Translate

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Η ΑΜΑΡΤΙΑ,Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ, ΚΑΙ Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟΝ ΠΑΠΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 7η  Μαΐου 2015.

Η ΑΜΑΡΤΙΑ, Η  ΜΕΤΑΝΟΙΑ, ΚΑΙ Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟΝ ΠΑΠΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ

  Πολλές φορές, στις ήδη μέχρι τώρα δημοσιεύσεις μας, έχουμε επισημάνει τις πάμπολλες αιρετικές διδασκαλίες και καινοτομίες, τις οποίες επισώρευσε ο Παπισμός μετά την απόσχισή του, το 1054 μ. Χ., από το σώμα της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας καθ’ όλη την διάρκεια της δευτέρας χιλιετίας. Στην παρούσα σύντομη ανακοίνωσή μας θα αναφερθούμε, πολύ συνοπτικά και ακροθιγώς, στις περί αμαρτίας, μετανοίας και εξομολογήσεως κακόδοξες θέσεις και αντιλήψεις του, οι οποίες χωρίζουν τον παπισμό, με αγεφύρωτο χάσμα από την ακαινοτόμητη Ορθοδοξία μας, με αφορμή κάποιο δημοσίευμα του περιοδικού των εν Ελλάδι Ιησουιτών «ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ» (τευχ.1092, Μάρτιος – Απρίλιος 2015), με τίτλο: «Μετάνοια και Εξομολόγηση».
 Από την όλη μελέτη του άρθρου διαπιστώσαμε, ότι ο συντάκτης εμφανίζεται πολύ προσεκτικός στις διατυπώσεις του. Χρησιμοποιεί Ορθόδοξη γλώσσα και παρουσιάζει με Ορθόδοξο ένδυμα τις περί αμαρτίας, μετανοίας και εξομολογήσεως ιδέες του, προφανώς για λόγους προσηλυτισμού, παρ’ όλο ότι στην ουσία παραμένουν αντορθόδοξες. Και τούτο διότι, τίποτε δεν αναφέρει για τις περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης πάγιες και μέχρι σήμερα ισχύουσες θέσεις του Παπισμού. Ούτε επίσης αναφέρεται στις άλλες συναφείς με το εν λόγω θέμα κακοδοξίες περί αξιομισθίας των αγίων, περί «υπερτάκτων έργων», περί καθαρτηρίου πυρός, όπως επίσης και στην νομική-δικανική θεώρηση της αμαρτίας, μετάνοιας και σωτηρίας. Ομιλεί βέβαια περί θεραπείας του μετανοούντος αμαρτωλού, (από την αμαρτία και τα πάθη), και παρουσιάζει την μετάνοια ως «διαδικασία θεραπείας αλλά και παιδείας» (σελ.13), όπως επίσης ομιλεί και περί «Χάριτος» (σελ.13), αγνοώντας όμως το γεγονός ότι η «Χάρις» με κτιστό χαρακτήρα, όπως την εκδέχεται ο Παπισμός, είναι ανίκανη να θεραπεύσει τον άνθρωπο. Φρόντισε επίσης να παρουσιάσει, (πολύ έξυπνα!), την αμαρτία ως «προσβολή της αγάπης του Θεού» (σελ. 7) και όχι ως «προσβολή της θείας δικαιοσύνης», παραθεωρώντας όμως ότι ο όρος «προσβολή» εισάγει την έννοια της τρεπτότητος και της μεταβλητότητος στην Θεία Ουσία, πράγμα άτοπον.
Η αμαρτία όμως δεν είναι μια απλή παράβαση της θείας εντολής, που προσβάλλει την δικαιοσύνη του Θεού και επισύρει την οργή του και την δικαία τιμωρία του παραβάτη υπό του Θεού, όπως διδάσκουν οι Παπικοί. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εισχωρών εις το βαθύτερο είναι της αμαρτίας, χαρακτηρίζει αυτήν, (σε απόλυτη συμφωνία με τον Μέγα Βασίλειο), ως νοητό σκότος της ψυχής, προερχόμενο από την απόσυρση του Θείου Φωτός της Χάριτος και οδηγούσα στον πνευματικόν θάνατον: «Ει δε η όντως ζωή της ψυχής, φως εστί θείον,από του κατά Θεού πένθους προσγινόμενον, ως ανωτέρω υπό των πατέρων είρηται και ο της ψυχής θάνατος σκότος έστα ιπονηρόν υπό της κατά κόσμον λύπης τη ψυχή προσγινόμενον. Σκότος εκείνο περί ου φησίν ο Μέγας Βασίλειος, ότι η αμαρτία εν τη απολείψει του καλού την ύπαρξιν έχουσα, σκότος τυπούται τοις αδικήμασι νοερόν. […] Ο τοις πονηροίς λογισμοίς περιεχόμενος πως ίδη την υπό τούτων καλυπτομένην αμαρτίαν ενυπόστατον, ήτις εστί σκότος και ομίχλη ψυχής, εξ’ εννοιών πονηρών και λόγων και πράξεων εμπεσούσα;».[1]Αν όμως, [λέγει ο άγιος], η πραγματική ζωή είναι θείο φως της ψυχής, που προκαλείται από το κατά Θεόν πένθος, όπως έχει λεχθεί παρά πάνω από τους Πατέρες και ο θάνατος της ψυχής θα είναι σκότος πονηρό, που προκαλείται στην ψυχή από την κατά κόσμον λύπη. Είναι το σκότος εκείνο, για το οποίο λέγει ο Μέγας Βασίλειος, ότι η αμαρτία που έχει την ύπαρξη στην απουσία του καλού, εντυπώνει, (εγκαθιστά), μέσω των αδικημάτων, (στην ψυχή), νοερόν σκότος. […] Όποιος περισφίγγεται από πονηρούς λογισμούς, πως θα μπορέσει να ιδεί την από αυτούς καλυπτόμενη ενυπόστατη αμαρτία, που είναι σκότος και ομίχλη της ψυχής, που έπεσε, (προήλθε), από πονηρούς λογισμούς και λόγους και πράξεις;
Ο αείμνηστος καθηγητής πρωτ. Ιωάννης Ρωμανίδης, στην περισπούδαστη μελέτη του με τίτλο «Το προπατορικόν αμάρτημα», ερμηνεύων την ουσία του προπατορικού αμαρτήματος με βάση τους αγίους Πατέρες, αλλά και την εκ διαμέτρου αντίθετη προσέγγιση και κατανόηση του θέματος μεταξύ αυτών και των Δυτικών παρατηρεί:«Γενικώς οι Έλληνες πατέρες διδάσκουν, ότι ο Θεός επέτρεψε την διά του θανάτου και της φθοράς τιμωρίαν του ανθρώπου ένεκα ευσπλαγχνίας, ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται, ίνα διά της μελέτης του θανάτου εννοήσει ο άνθρωπος την ασθένειά του και την εξάρτησή του από τον Θεόν… και ούτω ταπεινωθεί και μετανοήσει και ίνα διά πειρασμών ασκηθεί και τελειοποιηθεί. Κατά ταύτα ο Θεός δεν επέβαλε τον θάνατον, την φθοράν και τας ασθενείας ένεκα προσβολής τινός κατά της θείας φύσεως, ως διδάσκουν οι Δυτικοί, αλλά τα επέτρεψεν ένεκα ευσπλαγχνίας αυτού με σκοπόν την σωτηρίαν και την θεώσιν των ανθρώπων. […] Εις την ελληνικήν Πατερικήν παράδοσιν ελλείπουν τα χαρακτηρίζοντα την Λατινικήν θεολογίαν έντονα δικανικά σχήματα, τα οδηγήσαντα τελικώς την Δύσιν εις την περί ικανοποιήσεως θεωρίαν του Ανσέλμου».[2]
Τις κακόδοξες περί μετανοίας – εξομολογήσεως θέσεις του Παπισμού παρουσιάζει επίσης σχετική έκδοση της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος  με τίτλο «Ο Παπισμός και η Ουνία», όπου αναγράφονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Εις την Παπικήν Εκκλησίαν ο μετανοών αμαρτωλός, όταν εξομολογείται, δικάζεται υπό του ιερέως και επιβάλλονται αυτώ διάφορα επιτίμια με ποινικόν χαρακτήρα, διά να εξιλεωθεί απέναντι του Θεού διά τα παραπτώματά του. Τούτο όμως είναι αντίθετο προς το Ευαγγέλιον, όπου βλέπομεν τον Κύριον ουχί να δικάζει, αλλά να ελεεί και να συγχωρεί τους αμαρτωλούς μετανοούντας, λέγων προς αυτούς ‘Πορεύου και μηκέτι αμάρτανε’ (Ιω.8,11) και ‘ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον’ (Ιω.12,47). Το ίδιο έκαμε και διά τον ληστήν  επί του σταυρού, απαντήσας εις το ‘μνήσθητί μου Κύριε…’, διά των λόγων ‘σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω’. Τα επιτίμια τα χρησιμοποιούμεν βεβαίως και εις την Ορθόδοξον Καθολικήν Εκκλησίαν μας, αλλ’ ουχί διά να εξιλεωθώμεν και ικανοποιήσωμεν την θείαν δικαιοσύνην. Τα επιτίμια δι’ ημάς είναι παιδαγωγικά μέσα, τα οποία βοηθούν εις την συνήθειαν της αρετής, μας απομακρύνουν από τας συνηθείας της αμαρτίας και μας ενισχύουν εις την πνευματικήν τελειοποίησίν μας».[3] Την απροϋπόθετη αγάπη του Θεού για τον μετανοούντα αμαρτωλό, που δεν απαιτεί κανενός είδους ικανοποίηση της δήθεν τρωθείσης δικαιοσύνης του και καμίας μορφής ποινική δίωξη, παρουσιάζει με έξοχο τρόπο η γνωστή παραβολή του ασώτου υιού, όπου ο πατέρας, σεβόμενος την επιλογή του γιού του να ακολουθήσει τον δικό του τρόπο υπάρξεως, του επιτρέπει να την πραγματοποιήσει. Όταν δε εκείνος αποφασίζει να μετανοήσει και να επιστρέψει στον οίκο του πατρός του, αυτός τον δέχεται χωρίς την παραμικρό έλεγχο, ή την παραμικρή διάθεση να τον τιμωρήσει προκειμένου να «ικανοποιηθεί» η «τρωθείσα» δικαιοσύνη του, αποδεικνύοντας έτσι την απερινόητη αγάπη του!
Περαίνοντας την ανακοίνωσή μας αυτή, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν τεράστια και ανυπέρβλητα στεγανά, τα οποία μας χωρίζουν από τον Παπισμό, ο οποίος δεν είναι διατεθειμένος να τα αποβάλει, προκειμένου να έρθει στην αλήθεια της Εκκλησίας μας. Προσευχόμαστε και ευχόμαστε από καρδιάς οι πλανεμένοι αδελφοί μας της παπικής παρασυναγωγής να συνειδητοποιήσουν τις πλάνες τους και να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία, τη μόνη αληθινή Εκκλησία. Αυτή θα είναι και η πρώτη μεγάλη  και αληθινή μετάνοιά τους!  

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών.




[1] Προς μοναχήν Ξένην, Περί παθών και αρετών, Ε.Π.Ε. 8,422-424.
[2]Εκδ. Θεσσαλονίκη 1958, σελ.26, υποσημ. 9, σελ. 28.
[3] Από το βιβλίο «Αι αιρέσεις του Παπισμού» του Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιώς κ. κ. Σεραφείμ, Αθήναι 2009, σελ. 202
Δημοσίευση σχολίου