Translate

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ [Εὐλογίες τοῦ Ἰακώβ] + [Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ]

          


          IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ

Δημητσάνα, Παρασκευή 29 Μαΐου 2015


ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ
(Ἡ ἑρμηνεία παρά τήν συντομία της καί τήν ἁπλότητά της εἶναι ἐπιστημονική)

Ἡ ἐργασία αὐτή προσφέρεται στούς ἀναγνῶστες σέ συνέχειες ἑκάστη Δευτέρα καί Παρασκευή διά ἐξεύρεση λαθῶν ἐκ μέρους τους καί ἐνημέρωσή μας πρός διόρθωση, πρίν ἀπό τήν τελική δημοσίευση τοῦ ἔργου.



Εὐλογίες τοῦ Ἰακώβ (49,1-28)
(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ὁ Ἰακώβ, πριν πεθάνει, φώναξε τούς δώδεκα υἱούς του (στίχ. 1) καί εὐλογώντας τους ἕναν-ἕναν προφήτευσε σ᾽ αὐτούς τό μέλλον τῶν φυλῶν, οἱ ὁποῖες θά προήρχοντο ἀπό αὐτούς: Οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ρουβήν, λόγω τῆς ἁμαρτίας τοῦ γενάρχη τους νά μολύνει τήν γυναίκα τοῦ πατέρα του, δέν θά πάρουν τήν εὐλογία τοῦ πρωτοτόκου καί δέν θά διαδραματίσουν λοιπόν σημαντικό ρόλο στό Ἰσραήλ (στίχ. 3-4)· ὁ Συμεών καί ὁ Λευί, ἐξ αἰτίας τῆς σφαγῆς τῶν Συχεμιτῶν, ἀποδοκιμάζονται ἀπό τόν Ἰακώβ καί οἱ ἀπόγονοί τους θά διασκορπιστοῦν στό Ἰσραήλ (στίχ. 5-7)· ὁ Ἰούδας ἀντίθετα θά δοξασθεῖ, θά τόν προσκυνήσουν οἱ ἀδελφοί τοῦ πατέρα του καί θά ἡγηθεῖ μέσα στό Ἰσραήλ, θά προέλθει δέ ἀπό αὐτόν ὁ Μεσσίας, πού θά εἶναι ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν (στίχ. 8-12)· ὁ Ζαβουλών θά κατοικήσει στά παράλια, νότια τῆς Σιδῶνος (στίχ. 13)· ὁ Ἰσσάχαρ θά κατοικήσει σέ καλή γῆ καί θά γίνει γεωργός (στίχ. 14-15)· ὁ Δάν θά κρίνει τόν λαό του, θά εἶναι σάν ἕνα φίδι στήν ὁδό (στίχ. 16-18)· ὁ Γάδ θά ἀπαντᾶ μέ ἐπιτυχία στίς ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν του (στίχ. 19)· ὁ Ἀσήρ θά κατοικήσει σέ πλούσια γῆ καί θά προμηθεύει μέ τροφή τούς ἄρχοντες (στίχ. 20)· ὁ Νεφθαλείμ θά περιπλανᾶται ἐλεύθερος στά ὄρη τῆς Γαλιλαίας (στίχ. 21)· ὁ Ἰωσήφ, τόν ὁποῖο ἐπιβουλεύονταν, ἀλλά αὐτός μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ συνέτριψε τίς κατά αὐτοῦ ἐνέργειες, θά ἔχει τήν εὐλογία τῆς γῆς, τήν εὐλογία τοῦ πατέρα του καί τῆς μητέρας του (στί. 22-26)· καί ὁ Βενιαμίν θά εἶναι δυνατός πολεμιστής, σάν ἕνας ἁρπακτικός λύκος (στίχ. 27). Μέ αὐτά τά λόγια εὐλόγησε ὁ Ἰακώβ τούς δώδεκα υἱούς του (στίχ. 28).



(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

49,1Κάλεσε, λοιπόν, ὁ Ἰακώβ τούς υἱούς του καί τούς εἶπε: «Συναχθεῖτε, γιά νά σᾶς ἀναγγείλω τί πρόκειται νά σᾶς συμβεῖ στίς ἔσχατες ἡμέρες (δηλαδή στό μέλλον).
2Συναθροισθεῖτε καί ἀκοῦστε με,
υἱοί τοῦ Ἰακώβ,
ἀκοῦστε τόν πατέρα σας Ἰσραήλ:

3Ρουβήν, σύ εἶσαι ὁ πρωτότοκός μου,
ἡ δύναμή μου, ἡ ἀρχή τῶν παιδιῶν μου·
σκληρός φάνηκες στήν συμπεριφορά σου
καί πολύ αὐθάδης.α
4Ἐξύβρισες σάν τό νερό·β
ἄς μή σοῦ συμβεῖ χειρότερο·γ
γιατί ἀνέβηκες στήν κλίνη τοῦ πατέρα σου
καί μόλυνες τότε τό κρεβάτι πού ἀνέβηκες.

5Ὁ Συμεών καί ὁ Λευΐ εἶναι ἀδέλφια·
ἔπραξαν ἀδικία μέ τήν πρόθεσή τους.δ
6Ἡ ψυχή μου ἄς μή συμμετέχει
στήν θέλησή τους·
ἡ καρδιά μου ἄς μήν παρευρεθεῖ
στίς συνελεύσεις τους·
γιατί στόν θυμό τους
φόνευσαν ἀνθρώπους
καί στό πεῖσμα τους
ἔκοψαν τά νεῦρα ταύρου.ε
7Καταραμένος νά εἶναι ὁ θυμός τους,
γιατί ἦταν αὐθάδης·
καί καταραμένη ἡ ὀργή τους,
γιατί ἦταν σκληρή·
θά τούς διαμοιράσω
στήν χώρα τοῦ Ἰακώβ
καί θά τούς διασκορπίσω
μεταξύ τοῦ Ἰσραήλ.

8Ἰούδα, θά σέ ὑμνήσουν οἱ ἀδελφοί σου·
τά χέρια σου θά τρέπουν σέ φυγή
τούς ἐχθρούς σου·
θά σέ προσκυνήσουν
οἱ υἱοί τοῦ πατέρα σου.
9Μικρό λιονταράκι εἶσαι Ἰούδα·
ἀνέβηκες, παιδί μου, ἀπό βλαστό·ζ
ἀνέπεσες καί κοιμήθηκες
σάν λιοντάρι καί σάν λιονταράκι·
ποιός τολμάει νά τό ξυπνήσει;
10Ποτέ δέν θά ἐκλείψει
ἄρχοντας ἀπό τόν Ἰούδα,
οὔτε ἀρχηγός ἀπό τούς ἀπογόνους του,
μέχρις ὅτου ἔρθουν
ἐκεῖνα πού εἶναι ἑτοιμασμένα γιά Ἐκεῖνον·
 καί Αὐτόν θά ἀναμένουν ὅλα τά ἔθνη.η
11Στήν ἄμπελο δένει τό πουλάρι του
καί στόν ἕλικα τοῦ κλήματος
τό πουλάρι τῆς ὄνου του·
θά πλύνει τά ροῦχα του στόν οἶνο
καί στό αἷμα τοῦ σταφυλιοῦ
τήν ἐνδυμασία του.
12Τά μάτια του θά ἀκτινοβολοῦν χαρά
ἀπό τό κρασί
καί τά δόντια του θά εἶναι πιό λευκά
ἀπό τό γάλα.θ

13Ὁ Ζαβουλών θά κατοικήσει
στά παράλια καί σέ λιμάνι πλοίων,
τό δέ ὅριό του θά φθάνει
μέχρι τήν Σιδώνα.

14Ὁ Ἰσσάχαρ ἐπεθύμησε τήν ἄνεση
ἀναπαυόμενος μεταξύ τῶν κλήρων
(τῶν ἀδελφῶν του)·ι
15καί βλέποντας ὅτι
ἡ ἀναπαυτική ζωή εἶναι καλή
καί ὅτι ἡ γῆ (του) εἶναι εὔφορη
ἔκλινε τόν ὦμο του στήν ἐργασία
καί ἔγινε γεωργός.κ
16Ὁ Δάν θά κρίνει τόν λαό του,
ὡς μία ἀπό τίς φυλές τοῦ Ἰσραήλ.
17Ὁ Δάν θά εἶναι φίδι
πού εἶναι κρυμμένο στόν δρόμο,
πού παραμονεύει στό μονοπάτι,
πού δαγκώνει τήν πτέρνα τοῦ ἵππου,
ὥστε νά πέσει ὁ ἱππέας του πρός τά πίσω,

18περιμένοντας τήν σωτηρία του
ἀπό τόν Κύριο.λ

19Πειρατές θά λεηλατήσουν τόν Γάδ
ἀλλά καί αὐτός τελικά
θά τούς πειρατεύσει.

20Τοῦ Ἀσήρ ἡ τροφή θά εἶναι πλούσια·
καί αὐτός θά δώσει ἀπολαύσεις
στούς ἄρχοντες.

21Ὁ Νεφθαλείμ θά εἶναι βλαστάρι ὑψωμένο
πού θά γεννάει ὡραίους καρπούς.μ

22Ἰωσήφ, παιδί μου ἔνδοξο,
παιδί μου ἔνδοξο καί ζηλευτό,
παιδί τῶν γηρατειῶν μου.
Γύρισε νά σέ δῶ (καλύτερα).
23Συνωμοτοῦσαν ἐναντίον του
καί τόν ἔβριζαν
καί τόν σημάδευαν δυνατοί τοξότες.
24Ἀλλά ἔσπασαν ἐντελῶς τά τόξα τους
καί παρέλυσαν τά νεῦρα
τῶν δυνατῶν χεριῶν τους
ἀπό τό Χέρι τοῦ παντοδύναμου
Θεοῦ τοῦ Ἰακώβ.
Ἀπό ἐκεῖ εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Ἰσραήλ·
ἀπό τόν Θεό τοῦ πατέρα σου.
25Σέ βοήθησε, λοιπόν, ὁ Θεός μου
καί σέ εὐλόγησε μέ εὐλογία
ἀπό τόν οὐρανό πάνω
καί μέ εὐλογίες ἀπό τήν γῆ (κάτω),
(τήν γῆ) πού ἔχει ὅλα τά ἀγαθά·
μέ εὐλογίες μαστῶν καί μήτρας.
26Οἱ εὐλογίες τοῦ πατέρα σου
καί τῆς μητέρας σου
ἄς ξεπεράσουν (ἄλλες) εὐλογίες·
ἄς φτάσουν μέχρι τά ἀσάλευτα βουνά
καί τούς αἰώνιους λόφους.
Ἄς εἶναι αὐτές στήν κεφαλή τοῦ Ἰωσήφ
καί στήν κορυφή τοῦ ἐκλεκτοῦ
μεταξύ τῶν ἀδελφῶν του.ν

27Ὁ Βενιαμίν θά εἶναι λύκος ἁρπακτικός·
τό πρωί θά κατατρώγει ἀκόμα (θηράματα)
 καί τήν ἑσπέρα θά μοιράζει τροφή».ξ

28Ὅλοι αὐτοί εἶναι οἱ δώδεκα υἱοί τοῦ Ἰακώβ· αὐτά εἶπε σ’ αὐτούς ὁ πατέρας τους καί τούς εὐλόγησε. Στόν καθένα ἔ­δωσε τήν ἁρμόζουσα εὐλογία.


α. Κατά τό Ἑβρ. τό τέλος τοῦ στίχου: «Ἔξοχος κατά τήν ἀξία καί ἔξοχος κατά τήν δύναμη».
β. «Ἄστατος σάν τό νερό», λέει τό Ἑβρ.
γ. Κατά τό Ἑβρ.: «Δέν θά ἔχεις πιά τήν ὑπεροχή».
δ. Κατά τό Ἑβρ. ὁ στίχος: «Συμεών καί Λευΐ οἱ ἀδελφοί, ὄργανα ἀδικίας εἶναι οἱ μάχαιρές τους».
ε. Τό Ἑβρ. στόν στίχ. 6 λέει: «Στήν βουλή τους μή εἰσέλθεις, ψυχή μου· στήν συνέλευσή τους μήν ἑνωθεῖς, τιμή μου· διότι στόν θυμό τους φόνευσαν ἀνθρώπους καί στό πεῖσμα τους κατεδάφισαν τεῖχος».
ζ. Τό Ἑβρ. λέει: «Ἐκ τοῦ θηρεύματος, υἱέ μου, ἀνέβης».
η. Ὁ στίχ. 10 στό Ἑβρ. λέει: «Δέν θά λείψει τό σκῆπτρο ἀπό τόν Ἰούδα, οὔτε νομοθέτης ἐκ μέσου τῶν ποδῶν του, ἕως ὅτου ἔλθει ὁ Σιλώ καί σ᾽ αὐτόν θά εἶναι ἡ ὑπακοή τῶν λαῶν».
θ. Κατά τό Ἑβρ.: «Τά μάτια του θά εἶναι κόκκινα ἀπό τόν οἶνο καί τά δόντια του λευκά ἀπό τό γάλα».
ι. Κατά τό Ἑβρ. ὁ στίχ. λέει: «Ὁ Ἰσσάχαρ εἶναι ἕνας δυνατός ὄνος, ἀναπαυόμενος μεταξύ τῶν ἐπαύλεων».
κ. Κατά τό Ἑβρ.: «Καί βλέποντας ὅτι ἡ ἀνάπαυση εἶναι καλή καί ὁ τόπος εὐχάριστος, ἔκλινε τόν ὦμο του σέ φορτίο καί ἔγινε δοῦλος ὑποτελής».
λ. Στό Ἑβρ. ὁ στίχος εἶναι προσευχή: «Ἀναμένω ἀπό Σένα τήν σωτηρία, Κύριε».
μ. Κατά τό Ἑβρ.: «Ὁ Νεφθαλί θά εἶναι ἔλαφος ἐλεύθερη, πού δίνει λόγους ἀρεστούς».
ν. Οἱ στίχ. 22-26, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στόν Ἰωσήφ στό Ἑβρ. ἔχουν ἀρκετές διαφοροποιήσεις: «22Ὁ Ἰωσήφ, κλάδος καρποφόρος, κλάδος καρποφόρος κοντά σέ πηγή, οἱ βλαστοί ἐκτείνονται ἐπί τοῦ τοίχου· 23οἱ τοξότες ἐπίκραναν αὐτόν καί τόξευσαν (κατ᾽ αὐτοῦ) καί ἐχθρεύθησαν αὐτόν· 24ἀλλά τό τόξο του ἔμεινε δυνατό καί οἱ βραχίονες τῶν χειρῶν του ἐνδυναμώθηκαν, διά τῶν χειρῶν τοῦ Δυνατοῦ (Θεοῦ) τοῦ Ἰακώβ· ἀπό ἐκεῖ ὁ ποιμήν, ἡ πέτρα τοῦ Ἰσραήλ· 25(καί αὐτό) διά τοῦ Θεοῦ τοῦ πατρός σου, ὁ Ὁποῖος θά σέ βοηθάει καί διά τοῦ Παντοδυνάμου, ὁ Ὁποῖος θά σέ εὐλογεῖ, εὐλογίες τοῦ οὐρανοῦ ἄνωθεν, εὐλογίες τῆς ἀβύσσου κάτωθεν, εὐλογίες τῶν μαστῶν καί τῆς μήτρας· 26οἱ εὐλογίες τοῦ πατρός σου ὑπερίσχυσαν ὑπέρ τίς εὐλογίες τῶν προγόνων μου, ἕως τῶν ὑψηλῶν κορυφῶν τῶν αἰωνίων ὀρέων· θά εἶναι ἐπί τῆς κεφαλῆς τοῦ Ἰωσήφ καί ἐπί τῆς κορυφῆς τοῦ ἐκλεκτοῦ μεταξύ τῶν ἀδελφῶν του».
ξ. «Λάφυρα», λέει τό Ἑβρ.


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

49,1-28. Ἡ εὐλογία τοῦ Ἰακώβ στούς δώδεκα υἱούς του. Τό παρόν ποίημα φαίνεται ὡς εὐλογία, ἀλλά εἶναι μᾶλλον προφητεῖες, βλ. στίχ. 1. Ὁ Πατριάρχης ἀποκαλύπτει – καί καθορίζει μέ τούς λόγους του – τό μέλλον τῶν υἱῶν του, δηλαδή, τῶν φυλῶν πού φέρουν τά ὀνόματά τους. Τό τεμάχιό μας εἰκονίζει τόν χαρακτῆρα τῶν φυλῶν στά πρόσωπα τῶν προγόνων τους (βλ. Δευτ. κεφ. 33). Οἱ προφητεῖες ὑπαινίσσονται γεγονότα τῆς πατριαρχικῆς ἐποχῆς (Ρουβήν, Συμεών καί Λευί), ἀλλά περιγράφουν μία κατάσταση μετέπειτα. Ἡ προτεραιότητα πού δίδεται στόν Ἰούδα καί ἡ τιμή πού γίνεται στόν Ἰωσήφ (τόν Ἐφραίμ καί τόν Μανασσῆ) δεικνύουν μία ἐποχή ὅπου αὐτές οἱ φυλές ἔπαιζαν μαζί ἕνα σημαντικό ρόλο στήν ἐθνική ζωή: Τό ποίημα ὑπό τήν τελευταία του μορφή δέν μπορεῖ νά εἶναι μεταγενέστερο ἀπό τήν βασιλεία τοῦ Δαυίδ (βλ. στίχ. 8-12), ἀλλά πολλά ἀπό τά στοιχεῖα εἶναι προγενέστερα ἀπό τήν μοναρχία. Τό ποίημα δέν μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ μέ βεβαιότητα σέ καμμία ἀπό τίς τρεῖς μεγάλες πηγές τῆς Γένεσης, στήν ὁποία καταχωρήθηκε ἀργότερα. – Βλ. τόν πίνακα τῶν φυλῶν στό ἆσμα τῆς Δεβώρας (Κριτ. κεφ. 5), πολύ παλαιό, καί στίς εὐλογίες τοῦ Μωυσῆ (Δευτ. κεφ. 33), πολύ πρόσφατες ὡς σύνολο. – Τό κείμενο εἶναι γενικά σέ ταραγμένη κατάσταση. Ἄν καί τό ποίημα θεωρεῖται ὡς μία ἐπιθανάτια εὐλογία τοῦ Ἰακώβ (στίχ. 28.29), ὅμως δέν φαίνεται αὐτό ἐπακριβῶς, γιατί τό κείμενο περιέχει καί ἐλέγχους, ἀκόμη δέ καί κατάρες (στίχ. 7). Γιά τήν ἐπιθανάτια εὐλογία βλ. σχόλ. εἰς 27,4. 49,1-2. Ἡ μελλοντική γλώσσα «ἵνα ἀναγγείλλω ὑμῖν, τί ἀπαντήσει ὑμῖν ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν» σχετίζεται περισσότερο μέ τήν προφητεία τοῦ Ἰούδα (στίχ. 8-12)· οἱ ἄλλες προφητεῖες περιγράφουν κυρίως παρελθόντα γεγονότα ἤ σύγχρονα περιστατικά. 49,3-4. Ὁ Ρουβήν ὁ πρωτότοκος, τοῦ ὁποίου ἡ περιοχή κεῖται ἀνατολικά τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης, ἦταν κάποτε μία ἡγετική φυλή, ἀλλά ἐνωρίς καταβλήθηκε ἀπό τούς Μωαβῖτες (Κριτ. 5,15-16. Δευτ. 33,6). 49,4. Ἀνέβης ἐπί τήν κοίτην τοῦ πατρός σου. Ἀναφορά στήν αἱμομιξία (35,22), ἡ ὁποία ἐκφράζει τήν ἠθική ἀδυναμία καί ἀστάθεια τῆς φυλῆς. Ὁ Ρουβήν, ὁ πρωτότοκος, χάνει τήν πρωταρχικότητά του ὡς τιμωρία γιά τήν ἁμαρτία τῆς αἱμομιξίας. Ἡ φυλή εἶναι ἀκόμη σπουδαὶα κατά τό ἆσμα τῆς Δεβώρας, ἀλλά στίς εὐλογίες τοῦ Μωυσέως αὐτή δέν ἔχει παρά ἕνα μικρό ἀριθμό πολεμιστῶν (Δευτ. 33,6). 49,5-7. Ἡ Συμεών καί ὁ Λευί μνημονεύονται μαζί ὡς καταραμένοι (στίχ. 7), γιά τήν προδοτική ἐπίθεση κατά τῆς Συχέμ· αὐτοί ὁδήγησαν τήν ἐπίθεση κατά τῆς πόλεως αὐτῆς μέ ὁπλισμό (34,25-30). Ἡ φυλή τοῦ Συμεών ἔσβησε πολύ ἐνώρίς ἀπορροφηθεῖσα ὑπό τοῦ Ἰούδα. Ἡ φυλή τοῦ Λευί ἐξαφανίσθηκε σάν μία βέβηλη φυλή, ἀλλά ἡ θρησκευτική της ὑπηρεσία, πού ἀποσιωπᾶται ἐδῶ, τονίζεται, βλ. Δευτ. 33,8-11. Δηλαδή, ὁ Λευί, μία πλήρης φυλή κάποτε, ἔγινε μία ἱερατική τάξη (Ἐξ. 32,26.-29. Δευτ. 10,8-9). 49,8-12. Αὐτή ἡ προφητεία ἀπεικονίζει μία κατάσταση, σάν αὐτή τῶν χρόνων τοῦ Δαυίδ, ὅταν ὁ Ἰούδας εἶχε τήν ὑπεροχή ἐπί τῶν φυλῶν. Στήν ἀγγελία τῆς προτεραιότητος καί τῆς δυνάμεως τοῦ Ἰούδα (στίχ. 8-9), προστίθεται μία μεσσιανική προφητεία (στίχ. 10-12). Στό Δευτ. 33,7 ὁ Ἰούδας ζεῖ χωριστά ἀπό τόν λαό του: Τό σχίσμα τότε εἶχε ὁλοκληρωθεῖ. 49,8. Αἰνέσαισαν. Ἑβρ. «γιωδούχα», τό ὁποῖο εἶναι λογοπαίγνιο στό ὄνομα τοῦ Ἰούδα, βλ. 29,35. 49,10. Κατά τούς ἑρμηνευτές καί τό κείμενο καί ἡ ἔννοια εἶναι πολύ ἀμφισβητούμενα. Ἡ μετάφραση «ἕως ἄν ἔλθῃ τά ἀποκείμενα αὐτῷ» κρατεῖ τά σύμφωνα τοῦ Ἑβραϊκοῦ κειμένου, πού μέ ἀνάλογο φωνηεντισμό δίνουν τήν ἀνάγνωση «μέχρις ὅτου ἔλθει ὁ Σηλώ», ἀλλά ἀλλάζει τά φωνήεντα. Εἶναι μία ἀναφορά στόν Δαυίδ, τόν θεμελιωτή τῆς αὐτοκρατορίας, ἀλλά στόν Δαυίδ ὡς τύπον τοῦ Μεσσίου. Τό πρῶτο μέρος τοῦ στίχ. παρουσιάζει τόν Ἰούδα ὡς ἡγεμονία· τό δεύτερο ὅμως μέρος εἶναι σκοτεινό. Στό Ἑβρ. ὁ στίχ. λέγει: «Δέν θά ἐκλείψει τό σκῆπτρο ἀπό τόν Ἰούδα, οὔτε ράβδος μεταξύ τῶν ποδῶν του, μέχρις ὅτου ἔλθει ὁ Σηλώ» (ἤ «μέχρις ὅτου αὐτός ἔλθει στήν Σηλώ») καί σ᾽ αὐτόν θά εἶναι ἡ ὑπακοή τῶν λαῶν». Τό «μέχρις ὅτου ἔλθει ὁ Σηλώ», ἄλλη μετάφραση τό ἔχει «μέχρις ὅτου ἔλθει σ᾽ αὐτόν πού αὐτό ἀνήκει». Βλ. τήν μετάφραση τῶν Ο´ «ἕως ἄν ἔλθῃ τά ἀποκείμενα αὐτῷ». Ἡ ἔκφραση «σ᾽ αὐτόν πού αὐτό ἀνήκει» ἀναφέρεται στό «σκῆπτρο», τήν ράβδο τοῦ ἡγεμόνος (Ἀριθμ. 24,17). Ἡ φράση «ἕως ἐάν ἔλθῃ» δηλώνει ὅτι μετά τήν βασιλεία τοῦ Ἰούδα, πού θά διαρκέσει ἕνα ἀκαθόριστο χρόνο, θά ἔλθει ὁ Ἡγεμών Μεσσίας, ὁ Ὁποῖος θά ἀπαιτήσει τήν «ὑπακοή τῶν λαῶν» (Ἡσ. 11,1-9). 49,11-12. Οἱ στίχ. ἐκφράζουν εἰκονικά τήν θαυμαστή γονιμότητα πού θά ἔλθει μετά τήν ἔλευση τοῦ Μεσσίου. 49,13. Ὁ Ζαβουλών θά ἔχει μία εὐνοϊκή θέση, ὄχι πιά κλεισμένος στό ἐσωτερικό (Ἰησ. 19,10-16), ἀλλά ἔχοντας πρόσβαση στήν Μεσόγειο Θάλασσα. Θά ἐγκατασταθεῖ στά παράλια κοντά στήν Φοινίκη (Σιδών). Ὑποτίθεται ἡ ἐπέκταση στήν περιοχή τοῦ Ἀσήρ. 49,14-15. Ὁ Ἰσσάχαρ συγκρίνεται μέ ἕνα οἰκιακό ζῶο, κατάλληλο νά μεταφέρει φορτία, εὐχαριστημένος σέ μία ἄνετη γῆ καί θέλοντας νά εἶναι ἀνεξάρτητος πολιτικά. Θά ἐγκατασταθεῖ στήν πλούσια πεδιάδα τοῦ Ἐσδραλών, θά γίνει μαλθακός καί θά δεχθεῖ τόν ζυγό τῶν Χαναναίων. 49,16-18. Ὁ Δάν θά ὑψώσει κατά πολύ τό γόητρο τῆς φυλῆς του κρίνοντας τόν λαό του (στίχ. 16. «Δάν κρινεῖ τόν λαόν αὐτοῦ»· δηλαδή, θά πετύχει δικαιοσύνη γιά τόν λαό του). Τό ἑβραϊκό ρῆμα «κρίνω», «γιαδίν», περιέχει ἕνα λογοπαίγνιο στήν λέξη Δάν (βλ. καί 30,6). («Ντάν γιαδίν ἁμμώ»). Ἡ σύγκριση μέ «ὄφιν ἐφ᾽ ὁδοῦ» (δηλητηριώδη ἐπικίνδυνη ὀχιά, στίχ. 16) ἐκφράζει εἰκονικά τήν ὑπουλότητα στήν μάχη τῆς μικρῆς φυλῆς γιά νά ὑψωθεῖ. 49,18. Ψαλμικό ἐπιφώνημα τό ὁποῖο δηλώνει τό μέσον περίπου τοῦ ποιήματος. 49,19. Ὁ Γάδ, ἐγκαταστάθηκε ἀνατολικά τοῦ Ἰορδάνου, ἀκριβῶς πάνω ἀπό τόν Ρουβήν, καί μνημονεύεται ἡ φυλή του γιά τήν γενναιότητά της στήν ἀπόκρουση τῶν Ἀμμωνιτῶν καί τῶν ἐκ τῆς ἐρήμου λεηλατούντων (Κριτ. κεφ. 11). Ὁ στίχ. εἶναι συνέχεια παρηχήσεων: «Γκάδ γκεδούδ γιεγουδένου βεχού γιαγούδ ἁκέβ». 49,20. Ἡ χώρα τῆς φυλῆς τοῦ Ἀσήρ, τοποθετημένη στήν παράλια λωρίδα μεταξύ τοῦ Καρμήλου ὄρους καί τῆς Φοινίκης, ἦταν τόσο πλούσια, ὥστε ἔδιδε στίς βασιλικές αὐλές πλούσια φαγητά (Δευτ. 33,24). 49,21. Ἡ σύγκριση τῆς φυλῆς τοῦ Νεφθαλί πρός μία ἔλαφο ἐλεύθερη ὑπαινίσσεται τήν ἰδέα τῆς ἐλευθερίας, τῆς εὐκινησίας καί τῆς ζωηρότητος αὐτῆς (σύγκρ. μέ Δευτ. 33,23). Τό κείμενο πάντως εἶναι ἀβέβαιο. 49,22-26. Μία εἰκόνα τῆς εὐημερίας καί δυνάμεως τῆς πολυαρίθμου φυλῆς τοῦ Ἰωσήφ, ὅπως φαίνεται, μᾶς γυρίζει πίσω σέ χρόνο προτοῦ ὁ οἶκος του διαιρεθεῖ στίς φυλές τοῦ Μανασσῆ καί τοῦ Ἐφραίμ ὅπως εἰς Δευτ. 33,13-17 (βλ. Γεν. κεφ. 48). 49,22. Κατ᾽ εἰκασίαν μετάφραση. Τό Ἑβραϊκό κείμενο εἶναι ἐφθαρμένο. 49,24. «Ὁ ἰσχυρός Θεός τοῦ Ἰακώβ» (κατά τό Ἑβρ. «Δυνάστου Ἰακώβ», λέγουν οἱ Ο´) εἶναι ἕνας τίτλος τοῦ Θεοῦ τῶν πατέρων («παρά Θεοῦ τοῦ πατρός σου»). Βλ. στίχ. 25α (κατά τό Ἑβρ.) Ἡσ. 1,24. 49,26. Στόν στίχ. προτιμᾶται ἡ μετάφραση τῶν Ο´. Τό Ἑβραϊκό εἶναι ἀκατανόητο. Ἡ φράση τοῦ Ἑβρ. στό δεύτερο ἡμιστίχ. «ἡ πέτρα τοῦ Ἰσραήλ» εἶναι ἰσοδύναμος τοῦ «βράχου», ὁ ὁποῖος δηλώνει συχνά στούς Ψαλμούς τόν Γιαχβέ. 49,25. «Θεός παντοδύναμος» (κατά τό Ἑβρ.), βλ.σχόλ. εἰς 17,1. – Εὐλογίαν οὐρανοῦ. Δηλαδή, βροχή, δρόσος καί ἥλιος. – Εὐλογίαν γῆς ἐχούσης πάντα. Τό Ἑβρ. λέγει «εὐλογίας τῆς ἀβύσσου κάτωθεν» (βλ. Δευτ. 33,13), ἕνας ὑπαινιγμός στόν ὑπόγειο ὠκεανό (βλ. 1,2.6), ὁ ὁποῖος ἐπιστεύετο ὅτι εἶναι ἡ πηγή τῆς εὐφορίας (βλ. 2,6 σχόλ. Δευτ. 8,7). 49,26. Ἡ προγονική εὐλογία ὑπερβαίνει ἀκόμη καί τό μεγαλεῖο καί τήν εὐφορία τῶν λόφων τοῦ Ἐφραίμ. – Ὀρέων μονίμων. Βλ. Δευτ. 33,15. – Κατά τό Ἑβρ. στό δεύτερο ἡμιστίχ. ὁ Ἰωσήφ καλεῖται «ναζίρ», βλ. Ἀριθμ. κεφ. 6. 49,27. Αὐτή ἡ πολεμική καί ἄγρια ὄψη τοῦ Βενιαμίν, ὅπως τήν ἐκφράζει ὁ στίχ. μας, ἀντιστοιχεῖ μέ τήν μετέπειτα ἱστορία τῆς φυλῆς, βλ. Κριτ. 3,15 ἑξ. 5,14. 19-20 καί τήν ζωή τοῦ Σαούλ, Α´ Βασ.



Ὁ θάνατος τοῦ Ἰακώβ (49,29-33)
(Προλογικό  σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ἀφοῦ εὐλόγησε τούς δώδεκα υἱούς του ὁ Ἰακώβ ζήτησε νά τόν θάψουν στήν Χαναάν, στό σπήλαιο τοῦ Ἐφρών τοῦ Χετταίου (στίχ. 29), πού εἶχε ἀγοράσει ὁ Ἀβραάμ καί στό ὁποῖο εἶχε ταφεῖ αὐτός, ἡ Σάρρα (στίχ. 31), ὁ Ἰσαάκ, ἡ Ρεβέκκα καί ἡ Λεία (στίχ. 31). Ἔπειτα ὁ Ἰακώβ ξάπλωσε στήν κλίνη του καί ἀπέθανε (στίχ. 33).


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)


49,29Εἶπε δέ (ὁ Ἰακώβ) σ’ αὐτούς (τούς δέκα ἀδελφούς): «Ἐγώ πιά (πεθαίνω καί) προστίθεμαι στόν λαό μου· θάψτε με μέ τούς πατέρες μου στό σπήλαιο, πού βρίσκεται στόν ἀγρό τοῦ Ἐφρών τοῦ Χετταίου, 30στό διπλό σπήλαιοο πού εἶναι ἀπέναντι ἀπό τήν Μαμβρῆ, στήν γῆ Χαναάν· τό σπήλαιο πού ἀγόρασε ὁ Ἀβραάμ ἀπό τόν Ἐφρών τόν Χετταῖο, γιά τόπο ταφῆς. 31Ἐκεῖ ἔθαψαν τόν Ἀβραάμ καί τήν Σάρρα τήν γυναίκα του· ἐκεῖ ἔθαψαν τόν Ἰσαάκ καί τήν Ρεβέκκα τήν γυναίκα του· ἐκεῖ ἔθαψα (καί ἐγώ) τήν Λεία, 32στό χωράφι καί στό σπήλαιο πού εἶναι σ’ αὐτό, πού ἀγοράστηκαν ἀπό τούς Χετταίους».
33Καί ἀφοῦ ὁ Ἰακώβ τελείωσε τίς ἐντολές του πρός τούς υἱούς του, ἔσυρε τά πόδια του πάνω στήν κλίνη καί πέθανε καί προσετέθη στόν λαό του.

ο. «Στό σπήλαιο στόν ἀγρό Μαχπελάχ», κατά τό Ἑβρ.


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

49,29-33. Τέλος τῆς ζωῆς τοῦ Ἰακώβ κατά τήν Ἱερατική παράδοση. 49,29.30. Ἐν τῷ σπηλαίῳ. «Στόν ἀγρό Μαχπελάχ», λέγει τό Ἑβρ. Βλ. κεφ. 23.



Ἐνταφιασμός τοῦ Ἰακώβ (50,1-14)
(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ὁ Ἰωσήφ ἔκλαυσε γιά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του (στίχ. 1), φρόντισε γιά νά γίνουν σ᾽ αὐτόν ὅλα τά καθορισμένα ταφικά ἔθιμα (ταρίχευση) καί ἐπένθησε αὐτόν κατά τόν ἀριθμό τῶν καθορισμένων ἡμερῶν (στίχ. 2-3). Ἔπειτα ζήτησε ἀπό τόν Φαραώ νά θάψει τόν πατέρα του στήν Χαναάν, κατά τόν ὅρκο πού εἶχε δώσει (στίχ. 4-5). Ὁ Φαραώ ἔδωσε τήν ἄδεια στόν Ἰωσήφ (στίχ. 6) καί τότε αὐτός ἀνέβηκε στήν Χαναάν μέ μεγάλη συνοδία (στίχ. 7-9), ἡ ὁποία ἐντυπωσίασε πολύ τούς ἐντοπίους κατοίκους (στίχ. 10-11). Οἱ δώδεκα ἀδελφοί, ἀφοῦ ἔθαψαν τόν πατέρα τους στό σπήλαιο τοῦ Ἐφρών (στίχ. 12-13), ἐπέστρεψαν πάλι στήν Αἴγυπτο (στίχ. 14).


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

50,1Ὁ Ἰωσήφ τότε ἔπεσε στό πρόσωπο τοῦ πατέρα του, τόν ἔκλαψε καί τόν φίλησε. 2Ἔπειτα ὁ Ἰωσήφ διέταξε τούς ταριχευτές, πού ἦταν στήν ὑπηρεσία του, νά βαλσαμώσουν τόν πατέρα του· καί βαλσάμωσαν οἱ ταριχευτές τόν Ἰσραήλ. 3Καί χρειάστηκαν γι’ αὐτό σαράντα ἡμέρες· γιατί τόσος χρόνος χρειάζονταν γιά τήν βαλσάμωση· καί θρήνησαν αὐτόν οἱ Αἰγύπτιοι ἑβδομήντα ἡμέρες.
4Καί ἀφοῦ πέρασαν οἱ ἡμέρες τοῦ πένθους, εἶπε ὁ Ἰωσήφ στούς παραστάτες τοῦ Φαραώ: «Ἄν βρῆκα χάρη σέ σᾶς, ἀναφέρετε γιά μένα στόν Φαραώ τά ἑξῆς: 5“Ὁ πατέρας μου μέ ἔβαλε νά ὁρκισθῶ λέγοντας: “αΠρέπει νά μέ θάψεις στό μνῆ­μα, τό ὁποῖο ἔσκαψα γιά τόν ἑαυτό μου στήν γῆ Χαναάν”. Τώρα, λοιπόν, ἄς ἀνεβῶ νά θάψω τόν πατέρα μου καί θά ἐπιστρέψω”».
6Καί εἶπε ὁ Φαραώ στόν Ἰωσήφ: «Ἀνέβαινε καί θάψε τόν πατέρα σου, καθώς σέ ὅρκισε».
7Καί ἀνέβηκε ὁ Ἰωσήφ νά θάψει τόν πατέρα του· καί μαζί του πῆγαν ὅλοι οἱ αὐλικοί Φαραώ, οἱ πρεσβύτεροι τοῦ οἴκου του καί ὅλοι οἱ πρεσβύτεροι τῆς γῆς Αἰγύπτου. 8Καί ὁλόκληρη ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἰωσήφ, οἱ ἀδελφοί του καί ἡ οἰκογένεια τοῦ πατέρα του· ἀλλά τίς οἰκογένειές τους καί τά πρόβατα καί τά βόδια ἄφησαν πίσω στήν περιοχή τῆς Γεσέμ. 9Ἀνέβηκαν δέ μαζί του καί ἅρματα καί ἱππεῖς, ὥστε ἡ συνοδεία ἔγινε πολύ ἐπιβλητική. 10Καί ἀφοῦ ἦρθαν στό ἀλώνι Ἀτάδ, τό ὁποῖο ἦταν πέρα ἀπό τόν Ἰορδάνη, ἔκαναν ἐκεῖ μεγάλο καί βαρύ κλαυθμό· ἐτήρησε δέ (ὁ Ἰωσήφ) πένθος ἑπτά ἡμερῶν γιά τόν πατέρα του.
11Ὅταν οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου, οἱ Χαναναῖοι, εἶδαν τό πένθος στό ἁλώνι Ἀτάδ, εἶπαν: «Μέγα πένθος εἶναι αὐτό γιά τούς Αἰγυπτίους». Γι’ αὐτό δόθηκε σ’ αὐτόν τό ὄνομα «Πένθος Αἰγύπτου»,β πού ἔγινε πέραν τοῦ Ἰορδάνου. 12Καί ἔκαναν σ’ αὐτόν οἱ υἱοί του ἔτσι (ὅπως τούς εἶχε παραγγείλει). 13Ἀφοῦ τόν μετέφεραν οἱ υἱοί του στήν γῆ Χαναάν, τόν ἔθαψαν στό σπήλαιο τό διπλό· τό σπήλαιο, πού ἀγόρασε ὁ Ἀβραάμ ἀπό τόν Ἐφρών τόν Χεττίτη, ἀπέναντι ἀπό τήν Μαμβρῆ, γιά νά ἔχει ὡς δικό του μνημεῖο.
14Καί ἐπέστρεψε ὁ Ἰωσήφ στήν Αἴγυπτο μέ τούς ἀδελφούς του καί ὅλους ὅσοι ἀνέβηκαν μαζί του, γιά νά θάψουν τόν πατέρα του.

α. Τό Ἑβρ. προσθέτει: «Ἰδού ἐγώ ἀποθνήσκω».
β. Κατά τό Ἑβρ.: «Ἀβέλ-Μισραΐμ».


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

50,1-14. Τό κεφ. ἀναμειγνύει τήν Γιαχβική (στίχ. 1-11 καί 14) καί τήν Ἐλωχιμική (στίχ. 15-26) παράδοση, μέ μία ἱερατική χροιά στούς στίχ. 12-13. 50,2-3. Τό βαλσάμωμα, ἕνα παλαιό αἰγυπτιακό ἔθιμο, ἦταν ἀναγκαῖο, ἀφοῦ τό σῶμα τοῦ Ἰακώβ ἔπρεπε νά μεταφερθεῖ πίσω στήν Χαναάν. Περί τῶν Αἰγυπτίων λέγεται ὅτι θρηνοῦσαν γιά τόν θάνατο ἑνός βασιλέως ἑβδομήντα δύο ἡμέρες. Ἔτσι, ἀπό σεβασμό πρός τόν Ἰωσήφ, οἱ Αἰγύπτιοι πρόσφεραν στόν Ἰακώβ βασιλική νεκρική τιμή (στίχ. 3). 50,5. Κατ᾽ αὐτόν τόν στίχ. ἔχουμε τήν παράδοση ὅτι ὁ Ἰακώβ λάξευσε ἕνα τάφο γιά τόν ἑαυτό του ἀνατολικά τοῦ Ἰορδάνου (στίχ. 10) καί ἐκεῖ μᾶλλον ἐτάφη καί  ὄχι στόν τάφο Μαχπελάχ (στίχ. 12-13). Αὐτό ἐξηγεῖ τό γιατί ἡ νεκρική πομπή ἔστρεψε πρός πέραν τοῦ Ἰορδάνου (στίχ. 10-11), ἄν καί ἡ κυρία ὁδός ὁδηγοῦσε ἀπό τήν Αἴγυπτο κατά μῆκος τῆς ἀκτῆς πρός τήν Βηρ-σαβεέ. 50,11. Ἐπί ἅλωνι Ἀτάδ. - Πένθος Αἰγύπτου. Τό Ἑβρ. ἔχει ὁμοίως: «Γκωρέν χα-ἀτάδ» (ἅλων Ἀτάδ) καί «Ἀβέλ Μιτσράγιμ» (πένθος Αἰγύπτου). Εἶναι ἄγνωστες τοποθεσίες. Τό «Ἀβέλ Μιτσράγιμ» εἶναι ἀπό τήν ἑβραϊκή λ. «ἔβελ», πού σημαίνει «πένθος». Ἔχουμε ἐδῶ σημεῖα μιᾶς διαφορετικῆς παραδόσεως ἀπό τήν Μαχπελάχ. Ἡ πομπή εἶχε εἰσέλθει στήν πέραν τοῦ Ἰορδάνου περιοχή.



Ἀπό τόν θάνατο τοῦ Ἰακώβ στόν θάνατο τοῦ Ἰωσήφ (50,15-26)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Μετά τόν θάνατο τοῦ Ἰακώβ οἱ δώδεκα ἀδελφοί φοβήθηκαν μήπως ὁ Ἰωσήφ ἐκδικηθεῖ γιά ὅσα τοῦ ἔκαναν (στίχ. 15) καί εἶπαν σ᾽ αὐτόν ὅτι ὁ πατέρας τους ζήτησε ἀπό αὐτόν νά ὁρκιστεῖ ὅτι θά τούς συγχωρήσει (στίχ. 16-18). Ἀλλά ὁ Ἰωσήφ τούς καθησύχασε, λέγοντας ὅτι ὅσα ἔγιναν ἦταν ἀπό τόν Θεό, γιά νά σωθεῖ ὁ λαός τους (στίχ. 19-21). Κατοίκησαν λοιπόν ὅλοι στήν Αἴγυπτο (στίχ. 22). Ἐκεῖ ὁ Ἰωσήφ ἔζησε καί εἶδε μέχρι καί τά δισέγγονά του (στίχ. 23) καί προφήτευσε στούς ἀδελφούς του ὅτι ὁ Θεός κάποτε θά τούς ἔπαιρνε πάλι καί θά τούς πήγαινε στήν Χαναάν (στίχ. 24). Ὅρκισε δέ αὐτούς, ὅταν θά ἔλθει αὐτός ὁ καιρός τῆς ἐπιστροφῆς, νά μήν ἀφήσουν τά ὀστᾶ του στήν Αἴγυπτο, ἀλλά νά τά πάρουν μαζί τους (στίχ. 25). Ἔτσι ἀπέθανε καί ὁ Ἰωσήφ, ἐτῶν ἑκατόν δέκα, καί ἔθαψαν αὐτόν στήν Αἴγυπτο (στίχ. 26). Ἐδῶ τελειώνει τό βιβλίο τῆς Γενέσεως.



(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

50,15Ὅταν εἶδαν οἱ ἀδελφοί τοῦ Ἰωσήφ ὅτι πέθανε ὁ πατέρας τους, εἶπαν: «Ἴσως ὁ Ἰωσήφ μνησικακήσει ἐναντίον μας καί μᾶς ἀνταποδώσει μέ αὐστηρότητα ὅλα τά κακά, πού πράξαμε σ’ αὐτόν». 16Ἦρθαν, λοιπόν, πρός τόν Ἰωσήφ καί τοῦ εἶπαν: «Προτοῦ νά ἀποθάνει ὁ πατέρας σου μᾶς ἔδωσε τήν ἑξῆς ἐντολή: 17Νά πεῖτε στόν Ἰωσήφ· Συχώρεσε τό ἔγκλημα καί τό ἁμάρτημα τῶν ἀδελφῶν σου· γιατί σοῦ ἔκαναν κακό. Τώρα συχώρεσε τό ἔγκλημα τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ τοῦ πατέρα σου». Καί ἔκλαψε ὁ Ἰωσήφ ὅταν αὐτοί μιλοῦσαν πρός αὐτόν. 18Πῆγαν, λοιπόν, (οἱ ἀδελφοί του) σ’ αὐτόν καί εἶπαν: «Νά, ἐμεῖς εἴμαστε δοῦλοι σου».
19Καί εἶπε ὁ Ἰωσήφ σ’ αὐτούς: «Μή φοβεῖσθε· γιατί εἶμαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.γ 20Σεῖς θελήσατε νά μοῦ κάνετε κακό· ὁ Θεός ὅμως προνόησε νά γίνει σέ μένα καλό, γιά νά κάνει ὅ,τι γίνεται στίς ἡμέρες μας καί νά τραφεῖ πολύς λαός». 21«Μή φοβεῖσθε», τούς εἶπε· «ἐγώ θά φροντίσω γιά σᾶς καί τίς οἰκογένειές σας». Ἔτσι τούς παρηγόρησε καί μίλησε στήν καρδιά τους.
22Καί ἔμεινε ὁ Ἰωσήφ στήν Αἴγυπτο, αὐτός καί οἱ ἀδελφοί του καί ὅλη ἡ οἰκογένεια τοῦ πατέρα του. Ἔζησε δέ ὁ Ἰωσήφ ἑκατόν δέκα ἔτη. 23Καί εἶδε ὁ Ἰωσήφ τά παιδιά τοῦ Ἐφραίμ μέχρι τήν τρίτη γενεά· καί ἐπίσης οἱ υἱοί τοῦ Μαχείρ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Μανασσῆ, γεννήθηκαν στά γόνατα τοῦ Ἰωσήφ.
24Καί εἶπε ὁ Ἰωσήφ στούς ἀδελφούς του: «Ἐγώ πεθαίνω! Ἀλλ’ ὁ Θεός ὁπωσδήποτε θά σᾶς ἐπισκεφθεῖ καί θά σᾶς ἀνεβάσει ἀπό τήν γῆ αὐτή στήν γῆ τήν ὁποία μέ ὅρκο ὑποσχέθηκε στόν Ἀβραάμ, τόν Ἰσαάκ καί τόν Ἰακώβ». 25Καί ὅρκισε ὁ Ἰωσήφ τούς υἱούς Ἰσραήλ λέγοντας: «Ὅταν ὁ Θεός θά σᾶς ἐπισκεφθεῖ, πρέπει νά λάβετε μαζί σας ἀπό ἐδῶ καί τά ὀστᾶ μου».
26Καί πέθανε ὁ Ἰωσήφ σέ ἡλικία ἑκατόν δέκα ἐτῶν· καί τόν βαλσάμωσαν καί τόν ἔβαλαν σέ φέρετρο στήν Αἴγυπτο.


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)


50,18. Μία ἐπανάληψη τοῦ κεντρικοῦ θέματος μᾶς ἐπαναφέρει τήν ἀρχή τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰωσήφ (βλ. 37,5-11 σχόλ.). 50,19-20. Ἡ καρδιά καί τό κορύφωμα τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰωσήφ: Ὁ Ἰωσήφ διακηρύσσει στούς ἀδελφούς του ὅτι μόνο ὁ Θεός συγχωρεῖ καί θαραπεύει τήν ἐνοχή τοῦ ἀνθρώπου καί τούς μαρτυρεῖ γιά τήν θαυμαστή πρόνοια τοῦ Θεοῦ,  πού ἔστρεψε τό κακό σέ καλό (45,4-7). 50,23. Τά παιδιά τοῦ Μαχείρ, τοῦ ἐγγόνου τοῦ Ἰωσήφ, «ἐτέθησαν ἐπί μηρῶν Ἰωσήφ», δηλαδή, υἱοθετήθηκαν ἀπ᾽ αὐτόν ὡς ἀπόγονοί του. Ὁ Μαχείρ ἦταν ὁ ἀπόγονος μιᾶς πολεμικῆς φυλῆς τοῦ Μανασσῆ, ἡ ὁποία κατοίκησε εἰς Γαλαάδ (Ἀριθμ. 32,39-40). Δευτ. 3,15. Κριτ. 5,14). 50,24. Μία πρόβλεψη τῆς Ἐξόδου, βασιζόμενη στήν ὑπόσχεση στούς πατέρες. 50,25-26. Βλ. Ἐξ. 13,19. Κατά τήν παράδοση ὁ Ἰωσήφ ἐτάφη στήν Συχέμ (Ἰησ. Ν. 24,32. Σύγκρ. Γεν. 33,19. Πράξ. 7,16).

          








         


        IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
Δημητσάνα, Δευτέρα 1 Ἰουνίου 2015

Ἀγαπητοί ἀναγνῶστες,

Ὅπως ἔχουμε ἀνακοινώσει, ἀρχίσαμε μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἕνα σύντομο ὑπομνηματισμό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μέ κείμενο, μετάφραση, προλογικά σημειώματα πού δίνουν τήν ἔννοια τῆς περικοπῆς, σχόλια καί παράλληλα χωρία. Τήν ἐργασία μας αὐτή τήν παραδίδουμε σέ σᾶς διά μέσου τοῦ διαδικτύου ἑκάστη Δευτέρα καί Παρασκευή. Τελειώσαμε τόν ὑπομνηματισμό τῆς Γενέσεως. Ἀναφέρουμε ὅτι ἡ Γένεση αὐτή ἔχει σέ πολλά σημεῖα ἄλλες ἑρμηνεῖες ἀπό τά προηγούμενα ἤδη ἐκδοθέντα τέσσερα ἑρμηνευτικά ὑπομνήματα στήν Γένεση. Ἐπειδή ἔχουν ἐκδοθεῖ ἤδη ὑπομνήματα στά ὑπόλοιπα ἱστορικά βιβλία, γιά νά προλάβουμε τήν περάτωση τοῦ ἔργου, ἐρχόμαστε στά προφητικά βιβλία καί ἀρχίζουμε τήν ἑρμηνεία στόν προφήτη Ἠσαΐα. Ζητοῦμε τίς προσευχές σας γιά τήν συνέχιση καί περάτωση τοῦ ἔργου.


ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ
(Ἡ ἑρμηνεία παρά τήν συντομία της καί τήν ἁπλότητά της εἶναι ἐπιστημονική)

Ἡ ἐργασία αὐτή προσφέρεται στούς ἀναγνῶστες σέ συνέχειες ἑκάστη Δευτέρα καί Παρασκευή διά ἐξεύρεση λαθῶν ἐκ μέρους τους καί ἐνημέρωσή μας πρός διόρθωση, πρίν ἀπό τήν τελική δημοσίευση τοῦ ἔργου.


Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ

Ι. ΠPΩTO MEPOΣ TOY BIBΛIOY TOY ΠPOΦHTOY (κεφ. 1-39)

Τό μέρος αὐτό τοῦ βιβλίου περιέχουν λόγους τοῦ προφήτου Ἠσαΐου κατά τοῦ ἰουδαϊκοῦ κράτους, ὅπως καί ἐναντίον ἄλλων ἐθνῶν.
1. ΠΡΩΤΕΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ
ΣΥΡΟΕΦΡΑΪΜΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ (1,1-5,30)

Τίτλος (1,1)
(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ὁ προφήτης προφήτης Ἠσαΐας ἔδρασε στά μέσα τοῦ 8ου αἰ. καί ἀρχές τοῦ 7ου αἰ., ὅπως φαίνεται ἀπό τά ὀνόματα τῶν βασιλέων πού ἀναφέρονται ἐδῶ.

(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

1,1Ἀποκαλύψεις, τίς ὁποῖες εἶδε ὁ Ἠσαΐας, ὁ υἱός τοῦ Ἀμώς· ἀποκαλύψεις  πού εἶδε ἐναντίον τῆς Ἰουδαίας καί ἐναντίον τῆς Ἱερουσαλήμ στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ὀζίου, τοῦ Ἰωάθαμ, τοῦ Ἄχαζ καί τοῦ Ἐζεκία, τῶν βασιλέων τῆς Ἰουδαίας.


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

1,1. Ἡ ἐπιγραφή τοῦ βιβλίου δίνει τό χρονολογικό πλαίσιο ὅλης τῆς δραστηριότητος τοῦ προφήτου, ἀλλά εἶναι δύσκολο νά καθορίσουμε ἄν αὐτή ἡ ἐπιγραφή ἁρμόζει σ᾿ ὁλόκληρο τό βιβλίο μέ τήν σημερινή του μορφή (κεφ. 1-66), ἤ μόνο στά κεφ. 1-39, ἤ ἀκόμη μόνο στά κεφ. 1-12. Σέ καμμιά ὅμως περίπτωση δέν πρέπει νά ἐκλάβουμε μέ γεωγραφική ἔννοια τίς ἐκφράσεις «Ἰουδαία» καί «Ἰερουσαλήμ». Οἱ ἐκφράσεις αὐτές δηλώνουν τόν ἐκλεκτό λαό τοῦ Θεοῦ, γιά τήν διδασκαλία τοῦ ὁποίου δόθηκαν ὅλες οἱ προφητεῖες καί μάλιστα αὐτές πού ἀφοροῦν τό βασίλειο τοῦ Νότου καί τούς ξένους λαούς. – Ὅρασις. Ἡ λέξη αὐτή ἐδῶ ἀναφέρεται στό σύνολο τοῦ βιβλίου, ἔχει γενικά τήν ἔννοια τῆς ἀποκαλύψεως καί δίνει στίς προφητεῖες αὐθεντία. – Ἡσαΐας. Στά Ἑβρ. τό ὄνομα σημαίνει «ὁ Γιαχβέ σώζει» ἤ «ὁ Γιαχβέ εἶναι σωτηρία». 1,2β. Ἐν βασιλείᾳ Ὀζίου... Τό δεύτερο αὐτό ἡμιστίχ. εἶναι πιθανόν προσθήκη τοῦ ἐκδότου. 



Κατά τοῦ ἀγνώμονα λαοῦ (1,2-9)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Στήν περικοπή αὐτή ὁ Ἠσαΐας ἐλέγχει τόν Ἰσραηλιτικό λαό γιά τήν ἀποστασία του ἀπό τόν Θεό. Ὁ Ἰσραήλ ξεπέρασε καί τά ζῶα στήν ἀφροσύνη του (στίχ. 3) καί τήν ἀχαριστία του πρός τόν εὐεργέτη του Θεό (στίχ. 2). Ἀποτέλεσμα τῆς ἀποστασίας αὐτῆς τοῦ λαοῦ ἀπό τόν Θεό εἶναι νά παραλύσει ὅλος ὁ κρατικός ὀργανισμός, νά νοσήσει καί τό «κεφάλι» καί ἡ «καρδιά» τοῦ ἔθνους (στίχ. 5). Ὅλο τό ἔθνος παριστάνεται σάν ἕνα καταπληγωμένο σῶμα (στίχ. 6). Καί ὅμως ὁ λαός, παρά τό ὅτι ἔβλεπε κατεστραμμένη τήν γῆ του (στίχ. 7), συνέχιζε νά ἁμαρτάνει (στίχ. 5). Ἀλλά ὁ Προφήτης μας βλέπει μέ χαρά καί ἕνα μικρό ὑπόλοιπο τοῦ λαοῦ, μιά ἐκλεκτή μερίδα, τήν ὁποία ὀνομάζει «σπέρμα», πού δέν διεφθάρη (στίχ. 9).


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

1,2Ἄκουε οὐρανέ καί ἀκροάσου γῆ,
γιατί ὁ Κύριος θά λαλήσει:
Παιδιά μεγάλωσα καί ἀνέθρεψα,
ἀλλά αὐτά μέ ἀρνήθηκαν.
3Τό βόδι γνωρίζει τόν ἰδιοκτήτη του
καί ὁ ὄνος τήν φάτνη τοῦ ἀφέντη του·
ὁ Ἰσραήλ ὅμως δέν μέ ἐγνώρισε
καί ὁ λαός μου δέν μέ ἀγάπησε.
4Ἀλλοίμονό σου ἔθνος ἁμαρτωλό,
λαέ φορτωμένε μέ ἁμαρτήματα,
 πονηρό σπέρμα, διεφθαρμένοι υἱοί!
Ἐγκαταλείψατε τόν Κύριο
καί ἐξοργίσατε τόν ἅγιο τοῦ Ἰσραήλ.α
5Γιατί θέλετε νά κτυπηθεῖτε ἀκόμα
μέ τό νά συνεχίζετε νά ἁμαρτάνετε;
Ὅλο τό κεφάλι (τοῦ ἔθνους) πονάει
καί ὅλη ἡ καρδιά του εἶναι καχεκτική.
6Ἀπό τά πόδια μέχρι τό κεφάλι
δέν εἶναι τίποτε τό γερό·
(τό σῶμα τοῦ ἔθνους) δέν ἔχει (ἐδῶ) τραύματα,
(ἐκεῖ) πληγές ἤ (ἐκεῖ) κτυπήματα μέ πύον.
(Ὅλο τό σῶμα εἶναι μιά ὁλόκληρη πληγή).
Δέν εἶναι, λοιπόν, δυνατόν νά (τοῦ) βάλουμε κατάπλασμα,
λάδι καί ἐπίδεσμους.β
 7Ἡ χώρα σας ρημώθηκε, οἱ πόλεις σας κάηκαν·
τούς ἀγρούς σας τούς κατατρώγουν ξένοι μπροστά στά μάτια σας·
ρημώθηκαν κατεστραμμένα ἀπό ξένους λαούς.
8Ἡ Σιών (ἡ Ἱερουσαλήμ) θά ἐγκαταλειφθεῖ σάν σκηνή στό ἀμπέλι
καί σάν καλύβα στό μποστάνι,γ
σάν πόλη πού πολιορκεῖται (ἀπό ἐχθρούς). 
9Κι ἄν ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων
δέν μᾶς ἄφηνε ἕνα μικρό ὑπόλοιπο (δικῶν του ἀνθρώπων),
θά γινόμασταν σάν τά Σόδομα καί ὅμοιοι μέ τά Γόμορρα.

α. «Ἐστράφησαν εἰς τά ὀπίσω», λέγει τό Ἑβρ. στό τέλος τοῦ στιχ.
β. Ὁ στίχος στό Ἑβραϊκό ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἀπό τό πέλμα μέχρι τό κεφάλι δέν εἶναι τίποτε τό ὑγιές σ᾽ αὐτόν· τραύματα, μώλωπες καί νωπά κτυπήματα· δέν ἐστίφθηκαν, δέν ἐπιδέθηκαν οὔτε ἀνακουφίστηκαν μέ λάδι».
γ. Ἑβρ.: «Ὡς καλύβα σέ πεπονότοπο».

(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

1,2-31. Πρώτη σειρά προφητειῶν, ὡς ἕνα εἶδος προλόγου. 1,2. Ἄκουε οὐρανέ καί ἐνωτίζου γῆ. Ἡ ἐπίκληση τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς εἶναι στοιχεῖα τῆς δικαστικῆς γλώσσης. Ἐκλαμβάνονται ἐδῶ ὡς μάρτυρες στήν δίκη, πού ἔχει ὁ Γιαχβέ μέ τόν λαό Του, βλ. Δευτ. 4,26. 30,19. 32,1. Ψαλμ. 49,4. Τό ποίημα πού ἀκολουθεῖ ἀναφέρεται στήν ἐρήμωση τῆς χώρας καί στήν πολιορκία τῆς Ἰερουσαλήμ εἴτε ὑπό τόν Σεναχηρείμ τό 701 (βλ. 36,1 ἑξ. Δ΄ Βασ. 18,13 ἑξ.), εἴτε τόν καιρό τοῦ Συροεφραϊμιτικοῦ πολέμου τό 735 (βλ. 7,1-2 καί Δ΄ Βασ. 16,5-9). – Υἱούς. Σύγκρ. μέ Ἱερ. 3,19-22. 1,3. Ἰσραήλ δέ με οὐκ ἔγνω. Τό ρῆμα δηλώνει μιά βαθειά σχέση μέ τόν Θεό. Εἶναι ἕνα ἐμφανιζόμενο προφητικό θέμα, βλ. Ἱερ. 1,5. Ὠσ. 2,20. 4,1.6. 5,4. 1,4-9. Ἔκκληση σέ ἕνα λαό ἀνέμελο γιά τήν ἐρήμωση τοῦ Ἰούδα ἀπό τόν Τιγλάθ- Πιλεσέρ Γ´ (734-733 π.Χ. 7,1-2) ἤ τόν Σενναχηρείμ (701 π.Χ. 36,1) καί τήν ἐρήμωση τῆς Ἱερουσαλήμ («θυγάτηρ Σιών», βλ. Ἱερ. 4,29-31 σχόλ.). 1,4-6. Ὁ Ἰσραήλ εἰκονίζεται ὡς ἕνα καταπληγιασμένο σῶμα, ὁ ἴδιος δέ ὄχι μόνο δέν θέλει νά θεραπευθεῖ, ἀλλά καί δέν ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι ἀσθενής. 1,4. Ἄς σημειώσουμε τόν ποιητικό παραλληλισμό, ἔθνος - λαός· σπέρμα - υἱοί. – Ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ. Ἀγαπητή ἔκφραση στόν Ἡσαΐα (5,19.24. 10,20. 12,6. 17,7. 29,19. 30,11.12.15. 37,23), ἡ ὁποία τονίζει τήν ὑπερβατικότητα τοῦ Θεοῦ Γιαχβέ (βλ. 6,3 καί τό σχόλ.), τήν ὁποία ὅμως γεφυρώνει ἡ ἀπό ἀγάπη ἐκλογή τοῦ Ἰσραήλ ἀπό τόν Θεό ὡς λαό Του (Ὠσ. 8,1. Ἱερ. 3,20). 1,6. Αὐτή ἐδῶ ἡ περιγραφή τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ, παρισταμένου ὡς δούλου αὐστηρά κτυπημένου, μᾶς κάνει νά θυμηθοῦμε τόν Πάσχοντα Δοῦλο στόν Ἡσ. 53,3 ἑξ. Ἡ χριστιανική παράδοση ἐφήρμοσε τόν στίχ. μας στό πάθος τοῦ Χριστοῦ. 1,7. Τό τέλος τοῦ στίχ. στό Ἑβραϊκό ἔχει: «Καί ἐρήμωση ὑπάρχει ὡς καταστροφή ὑπό ἀλλοφύλων». Ὁ ἑβραϊκός ὅρος «ὠχελίμ» ὁ μεταφραζόμενος μέ τήν λ. «καταστροφή» (Ο´ «κατεστραμμένη») χρησιμοποεῖται πάντοτε (6 φορές) στήν Βίβλο γιά νά δηλώσει τήν τιμωρία τῶν Σοδόμων καί Γομόρρων. Γι᾿ αὐτό πολλοί πρότειναν νά ἀναγνώσουμε στό τέλος τοῦ στίχ. «σάν τήν καταστροφή τῶν Σοδόμων», ἐναλλάσσοντες τό «ζαρίμ» (οἱ ἀλλόφυλοι) σέ «σεδώμ», ἀλλά ἡ διόρθωση αὐτή εἶναι αὐθαίρετη. 1,8. Θυγάτηρ Σιών. Προσωποποίηση τῆς Ἰερουσαλήμ ὡς μιᾶς θυγατέρας (10,32. 16,1. κ.ἄ.) ἤ τοῦ λαοῦ της (37,22. Σοφ. 3,14. Θρην. 4,22). «Σιών» ἦταν τό ὄνομα τῆς ἀκροπόλεως τῶν Ἰεβουσαίων, πού ἔγινε ἡ «πόλη τοῦ Δαυΐδ» (βλ. σχόλιο εἰς Β΄ Βασ. 5,9). 1,9. Ἐγκατέλιπεν ἡμῖν σπέρμα (ἑβρ. «σαρίδ» = ὑπόλοιπο). Περί τοῦ «ὑπολοίπου» αὐτοῦ βλ. Π. Μπρατσιώτου, Ὁ προφήτης Ἡσαΐας, Τεῦχ. Α´, σελ. 31. Ὁ Θεός δέν θά ἐπιτρέψει νά καταστραφεῖ ἐντελῶς ὁ λαός Του. Θά μείνει ἕνα καλό σπέρμα, τό ὁποῖο θά ἀκούει τούς λόγους τῶν προφητῶν καί θά φέρει καρπό.




Κατά τῆς ὑποκρισίας (1,10-20)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Στήν περικοπή αὐτή ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἐλέγχει τόν ἰουδαϊκό λαό γιά τήν ὑποκρισία του, γιατί ἐνῶ διέπρατταν ἕνα σωρό ἀδικίες, ἤθελαν νά παραστήσουν καί τόν εὐσεβῆ, ἐπειδή τελοῦσαν τίς τυπικές διατάξεις τῆς λατρείας. Ὁ προφήτης ἀπορρίπτει τήν τοιούτου εἴδους λατρεία, τήν ὁποία ὀνομάζει «βδέλυγμα» στόν Θεό (στίχ. 13 ἑξ.). Ὁ Θεός εὐαρεστεῖται σέ θυσίες ἀπό ἀνθρώπους μέ καθαρή καρδιά (στίχ. 16), ἀπό ἀνθρώπους πού δέν ἀδικοῦν τόν πλησίον τους, ἀλλά δείχνουν ἀγάπη στό ὀρφανό καί στήν χήρα καί σέ πάντα ἀδύνατο συνάνθρωπο (στίχ. 17). Παρά ὅμως τόν δριμύ ἔλεγχό του ὁ προφήτης, παρουσιάζει τέλος τόν Θεό, ὡς εὔσπλαγχνος πού εἶναι, νά καλεῖ τόν λαό του σέ μετάνοια (στίχ. 18). – Ἡ περικοπή τῶν στίχ. 1,16-20 εἶναι ἱερό ἀνάγνωσμα τῆς 5ης Ἰανουαρίου, στόν Ἑσπερινό τῆς Ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων.

(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

1,10Ἀκοῦστε τόν λόγο τοῦ Κυρίου, ἄρχοντες τῶν Σοδόμων!
Προσέχετε τήν διδασκαλία τοῦ Θεοῦ, λαέ τῆς Γομόρρας!
11Τί μοῦ χρειάζεται τό πλῆθος τῶν θυσιῶν σας; λέει ὁ Κύριος.
Ἔχω χορτάσει ἀπό ὁλοκαυτώματα κριαριῶν καί ἀπό πάχος ἀρνιῶν.
Αἵματα ταύρων καί τράγων δέν ἐπιθυμῶ.
12Ὅταν ἔρχεστε νά ἐμφανιστεῖτε μπροστά μου,
ποιός σᾶς ζήτησε αὐτά ἀπό σᾶς;
13Μήν ἐξακολουθεῖτε νά πατᾶτε τήν αὐλή μου.
Ἄν μοῦ προσφέρετε σιμιγδάλι εἶναι μάταιη θυσία.α
 Τό θυμίαμά (σας) μοῦ εἶναι βδέλυγμα.
Τίς Νουμηνίες σας (πρωτομηνιές) καί τά Σάββατα
καί τήν μεγάλη ἡμέρα (τῆς γιορτῆς τοῦ Ἐξιλασμοῦ) δέν τίς ἀνέχομαι.
Νηστεία καί ἀργία,
14τίς Νουμηνίες σας καί τίς γιορτές σας
μισεῖ ἡ ψυχή μου.
Μοῦ γίνατε βαρετοί· δέν θά ὑποφέρω πιά τίς ἁμαρτίες σας.
15Ὅταν ὑψώνετε τά χέρια σας πρός ἐμένα (γιά προσευχή)
θά ἀποστρέφω τά μάτια μου ἀπό σᾶς·
καί ὅταν κάνετε πολλές δεήσεις, δέν θά σᾶς εἰσακούω·
γιατί τά χέρια σας εἶναι γεμάτα μέ αἷμα.
16Λουσθεῖτε, καθαρισθεῖτε!
Ἀφαιρέστε τήν κακία τῶν ψυχῶν σας
μπροστά ἀπό τά μάτια μου·
πάψτε τίς πονηριές σας.
17Μάθετε νά κάνετε τό καλό·
ἐπιδιώκετε τό δίκαιο· σῶστε τόν ἀδικούμενο·
δῶστε τό δίκαιο στό ὀρφανό καί δικαιῶστε τή χήρα.
18Καί ἐλᾶτε νά κριθοῦμε ἀναμεταξύ μας, λέει ὁ Κύριος.
Κι ἄν οἱ ἁμαρτίες σας εἶναι σάν τό κόκκινο χρῶμα,
θά τίς λευκάνω σάν τό χιόνι·
κι ἄν εἶναι σάν τό βαθύ κόκκινο,
θά τίς κάνω ἄσπρες σάν τό μαλλί τῶν προβάτων.
19Κι ἄν θέλετε νά μέ ἀκούσετε,
θά φᾶτε τά ἀγαθά τῆς γῆς.
20Ἄν ὅμως δέν θέλετε καί δέν μέ ἀκούσετε,
θά σᾶς φάει τό μαχαίρι!
Τό στόμα τοῦ Κυρίου τά εἶπε αὐτά.

α. Ἀπό τό μέσον τοῦ στίχ. 12 καί τήν ἀρχή τοῦ στίχ. 13 στό Ἑβρ. διαβάζουμε: «...Ποιός ἐζήτησε τοῦτο ἀπό σᾶς, νά καταπατᾶτε τά προαύλιά μου; Μή προσφέρετε πιά μάταιες θυσίες...». Καί στήν μετάφρασή μας ἐδῶ ἀπό τό κείμενο τῶν Ο´ ἐλάβαμε – κατά τήν ἑρμηνεία πού δίδουμε – ὡς ἀρχή τοῦ στίχ. 13 τό τέλος τοῦ στίχ. 12 «πατεῖν τήν αὐλήν μου».


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

1,10-20. Ἡ προφητεία πιθανόν χρονολογεῖται ἀπό τήν πρώτη περίοδο τῆς προφητικῆς δράσεως τοῦ Ἠσαΐου, πρίν ἀπό τό 735. Ὅπως στό Ἀμ. 5,21-27 (βλ. καί Ἱερ. 7,5-7), ὁ προφήτης ὁμιλεῖ στήν προφητεία αὐτή περί λατρείας, ἡ ὁποία δέν ἀνταποκρίνεται σέ ἐσωτερικό συναίσθημα· θά ἐπανέλθει στό θέμα αὐτό εἰς 29,13-14 μέ ὅρους πού ὁ Ἰησοῦς θά ἐφαρμόσει στούς Φαρισαίους (βλ. Ματθ. 15,8-9). Ἡ εὐχή εἶναι ὁ Ἰούδας νά μετανοήσει καί νά ἐπιστρέψει (στίχ. 16-18). Ἡ ἀμετανοησία θά φέρει μεγαλύτερη καταστροφή (Ἱερ. 7,22-35). 1,10. Νόμον. Τό Ἑβρ. ἔχει «τωρά», τό ὁποῖο συχνά μεταφράζεται «νόμος». – Σόδομα, Γομορρα. Βλ. Γεν. 18,16-19.28. Ἱερ. 23,14. Ἰεζ. 16,46-58. 1,11 ἑξ. Ὁ προφήτης ἐκφράζει μέ δύναμη τίς ἀρχές μιᾶς ὑγιοῦς λατρείας: α) Ἡ ἀξία τῆς λατρείας δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τό πλῆθος τῶν τελετῶν (στίχ. 11.12)· β) ἡ λατρεία πρέπει νά προσφέρεται ἀπό ἀνθρώπους πού συμμορφώνονται μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ Κυρίου (στίχ. 16.17)· γ) ἡ λατρεία δέν πρέπει νά νομίζουμε ὅτι ὑποκαθιστᾶ τά στοιχειώδη καθήκοντά μας πρός τόν πλησίον μας καί μάλιστα πρός τόν ἀδύνατο ἀδελφό μας (στίχ. 17)· βλ. καί Ἐξ. 22,20. Δευτ. 24,17. 27,19. Ἡ ἰδέα ὅτι ἡ θυσία δέν ἔχει ἀξία χωρίς τήν καθαρή ἐσωτερική διάθεση εἶναι κοινή στούς προφῆτες (Ἀμ. 5,21-24. Ὡσ. 6,6. Ἰερ. 7,21-23 κ.ἄ.). Ὁ Θεός δέν συγχωρεῖ (στίχ. 14 «οὐκέτι ἀνήσω τάς ἁμαρτίας ὑμῶν») τήν ψευδοευσέβεια, δέχεται μόνο τήν θυσία τῆς συντετριμμένης καρδιᾶς (βλ. Ψαλμ. 50,19). 1,14. Ἡ ψυχή μου. Ἑβραϊκό ἰδίωμα, τό ὁποῖο ἀπό τά συμφραζόμενα φαίνεται ὅτι σημαίνει «ἐγώ» (σύγκρ. Λευιτ. 26.11.30). – Ἐγενήθητέ μοι εἰς πλησμονήν. Βλ. Ἱερ. 23,33-40. 1,15. Αἱ γάρ χεῖρες ὑμῶν αἵματος πλήρεις. Τό αἷμα τῶν ἀθώων ἀναμιγνύεται μέ τό αἷμα τῶν θυσιαζομένων θυμάτων! 1,16-17. Σύγκρ. μέ Ἐξ. 22,21.22. Ἀμ. 5,6-7. 1,17. Κρίνατε ὀρφανῷ καί δικαιώσατε χήραν. Τά ὀρφανά καί οἱ χῆρες εἶναι μεταξύ τῶν οἰκονομικῶς ἀδυνάτων προσώπων, τά ὁποῖα προστατεύει ὁ νόμος (βλ. Ἐξ. 22,21-22. Δευτ. 10,18. 14,29. 27,19 κ.ἄ.), καί τά ὁποῖα ὑπερασπίζονται οἱ προφῆτες (βλ. Ἰερ. 7,6. 22,3). Βλ. τίς ἀδικίες στά πρόσωπα αὐτά εἰς Ἠσ. 1,23. 9,16. Ἰερ. 49,10-11. Ἰεζ. 22,7. 1,18. Δεῦτε διαλεχθῶμεν. Ὅπως κανείς συζητεῖ ἕνα θέμα πρίν ἀπό μία κρίση (Ἰώβ 23,7). Ὅπως ἡ κρίση (Ψαλμ. 9,9), ἔτσι καί ἡ συγγνώμη τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι θεῖο ἔργο, βλ. Ἐξ. 34,6 (σχόλιο). Ὠσ. 11,8-9. Κατά τά ἐλέη του ὁ Θεός συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων καί ἀποκαθιστᾶ ἔτσι γνήσια σχέση μαζί τους. Δέν ἀδυνατίζει ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου τό θεῖο ἔλεος, βλ. Ψαλμ. 129. 130. Αὐτό πού ἀπαιτεῖ ὁ Θεός εἶναι ἡ ὁμολογία μετανοίας (βλ. 57,15. Ψαλμ. 19,13. 25,11.18. 32,5. 51,19-20 κ.ἄ). καί ἡ ἀπό καρδίας ἐπιστροφή εἰς Αὐτόν πού ὑποθέτει αὐτή ἡ ὁμολογία (βλ. Ἰερ. 3,14. Ἰεζ. 18,30-32. 33,1. Ἠσ. 31,18. Θρ. 5,21). Ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι ἐπίσης ἕνα ἀπό τά χαρακτηριστικά τῆς μεσσιακῆς βασιλείας (Ἰερ. 38,31 σχόλ., βλ. Ἰεζ. 36,25-26) καί τήν ἐξασκεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, βλ. Μάρκ. 2,5-11. – Χιόνα. Γιά τήν ἁγιότητα (Ἀπ. 19,8). Κόκκινον. Γιά τήν κακία (τά ἐνδύματα τῶν Βαβυλωνίων, Ἀπ. 17,4). 1,20. Ἡ μάχαιρα, δηλ. ἡ ἐπιδρομή ἐχθρῶν μέ ὅλα τά δεινά της, δέν εἶναι παρά μία ἀπειλή, ἡ ὁποία δύναται νά ἀπομακρυνθεῖ μέ τήν ὑποταγή στόν Θεό, στίχ. 19.
Θρῆνος γιά τήν Ἱερουσαλήμ (1,21-28)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ἡ περικοπή μας αὐτή ἐδῶ εἶναι ἕνας θρῆνος τοῦ Ἠσαΐου γιά τήν κατάπτωση τῆς Ἰερουσαλήμ, καί σάν θρῆνος ἀρχίζει μέ τό «πῶς!» (ἑβρ. «ἐχά»). Ὁ προφήτης μας χαρακτηρίζει τήν τωρινή Ἰερουσαλήμ ὡς «πόρνη» (στίχ. 21) καί μέ τόν χαρακτηρισμό αὐτόν δηλώνεται ἡ ἀποστασία τοῦ λαοῦ ἀπό τόν Γιαχβέ, τόν νόμιμο σύζυγο. Ἡ ἀποστασία αὐτή τοῦ λαοῦ κατά τήν περικοπή μας ἐδῶ ἐκδηλώνεται μέ τήν ἀθέτηση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ (στίχ. 22 ἑξ.). Ἀντί τῆς δικαιοσύνης, πού ὑπῆρχε κάποτε στήν  Ἰερουσαλήμ, τώρα κατοικοῦν σ᾽ αὐτήν κακοῦργοι, φονιάδες (στίχ. 21β)! Ὁ προφήτης, γεμᾶτος ἀγάπη γιά τόν λαό του, θρηνεῖ καί γιά τήν μέλλουσα νά ἔρθει τιμωρία καί στούς ἄρχοντες καί στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ (στίχ. 24-25). Θά εἶναι ὅμως ἡ κρίση αὐτή τοῦ Θεοῦ παιδαγωγική, γιατί ὁ Θεός θά ἐνεργήσει μέ αὐτήν τήν κάθαρση τοῦ λαοῦ Του (στίχ. 25.26-27). Θἄρθουν καιροί, καιροί εὐτυχισμένοι, πού ἡ Ἱερουσαλήμ θά ὀνομαστεῖ πάλι «πόλις δικαιοσύνης» καί «μητρόπολις πιστή Σιών» (στίχ. 26)!


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

1,21Πῶς ἔγινε πόρνη ἡ Σιών,α ἡ πόλη ἡ πιστή!
Γεμάτη ἦταν (ἄλλοτε) ἀπό θεῖο δίκαιο·
δικαιοσύνη κατοικοῦσε (τότε) σ᾽ αὐτή,
τώρα ὅμως (κατοικοῦν) φονιάδες!
22Τό ἀργύριό σας εἶναι κίβδηλο,
οἱ πωλητές τοῦ κρασιοῦ τό ἀνακατώνουν μέ νερό.
23Οἱ ἄρχοντές σου εἶναι ἀντάρτες καί συνέταιροι κλεπτῶν·
ἀγαποῦν δωροδοκίες καί ἐπιδιώκουν ἀμοιβές.
Δέν δίνουν τό δίκαιο στά ὀρφανά
οὔτε δίνουν προσοχή στίς ὑποθέσεις τῶν χηρῶν.
24Γι᾽ αὐτό τά ἑξῆς λέγει ὁ παντοδύναμος,
ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων, ὁ ἰσχυρός τοῦ Ἰσραήλ:
«Ἀλλοίμονο στούς ἄρχοντες τῆς Ἱερουσαλήμ·
Δέν θά μαλακώσει ὁ θυμός μου ἐναντίον τῶν ἀντιπάλων (μου)
καί θά ἐκδικηθῶ τούς ἐχθρούς μου!
25Θά ἁπλώσω τό χέρι μου ἐναντίον σου
καί θά σέ βάλω στήν φωτιά γιά νά καθαριστεῖς·
αὐτούς δέ πού θά φανοῦν ἀπειθεῖς
θά τούς καταστρέψω·
θά ἀφανίσω ὅλους τούς ἄνομους ἀπό σένα
καί θά ταπεινώσω ὅλους τούς ὑπερηφάνους.β
 26Καί θά ἀποκαταστήσω τούς δικαστές σου,
ὅπως ἄλλοτε καί τούς συμβούλους σου,
ὅπως ἦταν στήν ἀρχή.
Τότε θά ὀνομάσουν (πάλι) ἐσένα τήν Σιών
“πόλη δικαιοσύνης”, “μητρόπολη πιστή”.
27Μέ δικαστική κρίση θά σωθοῦν οἱ αἰχμάλωτοί της καί μέ τό θεῖο ἔλεος.γ
28Καταστροφή ὅμως θά βρεῖ τούς ἀποστάτες καί τούς ἁμαρτωλούς συγχρόνως.
Θά ἐξολοθρευθοῦν ὅσοι ἐγκατέλειψαν τόν Κύριο».


α. Ἡ ὀνομασία τῆς πόλεως παραλείπεται στό Ἑβρ.
β. Ὁ στίχος κατά τό Ἑβρ.: «Θά ἁπλώσω τό χέρι μου ἐναντίον σου καί θά ἀποχωρίσω τίς σκωρίες σου ὡσάν μέ ποτάσσα καί θά ἀπομακρύνω ὅλα τά τεμάχια τοῦ μολύβδου σου».
γ. Ἑβρ.: «Ἡ Σιών θά λυτρωθεῖ διά τῆς κρίσεως καί οἱ ἐπιστρέφοντες σ᾽ αὐτήν διά θείας δικαιοσύνης».



(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

1,21-28. Τό ποίημα αὐτό, ὅπως εἶναι στό Ἑβραϊκό, ἔχει στήν ἀρχή τόν ρυθμό qina ἤ θρῆνο. Παρατηροῦμε μία ὁμοιότητα στόν τόνο μέ τούς Θρήνους τοῦ Ἰερεμίου, ἰδιαίτερα μέ Θρήν. 2,6. 1,21. Πῶς ἐγένετο πόρνη πόλις... Σιών. Ἡ εἰκόνα τῆς πόρνης γιά τόν Ἰσραήλ χρησιμοποιήθηκε ἐνωρίτερα ἀπό τόν Ὠσηέ καί θά ἐπαναληφθεῖ ἀπό τόν ᾽Ιερεμία καί τόν Ἰεζεκιήλ. Βλ. Ὠσ. 1,2. 2,7. 3,3 κ.ἄ. Ἰερ. 3,6-13 καί Ἰεζ. κεφ. 16 καί 23. Αὐτός ὁ ξεπεσμός τῆς Ἰερουσαλήμ ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τήν πρώτη πιστότητά της, πού θά τήν ξαναβρεῖ, ἀφοῦ πρῶτα καθαριστεῖ μέ τήν τιμωρία, στίχ. 26. – Πόλις πιστή, πλήρης κρίσεως. Εἶναι τό ἰδεῶδες τοῦ Ἡσαΐου γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ. – Διακαιοσύνη. Εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος κατοικοῦσε στήν Σιών, ἀλλά ὁ λαός τόν ἐγκατέλειψε. 1,22. Οἱ κάπηλοι σου μίσγουσιν τόν οἶνον ὕδατι. Κατά μεταφορική ἔννοια οἱ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι στά ὀρθά δόγματα θέλουν νά ἀναμείξουν ἀνθρώπινη λογική. 1,24-31. κρίση τοῦ Θεοῦ μεμιγμένη μέ τό ἔλεός Του θά ἐγκαταστήσει τήν τάξη ὡς «τό ἀπ᾽ ἀρχῆς» (στίχ. 26) στούς μετανοοῦντας. 1,24. Ὁ δυνάστης τοῦ Ἰσραήλ. Ἡ ἔκφραση ὑπενθυμίζει τήν πατριαρχική παράδοση (49,26. Γεν. 49,24. Ψαλμ. 132,2.5). 1,26. Μετά ταῦτα κληθήσῃ πόλις δικαιοσύνης... Τό κύριο ὄνομα καθορίζει τήν ὕπαρξη αὐτοῦ πού τό φέρει καί ὁρίζει τόν προορισμό του, βλ. τά ὀνόματα τοῦ ᾽Ιακώβ (Γεν. 25,26. 27,36) καί τῶν υἱῶν του (Γεν. 29,31 -30,24, κ.ἄ.). Μιά ἀλλαγή ὀνόματος σημαίνει μία ἀλλαγή κλήσεως, βλ. Ἀβραάμ (Γεν. 17,5), Ἰσμαήλ (Γεν. 32,29), κ.ἄ. Τά ὀνόματα πού δίνουν οἱ προφῆτες σέ πρόσωπα εἶναι ἐνεργά σημεῖα, στόν Ἠσαΐα: 7,3 (βλ. 10,21)· 7,14. 8,1-3 (βλ. 8,18), καί στόν Ὠσηέ: 1,4.6.9. 2,1-3. 25. Ἡ μέλλουσα ᾽Ιερουσαλήμ θά λάβει καί ἄλλα προφητικά ὀνόματα, βλ. Ἠσ. 60,14. 62,4.12. Ἰεζ. 48,35. Ἐδῶ τά νέα ὀνόματα τῆς Ἰερουσαλήμ, ἀπαντῶντα στόν στίχ. 21, εἶναι «πιστότητα» καί «δικαιοσύνη». Γιά τόν Ἠσαΐα, ὅπως καί γιά τόν Ἀμώς, ἡ δικαιοσύνη εἶναι κατ᾽ ἀρχήν ἡ εὐθύτητα στήν ἐξάσκηση τοῦ δικαίου. Ἀλλά, βαθύτερα, ἡ ἀρετή αὐτή εἶναι συμμετοχή στήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία ἀποκαλύπτεται ἡ ἁγιότητά του, βλ. σχόλ. εἰς 5,16. 1,27.28. Ὁ τόνος ἀλλάσσει ἐντελῶς. Οἱ δύο αὐτοί στίχ., πού εἶναι ὑπόμνημα σέ πολύ πεζή γλώσσα σχετικά μέ τούς προηγουμένους στίχ., μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι προστέθηκαν ἀπό κάποιο μαθητή τοῦ Ἠσαΐου. 

Κατά τῶν ἱερῶν δένδρων (1,29-31)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ἡ ἀποστασία τοῦ λαοῦ στήν μικρή αὐτή περικοπή ἐκδηλώνεται μέ τήν ἐξάσκηση χαναανιτικῆς λατρείας κάτω ἀπό τίς καταπράσινες τερεβίνθους, τούς κήπους καί τά ἱερά ἄλση. Ἀλλά ὁ τόπος καί τά ἀντικείμενα τῆς λατρείας αὐτῆς τῶν ἀποστατῶν Ἰσραηλιτῶν δίνουν στόν προφήτη Ἠσαΐα προσφυεῖς εἰκόνες γιά νά παραστήσει τήν τύχη τους (στίχ. 30.31)!

(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

1,29Θά ντροπιαστοῦν μέ τά εἴδωλάα τους, πού ἀγαποῦν,
καί θά καταισχυνθοῦν γιά τούς κήπους τους, πού τούς ἀρέσουν.
30Γιατί θά γίνουν σάν τερέβινθος πού τῆς ἔπεσαν τά φύλλα
καί σάν κῆπος πού δέν ἔχει νερό.
31Τότε ἡ δύναμή τους θά εἶναι σάν τήν καλαμιά
τοῦ κοπανισμένου χονδροῦ λιναριοῦ
καί τά ἔργα τους σάν τίς σπίθες τῆς φωτιᾶς.
Θά κατακαοῦν οἱ ἄνομοι καί οἱ ἁμαρτωλοί συγχρόνως,
χωρίς νά ὑπάρχει κανείς πού νά (τούς) σβήσει.

α. «Τίς τερεβίνθους», λέει τό Ἑβρ.


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)

1,29-31. Ὁ Ἠσαΐας ἐπιτίθεται σπανίως κατά τῶν κυρίως εἰδωλολατρικῶν τελετῶν, βλ. 2,6-8. Στήν περικοπή μας ἐπιτίθεται κατά τῶν φυσιολατρικῶν τελετῶν τῆς γονιμότητας, πού κληρονομήθηκαν ἀπό τούς Χαναναίους καί πού ἐξασκοῦνταν στούς κήπους (βλ. 17,10. 57,5. Ἰερ. 2,27. Ἰεζ. 6,1-14. ᾽Ωσ. 4,13). Ἄν τά δένδρα δέν ἦταν κατ᾽ εὐθεῖαν αὐτά τά ἴδια ἕνα ἀντικείμενο λατρείας, ὅμως ἐχρησίμευαν γιά τήν τέλεση θρησκευτικῶν τελετῶν δανεισθεισῶν, ὅπως εἴπαμε, ἀπό τούς Χαναναίους, βλ. Δευτ. 12,2 σχόλ. Στήν περικοπή μας δηλαδή ἔχουμε μία ἀλληγορία τῆς ἀπιστίας τοῦ Ἰούδα βασιζόμενη σέ μία ἀπό τίς σπάνιες ἀναφορές τοῦ προφήτου γιά τήν ἐξάσκηση τῆς παγανικῆς θρησκείας. Σύγκρ. 57,5. Ἱερ. 2,27. Ἰεζ. 6,1-14.  
Δημοσίευση σχολίου