Translate

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΝΗΣ, Η «ΑΠΟΜΥΘΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ» ή Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΚΑΚΟΦΡΟΝΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ;



Η «ΑΠΟΜΥΘΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ» ή Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΚΑΚΟΦΡΟΝΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ;
Του Παναγιώτη Π. Νούνη
  • Δείτε και κατεβάστε το απο εδώ, εδώ και εδώ σε μορφή PDF, WORD και DOCS.

Μόλις έχω ολοκληρώσει ένα εξαιρετικό και άκρως ενδιαφέρον καλοκαιρινό μου ανάγνωσμα, ένα αγιολογικό εγχειρίδιο του καθηγητού μου, καθηγητού της Αγιολογίας στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. του κυρίου Παναγιώτη Αρ. Υφαντή με τίτλο «Η ΑΠΟΜΥΘΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ» (Σπουδή στη θεολογική σκέψη του ιερού Φωτίου), εκδόσεις: «ΑΡΜΟΣ», 2015, σσ. 180.
Το εν λόγω βιβλίο αποτελείται κατ΄ουσία από εφτά (7) συνοπτικά ευανάγνωστα κεφάλαια όπου μας μυούν και εγκεντρίζουν κυρίως στην θεολογική και φιλοσοφική σκέψη του Αγίου οικουμενικού πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και Μεγάλου Φωτίου, περί του φιλοσοφικο-θεολογικού ζητήματος του μυστηρίου του κακού.
Τα περιεχόμενου του εν λόγω ακαδημαϊκού εγχειριδίου, είναι τα εξής:
  1. Εισαγωγή.
  2. Η οντολογική αποδόμηση του κακού.
  3. Η ανθρώπινη υπαιτιότητα. Το κακό ως «παράβασις» και «παρυπόστασις».
  4. Θεία παιδαγωγία. Το κακό ως «επιτίμιον» και «θεραπεία».
  5. Σταύρωση. Το κακό ως όχημα της «θείας συμπάθειας».
  6. Συμπερασματικά. Ο ιερός Φώτιος και τα κριτήρια της Θεολογικής του σκέψης.
  7. Ιδεολογικές χρήσεις της μνήμης του ιερού Φωτίου.
Στο εν λόγω έβδομο κεφάλαιο «Ιδεολογικές χρήσεις της μνήμης του ιερού Φωτίου» το λεγόμενο και Αγιολογικό Επιμύθιο, διαιρείται σε έξι μικρές υποενότητες και σημαίνοντα υποκεφάλαια.
Τα οποία φέρουν και τους επόμενους υπότιτλους:
(α΄) Αφετηριακές διαπιστώσεις.
(β΄) Το συγκρουσιακό πλαίσιο του βίου και της δράσης του ιερού Φωτίου.
(γ΄) Οι αρχικές αντιρρήσεις και η βαθμιαία κραταίωσή τους (11ος – 15ος αι.).
(δ΄) Η εμπλοκή της νεώτερης δυτικής σκέψης και τα ανατολικά αντανακλαστικά (16ος – 19ος αι.).
(ε΄) Σύγχρονες προσεγγίσεις: Αναβιώσεις και αντιφάσεις (20ός αι.).
(στ΄) Φώτιος ο οικουμενικός.
Ολόκληρο σχεδόν το βιβλίο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και δύναται να μελετηθεί απνευστί από κάθε μορφωμένο και μη φιλαναγνώστη άνθρωπο. Το θέμα του είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα που έχει απασχολήσει ακαδημαϊκούς θεολόγους, Αγίους, και φιλοσόφους για πάμπολλους αιώνες.
Ο εν λόγω Αγιολόγος καθηγητής μας πραγματεύεται σχεδόν άριστα το ζήτημα και δύναται ο καθείς καλοπροαίρετος σπουδαστής και χριστιανός να μελετήσει και να αναγνωρίσει έτσι τις βαθύτερες μελέτες του καθηγητού πάνω στα συγγράμματα του Μεγάλου Φωτίου. Ο ίδιος καθηγητής πρό του 2012 μας πληροφορούσε διδακτικά, κατά την διάρκεια των ακαδημαϊκών μαθημάτων μας, περί της Αγιολογίας, τι θεολογικά πράγματα του έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση και τον προβλημάτιζαν στην λιπαρή θεολογική σκέψη του ιερού Φωτίου.
Η ρητορική ακαδημαϊκή δεινότητα του Υφαντή με ενέπνευσε προσωπικά, ως απόφοιτο πλέον της Θεολογικής Σχολής (2012),  να αρχίσω να εμβαθύνω και να μελετήσω τα τελευταία χρόνια, κυρίως (από το 2015), την θεολογική εκκλησιολογική και κανονική σκέψη του μεγάλου Αγίου και λόγιου οικουμενικού πατριάρχου Φωτίου, μέσα από τα δικά του συγγράμματα, ώστε να ολοκληρώσω την εν λόγω πρώτη ολοκληρωμένη σχεδόν μελέτη μου στο όλο συγγραφικό έργο του το 2017.
Η «απομύθευση του κακού» μας αποκαλύφθηκε και την βιώσαμε μεθοδικά μέσα από την συστηματική έρευνα και την προσωπική μελέτη μας για ατελείωτα μερόνυχτα μέσα απ΄τα καλόδοξα θεολογικά τομίδια των περισπούδαστων συγγραμμάτων του ιερού Φωτίου.
Επιστέγασμα των προσωπικών μελετών μου, μια καλή μάλλον περίληψη σε επι μέρους βέβαια θεολογικό ζήτημα ήρθε και αυτό το αρκετά ενδιαφέρον ακαδημαϊκό εγχειρίδιο. Ο καλός καθηγητής μου κύριος Παναγιώτης Υφαντής μοιάζει να έχει κατανοήσει άριστα το ζήτημα του κακού, ενώ δύναται ανέτως να μεταδώσει, απλά, κατανοητά, αναλυτικά και σε βάθος την Φωτειανή θεολογική σκέψη γύρω από το αμφιλεγόμενο ζήτημα και μυστήριο του κακού. Δεν αμφισβητώ διόλου το ακαδημαϊκό του θεολογικό τάλαντο, μάλλον δε και εντόνως το θαυμάζω.
Το μόνο πρόβλημα με τον κ. Παν. Υφαντή είναι το γνωστό μείζον πρόβλημα με τους «ανανεωτές» και «αναβαθμιστές» οικουμενιστές θεολόγους του «ΚΑΙΡΟΥ». Ανήκει επίσης ως ακαδημαϊκός δάσκαλος και εκών άκων στην νέο-ελλαδική αιρετική φατρία και κλίκα της γνωστής κακοδόξου Θεολογικής Ακαδημίας του Βόλου. Η λεγομένη και μητροπολιτική γιάφκα των ακαδημαϊκών και λογίων οικουμενιστών και μετα-πατερικών θεολογούντων, φιλοσοφούντων και ψυχολογούντων. Αυτό είναι το μόνο πρόβλημα και η μερική ένστασή μου με τον φίλτατο και λίαν αγαπητό καθηγητή μου. Ότι συσχηματίσθηκε με τους «ανανεωτές» και «αναβαθμιστές» (γράψτε αποδομητές) της Πατερικής Θεολογίας για αυτονόητους ακαδημαϊκούς λόγους, λόγους ακαδημαϊκής καριέρας και ανελίξεως.
Δεν προτίθεμαι καθόλου, καθώς γίνεται φανερό, να επικρίνω και να κατακρίνω στο σύνολό του το εν λόγω υπο παρουσίαση και κριτική βιβλίο του Υφαντή. Καθώς δήλωσα πιο πάνω είναι ένα βιβλίο άξιο προσοχής και μελέτης υπό πάντων και πασών των φίλων των θεολογικών γραμμάτων. Στην συντριπτική σχεδόν πλειοψηφία των θεολογικών θέσεων και προσωπικών απόψεων και στοχασμών του ακαδημαϊκού «μισθοφόρου της Πίστεως» και καθηγητού μας συμφωνούμε.
Παρόλα αυτά και δι΄αυτά στο εν λόγω πολύ αξιόλογο βιβλίο εντόπισα ίχνη τινός ειδεχθούς, ανιστόρητης και αθεολόγητης, εξάπαντος ακαδημαϊκής-μίσθαρνης  οικουμενιστικής προπαγάνδας. Δεν ξέρω αν αυτό έγινε ηθελημένα ή άθελα του καλού καθηγητού μας.
Η οικουμενιστική προπαγάνδα του εγχειριδίου καταγράφεται προς το τέλος του βιβλίου, ώστε να συγκρατηθεί κατ΄ουσίαν στο μυαλό του κάθε φιλότιμου αναγνώστη. Πρόκειται για ψυχολογική και ακαδημαϊκή τακτική. Συνεπώς χρειάζεται μέγιστη προσοχή ώστε να μην υιοθετήσουμε λοιπόν αβασάνιστα τις ακαδημαϊκές ασχήμιες και αστοχίες των μετα-πατερικών και κακόδοξων καλοπληρωμένων και καλοβολεμένων καθηγητών μας.
Στο τελευταίο υποκεφάλαιο «Σύγχρονες προσεγγίσεις: Αναβιώσεις και αντιφάσεις 20ος αι.» καταγράφει σημαντικά πράγματα για την περίφημη αναβίωση της αγιολογικής τιμής του ιερού Φωτίου.
Άλλα δε χρήζουν διεξοδικής ακαδημαϊκής συζήτησης και ανάλυσης μέσα στο πλαίσιο του ορθοδόξως και απλανώς θεολογείν.
Πρώτον: Μέμφεται κατ΄αρχάς πλαγίως τους αντιοικουμενιστάς, ο καθηγητής Αγιολογίας κ. Παν. Υφαντής, ότι η μνήμη του αγίου πατριάρχου Φωτίου χρησιμοποιείται και πάλι «προκειμένου να προβληθούν αιτήματα, να δικαιωθούν εμμονές και να εμπεδωθούν νοοτροπίες» υπονοώντας βασικά τις σωρηδόν ή και μεμονωμένες αντιρρητικές ενέργειες τινών περιβόητων μητροπολιτών, επισκόπων, ακαδημαϊκών, κληρικών, μοναχών και λαϊκών αντι-οικουμενιστών. Συμφωνούμε βέβαια, στο σημείο ότι ο ιερός Φώτιος χρησιμοποιείται κατά κόρον από την Εκκλησία της Ελλάδος, ώστε να θεμελιώσει και να συντηρήσει το κακόδοξο, εθνοφυλετικό και εκκλησιαστικο-πολιτικό ιδεολόγημα της συνθέσεως δήθεν τινός ελληνοχριστιανισμού (δείτε λ.χ. και την «ελληνοχριστιανική» ομιλία της εις επίσκοπον χειροτονία του μητροπολίτου (Καβάλας) Νεαπόλεως, Φιλίππων και Θάσου κ. Στεφάνου Τόλιου) καθώς και την κακόδοξη Εκκλησιολογία της νεοελληνικής αυτοκεφαλαρχίας.
Δεύτερον: Ισχυρίζεται μάλλιστα ο κ. Π. Υφαντής, μονεμερώς και εμμονικώς, ότι:
«η τελευταία πτυχή της ιδεολογικής χρήσης του ιερού Φωτίου αφορά κυρίως τις ομολογιακές εμμονές μιας μερίδας της ορθόδοξης θεολογικής διανόησης, που θεωρεί τον άγιο ιεράρχη έναν πρόδρομο και εκφραστή της πιο σκληροπυρηνικής και πολεμικής μεταβυζαντινής θεολογίας, έναν άκαμπτο υπερασπιστή της δογματικής καθαρότητας του Ανατολικού Χριστιανισμού και ένα διαχρονικό σύμβολο της ανεξαρτησίας και της αγωνιστικότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι κυρίως στη χριστιανική Δύση».
Να ερωτήσω τον καθηγητή, ανεξάρτητα αν υφίσταται ή όχι τινά ιδεολογική χρήση του αγίου Φωτίου: ο μέγας Φώτιος ως οικουμενικός πατριάρχης δεν ήταν τω όντι άκαμπτος υπερασπιστής της ορθοδόξου και απλανούς δογματικής καθαρότητας του Ανατολικού και Δυτικού Χριστιανισμού; Αν δεν ήταν τέτοιος, καθώς αφήνει να εννοηθεί, προς τι και γιατί τότε η υπό αυτού περιβόητη σύγκληση της (Η΄ Οικουμενικής) Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του 879;
Εξάπαντος ο ιερός Φώτιος ήτο (α΄) οικουμενικός πατριάρχης σε μια τω όντι  (β΄) ορθοδοξούσα οικουμενική αυτοκρατορία, όπου (γ΄) ελέω Θεού υφίστατο τις οικουμενικός αυτοκράτωρ. Συνεπώς, η Σύνοδός του είχε θεσμικά και αυτοδικαίως οικουμενικό χαρακτήρα είτε μας αρέσει είτε όχι.
Επίσης, δεν είναι μαζί με τον ορθόδοξο πάπα Ιωάννη τον Η΄ της πρεσβυτέρας Ρώμης (ο οποίος ήταν συνάμα και φίλος του αγίου Φωτίου) ή μετά των συν αυτώ εκπροσώπων του πρώτου που κατεδίκασαν ομοθυμαδόν τις «δυτικές» Φραγκολατινικές κακοδοξίες; Το ορθοδόξως και απλανώς θεολογείν δύναται να χαρακτηρισθεί ως «ομολογιακή εμμονή»;  Βάσει ποιανών Βιβλικών, Αγιολογικών και Πατερικών προϋποθέσεων;
Τρίτον: Στην θεολογίζουσα ακαδημαϊκή ρητορική του Υφαντή, απουσιάζει παντελώς η εκκλησιαστικο-ιστορική διάκριση Φραγκολατινισμού και Φραγκοτευτονισμού (νύν βατικάνειου Παπισμού) με τον Παπισμό της ορθοδόξου πρεσβυτέρας Ρώμης. Ο παπισμός δηλ. κατά την εποχή του πατριάρχου Κων/Πόλεως Φωτίου ήταν καθόλα ορθόδοξος. Συνεπώς για ποιόν ιδιαίτερο και σοβαρό λόγο ο μέγας Φώτιος να του εξασκήσει ομολογιακή πολεμική; Εξαιρέτως όταν οι φραγκολατίνοι-φραγκογερμανοί κατέλαβαν δια πυρός και σιδήρου και κατεκυρίευσαν βιαίως το ορθόδοξο παπικό πατριαρχείο.
(Όποιος θέλει το καλόδοξο ιστορικό αντίδοτο της ανιστόρητης και νεογραικίστικης Φαναριώτικης προπαγάνδας να μελετήσει τις ιστορικο-θεολογικές πληροφορίες που με ακρίβεια παραπέμπω στο περίφημο ακαδημαϊκό εγχειρίδιο του π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ-ΡΩΜΑΝΙΑ-ΡΟΥΜΕΛΗ, εκδόσεις: ΠΟΥΡΝΑΡΑ, κεφάλαιον Γ΄, σελίδες 105-117).
Βέβαια να σημειωθεί, ότι ο Ισαπόστολος και Ομολογητής άγιος Φώτιος δεν ήταν αγωνιστής κατά των Δυτικών ορθοδόξων Χριστιανών, αλλά ήταν άκαμπτος μαχητής πατριάρχης κατά των ετεροδόξων και βαρβαρικών ορδών-φύλων των Φραγκολατίνων και Φραγκογερμανών, οι οποίοι διέσπειραν σε Ανατολή και Δύση για ιδεολογικούς, γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς κυρίως λόγους το θανατηφόρον δηλητήριον της αιρέσεως και της κακοδοξίας.
Τέταρτον: Συνεχίζει και εμμένει ο Υφαντής στα ίδια όταν σημειώνει και τα αμέσως επόμενα:
«Η τάση αυτή μοιάζει να συνεχίζει την άγονη εκκλησιολογική αντιπαλότητα που κληροδότησαν στην νεώτερη θεολογία οι αιώνες της μεταβυζαντινής πολεμικής ομολογιακότητας», για να καταλήξει ο καθηγητής κ. Παν. Υφάντης, ότι «η θεώρηση αυτή του Φωτίου τον μεταμορφώνει σε έναν ομολογιακό μάρτυρα, έναν Μάρκο Ευγενικό ή έναν Αθανάσιο Πάριο».
Τα πιο πάνω βέβαια για όσους αντιλαμβάνονται είναι ελάχιστα σταγονίδια προπαγάνδας. Μία πρόγευση και τα προκαταρκτικά της νέο-Φαναριώτικης προπαγάνδας. Δεν χρειάζεται κανένας μας να μεταμορφώσει τον Ισαπόστολο και Ομολογητή ιερό Φώτιο σε «ομολογιακό μάρτυρα», διότι κατά τους εν αδίκω διωγμούς του και μάρτυς υπήρξε καθώς και άκαμπτος ρωμαλέος ομολογητής.
Ας προσέξουμε ιδιαίτερα τη σήμερον μια άλλη εν εξελίξει περίπτωση, όπως εκείνης της μεθοδικής, στοχευμένης και προπαγανδιστικής αγιοποίησης του μοναχού Ιωσήφ του Βατοπαιδινού, απο το Οικουμενικόν Πατριαρχείο, από τον μητροπολίτην Λεμεσού κ. Αθανάσιο και  από τον Ηγούμενο Εφραίμ, όπου αμφότεροι προσπαθούν, έναν ψευδοπροφήτη νέο Ρασπούτιν και κομπογιαννίτη καλόγερο, να μας τον επιβάλλουν και να μας τον μεταμορφώσουν σε τέλειο θεόπτη, προφήτη, ορθόδοξο και απλανή Γέροντα.
Το ζήτημα είναι αλλού: τι είδους «ομολογιακοί μάρτυρες» είναι οι συγκεκριμένοι ριψάσπιδες και κακόδοξοι ακαδημαϊκοί διδασκάλοι μας, όπου για τα τριάκοντα αργύρια και την φιλοδοξία τους επεκύρωσαν και ψήφισαν υπέρ της εισβολής του αντίχριστου Ισλαμισμού εντός της ορθοδόξου Θεολογικής Σχολής μας;
Να ερωτήσω και πάλιν τον καλοκάγαθο καθηγητή μου: η ιερά αντιρρητική πολεμική περί της Πίστεως είναι δυνατό να θεωρείται από ακαδημαϊκούς Χριστιανούς και δή καθηγητές της Θεολογίας ως μια «άγονη εκκλησιολογική αντιπαλότητα»; Πολλώ δε μάλλον και μετά το Εκκλησιολογικό και Δογματικό Σχίσμα, όπου το οικουμενικό πατριαρχείο επέβαλε  διά της «Πανορθόδοξης Συνόδου» της Κρήτης, και επι τη βάσει των κακοδόξων εκκλησιολογικών και συνοδικών αποφασισθέντων του, σ΄όλες σχεδόν τις Αυτοκέφαλες Τοπικές Εκκλησίες;
Και οι εν λόγω διαβόητες ληστρικές και κακόδοξες αποφάσεις της συνόδου της Κρήτης ήταν καρπός τινάς «γόνιμης εκκλησιολογικής (συν)αδελφικότητας» μετά των συν αυτώ «παρατηρητών»;
Πέμπτον: Η μεγίστη ροή του ποταμού της οικουμενιστικής προπαγάνδας, καταγράφεται επίσης στα αμέσως επόμενα γραφθέντα και λεχθέντα του:
«Εσχάτως, αυτή η άγονη πολεμική εκκλησιολογία ενισχύθηκε από το αγωνιστικό μένος της ακραιφνέστερης πτέρυγας της ελληνόφωνης μοναστικής και παραδοσιαρχικής θεολογίας, η οποία καταγγέλει την οικουμενική κίνηση ως «παναίρεση», αγνοώντας θεμελιώδεις συνοδικές επιλογές της θεσμικής Εκκλησίας. Οι ίδιοι κύκλοι συναριθμούν τον Φώτιο στους ‘ήρωες’ της Ορθοδοξίας και θεωρούν τη Σύνοδο του 879 ως όγδοη οικουμενική».
Ο Υφαντής για το εν λόγω σχόλιο παραπέμπει και στο ιστολόγιο του μακαριστού Δογματολόγου π. Ιωάννη Ρωμανίδη. Αφήνει άδικον τινά μομφή δηλαδή εναντίον του, ότι ο Ρωμανίδης εμπίπτει στην εν λόγω ελληνόφωνη μοναστική και παραδοσιαρχική θεολογία. Ο Ρωμανίδης όμως δεν χαρίζει κάστανα κανενός, διότι δικαίως και ρωμαλέως καταγγέλνει εκ χώρας Ζώντων τους ακαδημαϊκούς «ορθοδόξους» θεολόγους και κληρικούς, μιας και ο Οικουμενισμός τους «δεν είναι αποτέλεσμα της θεωτικής του Πνεύματος εμπνεύσεως, αλλά άλλης τινος εμπνεύσεως και της πτώσεως εκ της παραδόσεως της θεώσεως και των θεουμένων» (Ιωάννου Ρωμανίδη, ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, Τόμος Α΄, εκδόσεις: ΠΟΥΡΝΑΡΑ, σελ. 191).
Ο αντι-οικουμενιστικός αγώνας κατά της παναίρεσης του Οικουμενισμού, χαρακτηρίζεται υπό του φιλοοικουμενιστού καθηγητού μας και όχι μόνον ως μια «άγονη πολεμική εκκλησιολογία», επειδή εξυπηρετεί προφανώς τέλεια την «γόνιμη ευχαριστιακή εκκλησιολογία» του Ζηζιούλα. Ή μήπως, εξυπηρετεί, την κατά τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη «άγονη ευχαριστιακή ειδωλολατρία» των «ορθοδόξων» Οικουμενιστών;
Η Οικουμενική Κίνηση, ως παναίρεση του Οικουμενισμού καταγγέλθηκε πρώτιστα υπό τινών εγκρίτων ακαδημαϊκών θεολόγων και νύν πλέον επίσημα αναγνωρισμένων Αγίων Πατέρων της Σερβικής Εκκλησίας.
Έκτον: Προφανώς για να είναι απόλυτα αληθής και έγκυρη η θέση του καθηγητού Υφαντή ώφειλεν να γράψει την πάσα ιστορική αλήθεια του πράγματος, η οποία είναι κατά την δική μας εκτίμηση καθόλου αυθαίρετα:
«η γόνιμη, η πολεμική, η ομολογιακή και ορθοδοξούσα εκκλησιολογία ενισχύθηκε από το αγωνιστικό φρόνημα της ακραιφνέστερης πτέρυγας της Σλαβικής (διά του Σέρβου Δογματολόγου και Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς) και Ρουμανικής (διά του Ρουμάνου Δογματολόγου Δημητρίου Στανιλοάε) μοναστικής, κληρικολαϊκής, ακαδημαϊκής και παραδοσιακής Πατερικής Θεολογίας, οι οποίοι πρώτοι κατήγγηλαν ρωμαλέα την Οικουμενική Κίνηση ως την «παναίρεση» του αιώνα, και ετεροχρονισμένα ακολούθησαν ως επόμενοι τοις αγίοις πατράσι οι βουλγαρόφωνοι, οι γεωργιανόφωνοι, οι ελληνόφωνοι, οι αγγλόφωνοι κ.ο.κ.».
Για να μιλήσουμε και στην γλώσσα του Υφαντή: η διάκριση μεταξύ «ελληνόφωνης μοναστικής παραδοσιαρχικής θεολογίας» με την «θεσμική Εκκλησία» είτε με τη «θεσμική νεοελληνική θεολογία» είναι άτοπη, αθεολόγητη και άγονη εκκλησιολογικά. Η «θεσμική Εκκλησία» από πού εκπηγάζει; Προέρχεται μήπως από άλλους υπερουράνιους και μακρινούς γαλαξίες, μακράν του ηλιακού μας συστήματος; Πηγάζει άραγε από τις τάξεις των εκκοσμικευμένων αρχιμανδριτάδων; Μπορεί! Δηλαδή, δεν προέρχεται από τις τάξεις των «παραδοσιαρχιστών» μοναχών; Τέλεια! Μάλλον αυτό συμβαίνει. Ή μήπως, προέρχονται, από τις τάξεις κυρίως των «ορθοδόξων» οικουμενιστών; Αυτό κι αν αληθεύει πράγματι, μας το αποκρύβει ο καλός μας δασκαλάκος.
Η ελληνόφωνη μοναστική κοινότητα και θεολογία είναι αδιαίρετον και ασύγχυτον μέλος και μέρος της θεσμικής Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας. Η εν λόγω ακαδημαϊκή διάκριση του Υφαντή, φαίνεται μάλλον υποδόρια να θεμελιώνεται επάνω στην άκαρπη «Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία» του οικουμενιστού μητροπολίτου κυρίου Ιωάννη Ζηζιούλα, όπου ο τελευταίος υπερτονίζει, μυθοπλάττει, απολυτοποιεί και υπερεξιδανικεύει, κακόδοξα και αντιεκκλησιολογικά, τον εκκλησιαστικό ρόλο του επισκόπου. Ενώ, σύμφωνα με την Πατερική Θεολογία και υγιήν Εκκλησιολογία η ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία Του αποτελείται από το Βασίλειον ιεράτευμα, δηλ. από ορθοδόξους επισκόπους-κλήρον-μοναχισμόν και λαικόν στοιχείον.
Ένα ακόμη αμείλικτο ερώτημα προς τον καλό Αγιολόγο καθηγητή μας, είναι: οι «συνοδικές επιλογές της θεσμικής Εκκλησίας» ήταν και είναι εξαρχής καθόλα ανοικτές και συζητήσιμες προς άπαντα τα κληρικά μοναστικά και λαϊκά μέλη της Εκκλησίας, ναι ή όχι; Αν ναι, τότε γιατί οι οργανώμενες και μή εκκλησιολογικές αντιρρήσεις καθώς και οι πολεμικές θεολογικές ενστάσεις από κλήρο-μοναχισμό και λαό; Αν όχι κ. Υφαντή μου, τότε μήπως μας επιβεβαιώνετε πανηγυρικά την άκαρπη «επισκοπομονιστική εκκλησιολογία» των νέο-Φαναριωτών οικουμενιστών πατρώνων σας;
Έβδομον:  Ένα ακόμη -σύμφωνα με την δική μας άποψη- προπαγανδιστικό ατόπημα του Αγιολόγου κ. Παναγιώτη Υφαντή είναι όταν καταγράφει τα αμέσως επόμενα (σελ. 161):
«Έπειτα, εκείνοι που επικαλούνται σήμερα τον Φώτιο ως αγωνιστικό σύμβολο μιας απολογητικής και πολεμικής Ορθοδοξίας, λησμονούν ότι το ιεραποστολικό του όραμα, που συμπηκνώνεται στη φράση «ενότης εν τη ποικιλία» αποτέλεσε ένα πολύτιμο μεθοδολογικό κανόνα για την προκοπή των οικουμενικών διαλόγων από τον απεγκλωβισμό των χριστιανικών Εκκλησιών από χρόνιες ομολογιακές αγκυλώσεις αλλά και για την πρόοδο σε εύφλεκτα ζητήματα».
Τι σημαίνει άραγε κ. Υφαντή η «ενότης εν τη ποικιλία»; Σημαίνει μήπως Εκκλησιολογική και διομολογιακή συγκρητιστική ενότης μετά των πολυποίκιλων «χριστιανικών» ομολογιών εντός του Παγκόσμιου Συμβουλίου των «Ετερόδοξων Εκκλησιών»; Ο ιερός Φώτιος ήταν υπέρμαχος του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητισμού, καθώς έτσι ασεβώς και πονηρώς πορεύονται εδώ και έναν αιώνα σχεδόν οι προκάτοχοί του πατριάρχες;
Αυτό μας λέτε κ. Υφαντή μου, ότι ο διαχριστιανικός Συγκρητισμός ήταν το όραμα του αγίου Πατρός και οικουμενικού πατριάρχου μεγάλου Φωτίου; Μήπως αυτό διαστρέφει την σύνολη θεολογική διδασκαλία του; Μήπως κύριε Υφαντή μου η εν λόγω σύγχρονη σκανδαλωδώς άτοπη προσέγγισή σας συντάσσεται απόλυτα με τον ιδεολογικό προσανατολισμό του οικουμενικού πατριαρχείου;
Για να δούμε εν τάχει και συνοπτικά από μερικά κείμενα ποια είναι εκείνα τα αντιαιρετικά και αντιρρητικά λεχθέντα και γραφθέντα (Μεγάλου Φωτίου, ΕΠΕ, Άπαντα τα Έργα, Τόμος 12ος, Ομιλία ΙΕ΄ και ΙΣΤ΄, Λεχθείσα εν τω άμβωνι της Μεγάλης Εκκλησίας) του μεγάλου Ομολογητού και Απολογητού της Εκκλησίας ιερού Φωτίου κατά των «Χριστιανών» ετεροδόξων-αιρετικών, που αναντίρρητα διαψεύδουν ρωμαλέα την σύγχρονη-οικουμενιστική και αθεολόγητη προσέγγιση του Αγιολόγου Υφαντή.
Οι επόμενες συγκεκριμένες υπογραμμίσεις στα αποφθέγματα του ιερού Φωτίου είναι δικές μας:
  1. «Αιρετικός εστίν ο ποιμήν; Λύκος εστί; Φυγείν εξ αυτού και αποπηδάν δεήσει, μηδ΄απατηθήναι προσελθείν, καν ήμερον περισαίειν δοκή. Φύγε την κοινωνίαν αυτού και την προς αυτόν ομιλίαν ως ιόν όφεως. Αγκίστρω μεν και δελέατι ιχθύες αλίσκονται, ομιλία δε πονηρά και τον αιρετικόν ιόν υποκαθημένον έχουσα πολλούς των απλουστέρων προσιόντως και μηδέν βλάβος παθείν υφορωμένους εζώγρησε, φυγείν ουν παντί σθένει δια ταύτα προσήκει τους τοιούτους» (σελ. 400-402).
  2. «Τοιαύτη γάρ των αιρετιζόντων η επίπνοια, έχουσι γαρ τον όφιν διδάσκαλον, ος εν προνοίας και φιλοφροσύνης προσχήματι τον ιόν του θανάτου τη παρακοή κερασάμενος τους κοινούς προγόνους της λυμής ενέπλησε και της εν παραδείσω πολιτείας ηχμαλώτισε. Πρώτον μεν γαρ και ούτοι κατασχηματίζονται την ευσέβειαν, είτα κατά βραχύ προφαίνουσι το δυσσέβημα, καινοτέραις και επαμφοτερίζουσας ταις λέξεσι το της βλασφημίας αναιδές επικρυπτόμενοι, επειδάν δε τους ακροατάς του κατεσχηματισμένου δυσσεβήματος ενεθίσωσι, τότε τον ιόν όλον άκρατον της ασεβείας εις μέσον εκπτύουσιν, εαυτοίς τε και τοις πειθομένοις τον όλεθρον αρτυσάμενοι» (σελ. 414).
  3. « Ο τούτων τι διασπάν και κατατέμνειν επιχειρών, είτε δυσσεβαστάτης αιρέσεως έρωτι, είτε σχισματικής μανίας φυσήματι, ο τοιούτος κατά της οικονομίας Χριστού παρατάττεται, κατά της κοινής σωτηρίας οπλίζεται, … και της προς αυτόν συναφείας απορρηγνύμενος και του κυριακού σώματος της Εκκλησίας διασπώμενος, τη του αντικειμένου μοίρα συντάσσεται, και τα μέλη αυτού της νύμφης Εκκλησίας αποσπαράξας, μέλη της πόρνης παρασυναγωγής απεργάζεται» (σελ. 432).
  4. «πάσαν μεν αιρετικήν συμμορίαν διαπτύσωμεν, πάσαν δε σχισματικήν πονηρίαν βδελυξώμεθα» (σελ. 432).
  5. «Κύνες δε, και των αιρετικών και των απίστων, όσοι πολλάκις τον της ευσεβείας κατηχηθέντες λόγον, ου μόνον ουδέν άμεινον διετέθησαν, αλλά και την λύσσαν αυτών κατά της ιεράς ημών θρησκείας εμμανέστερον κυνών υλακτούντων επεδείξαντο. Χοίροι δε, όσοι τω βορβόρω των παθών εγκαλινδούμενοι, προς τας παραιναίσεις αναισθήτως τε και ανεπιστρόφως έχουσιν» ( Μέγας Φώτιος, ΕΠΕ, Άπαντα τα Έργα, Τόμος 3ος, Τα Αμφιλόχια Γ΄, Ερωταποκρίσεις, σελ. 232).
  6. «Ως παντί τρόπω προσήκει τους λογικούς φεύγειν την προς τους κατά πίστιν ετεροφύλους κοινωνίαν, και μήτε εις γαμικήν ομιλίαν αυτοίς συνιέναι, μήτε συνεργούς εις πνευματικήν εργασίαν παραλαμβάνειν. Διαφθαρεί γαρ ο τοιούτος και τον σόν πόνον μάλλον, αλλ΄ού συναύξει. Τι δε δεί και το ευγενές της σής ευσεβείας νόθοις γένεσι συναναφύρεσθαι;» ( Μέγας Φώτιος, ΕΠΕ, Τόμος 2ος, Τα Αμφιλόχια Β΄, σελ. 168).
Με τα εν λόγω συνοπτικά και ποικίλα αποσπάσματα τινών περίφημων αντιρρητικών Φωτειανών κειμένων, αποδεικνύουμε (!) τω όντι τον Υφαντή ως γνήσιον «θεραπευτή» της Πατερικής Θεολογίας, αντί ως προπαγανδιστή του οικουμενικού Θρόνου. Αποδεικνύουμε μετά πάσης σπουδής και ακριβείας δηλαδή:
(α΄)  την «ομολογιακή και εκκλησιολογικήν εμμονήν» του αγίου Φωτίου.
(β΄) την «εμπεδωμένη νοοτροπίαν» του ιερού Φωτίου.
(γ΄) την «σκληροπυρηνική και πολεμική θεολογίαν» του πατριάρχου Φωτίου.
(δ΄) την «άγονη εκκλησιολογική αντιπαλότητά» του ισαποστόλου Φωτίου.
(ε΄) την «άγονη πολεμική εκκλησιολογία» του ομολογητού Φωτίου.
(στ΄) την «ελληνόφωνη μοναστική και παραδοσιαρχική θεολογία» του οικουμενικού Φωτίου.
(ζ΄) τις «ομολογιακές αγκυλώσεις» του λογίου Φωτίου.
(η΄) τους «ομολογιακούς εθισμούς» του Θεολόγου Φωτίου.
(θ΄) τέλος, αποδεικνύουμε (;!) μάλλον την «ενότητα εν τη ποικιλία» του οραματιστού Πατριάρχη Φωτίου μετά των «χριστιανικών Εκκλησιών», δηλ. αιρετιζόντων, αιρετικών και σχισματικών.
Τέλος, και ειδικά για την απομύθευση του κακού, μια χαρά και πολύ περίφημα μας ανέπτυξε το όλο θεολογικό ζήτημα ο λόγιος καθηγητής μας. Αλλά όμως στα περί της δήθεν «άγονης πολεμικής εκκλησιολογίας» μεταξύ των  οικουμενιστών και αντι-οικουμενιστών μας τα έκανε πλακάκια.
Η οικουμενιστική και νέο-Φαναριώτικη προπαγάνδα είναι αισθητή προς το τελευταίο κυρίως κεφάλαιον. Η δαιμονική μυθολογία και μυθομανία των οικουμενιστών είναι αδίστακτη και μεθοδική. Η θεο-λογική απομύθευση του κακού είναι θεολογικά λελυμένο ζήτημα για τους Αγίους και Θεοφόρους Πατέρες. Ο Υφαντής πολύ καλώς επ΄αυτού μας ξεκαθαρίζει την θεολογική σκέψη του μεγάλου Φωτίου.
Το ζήτημα της πολύ-αιρέσεως του Οικουμενισμού, όμως, το ζήτημα της δαιμονικής και μετα-πατερικής θεολογίας των οικουμενιστών μαζί και το εν λόγω γνήσιο, μείζον, σύγχρονο, εκκλησιαστικό και «ενυπόστατο» κακό, έχει εξίσου απομυθευθεί, αντιρρητικώς και πολεμικώς, από παλαιούς, σύγχρονους και θεοφόρους Προφήτες, Γέροντες και Πατέρες της Εκκλησίας.
Απομένει στον κύριο Παναγιώτη Υφαντή μετά των συν αυτώ ακαδημαϊκών ομοφρόνων του και προσωπικών μαθητών του να ενσκύψουν φιλότιμα και φιλόπονα στις  εκκλησιολογικές, βιβλικές, δογματικές και πνευματικές πηγές και να αναζητήσουν καλοπροαίρετα την αλήθεια του πράγματος, παρ΄εκτός και αν την απαξιώνουν ασεβώς και ειδικά εξ ιδιοτελών  και εφήμερων συμφερόντων ή κινήτρων.
Η οριστική και τελεσίδικη «απομύθευση του κακού» του παναιρετικού Οικουμενισμού και η καταδίκη των ληστρικών αποφάσεων του Κολυμβαρισμού, πρόκειται να διεξαχθεί σε μέλλοντα χρόνο δια της γόνιμης πολεμικής και αντιρρητικής εκκλησιολογίας, όπου στόχος της είναι και παραμένει η σύγκληση μιας ορθόδοξης και απλανούς αντιοικουμενιστικής Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Του Παναγιώτη Π. Νούνη

Φιλολογική επιμέλεια: Του Σαββατιανού Ιωνά, Φιλόλογος.