Translate

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΨΑΛΤΗΡΙΟΥ [Ὁ 6ος Ψαλμός, (ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ Η ΨΥΧΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ. ΦΑΡΜΑΚΟ Η ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ]

               



      ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
   ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ

Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 14 Ἰουνίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
                                                      ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΨΑΛΤΗΡΙΟΥ

Ὁ 6ος Ψαλμός

ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ Η ΨΥΧΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ. ΦΑΡΜΑΚΟ Η ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ

Θά σᾶς ἑρμηνεύσω, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, σήμερα τόν 6ο ψαλμό καί παρακαλῶ πολύ νά προσέξετε τήν ἑρμηνεία του.
Στόν ψαλμό μας ἔχουμε ἕναν πιστό στόν Θεό ἄνθρωπο πού κλαίει καί ὀδυνᾶται δυνατά. Μάλιστα λέγει ὅτι κοπίασε ἀναστενάζοντας καί κάθε νύκτα λούζει τό κρεββάτι του μέ τά δάκρυά του (στίχ. 7). Ὅπως φαίνεται, ὁ ποιητής τοῦ ψαλμοῦ ὑποφέρει ἀπό βαρειά ἀρρώστια, ἡ ὁποία τόν κτύπησε μέχρι τά κόκκαλά του, γι᾽ αὐτό καί λέγει: «Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι· ἴασαί με, ὅτι ἐταράχθη τά ὀστᾶ μου» (στίχ. 3). Δηλαδή, γνωρίζει ὅτι ἄν γίνει καλά, αὐτό θά εἶναι ἀπό τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί Τοῦ λέει «ἐλέησόν με». Ὁ ποιητής μας γνωρίζει τήν παλαιά ἀντίληψη ὅτι οἱ ἀσθένειες προέρχονται ἀπό τίς ἁμαρτίες (βλ. Ψαλμ. 37), ἀλλά παρακαλεῖ τόν Θεό νά τοῦ φανεῖ εὐσπλαγχνικός καί ἐλεήμονας καί νά τοῦ συντάμει τόν χρόνο τῆς τιμωρίας. Γι᾽ αὐτό καί λέγει στήν προσευχή του πρός Αὐτόν νά μήν τόν παιδεύσει μέ θυμό καί ὀργή («Κύριε, μή τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδέ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με», στίχ. 2), ἀλλά νά τόν παιδεύσει «πατρικά» καί ὄχι «δικαστικά», ὅπως ἑρμηνεύει ὁ  Θεοδώρητος.
2. Τό μεγαλύτερο ὅμως κακό γιά τόν ποιητή μας εἶναι ὅτι δέν ἔχει καταβληθεῖ μόνο τό σῶμα του, ἀλλά ἔχει καταπέσει καί τό ἠθικό του. Ἡ ψυχή του εἶναι σέ μεγάλη ταραχή, σέ μεγάλο φόβο, ὅπως λέγει τό Ἑβραϊκό κείμενο. «Ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα», λέγει ὁ ψαλμωδός μας (στίχ. 4). Αὐτό εἶναι τό πιό ἐπικίνδυνο, γιατί ὅταν καταπέσει τό κουράγιο τοῦ ἀνθρώπου, τότε αὐτός δέν ἔχει τήν δύναμη νά ἀντισταθεῖ στόν πόνο καί τίς δυσκολίες του καί ἀπελπίζεται. Ἔτσι καί τόν ποιητή μας τόν βλέπουμε νά καταπέφτει καί νά ἀποκάμνει καί στρεφόμενος στόν Θεό νά Τοῦ λέγει: «Μέχρι πότε, Θεέ;». «Καί σύ, Κύριε, ἕως πότε;» (στίχ. 4), λέγει. Ὁ λόγος ὅμως αὐτός τοῦ βασανισμένου ποιητῆ μας κρύβει βαθειά στήν ψυχή του κάποια ἐλπίδα, ὅτι ὁ Θεός θά τόν βοηθήσει.
Τήν ἀπελπιστική κατάσταση στήν ψυχή τοῦ ψαλμωδοῦ μας τήν δημιούργησαν περισσότερο οἱ χαιρέκακοι ἐχθροί του, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν τόν θάνατό του. Αὐτοί, ὅπως φαίνεται καί ἀπό ἄλλους ψαλμούς, θά ἐνέπαιζαν τόν ποιητή, ὅτι ἄδικα προσεύχεται, γιατί δέν πρόκειται νά τόν βοηθήσει ὁ Θεός· ἤ θά ἔλεγαν ὅτι δίκαια τόν τιμωρεῖ ὁ Θεός γιά τά ἁμαρτήματά του. Πάντως ὁ ποιητής μας λέγει ὅτι κατέρρευσε ἀπό τήν στάση αὐτή τῶν ἐχθρῶν του ἀπέναντί του. «Ἐπαλαιώθην (= κατέρρευσα) – λέγει – ἐν πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς μου» (στίχ. 8).
3. Ἀλλά νά! Ὁ ἀπελπισμένος ποιητής μας, πού ἔλεγε «ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα» (στίχ. 4) καί «ἐπαλαιώθην» καί τόσα ἄλλα, αὐτός τώρα, στό τέλος τοῦ ψαλμοῦ, μᾶς παρουσιάζεται ἰσχυρά δυναμωμένος καί ἀνορθωμένος ψυχικά ἀπό τό πέσιμό του. Ἔτσι, λέγει θαρρετά στούς ἐμπαῖχτες ἐχθρούς του νά φύγουν ἀπό μπροστά του, γιατί ὁ Θεός θά ἀκούσει τό κλάμα του καί θά τόν θεραπεύσει. «Ἀπόστητε ἀπ᾽ ἐμοῦ – λέγει – πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τήν ἀνομίαν, ὅτι εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς τοῦ κλαυθμοῦ μου» (στίχ. 9· βλ. καί στίχ. 10). Καί ἀποτέλεσμα αὐτοῦ εἶναι ὅτι οἱ ἐχθροί, πού περίμεναν τόν θάνατο τοῦ ποιητοῦ, θά διαψευσθοῦν, θά καταισχυνθοῦν καί θά πέσουν σέ ταραχή. «Αἰσχυνθείησαν καί ταραχθείησαν σφόδρα πάντες οἱ ἐχθροί μου», λέγει (στίχ. 10· βλ. καί στίχ. 11).
4. Πῶς ὁ ποιητής μας ἀπέκτησε αὐτήν τήν ἀναλαμπή ἀπό τό σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας του; Πῶς ἀπέκτησε αὐτό τό κουράγιο, ἐνῶ εἶχε πολύ καταπέσει; Ἄν λάβουμε ὑπ᾽ ὄψιν καί ἄλλους ψαλμωδούς, πού ἦταν σέ παρόμοια μέ τόν ποιητή μας κατάσταση, θά λέγαμε ὅτι ὁ ἀσθενής ψαλμωδός μας κατέφυγε στόν Ναό γιά νά προσφέρει θυσία στόν Θεό γιά τήν ὑγεία του. Ἐκεῖ δέ ὁ ἱερεύς, βλέποντας εὐμενῆ σημάδια ἀπό τήν προσφορά τῆς θυσίας, τοῦ εἶπε παρήγορα καί ἐνθαρρυντικά λόγια. Ἔτσι ὁ ποιητής μας ἀναστήθηκε ψυχικά καί ἀπόκτησε δυνατή τήν ἐλπίδα καί τήν πίστη ὅτι ὁ Θεός θά τόν θεραπεύσει καί θά τοῦ χαρίσει τήν ποθητή ὑγεία του.
Ὁ ψαλμός μας διδάσκει τούς δεινοπαθοῦντας ἀρρώστους, ἀλλά καί κάθε ἄνθρωπο εὑρισκόμενο σέ δύσκολη κατάσταση τῆς ζωῆς του, ὅτι τό καλύτερο φάρμακο στά δεινά τοῦ βίου εἶναι ἡ ἐλπίδα στόν Θεό. Αὐτή κρατᾶ ὄρθιο τόν βασανιζόμενο ἄνθρωπο, τόν δυναμώνει ψυχικά καί δέν τόν ἀφήνει νά καταπέσει καί νά συντριβεῖ.

Μέ πολλές εὐχές
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας







          IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
Δημητσάνα, Παρασκευή 12 Ἰουνίου 2015


ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ
(Ἡ ἑρμηνεία παρά τήν συντομία της καί τήν ἁπλότητά της εἶναι ἐπιστημονική)

Ἡ ἐργασία αὐτή προσφέρεται στούς ἀναγνῶστες σέ συνέχειες ἑκάστη Δευτέρα καί Παρασκευή διά ἐξεύρεση λαθῶν ἐκ μέρους τους καί ἐνημέρωσή μας πρός διόρθωση, πρίν ἀπό τήν τελική δημοσίευση τοῦ ἔργου.


Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ


2. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ (6,1-12,6)

Ἡ κλήση τοῦ Ἡσαΐου (6,1-13)

(Προλογικό σημείωμα τῆς περικοπῆς)

Ἡ ὡραία αὐτή περικοπή περιέχει τήν κλήση τοῦ Ἡσαΐου στό προφητικό ἀξίωμα, ὅπως στήν Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε γιά κλήσεις καί ἄλλων προφητῶν στό ἀξίωμά τους (βλ. Ἐξ. κεφ. 3. Ἱερ. κεφ. 1, Ἰεζ. κεφ. 1). Ὁ Ἡσαΐας εἶδε θεοπτία. Εἶδε τό οὐράνιο θυσιαστήριο, εἶδε τόν Θεό καθήμενο ἐπί θρόνου ὑψηλοῦ καί μεγαλοπρεποῦς (στίχ. 1) καί ἄκουσε τήν οὐράνια θεία Λειτουργία (στίχ. 2 ἑξ.)! Εἶδε τά Σεραφείμ πετῶντα, κράζοντα καί λέγοντα τόν Τρισάγιο ὕμνο (στίχ. 3) καί τόν οὐράνιο Ναό γεμάτο ἀπό θυμίαμα (στίχ. 4). Πῶς ἄνθρωπος εἶδε τόν Θεό; Τόν εἶδε ὄχι κατά τήν οὐσία του, πράγμα ἀδύνατο (βλ. Ἰωάν. 1,18), ἀλλά κατά τίς θεῖες ἐνέργειές του. Ἀπό τήν θεοπτία του αὐτή ὁ Ἡσαΐας ἔπαθε συντριβή καί κατάνυξη (στίχ. 5)! Ἡ συντριβή στόν Προφήτη ἦλθε ἀπό τήν αἴσθηση τῶν ἁμαρτιῶν του καί τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ μεταξύ τοῦ ὁποίου κατοικοῦσε (στίχ. 5), γι᾽ αὐτό γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του, ἕνας ἄγγελος τόν «κοινώνησε» (στίχ. 7)!
Στήν συνέχεια ὁ Ἡσαΐας δέχεται πρόθυμα τήν προφητική κλήση τοῦ Θεοῦ (στίχ. 8β) καί ὁ Θεός μάλιστα τοῦ δίνει καί τό περιεχόμενο τοῦ κηρύγματός του: Νά καταγγείλει τήν πώρωση τοῦ λαοῦ, πού ἀκούει ἀλλά δέν νοεῖ καί βλέπει ἀλλά δέν καταλαβαίνει (στίχ. 9.10). Πονετικός ὅμως ὁ Προφήτης γιά τόν λαό του λέγει, οἱονεί παρακαλώντας γι᾽ αὐτόν: «Ἕως πότε, Κύριε;». Ὁ Θεός τοῦ ὁμιλεῖ γιά καταστροφή καί ἐρήμωση τῆς χώρας (στίχ. 11.12), ἀλλά – ὅπως γράφει τό ἑβραϊκό κείμενο – τοῦ λέγει καί γιά τήν σωτηρία πού θά ἔλθει στούς ἀνθρώπους ἀπό ἕνα μικρό σωσμένο ὑπόλοιπο. Ἀπό ὅλο τό δέντρο τοῦ λαοῦ θά παραμείνει ὁ κορμός, ἀπό τόν ὁποῖο θά προέλθει ἡ σωτηρία. «Ἅγιο σπέρμα εἶναι ὁ κορμός τους» (στίχ. 13β), λέγει στό τέλος τό ἑβραϊκό κείμενο. Αὐτό θά εἶναι τό περιεχόμενο τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἡσαΐου: Αὐτό πού εἶδε, ἄκουσε καί ἔζησε κατά τήν φοβερή ὥρα τῆς κλήσεώς του στό προφητικό ἀξίωμα: α) Ἡ ἁγιότητα, δηλαδή ἡ δόξα, ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ Θεοῦ, πού ὕμνησαν τά Σεραφείμ μέ τόν ὕμνο «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ» (στίχ. 3)· β) ἔλεγχος γιά τήν πώρωση καί ἀναισθησία τοῦ λαοῦ (στίχ. 9.10)· γ) προφητεία περί αἰχμαλωσίας καί καταστροφῆς (στίχ 11.12) καί: δ) προφητεία περί σωτηρίας ἀπό ἕνα μικρό κατάλοιπο, πού θά διαφύγει τήν καταστροφή (στίχ. 13). Ἀπό τό ὑπόλοιπο, τό κατάλοιπο αὐτό, θά προέλθει ὁ Μεσσίας, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου.


(Μετάφραση τοῦ κειμένου τῆς περικοπῆς,
τό ὁποῖο παραλείπουμε ἐδῶ πρός ἐξοικονόμηση χώρου)

6,1Κατά τό ἔτος τοῦ θανάτου τοῦ βασιλέως Ὀζίου, εἶδα τόν Κύριο νά κάθεται σέ θρόνο ὑψηλό καί μεγαλοπρεπῆ καί γεμάτος ἦταν ὁ οἶκος του ἀπό τήν δόξα του.α 2Τριγύρω του ἦταν τά Σεραφείμ· τό καθένα εἶχε ἕξι πτέρυγες· μέ τίς δύο κάλυπταν τό πρόσωπό τους, μέ τίς ἄλλες δύο κάλυπταν τούς πόδες τους καί μέ τίς ἄλλες δύο πετοῦσαν.
3Καί φώναζε τό ἕνα πρός τό ἄλλο καί ἔλεγε:
«Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος
Κύριος Σαβαώθ,
γεμάτη εἶναι ὅλη ἡ γῆ
ἀπό τήν δόξα Του».
4Καί ἀπό τήν δυνατή φωνή μέ τήν ὁποία ἔκραζαν πετάχθηκε τό ὑπέρθυρο πρός τά ἐπάνω καί ὁ οἶκος γέμισε ἀπό καπνό.
5Τότε εἶπα:
«Ὦ, ὁ ταλαίπωρος ἐγώ, συνταράχθηκα.β
Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος
μέ ἀκάθαρτα χείλη
καί κατοικῶ μεταξύ λαοῦ,
πού ἔχει ἐπίσης ἀκάθαρτα χείλη,
καί ὅμως εἶδα μέ τά μάτια μου
τόν Βασιλέα Κύριο Σαβαώθ».
6Καί στάλθηκε σέ ᾽μένα ἕνα ἀπό τά Σεραφείμ μέ ἀναμμένο ἄνθρακα στό χέρι, πού τόν ἔλαβε μέ μία λαβίδα ἀπό τό θυσιαστήριο.
7Καί (μέ αὐτό) ἄγγιξε τό στόμα μου καί εἶπε:
«Ἰδού τοῦτο ἄγγιξε τά χείλη σου
καί θά ἐξαλείψει τίς ἀνομίες σου
καί θά καθαρίσει τίς ἁμαρτίες σου».
8Τότε ἄκουσα τήν φωνή τοῦ Κυρίου νά λέγει:
«Ποιόν νά ἀποστείλω
καί ποιός θά πάει (νά κηρύξει)
στόν λαό αὐτό;»γ
Καί εἶπα:
«Ἰδού εἶμαι ἐγώ· ἀπόστειλέ με»!
9Καί εἶπε (ὁ Κύριος):
«Πήγαινε καί πές στόν λαό αὐτό:
“Ἀκούετε, ἀκούετε, ἀλλά δέν καταλαβαίνετε
καί συνέχεια βλέπετε καί ὅμως δέν ἐννοεῖτε”.
10Γιατί πωρώθηκε
ἡ καρδιά τοῦ λαοῦ αὐτοῦ
καί μέ τά αὐτιά τους βαριακούουν·
καί ἔκλεισαν τά μάτια τους,
ὥστε νά μή μποροῦν
νά δοῦν μέ αὐτά,
οὔτε νά ἀκούσουν μέ τά αὐτιά τους
καί νά νοήσουν μέ τήν καρδιά τους
καί νά μετανοήσουν,
γιά νά τούς θεραπεύσω».δ
11Καί ἐγώ τότε εἶπα: «Μέχρι πότε Κύριε;»
Καί μοῦ ἀπάντησε: «Μέχρις ὅτου ἐρημωθοῦν οἱ πόλεις καί μείνουν χωρίς κατοίκους καί οἱ οἰκεῖες χωρίς ἀνθρώπους καί ἡ (καλλιεργημένη) γῆ χερσωθεῖ
12καί ἔρθει μεγάλη ἐρημιά στήν χώρα, ἀφοῦ ὁ Θεός θά ἀπομακρύνει τούς ἀνθρώπους ἀπ᾽ αὐτήν.
13Καί ἄν ἀπομείνει (στήν χώρα) τό ἕνα δέκατο καί αὐτό πάλι θά ἐξοντωθεῖ σάν τήν τερέβινθο καί σάν τήν βάλανο, ὅταν πέσει ἀπό τήν θήκη της».ε


α. «Τά κράσπεδα (τοῦ μανδύα) του γέμιζαν τόν οἶκο του», λέει τό Ἑβρ.
β. Τό Ἑβρ. λέγει: «Ἀλλοίμονό μου! Χάθηκα!».
γ. «Ποιός θά πάει γιά ᾽μᾶς;», λέει τό ἑβρ. κείμενο.
δ. Στό ἑβρ. ὁ στίχος ἔχει: «Πάχυνε τήν καρδιά τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καί κώφωσε τά αὐτιά του καί τύφλωσε τούς ὀφθαλμούς του, γιά νά μή βλέπει μέ τούς ὀφθαλμούς καί νά μήν ἀκούει μέ τά αὐτιά του καί νά μήν κατανοήσει ἡ καρδιά του καί νά μήν ἐπιστρέψει, γιά νά βρεῖ θεραπεία».
ε. «... Σάν τήν τερέβινθο καί σάν τήν δρῦ, ἀπό τίς ὁποῖες ὑπολείφθηκε ἕνας κορμός ἀπό τήν κοπή. Ἅγιο σπέρμα εἶναι ὁ κορμός τους», ἔχει τό τέλος τοῦ στίχου στό Ἑβρ.


(Σύντομα ἑρμηνευτικά σχόλια τῆς περικοπῆς)


6,1-13. Θεοφάνεια, βλ. καί Γ´ Βασ. 22,19-23. Ἰεζ. 1,4-2,1. Θά ἔπρεπε ἡ ὅραση αὐτή τῆς κλήσεως τοῦ Ἡσαΐου νά εὑρίσκεται στήν ἀρχή τοῦ βιβλίου. Εἶναι ὅμως καλύτερη ἡ τοποθέτηση τῆς περικοπῆς μας αὐτῆς ἐδῶ, ὡς εἰσαγωγή τοῦ ἀκολουθοῦντος «Βιβλίου τοῦ Ἐμμανουήλ», τό ὁποῖο συγκεντρώνει τίς προφητεῖες τίς σχετικές μέ τόν συροεφραιμικό πόλεμο, στόν ὁποῖο ἐξεπληρώθησαν οἱ ἀπειλές τῶν στίχ. 11-13. 6,1. Οὗ ἀπέθανεν Ὀζίας. Πιθανόν τό 740. Ἄλλοι χρονολογοῦν τό γεγονός τό ἔτος 734. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διδάσκουν ὅτι οἱ ἁμαρτίες τοῦ βασιλέως προξένησαν τήν παύση τῆς προφητείας γιά ἕνα διάστημα (βλ. Β´ Παραλ. 26,18 ἑξ.). – Πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ. Τό Ἑβρ. λέγει: «Τά κράσπεδα (τοῦ μανδύα) του ἐγέμιζαν τόν ναό». Τό Hekal (τό «Ἅγιον») εἶναι χῶρος τοῦ ναοῦ πρίν ἀπό τό Devir (τά «Ἅγια τῶν Ἁγίων»), «ὁ ναός ὁ κατέμπροσθεν», βλ. Γ΄ Βασ. 6,1-38. 6,2. Σεραφείμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ. Ἐτυμολογικῶς Σεραφείμ ἑρμηνεύεται «οἱ φλέγοντες». Ἡ καυτή ὄψη τῶν Σεραφείμ («σαράφ» = καίειν) τά κάνει ἴσως σύμβολα τῆς ἀστραπῆς, ὅπως καί ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ ἐδῶ, στόν στίχ. 4, μοιάζει μέ μία θύελλα. Ἀρχικά ἡ λ. ἐδήλωνε ἕνα φοβερό ὄφι τῆς ἐρήμου (Ἀριθμ. 21,6.8. Δευτ. 8,15), πού παριστάνεται πτερωτός (Ἡσ. 14,29. 30,6) καί πού τό ὀρειχάλκινο ὁμοίωμά του («Νεεσθάν») ἐτιμᾶτο στόν Ναό τῆς Ἰερουσαλήμ μέχρι τήν βασιλεία τοῦ Ἐζεκία (βλ. Δ΄ Βασ. 18,4). Τά ὄντα Σεραφείμ συγγενεύουν μόνο κατά τό ὄνομα μέ τούς «φλέγοντας» ὄφεις τῶν χωρίων Ἀριθμ. 21,6. Δευτ. 8,15 καί μέ τούς «πτερωτούς» δράκοντας τῶν χωρίων Ἡσ. 14,29. 30,6. Μέ τίς ἀνθρώπινες μορφές τους καί τά ἕξι πτερά τους («ἑξαπτέρυγα») ὑπενθυμίζουν τά μυστηριώδη ὄντα, πού φέρουν τό ἅρμα τοῦ Γιαχβέ εἰς Ἰεζ. κ. 1 καί κ. 10, τά καλούμενα «Χερουβείμ», ὅπως καί τίς ἀνάλογες μορφές πού συνδέονται μέ τήν Κιβωτό, βλ. Ἐξ. 25,18 σχόλ. Ἡ μεταγενέστερη παράδοση ἔδωσε τό ὄνομα Σεραφείμ καί Χερουβείμ σέ δυό τάξεις τῶν ἀγγέλων. Καί τά Χερουβίμ ὁμοίως συνδέονται μέ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, βλ. Ἰεζ. κ. 1. – Κατεκάλυπτον τό πρόσωπον. Ἀπό τόν φόβο τῆς ὄψεως τοῦ Γιαχβέ. Γιά τόν φόβο νά δεῖ κανείς τόν Γιαχβέ βλ. Ἐξ. 33,20 σχόλ. – Κατεκάλυπτον τούς πόδας. Εὐφημισμός πού σημαίνει τήν γύμνωση, τό φύλον, βλ. Ἐξ. 4,25. 6,3. Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος... Ὁ ὕμνος αὐτός ἐδῶ γίνεται θεμελιώδης ἔκφραση μιᾶς θελογίας, πού θά εἶναι ἡ καρδιά τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἡσαΐου (βλ. 1,4. 5,19.24. 10,20. 12,6. 17,7. 29,19. 30,11.15. 31,1. 37,23), ὁ ὁποῖος καλεῖ συχνά τόν Γιαχβέ «ὁ Ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ» (1,4. 5,19.24. 10,17.20. 41,14.16.20 κ.ἄ). Κατά τόν Διδάσκαλο Βέλλα (βλ. Β. Βέλλα, Θρησκευτικαί Προσωπικότητες τῆς Π.Δ., τόμ. Α΄, σελ. 241-242) ἡ λ. «ἅγιος» (ἑβρ. «καδώς») εἰς τόν Ἡσαΐα δηλώνει τά δύο ταῦτα: (α) Τό ὑπερκόσμιο, τό παντοδύναμο τοῦ Θεοῦ, ἐκδηλούμενο στήν φύση καί στήν ἱστορία· καί (β) τό ἀνυπέρβλητο μεγαλεῖο Του, ἐκφαινόμενο στό ἠθικό πεδίο. Τό «ἅγιος», δηλαδή, ἀποδίδεται καλύτερα στήν γλώσσα μας μέ τίς λέξεις «μεγαλοπρεπής», «μεγαλοπρέπεια», «μεγαλειότης». Αὐτή ἡ ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ ἀπαιτεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο, πού εἶναι εἰκόνα Του, νά ἁγιασθεῖ καί αὐτός, δηλαδή, νά χωρισθεῖ ἀπό τό βέβηλο, βλ. σχόλ. εἰς Λευιτ. 17,1, νά καθαρισθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία του, βλ. στίχ. 5-7, καί νά μετάσχει στήν  «δικαιοσύνη» τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι αὐτή ἡ ἁγιότητά του, βλ. σχόλ. εἰς 1,26. 5,16. 6,4. Ἡ δόνηση τοῦ τόπου («καί ἐπῄρθη τό ὑπέρθυρον»), ἡ «φωνή» (πού ὑπενθυμίζει τόν κεραυνό) καί ὁ «καπνός», τό θυμίαμα (σημεῖο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στό Σινᾶ, βλ. σχόλ. εἰς Ἐξ. 19,16, στήν Σκηνή τῆς ἐρήμου, βλ. Ἐξ. 40,34-35, καί στόν Ναό τῆς Ἰερουσαλήμ, βλ. Γ΄ Βασ. 8,10-12. Ἰεζ. 10,4), ὅπως ἐπίσης καί ἡ νεφέλη, πού γέμιζε τόν Ναό εἰς Γ΄ Βασ. 8,10· βλ. καί Ἐξ. 40,34, ὑπενθυμίζουν τίς μεγάλες θεοφάνειες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (βλ. ἰδιαίτερα τίς περικοπές εἰς Ἐξ. 19,16-19. 20,18. Ἡσ. 4,5. Ψαλμ. 17,8-14. 28. 67,9.34. 76,18-19. Ἰώβ 37,2-4). 6,5. Ὦ τάλας ἐγώ, ὅτι κατανένυγμαι. Τό Ἑβρ. λέγει: «Ἀλλοίμονό μου! Χάθηκα!». Γνωρίζουμε ὅτι δέν μπορεῖ νά δεῖ κανείς τό Πρόσωπο τοῦ Γιαχβέ καί νά ζήσει, βλ. Ἐξ. 3,6. 33,20. Κριτ. 6,22. 13,22. Γ΄ Βασ. 19,13· βλ. Ἐξ. 20,19. Δευτ. 5,26. 18,16, ὅπου ὅμως πρόκειται μόνο γιά ἄκουσμα τῆς φωνῆς τοῦ Θεοῦ. Δέν μπορεῖ νά σταθεῖ πρό τοῦ ἁγίου Θεοῦ ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, Ἐξ. 33,18-20. 6,6-8. Καθαρθείς διά τοῦ θείου ἄνθρακος ὁ Ἡσαΐας μπορεῖ τώρα νά ὁμιλήσει γιά τόν Θεό. 6,6.7. Ἡ πράξη τῶν στίχ. συμβολίζει τήν θεία Κοινωνία. Ὁ ὀρθόδοξος ἱερεύς, ἀφοῦ κοινωνήσει, λέγει τούς λόγους τοῦ στίχ. 7: «Ἰδού ἥψατο τοῦτο τῶν χειλέων μου καί ἀφελεῖ τάς ἀνομίας μου καί τάς ἁμαρτίας μου περικαθαριεῖ». 6,6. Ἄνθρακα. Ἤ ἴσως μία καυτή πέτρα, πού ἔμοιαζε μ᾿ αὐτές στίς ὁποῖες ἔψηναν τόν ἄρτο (Γ΄ Βασ. 19,6) καί πού θά εἶχε βρεθεῖ στό θυσιαστήριο τοῦ θυμιάματος. 6,7. Ὁ προφήτης εἶναι ὁ μηνυτής τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, εἶναι τό «στόμα» του (βλ. Ἐξ. 4,16). Ὁμοίως ὁ Γιαχβέ ἄγγιξε τό στόμα τοῦ Ἱερεμίου (βλ. Ἱερ. 1,9) καί ὁ Ἰεζεκιήλ ἔφαγε τόν κύλινδρο, πού περιεῖχε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, Ἰεζ. 3,1-3. Ἡ φωτιά γενικῶς εἶναι καθαρτική (Ἱερ. 6,29· βλ. σχόλ. εἰς Ματθ. 3,11) καί πολύ περισσότερο εἶναι τέτοια ἡ φωτιά τοῦ θυσιαστηρίου.– Περικαθαριεῖ. Ἑβρ.: «τεχουπάρ». Τό ρῆμα ἀναφέρεται στήν ἐξάλειψη τοῦ ἁμαρτήματος (βλ. Ἐξ. 29,36-37. Ἡσ. 22,14. Ἱερ. 18,23). Ἡ λ. «κιππούρ» (βλ. Λευιτ. 16) προέρχεται ἀπό τήν ἴδια ρίζα. – Ἡ ὅραση τοῦ προφήτου Ἡσαΐου ἐπηρέασε κατά πολύ τήν σύνθεση τῆς θείας λατρείας καί μάλιστα τῆς θείας λειτουργίας. Γιατί καί ἡ Ἐκκλησία, σάν τόν οὐρανό, ἔχει θυσιαστήριο, θρόνο, θυμίαμα, οἱ πιστοί ψάλλουν τόν ὕμνο τῆς Ἁγίας Τριάδος «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ....» καί τέλος κοινωνοῦν τόν Ἄνθρακα, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. 6,9-13. Ὁ λαός ἁμαρτάνει ἀπό μόνος του, ὄχι ἐκ φύσεως, κλείνοντας θεληματικά τά αὐτιά του καί τά μάτια του. 6,9-12. Σύγκρ. μέ Ἱερ. 1,10.13-19. Οἱ στίχ. 9β-10 παρατίθενται εἰς Ματθ. 13,10-15. Σύγκρ. μέ Μάρκ. 4,12. Λουκ. 8,10. Ἰωάν. 12,39-41. Πράξ. 28,26-27. 6,8. Τίς πορεύσεται πρός τόν λαόν τοῦτον; Τό Ἑβρ. λέγει «ποιός θά πάει γιά ᾽μᾶς;». Στήν ἔκφραση αὐτή πολλοί βλέπουν νά ὑποφώσκει τό Τριαδικό δόγμα. Δυνατόν νά ποῦμε ὅτι προστίθεται στό Ἑβρ. τό «ἡμᾶς» «κατά πληθυντικόν τῆς μεγαλειότητος μᾶλλον ἤ συμπεριλαμβανομένων καί τῶν Σεραφείμ (πρβ. 1,26)» (Μπρατσιώτης). – Ἰδού ἐγώ εἰμί. Ἡ προθυμία τοῦ Ἡσαΐου ὑπενθυμίζει τήν πίστη τοῦ Ἀβραάμ (Γεν. 12,1-4) καί δημιουργεῖ ἀντίθεση μέ τόν δισταγμό τοῦ Μωυσῆ (Ἐξ. 4,10-12) καί πρό παντός μέ τόν δισταγμό τοῦ Ἱερεμίου (Ἱερ. 1,6). 6,10. Ἐπαχύνθη γάρ ἡ καρδία... Τό κήρυγμα τοῦ προφήτου θά προσκρούσει στήν ἀκατανοησία τῶν ἀκροατῶν του. Οἱ χρησιμοποιούμενες ἐδῶ κατά τό Ἑβραϊκό προστακτικές δέν πρέπει νά μᾶς σκανδαλίζουν, γιατί ἔχουν τήν ἔννοια τῆς ὁριστικῆς, βλ. 29,9. Εἶναι ὁ σημιτικός τρόπος τοῦ ἐκφράζεσθαι κατά τόν ὁποῖον τά πάντα ἀποδίδονται στόν Θεό. Τό κείμενο αὐτό τοῦ Ἡσαΐου θά χρησιμοποιηθεῖ πολλές φορές στήν Κ.Δ., βλ. Ματθ. 13,14. 15. Ἰωάν. 12,40. Πράξ. 28,26-27, μέ μία εἰδική ἐφαρμογή στίς παραβολές, βλ. Ματθ. 13,13. 6,11. Ἕως πότε Κύριε; Ἐπέμβαση πού ὑπενθυμίζει τόν Μωυσῆ (βλ. Ἐξ. 32,11-13. Δευτ. 9,26-29). Ὁ προφήτης δέν θέλει νά δεχθεῖ ὅτι ἡ καταδίκη θά εἶναι τελική. Χωρίς νά ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ αὐτή τήν ἐλπίδα, ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ ἐπιμένει στήν βαρύτητα τῶν δοκιμασιῶν, πού θά προηγηθοῦν τῆς σωτηρίας. 6,13. Ὁ στίχ. εἶναι δύσκολος καί οἱ ἑρμηνευτές ἑρμηνεύουν διαφόρως. Ἡ τελευταία φράση τοῦ στίχ. κατά τό Ἑβρ. λείπει στούς Ο´, ἀλλά πρέπει νά διατηρηθεῖ. Ἀπό αὐτόν τόν ἀπογυμνωμένο κορμό, ἀπό αὐτό τό κούτσουρο, θά ἀναγεννηθεῖ ἕνα νέο δένδρο, βλ. 4,2-3 καί τό σχόλ.