμιστεῖ ὡς χῶμα.
Γιατί περιφρόνησαν
τόν νόμο τοῦ Κυρίου Σαβαώθ
καί ἐναντιώθηκαν πρός τόν λόγο
τοῦ ἁγίου Ἰσραήλ.

α. Τό τέλος τοῦ στίχου κατά τό Ἑβρ.: «Ὥστε νά μή ὑπάρχει πλέον τόπος καί ἀποβεῖτε ἐσεῖς μόνον ἰδιοκτῆτες στήν χώρα».
β. Τό τέλος τοῦ στίχου κατά τό Ἑβρ.: «Καί ἕνα χωμέρ σπορᾶς παράγει μόνον ἕνα ἐφά».
γ. Κατά τό Ἑβραϊκό τό τέλος τοῦ στίχου: «Οἱ εὐγενεῖς σου θά ἐξαντληθοῦν ἀπό τήν πείνα καί ὁ ὄχλος θά ξηρανθεῖ ἀπό τήν δίψα».
δ. Κατά τό Ἑβρ.: «Τότε θά βόσκουν ἐκεῖ ἀρνία, ὅπως στήν βοσκή τους καί στά ἐρείπιά τους θά τρέφονται τράγοι».
ε. Ὁ στίχος κατά τό Ἑβραϊκό: «Οὐαί στούς ἐπισύροντες ἐφ᾽ ἑαυτῶν τήν τιμωρία σάν μέ μακρά σχοινία καί τήν ἁμαρτία σάν μέ ἱμάντες ὀχημάτων».
ς. Κατά τό Ἑβρ. ὁ στίχος: «Οὐαί εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἥρωες στό νά πίνουν οἶνο καί ἐπιδέξιοι στό νά ἀναμειγνύουν ποτά».

(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

5,8-24. Τά ἐδῶ «οὐαί» χρονολογοῦνται ἐπίσης ἀπό τήν ἀρχή τῆς διακονίας τοῦ Ἠσαΐου, ὑπό τήν βασιλεία τοῦ Ἄχαζ, δέν ἀναγγέλθηκαν ὅμως ὅλα κατά τήν ἴδια περίπτωση. Στά ἕξι «οὐαί» τῆς περικοπῆς 5,2-24 προτείνουν νά προστεθεῖ καί ἕνα ἕβδομο, τό 10,1-4, πού μπορεῖ νά μετατέθηκε κατά τύχη. Τό «οὐαί» εἶναι ἕνα εἶδος προφητικοῦ κηρύγματος. Βλ. Ἀμ. 5,7.18. 6,1. Μιχ. 2,1-5. Ἰερ. 22,13. Ἐδῶ τό κήρυγμα τοῦ Ἡσαΐου εἶναι πολύ κοντά μέ τό κήρυγμα τοῦ Ἀμώς. Στήν περικοπή αὐτή τῶν «οὐαί» ὁ προφήτης Ἡσαΐας περιγράφει τίς ἁμαρτίες τῶν Ἰουδαίων: Ἀπληστία (στίχ. 8· βλ. Μιχ. 2,1-5,8-9. Ἐξ. 20,17), μέθη καί ἀδιαφορία πρός τόν Θεό (στίχ. 11· βλ. Ἀμ. 6,4-6)·σκόπιμες κακές πράξεις (στίχ. 18)· θεομπαιξία (στίχ. 19)· διαστροφή τῆς ἀληθείας (στίχ. 20· βλ. 32,5. Παροιμ. 17,15)· ματαιότητα καί κενοδοξία (στίχ. 21)· ἀνεντιμότητα (στίχ. 23) καί τέλος, ἀπόρριψη τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καί περιφρόνηση τοῦ λόγου Του (στίχ. 24β). 5,10. Τό μέτρο «ζεῦγος βοῶν», εἶναι παράφραση τοῦ ἑβρ. «τσέμεδ», διά τοῦ ὁποίου δηλώνεται ἀγροτική ἔκταση ἀροτριουμένη ἐντός μιᾶς ἡμέρας ἀπό ἕνα ζεῦγος βοῶν (ἄρα «δέκα ζεύγη βοῶν» εἶναι δέκα φορές ἡ ἔκταση αὐτή, περίπου 2,5 στρέμματα). Βλ. Λευιτ. 26,20. Δαν. 28,38. Τό μέτρο αὐτό ἐφαρμόζεται καταχρηστικά στήν περίπτωσή μας ἐδῶ ἐπί τῆς ἀμπέλου, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τήν λ. «κεράμιον» (ὑδρία), ἑβρ. «μπάθ», μέτρο ὑγρῶν (ἰσοδυναμοῦν πρός 36,4 λίτρα), τό ὁποῖο ἦταν τό 1/10 τοῦ χωμέρ (364,4 λίτρα) καί ἰσοδυναμοῦσε πρός τό μέτρο τῶν ξηρῶν ἐφά. – Τό ἡμιστίχ. 10β κατά τό Ἑβρ. ἔχει: «Καί ἕνα χωμέρ σπορᾶς θά ἀποδώσει ἕνα ἐφά». Ἀντί, δηλαδή, γιά 364 λίτρα θά ἀποδώσει μόνο 36,4 λίτρα, ἀκριβῶς τό 1/10, «ἐν ἀντιθέσει πρός τόν δαψιλῆ πολλαπλασιασμόν ἐν Γεν. 24,12 (Ἰσαάκ) καί Ματθ. 13,8. Ἄρα πρόκειται περί καταστρεπτικῆς ἀφορίας (πρβ. 6,13)» (Μπρατσιώτης). 5,14-16. Οἱ στίχ. αὐτοί φαίνονται νά εἶναι ἔξω ἀπό τά συμφραζόμενα καί πιθανόν ἀνήκουν στό ποίημα 2,6-22, πού οἱ ἐπωδοί του, στίχ. 9 καί 11, ξαναβρίσκονται ἐδῶ στόν στίχ.15. Ἡ αὐστηρότητα τῆς τιμωρίας τοῦ Κυρίου θά ἀπαιτήσει τήν εὔρυνση τοῦ Sheol (τοῦ κάτω κόσμου, 14,9-18). 5,16. Ἐν δικαιοσύνῃ. Εἶναι ἡ ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ (βλ. σχόλ. εἰς 6,3), πού τόν χωρίζει ἀπό ὅλα τά πράγματα καί πού δέν μπορεῖ νά μολυνθεῖ ἀπό αὐτά. Ὁ παντοκράτωρ καί ὑπερτέλειος Θεός! Αὐτή ὅμως ἡ ὑπερβατική ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, ἄς τό ποῦμε ἔτσι, ἐκφράζεται στίς σχέσεις Του μέ τούς ἀνθρώπους διά μέσου τῆς «δικαιοσύνης» Του, πού ὑπογραμμίζει τόν «χαρακτήρα» Του. Ὁ Θεός κατά τήν δίκαιη κρίση Του ἀνταμοίβει τό καλό καί τιμωρεῖ τό κακό. Σ᾿ αὐτή τήν δικαιοσύνη Του δέν ἀντιτίθεται ἡ εὐσπλαγχνική ἀγαθότητά Του, γιατί μέ αὐτή ἐκδηλώνει πάλι τήν δικαιοσύνη του ὁ Θεός, τήν πιστότητά Του στίς ὑποσχέσεις Του, μέ τό νά συγχωρεῖ τόν πάντα ἁμαρτωλό Ἰσραήλ, ὅταν μετανοεῖ, βλ. Μιχ. 7,9. Ψαλμ. 50,16. Ἡ δικαιοσύνη θά εἶναι ἡ κατ᾿ ἐξοχήν ἀρετή τοῦ μεσσιακοῦ βασιλείου, ὅταν ὁ Θεός θά μεταδώσει στόν λαό του τήν Χάρη τῆς ἁγιότητός του, Ἠσ. 1,26. 4,3. Ματθ. 5,48. 5,18. Τό Peakes Commentary on the Bible ἀποδίδει ὡς ἑξῆς τό νόημα τοῦ στίχ. μας: «Ἀλλοίμονο σ᾿ αὐτούς πού εἶναι δεμένοι στίς ἁμαρτίες τους ὡς ἐάν ἦταν σαμαρωμένοι μέ αὐτές καί σύρουν πίσω τους τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας τους, ὅπως ἕνα βόδι σύρει ἕνα καροτσάκι»! 5,19. Οἱ λέγοντες τό τάχος ἐγγισάτω ἅ ποιήσει... Εἶναι λόγοι ἀπιστούντων στήν δικαιοσύνη καί παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ. – Ἅ ποιήσει. Αὐτό τό ἔργο τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ «ἡμέρα τοῦ Κυρίου», πού ὁ προφήτης ἀνήγγειλε εἰς 2,12, βλ. σχόλ. Ἡ ἡμέρα αὐτή νοεῖται εἴτε λανθασμένως ὡς ἕνας πολιτικός θρίαμβος τοῦ Ἰσραήλ (Ἀμ. 5,18) εἴτε ὡς μία τιμωρία, ὅπως ἐδῶ, καί οἱ σκεπτικιστές τήν εἰρωνεύονται. 5,24. Νόμον. Ἐδῶ μέ τήν ἔννοια τῆς διδασκαλίας, ὄχι ὅπως εἰς 1,10. Βλ. σχόλ.



Ἡ ἐπικείμενη τιμωρία τοῦ λαοῦ (5,25-30)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Στήν προηγούμενη περικοπή ὁ προφήτης μίλησε γιά τήν τιμωρία τῶν ἀρχόντων, ἀλλά στήν παροῦσα μας ἐδῶ περικοπή μεταβαίνει στό ὅλον, στήν τιμωρία, δηλαδή, καί τοῦ λαοῦ. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας ὁμιλεῖ στήν ἀρχή (στίχ. 25) γιά κάποιον συμβάντα μεγάλο σεισμό, θεωρεῖ ὅμως αὐτόν ὁ προφήτης ὡς προάγγελο ἄλλων ἐρχομένων φοβερῶν πραγμάτων, γιατί «οὐκ ἀπεστράφη ὁ θυμός τοῦ Κυρίου, ἀλλ᾽ ἔτι ἡ χείρ αὐτοῦ ὑψηλή» (στίχ. 25β)! Στήν συνέχεια ὁ προφήτης μέ παραστατικές εἰκόνες προβλέπει καί προαναγγέλλει ἐπιδρομές ἐθνῶν, τά ὁποῖα ὁ Θεός, σάν παντοδύναμος καί κυρίαρχος ὅλης τῆς γῆς πού εἶναι, θά συγκαλέσει γιά νά τοῦ γίνουν ὄργανα πρός τιμωρία καί σωφρονισμό τοῦ λαοῦ Του (στίχ. 26). Ἡ ἀπελπιστική κατάσταση πού θά καταλάβει τόν Ἰούδα θά εἶναι φρικτή, ὥστε – ὅπως περιγράφεται αὐτή ἐδῶ (στίχ. 30) – ἀποτελεῖ προάγγελο τῆς ἐσχάτης κρίσεως.



(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

5,25Γι᾽ αὐτό ξέσπασε ἡ ὀργή
τοῦ Κυρίου Σαβαώθ
κατά τοῦ λαοῦ Του
καί ἅπλωσε τό χέρι του ἐναντίον του καί τόν κτύπησε,
ὥστε σείστηκαν τά ὄρη
καί τά πτώματά τους
ἔγιναν σάν κοπρία στόν δρόμο.
Καί παρ᾽ ὅλα αὐτά
δέν μεταστράφηκε ἡ ὀργή Του,
ἀλλά τό χέρι (Του)
ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἐκτεταμένο.
26Λοιπόν: Θά σηκώσει σημαία
στά μακρυνά ἔθνη
καί θά τά καλέσει μέ σφύριγμα
ἀπό τά πέρατα τῆς γῆς
καί ἰδού ἔρχονται αὐτά γρήγορα.
27Δέν ὑπάρχει σ᾽ αὐτούς πεινασμένος οὔτε κουρασμένος·
Δέν νυστάζουν οὔτε κοιμοῦνται.
Δέν λύνουν τήν ζώνη
ἀπό τήν μέση τους
οὔτε σποῦν τά λουριά
τῶν ὑποδημάτων τους.
28Τά βέλη τους εἶναι ὀξέα
καί τά τόξα τους τεντωμένα.
Τά πόδια τῶν ἵππων τους
λογίζονται σάν στερεά πέτρα
καί οἱ τροχοί τῶν ἁρμάτων τους
σάν καταιγίδα.
29Ὁρμοῦν σάν λέοντες
καί ἐπιτίθενται
σάν σκύμνοι λέοντος·
ἁρπάζουν (τό θύμα τους)
καί φωνάζουν δυνατά σάν θηρία
καί μεταφέρουν (τό θύμα τους)
χωρίς νά μπορεῖ κανείς
νά τό ἀποσπάσει.
30Θά βοήσει γι᾽ αὐτούς
(τούς Ἰουδαίους) ἐκείνη τήν ἡμέρα
σάν παφλασμός
κυμαινομένης θάλασσας.
Τότε (οἱ Ἰουδαῖοι)
θά προσβλέπουν στήν γῆ
καί ἰδού ἀδιαπέραστο σκοτάδι
στήν ἀγωνία τους αὐτή.


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)


5,25-30. Αὐτοί οἱ στίχ. οἱ ὁποῖοι περιγράφουν τίς ἱστορικές συνέπειες τῆς ἁμαρτίας συνδέονται μέ τούς στίχ. 8-23. Θά ἔπρεπε πιθανόν νά ἀκολουθοῦν τόν στίχ. 10,4 (βλ. σχόλ. εἰς 9,8-10,4). Βλ. καί τό ἑπόμενο σχόλ. 5,25. Ὁ στίχ. φαίνεται νά εἶναι ἔξω ἀπό τό σύνολο τοῦ κειμένου. Συνδέεται λογικά μέ τό ποίημα 9,8-10,4, πού τήν ἐπωδό του ξαναβρίσκουμε εἰς 9,11.16.20 καί 10,4. 5,26-30. Οἱ Ἀσσύριοι (ἕνα ἔθνος «πόρρωθεν» [βλ. τήν ἐδῶ φράση «τοῖς ἔθνεσιν τοῖς μακράν», στίχ. 26], ἀναφέρεται εἰς Ἱερ. 5,15 στήν Βαβυλωνία) θά γίνουν οἱ ἐκτελεστές τῆς κρίσης τοῦ Θεοῦ. Θά μποροῦσε πράγματι νά προσαρτήσει κανείς αὐτό τό ποίημα σέ μία ἀπό τίς μεγάλες ἀσσυριακές εἰσβολές στά χρόνια τοῦ Ἠσαΐα, ἤ στήν εἰσβολή τοῦ Τιγλάθ - Πιλεσέρ τοῦ Γ΄τό 735 ἤ 732, ἤ τοῦ Σαλμανάσαρ τό 722, ἤ τοῦ Σαργών τό 711, ἤ τοῦ Σενναχηρίμ τό 701. Δέν ὀνομάζεται ὅμως ὁ εἰσβολεύς καί θά μποροῦσε κάποιος νά πεῖ ὅτι μέ τήν περικοπή μας ἐκφράζεται ἕνα γενικό θέμα: Ὁ Θεός καλεῖ ἕνα ἔθνος ἰσχυρό ὡς ὄργανο γιά τήν παιδαγωγική τιμωρία τοῦ λαοῦ Του, βλ. Δευτ. 28,49-52 καί σχόλιο εἰς 10,6. 5,30. Σκότος σκληρόν. Εἶναι τό σκότος τῆς Ἡμέρας τοῦ Κυρίου, βλ. Ἀμ. 5,18.20.



           ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
   ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ

Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 7 Ἰουνίου 2015


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
                                                    ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΨΑΛΤΗΡΙΟΥ

Ὁ 5ος Ψαλμός

Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΔΙΚΑΙΩΣΕΙ ΤΟΝ ΔΙΚΑΙΟ
ΚΑΙ ΘΑ ΤΙΜΩΡΗΣΕΙ ΤΟΥΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣ ΤΟΥ

1. Στήν σειρά τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἱεροῦ Ψαλτηρίου, σήμερα, ἀδελφοί χριστιανοί, θά σᾶς ἑρμηνεύσω τόν 5ο ψαλμό.
Ὁ ψαλμός αὐτός εἶναι θρηνώδης. Ὁ ψαλμωδός θρηνεῖ στήν προσευχή του πρός τόν Θεό γιά τήν πολεμική πού τοῦ ἐξασκοῦν κακοί ἄνθρωποι καί Τοῦ λέγει: «Σύνες τῆς κραυγῆς μου» (στίχ. 2), «πρόσεχε τόν στεναγμό μου», ὅπως τό λέει τό Ἑβραϊκό κείμενο. Ποιοί εἶναι αὐτοί οἱ κακοί ἄνθρωποι πού στρέφονταν ἐναντίον τοῦ ποιητοῦ τοῦ ψαλμοῦ μας δέν γνωρίζουμε, οὔτε πάλι φαίνεται ἀπό τόν ψαλμό τί ἀκριβῶς τοῦ ἔλεγαν. Πάντως ὁ ψαλμωδός ἐπιτίθεται μέ βαρειές ἐκφράσεις ἐναντίον τους καί μάλιστα στρέφεται ἰδιαίτερα ἐναντίον κάποιου τόν ὁποῖο ὀνομάζει «ἄνδρα αἱμάτων καί δόλιον» (στίχ. 7).
2. Οἱ ἐχθροί τοῦ ποιητοῦ μας, κακοί ὄντες, ἔλεγαν πολλά συκοφαντικά ἐναντίον του. Ἔλεγαν λόγια πού τοῦ ἔκαναν ζημιά, γιατί ὁ λάρυγγάς τους ἦταν ἕτοιμος σάν τάφος νά τόν καταφάγει καί νά τόν θάψει. Ὅλο καί ἔλεγαν καί μηχανεύονταν δόλια πράγματα ἐναντίον του (στίχ. 10). «Ταῖς γλώσσαις αὐτῶν ἐδολιοῦσαν» (στίχ. 10).
3. Στόν πόνο του ὁ ποιητής μας γιά τήν ἐναντίον του πολεμική καί γιά νά σωθεῖ ἀπό τά ὅσα λέγουν καί μηχανεύονται κατ᾽ αὐτοῦ οἱ ἐχθροί του καταφεύγει στόν Ναό γιά νά προσφέρει θυσία στόν Θεό. Εἶναι δέ πολύ πιστός ὁ ποιητής μας, γι᾽ αὐτό καί εἰσέρχεται μέ πολλή εὐλάβεια καί φόβο στόν Ναό. Εἰσερχόμενος λέγει στόν Θεό: «Ἐγώ δέ ἐν τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου εἰσελεύσομαι εἰς τόν οἶκον σου προσκυνήσω πρός ναόν ἅγιόν σου ἐν φόβῳ σου» (στίχ. 8). Τήν ὥρα πού ὁ ψαλμωδός προσφέρει τήν θυσία του εἶναι πρωί: «Τό πρωί παραστήσομαί σοι καί ἐπόψομαι», λέγει (στίχ. 4). Ὅσοι πρόσφεραν τότε θυσία παρατηροῦσαν εἴτε τόν ἱερέα εἴτε τό θύμα, εἴτε κοίταζαν γύρω-γύρω, μήπως δοῦν κανένα εὐνοϊκό σημεῖο ἀπό τόν Θεό, πού θά ἀνήγγελε κάποια βοήθεια. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ποιητής μας λέγει «ἐπόψομαι». Να δῶ, δηλαδή, κάποιο σημεῖο.
4. Ὁ ποιητής, πού συνθέτει τόν παρόντα ψαλμό καί προσφέρει πρωινή θυσία στόν Θεό γιά βοήθειά του, πιστεύει ὅτι ὁ Θεός θά τόν βοηθήσει. Θά τόν βοηθήσει γιατί ὁ Θεός δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ τούς ἁμαρτωλούς, ὅπως εἶναι οἱ ἐχθροί του. Οὔτε δέχεται ὁ Θεός νά Τόν ὑπηρετοῦν οἱ πονηρευόμενοι καί δέν δέχεται πάλι ὁ Θεός νά εἶναι πλησίον Του οἱ παράνομοι. «Οὐχί Θεός θέλων ἀνομίαν σύ εἶ, οὐδέ παροικήσει σοι πονηρευόμενος, οὐδέ διαμενοῦσι παράνομοι κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν σου» (στίχ. 6), λέγει. Ὄχι μόνον ὁ Θεός δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ τούς ἁμαρτωλούς, ἀλλά ἀντίθετα τούς ἀποστρέφεται καί τούς καταστρέφει (στίχ. 6). Ἑπομένως θά καταστρέψει «τούς λαλοῦντας τό ψεῦδος» (στίχ. 7), αὐτούς πού ἔλεγαν τά συκοφαντικά ἐναντίον τοῦ ποιητοῦ. Καί ἐκεῖνον τόν «ἄνδρα τῶν αἱμάτων καί δόλιον», πού ἤθελε νά κάνει μεγαλύτερο κακό στόν ψαλμωδό μας, τόν «βδελύσσεται ὁ Κύριος» (στίχ. 7).
5. Στήν προσευχή του ὁ ποιητής, ὅταν προσφέρει τήν θυσία στόν Θεό, εὔχεται τήν καταδίκη τῶν ἐχθρῶν του ἀπό τόν Θεό καί τήν ἀποτυχία τῶν κακῶν τους σχεδίων (στίχ. 11). «Ἀποπεσάτωσαν», λέγει (στίχ. 11). Νά ἀποτύχουν, δηλαδή, τά σχέδιά τους. Ἀκόμη περισσότερο παρακαλεῖ νά διώξει ὁ Θεός μερικούς ἀπό τούς ἐχθρούς του, «ἔξωσον» αὐτούς, λέγει στήν προσευχή του (στίχ. 11). Νά τούς διώξει ἀπό ποῦ; Ἀπό τό ἅγιο Θυσιαστήριο μᾶλλον. Ἄρα ἦταν καί ἱερεῖς πολέμιοι τοῦ εὐσεβοῦς ποιητοῦ μας. Τώρα ἑρμηνεύουμε καλύτερα αὐτό πού εἶπε προηγουμένως ὁ ποιητής μας ὅτι δέν δέχεται ὁ Θεός νά Τόν ὑπηρετοῦν οἱ πονηρευόμενοι («οὐδέ παροικήσει σοι πονηρευόμενος», στίχ. 5), οὔτε πάλι δέχεται ὁ Θεός νά εἶναι πλησίον Του οἱ παράνομοι («οὐδέ διαμενοῦσι παράνομοι κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν σου», στίχ. 6). Καί οἱ ἱερεῖς εἶναι αὐτοί πού ὑπηρετοῦν τόν Θεό καί εἶναι πλησίον Του, ὡς ἐγγίζοντες τά ἅγια. Καί σκανδαλισμένος λοιπόν καί πληγωμένος ὁ ποιητής μας ἀπό τήν κακή συμπεριφορά καί τῶν ἱερέων ἀκόμη ἐναντίον του λέγει περί αὐτῶν στήν προσευχή του: «Ἔξωσον αὐτούς»!... Διῶξε τους, ὦ Θεέ, ἀπό τό ἅγιο θυσιαστήριό Σου!...
6. Ἐνῶ ὅμως οἱ ἀσεβεῖς συκοφάντες καί πολέμιοι τοῦ ποιητοῦ μας θά καταστραφοῦν γιά τήν ἁμαρτωλότητά τους (στίχ. 11), ἀντίθετα, οἱ δίκαιοι, ὅσοι ἐλπίζουν στόν Θεό, ὅπως ἐλπίζει ὁ ψαλμωδός μας, θά αἰσθανθοῦν χαρά καί αἰώνια ἀγαλλίαση, γιατί ὁ Θεός θά «κατασκηνώσει ἐν αὐτοῖς» (στίχ. 12). Ὁ Θεός τόν δίκαιο ἄνθρωπο θά τόν στεφανώσει μέ τήν Χάρη Του, πού θά τοῦ εἶναι σάν ὅπλο ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν του. «Σύ εὐλογήσεις δίκαιον, Κύριε, ὡς ὅπλον εὐδοκίας (δηλαδή τῆς Χάρης Σου, τῆς εὐαρέσκειάς Σου) ἐστεφάνωσας αὐτούς» (στίχ. 13).

Μέ πολλές εὐχές
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας