Translate

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΝΗ, «ΤΑ ΕΠΙΛΟΙΠΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΩΣ» ΤΩΝ ΦΑΙΔΡΩΝ ΚΑΙ ΦΕΛΛΩΤΩΝ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΩΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΟΙΚΟΝΝΗΣΟΥ κ. ΙΩΣΗΦ


«ΤΑ ΕΠΙΛΟΙΠΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΩΣ» ΤΩΝ ΦΑΙΔΡΩΝ ΚΑΙ ΦΕΛΛΩΤΩΝ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΩΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΟΙΚΟΝΝΗΣΟΥ κ. ΙΩΣΗΦ



ΤΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΔΟΚΙΜΙΟΥ:

  1. Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΒΑΚΩΝΟΣ: ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΘΕΙΑΣ.
  2. ΑΡΑΓΕ ΓΙΑΤΙ «ΟΙ ΦΕΛΛΟΙ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΠΛΕΟΥΝ»;
  3. ΟΙ ΔΑΚΡΥΒΡΕΚΤΕΣ ΓΥΝΑΙΚΟΥΛΙΣΤΙΚΕΣ ΨΕΥΔΟ-ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ.
  4. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΝΕΟΦΑΝΑΡΙΩΤΩΝ; (ΜΕ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ἤ ΤΗΝ ΜΟΣΧΑ;)
  5. ΟΙ «ΘΕΙΕΣ» ΜΑΓΓΑΝΕΙΕΣ ΤΩΝ  ΛΗΣΤΟΣΥΜΜΟΡΙΤΩΝ ΤΗΣ ΚΕΝΟΦΑΝΟΥΣ «ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΑΤΩΝ» ΙΕΡΑΡΧΩΝ.
  6. Η ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ «ΤΡΙΠΛΑ» ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟΓΚΟΛ ΤΩΝ ΜΕΙΚΤΩΝ ΓΑΜΩΝ: «ΕΘΝΙΚΗ ΦΑΝΑΡΙΩΤΩΝ-ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑΣ 0-3».
  7. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Π. ΤΡΕΜΠΕΛΛΑ ΑΠΟΔΕΚΑΤΙΖΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΦΑΦΛΑΤΑΔΙΚΑ ΨΕΥΔΗ ΤΩΝ ΑΘΕΟΛΟΓΗΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ.
  8. ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ/ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.









1. Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΒΑΚΩΝΟΣ: ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΘΕΙΑΣ.

Ὁ Φραγκισκανός Καλόγηρος καί σημαντικός Φιλόσοφος Ρογῆρος Βάκων [1] περιγράφει σε ἕνα περισπούδαστον ἔργο του (Opus majus) τά σημαντικά αἴτια τῆς ἀμάθειας και ἄγνοιας τῆς κοινῆς γνώμης και τοῦ δύσμοιρου ἐν ἀμαθείᾳ λαοῦ ὅπου τά συνοψίζει ἀριστοτεχνικῶς σε τέσσερα θεμελιακά σημεία:

Α΄. Ἡ ἀνίσχυρη, δειλή, δουλοπρεπής καί ἀνίκανη Ἡγεσία (εἴτε Ἐκκλησιαστιακή εἴτε Πολιτική) πού κατά λογική συνέπεια θα συσκοτίζει μεθοδευμένα τους ὑφισταμένους ὑπηκόους, μέλη και ὑποτακτικούς της.

Β΄. Ἡ κάκιστη συνήθεια τῶν ἀνθρώπων στην παραμονή τῆς ἄγνοιας και ἡ ἰσόβεια αἰχμαλωσία τους στα διαβολοειδῆ πλοκάμια τῆς ἀμάθειας.

Γ΄. Ἡ σημαντική ἀπαιδευσία (και τό ἀκατήχητον) τοῦ λαοῦ.

Δ΄. Ἡ ἀπόκρυψις τῆς ἀμάθειας, με ἐπιφανειακά και ἐντυπωσιακά μέσα πού παραπλανῶσι και ἐξαπατῶσι τους ἀφελεῖς και ἁπλοῦς.

Κρατῆστε καλά χαραγμένα εἰς το συνειδητόν ἀλλά καί κυρίως εἰς τό ὑποσυνείδητόν σας τοῦτον τό φιλοσοφικά πολύ εὔστοχο στοχασμό τοῦ Φιλόσοφου Βάκωνος και πάμε να ἀναλύσομε ἐν δυνάμει, κατά μέρος και εἰδικά, το κείμενο τινός σημαντικοῦ Ἱεράρχου τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὡστόσο να ἀναφερθοῦμε: ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ Πατερική Γραμματεία, τά Συναξάρια, τά Μυστήρια, ἡ Ὑμνολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, διαθέτει πρακτικῶς, ἐκείνα τά θεραπευτικά και ἀπλανή ἐργαλεία, ὅπως ἀπελευθερώσει, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τον δέσμιο και πληγωμένο ἄνθρωπο ἀπό τά πανούργα και σατανικά δίκτυα τῆς ὑπαρξιακῆς ἀμάθειάς του, ἐγκεντριζόμενος, πρακτικῶς και θεωρητικῶς, εἰς την ἐν Χριστῷ ὀρθοδοξούσα φιλο-Σοφία και Θεολογία.



2. ΑΡΑΓΕ ΓΙΑΤΙ «ΟΙ ΦΕΛΛΟΙ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΠΛΕΟΥΝ»;

Ἕνας ἐκ τῶν περίφημων φερεφώνων καί νέο-Ὀρθοδόξων Φαναριωτῶν εἶναι και ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Προικοννήσου κύριος Ἰωσήφ. Στο νέο κείμενο του κυριαρχεί ἡ λόγια (sic) οἰκουμενιστική μπουρδολογία τοῦ Βαρθολομαιόφρωνος φατριασμοῦ καθότι εἶναι ὑψηλόν ἔγγραφον δεῖγμα τινός ἀλλοπρόσαλου ἐπισκοπικοῦ φενακισμοῦ. Το κείμενό του φέρει την κωδικοποιημένη ὀνομασία «Ἁγία και Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Τά ἐπίλοιπα τῆς ἀναγνώσεως» τοῦ φαντασιολογικοῦ παρασκηνείου και φαντασμαγορικοῦ προσκηνείου τῶν δύο ἀντιμαχώμενων παρατάξεων ὁπαδῶν τοῦ Λατινόφρωνος Οἰκουμενισμοῦ ἀπό την μιᾶ καί κατά τῶν Ὀρθοδόξων ἀντι-οἰκουμενιστῶν ἀπό την ἄλλη. Το κείμενο τοῦ σεβασμιωτάτου Προικοννήσου κ. Ἰωσήφ, ἐάν σκοπεύω να καταθέσω την ἀλήθεια, δηλώνω, ὅτι ἐκ πρῶτης ὅψεως και σε εἰδικά σημεία, με διασκέδασε, με σπαρακτικό γελόκλαμα διά τῆς ἀξιοζήλευτης λεξικολογικῆς ἀνέσεως τῆς πολύτιμης γραφῖδος του· ἀλλ΄ ὅμως εἰς την συνέχεια, ὅλως ἀποτόμως, μού δημιούργησεν βαθειάν ἐσωτερικήν θλίψη και ἕνα λυπητερόν ἀδιέξοδο μᾶλλον ἀπροσδιόριστο, βαρῦ προβληματισμό, περί τῆς καραγκιοζιλίστικης (κυριολεκτῶ: μιᾶς και προς στιγμῆς διεσκέδαζα στα σημεία με την παλαβομάρα του κειμένου) και κερκοπιθικίστικης (στα ἀρχαία: κερκόπους, Νέα Ἑλληνικά: κερκοπίθηκοι =  διατυπωμένη σκληρή καί παιδαγωγική ἔκφρασις τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου και τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου κατά τινῶν ἀναξίων Κληρικῶν και συνἐπισκόπων τους) κατάντιας τῶν σημερινῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας.

Το ὅλον κείμενον τοῦ περιλάλητου σεβασμιωτάτου κ. Ἰωσήφ φέρει να ἔχει ὡς κεντρικό καί ἀδειάσειστο στοιχεῖον το περιπαιχτικόν και σαρκαστικόν ὑπόβαθρον. Ἐκφράζεται δηλαδή με μία, ἐπίπλαστη και πλαστικοποιημένη, μᾶλλον μανιῶδη εἰρωνική γλώσσα, οὐδεμίας σχέσεως ἤ ἔστω ὁμοειδοῦς  ἐκ τῆς θεανθρωπίνης καί ἀναμάρτητου εἰρωνίας, πολλῷ μᾶλλον τουλάχιστον τῆς φιλοσοφίζουσας καί μαιευτικῆς, Σωκρατικῆς εἰρωνίας, δηλ. μιᾶς γόνιμης λογοτεχνικῆς εἰρωνίας· ἐλπίζομεν ὅμως κατά βάθος, να εἴμεθα, ἀνίδαιοι κριτικοί κειμένων ἤ ἐγγράφων, καί ὅτι εἶναι το φιλολογικόν ὕφος τοῦ συγγραφέως και ὄχι ὁ ἐπισκοπικός χαρακτήρ τοῦ ἐν λόγῳ λογίου και ἀξιοτίμητου ἐκκλησιαστικοῦ ἀνδρός.

Σε εἰδικόν σημεῖον μάλιστα, αἰσθάνθηκα: (ἴσως νά πρόκειται περί ψευδαισθήσεως μιᾶς και δεν ἔχω ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνη εἰς τάς ἀνθωπολογικάς αἰσθήσεις μου) κάπως ἄβολα και ἀμήχανα, μιᾶς και ὁ (ἀλλοτριο)ἐπίσκοπος κ. Ἰωσήφ, θεωρεῖ με παραστατικόν τρόπον, ὅτι: ἅπαντες (ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων ἀντιοικουμενιστῶν) εἶναι ἀξιοθρήνητα συντρίμμια, τραγικές ἐκκλησιάζουσες φυσιογνωμίες, ἔρμαια τινός ἐμπαθέστατου και ἀνεπίγνωστου ζήλου ἤ και φανατισμοῦ στα ὅρια τινός ἀφγανικο-ἱσλαμικοῦ Ταλιμπανισμοῦ/Τζιχαντισμοῦ, πνευματικά ἐρείπια και ἀποτυχημένοι τῆς ζωῆς, τουτέστιν, με καθὀδήγησεν εις το κλασικόν πλέον, Βοσπώρειον μότο, ὅτι οἱ κακότροποι ἀντιοικουμενιστές εἶναι κανονικά πειθήνια ὄργανα, σωστά στρατιωτάκια και ἄριστοι ὑποτακτικοί ὑπό τῶν στυγνῶν διαταγῶν τοῦ Ἀντικείμενου και φθονεροῦ ἀρχεκάκου Ὄφεως πού ἐξηπάτησεν τότε -ἐν τῷ Παραδείσῳ- την  πρωτόπλαστη και Προμήτωρα Δικαία Εὔα… ἐξαιρέτως δε, τῶν παναγιωτάτων, μακαριωτάτων και σεβασμιωτάτων Προκαθημένων Ἀρχιοικουμενιστῶν καί τοῖς σύν αὐτοῖς δουλοπρεπεῖς ἀκολούθοις.

Κατά την προσωπική μας ἄποψιν: θεωροῦμεν ὅτι πρόκειται περί ἀπείρου νέο-Καλαμαρίστικης ὑπερβολῆς καθῶς και ἀσεβοῦς δυσφημιστικῆς ἐνέργειας, ὑπό τινάς φαυλο-κακότητος, κατά τῶν περίλαμπρων Πνευματικῶν και Φωτισμένων ἀρχηγετῶν (Πατέρων μας) και ἀκολούθων μαθητῶν τοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ ἀγῶνος (ἔστω ἀκόμη και με τά πολυπληθέστερα, πάθη/ἀστοχίες και τοῦ κόσμου τά ἐλαττώματα, ἡμῶν «τῶν καθήμενων ἐν σκότει», δηλ. μη κεκαθαρμένων και μη φωτιζομένων Κληρικῶν, Μοναχῶν και Λαϊκῶν τῆς Ἐκκλησίας) χωρίς να προσμετρεῖτο ἐνδοσκοπικά, σοβαρά και ὑπεύθυνα, ἡ κατά κανόνα και συγνωστή πλέον διαχρονική ἐκτίμησις, περί τῶν μη κεκαθαρμένων μητροφορούντων καί ρασοφόρων λυκοποιμένων, τουτέστιν τῶν ἀφώτιστων, ἐμπαθῶν, ἀναξίων, Σοδομιτῶν, νέο-Νεονικολαϊτῶν, Σιμωνιακῶν, πολιτικοδεσμοτῶν, ἀθέων και αἱρετιζόντων ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας. Πιό ἁπλούστερα νομίζουμεν ὅτι πρόκειται περί νοσηροῦ στοχασμοῦ, ἐκ μέρους τοῦ σεβασμιωτάτου σαφῶς, ἀφήνοντας ἀνοικτό το κάθε ἐνδεχόμενο, σε μεγάλο ποσοστό, να ἔχομεν ἐσφαλμένη προσωπική ἐκτίμησιν γιά την κρίση μας, ἀλλά μιᾶς και ἀκολουθῶμεν το Χαρισματοῦχον Βασίλειον Ἱεράτευμα [2] πού ἔχει γεγυμνασμένα Πνευματικά αἰσθητήρια, εἶναι  μᾶλλον ἀκατόρθωτον να ἐμπιστευτοῦμε, ἀδιάκριτα και τυφλά, τά φαιδρᾶ φλυαρήματα τοῦ συγκεκριμένου Μητροπολίτου.



3. ΟΙ ΔΑΚΡΥΒΡΕΚΤΕΣ ΓΥΝΑΙΚΟΥΛΙΣΤΙΚΕΣ ΨΕΥΔΟ-ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ.

Ἀλγεινήν ἐντύπωσιν κάμνει, εἰς τον γράφοντα, ἡ συγκινητική ἀφέλεια(;) και φιλοτιμία(;) τοῦ σεβ. κ. Ἰωσήφ να κάνει εἰδική ἀναφορά διά το αἱματοβαμένον Πατριαρχεῖον τῆς Ἀντιόχειας. Περίμενανε βλέπετε σεβασμιώτατε, οἱ Ἀντιοχειανοί ἀδελφοί και πατέρες, ἀμάν-ἀμάν, το πότε ἀκριβῶς, θά ἐσυγκαλεῖτο, ἡ ἀμερικανόδουλη καί γραικυλίστικη, Σύνοδος τῶν Κολυμπαρ[λη]ιστῶν, για να (ἐπι)λυθεῖ ἡ μυστηρειῶδης ἀπαγωγή -ὑπό τινῶν Τζιχαντιστῶν/Σαλαφιστῶν- τοῦ Μητροπολίτου Χαλεπίου Παύλου και κατά σάρκα ἀδελφοῦ τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας κ. Ἰωάννου. Το ἄλλο ἀνεκδοτάκι με τον Τοτό κύριε Ἰωσήφ το γνωρίζετε ἤ να σᾶς το ποῦμεν; Γιατί ὑποτιμάτε τόσον πολύ την νοημοσύνη τῶν Ἀντιοχειανῶν και Συρίων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν μας; Γιατί δεν σέβεστε την Συνοδική ἀπόφασιν τῶν τεσσάρων Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν πού ἐπέλεξαν (ἔστω και με Ρωσσικόν δάκτυλῳ) να ἀπουσιάζωσιν ἐκ τοῦ πολιτικοθρησκευτικοῦ φιάσκου τῆς Κρήτης; Μήπως διά τον ἀναντίρρητον λόγον, ὅτι ἐτινάχθην ὑπό τοῦ ἴδου δάκτυλου εἰς τον ἀέρα ἡ προσυμπεφωνημένη και προσχεδιασθῆσα «Συνοδική Ὁμοφωνία»;



4. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΝΕΟΦΑΝΑΡΙΩΤΩΝ; (ΜΕ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ἤ ΤΗΝ ΜΟΣΧΑ;)

Το ζήτημα τελικῶς με την ληστρική Σύνοδο τοῦ Βαρθολομαίου (και CIA) εἶναι βαθειά Ἐκκλησιαστικόν, ἤ μήπως Πολιτικόν παίγνιον;  Το ὅτι εἶναι ἀμφότερα, δηλ. βαθειά πολιτικο-ἐκκλησιαστικόν παίγνιον ἀδιαφανοῦς παίγνιον συναιτιότητος, εἶναι ἀπόλυτα βεβαιωμένον τοῦτο, καθότι πλέον διά τῶν σωρηδόν διέσπαρτων, φανερῶν και ἀφανῶν, στοιχείων, δεν χωρεῖ οὐδεμία ἀμφιβολία, ἀπ΄ὅπου κι ἄν πιάσει κανεῖς το ὅλον πολυδαίδαλον σημαίνων ζήτημα. Το ζητούμενον εἶναι ἀλλοῦ: ᾆραγέ διά ποῖον ὑπέρτατον λόγον, ἡ Ἐκκλησιαστική Πολιτική τῶν Νεοφαναριωτῶν, πρέπει να εἶναι ἀμφίδρομη προς πάσαν ἑτερόδοξον (!) κατεύθυνσιν, πλήν τοῦ ὁμόδοξου Βορρά; Μήπως ὁ Βορρᾶς δεν διαθέτει πανυπεροπλία στρατευμάτων; Μήπως δεν κόβει με τά τσουβάλλια ρωσσικά «φράγκα»; Τοῦτο εἶναι, αὐτό πού βασανίζει τά βαθειά λαϊκά στρώματα τῶν ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξων.

Και ἄν εἶναι ὄντως μονοδιάστατα, το πρῶτον, δηλ. Ἐκκλησιαστικόν, τότε προκύπτει λογικῶς το ἑξῆς ἀναπάντητον ἐρώτημα: τί δουλειά, εἶχεν καί ἔχει, ἡ περίφημη ἀκαδημαϊκός συμβουλάτωρ περί πάντων τῶν Ἀμερικανικῶν Ὑπηρεσιῶν, ἡ κυρία Ἐλισάβετ Προδρόμου, εἰς την πατριαρχική ἀντζέντα τῶν συνοδικῶν συμβούλων; Ἀλλά και τί ἀκριβῶς «ρόλον βαρᾶ» (κατά τον λαό) ὁ Ἑλληνοαμερικανός π. Ἀλέξανδρος Καρλούτσιος και οἱ σύν αὐτῷ (τηλε)κατευθυνώμενοι νόες συνεργάτες του; Ποῖον πολιτικά, θεσμικό ὄργανον, προγραμματίζει, σχεδιάζει, προσδιορίζει και ἐπιβάλλει, τελικῶς, την ὀρθόδοξη Ἐκκλησιαστική πολιτική τῶν ἁπανταχοῦ Ρωμῃῶν; Ἀν ὄντως, ἀπό την μία, ὁ Ρωσικός δάκτυλος ἐπηρέασεν, τά τέσσαρα ἀπουσιάζοντα Πατριαρχεία, να ἀναβάλωσιν τελικῶς, την ἐπίσημον παρουσίαν, συνδιάσκεψιν και σύνοδον  κορυφῆς τοῦ Κολυμπαρίου, τότε διά ποῖον ἀκριβῶς λόγον, να μη ἐρευνηθεῖ και ἕνας ἄλλος διαφορετικός, ἀντίθετος καί εὔλογος συλλογισμός (μά καθόλου αὐθαίρετος, μιᾶς και ὀνόματα, διευθύνσεις, φωτογραφίες, βίντεο κ.λπ. ὑφίσταντο πλουσιοπάροχα εἰς το διαδίκτυο, ἔτσι σεβ.;): ὅτι λ.χ. ἡ ἐπιτακτική και βεβιασμένη, σύγκλησις και τελική συνέλευσις, μόνον τῶν δέκα Αὐτοκεφάλων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, γέγονεν μᾶλλον με συνοπτικές, πολιτειοκρατικές/πλανηταρχιακές ὑποδείξεις τῆς Οὐάσινγκτων (U.S.A.)…(;!)  Μόνον με  τά πιο πάνω δύο ἀμυδρᾶ δεδομένα, τά δύο πρόσωπα κλειδιά, εἶναι κατάδηλον και ἐπιλυώμενον το «συνοδικό πάζλ» μιᾶς και πρόκειται (κατά την ἄποψιν πάμπολλων εἰδικῶν) διά στυγνώτατη πολιτειοκρατική ἤ πολιτικοθρησκευτική (Λουθηροκαλβινοκίνητη καί Βατικανοκίνητη Πολιτική) πειραματική (ἐξ)ἄσκησιν ἐξουσίας κατά τῶν ἁπανταχοῦ Ρωμῃῶν τοῦ καί Χριστώνυμου πληρώματος τῆς παγκοσμίου Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ ἀείμνηστος Δογματολογός τῆς Ρουμανίας π. Δημήτριος Στανιλοάε ἀναφέρει τά πιο κάτω και ἔχει δίκαιον, δυστυχῶς, ἀσχέτως ἄν το κατέγραψε στις ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1970:

«Οἱ μεταβολές πού σχετίζονται με την ἐκκλησιαστική πολιτική οἱ ἔννοιες Βυζάντιο, Νέα Ρώμη κ.λπ. (σημ. δική μας: Τρίτη Ρώμη) δεν ἀγγίζουν τά βαθύτερα στρώματα τοῦ λαοῦ.» [3]

Ὅμως ὅσο δίκαιον και νά ἔχει ὁ μακαριστός Καθηγητής καί Ρωμάνος Στανιλοάε, εἶναι σχεδόν ἀπόλυτα βέβαιον, ὅτι ὁ ἁπλός λαουτζίκος, ὁ βιοπαλεστής και μέσος ἄνθρωπος, δεν χαμπαριάζει ἤ και κυρίως ἀδιαφορεῖ περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς (το ὁποίο ἐπιβεβαιώνει συχνάκις ἀποδεικτικά, και ὁ Πρωτοπρεβύτερος π. Βασίλειος Βολουδάκης τῆς Ἱεράς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν και πάσης Ἑλλάδος μέσα ἀπό τά σωρηδόν Ποιμαντικοπολιτικά ἄρθρα, κείμενα καί συγγράματά του κ.ο.κ.) [4], ἀλλά, πού ὅλως παραδόξως περί τῆς Κομματικῆς ἤ και Κυβερνητικῆς Πολιτικῆς, ἔχωμεν γίνει ἅπαντες οἱ σπεσιαλίστες και διδάκτορες τοῦ εἶδους! Δηλαδή ξερόλες, ἐπί παντῶς ἐπιστητοῦ. Σύμφωνα ὅμως με την νεοεποχήτικη καί σύγχρονη (μετά την Τουρκοκρατία και ἑξῆς), κλασική και πάγια, προπαγάνδα τῶν ἐκκλησιαστικῶν ταγῶν τοῦ Οἰκουμενι(στι)κοῦ Πατριαρχείου τῆς Νέας Ρώμης, διά πάσαν κακοδαιμονία εἰς τον πλανήτη Γή, εὐθύνη φέρει (ὄχι βέβαια ὁ Διάβολος ἤ κάποιος Ἀρειανός) ἀλλά ἡ «δαιμονοποιημένη» ρωμαλέα Μοσχοβήτικη ψευδοΤρίτη Ρώμη…! Δεν εἴμεθα ὅμως οἱ ἀρμόδιοι να κάνομεν τινά ἄρση τοῦ Ρωσσικοῦ ἤ καί Ἀμερικάνικου Ἱμπεριαλισμοῦ, ἀλλ΄ οὔτε εἴμεθα στην ἄριστη θέση να προσφέρομεν, ἐξειδικευμένες καί ἐπιστημονικά πολιτικές, ἤ, ἄν θέλετε καλύτερα ἐκκλησιαστικο-πολιτικές, προτάσεις και ὑπηρεσίες, πέραν τοῦ να γίνομεν, ἀσήμαντοι και ἐλάχιστα, βοηθητικοί ὁδοδεῖκτες, προς το μνημειῶδες Πολιτικόν ἔργον τοῦ Πρῶτου πατερούλη τῶν Ἑλλήνων, νέο-Ρωμῃοῦ (Ἑλληνοκυπρίου στην καταγωγή) Κυβερνητοῦ τῆς Ἑλλαδίτσας μας και Νεομάρτυρος Ἰωάννου Καποδίστρια. Περί τοῦ Ρωσσικοῦ Ἱμπεριαλισμοῦ, καταγράφει μίαν ἄκρως ἐνδιαφέρουσα ἐπιστημονικο-ἱστορική μελέτη (με την ὁποῖα συμφωνοῦμεν σε πολλά) διά το ζήτημα ὁ μακαριστός Δογματολόγος και Ἐκκλησιαστικός Ἱστορικός π. Ἱωάννης Ρωμανίδης με τίτλον: Ἡ Ρωμῃοσύνη τοῦ 1821 και αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις. («Ὀρθόδοξος Τύπος» (ἔκτακτη ἔκδοσις), 25 Μαρτίου 1978, Ἀριθμός Φύλλου 309).



5. ΟΙ «ΘΕΙΕΣ» ΜΑΓΓΑΝΕΙΕΣ ΤΩΝ  ΛΗΣΤΟΣΥΜΜΟΡΙΤΩΝ ΤΗΣ ΚΕΝΟΦΑΝΟΥΣ «ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΑΤΩΝ» ΙΕΡΑΡΧΩΝ.

Παρ΄ ὅλα αὐτά και δι΄ αὐτά ὁ ἀξιόλογος Μητροπολίτης Προικοννήσου καί σεβασμιώτατος κύριος Ἰωσήφ ἀφουγκραζόμενος, τά σημεία τῶν ἐσχάτων καιρῶν, καθῶς και τους βρωντερούς τριγμούς τῆς ἐπικείμενης κατάρρευσις (βλεπ. την εἰς διπλοῦν ἀποτυχία τοῦ ἐγχειρήματος, (α) παταγώδη ἀποτυχία τῶν Ἀμερικανῶν να τιθασεύσωσι Τέσσερις (4) Αὐτοκέφαλες Τοπικές Ἐκκλησίες· (β) ἀλλά και την βροντερά ἀποτυχία τοῦ σεπτοῦ Κέντρου καί Φαναρίου διά να διενεργήσει σημαίνοντα ἑνοποιόν παράγοντα και ῥόλον ἀναμεταξύ τῶν 14ων)  τοῦ σκληροπυρηνικοῦ, οἰκουμενιστικοῦ κατεστημένου, πού ἐθεσμοθέτησεν προμελετημένα, ληστρικά και ἀνούσια «πανεπιτυχῶς», και ἐμεταμόρφωσεν, διά τινός μαγικοῦ ραβδιοῦ ἐκ τοῦ Μάγου τοῦ Ὄζ τις ἑτερόδοξες αἱρετικολογίες και σχισματικοαἱρετικές ὁμολογίες, σε «Ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες», ἀπεφάσισεν συντεταγμένα και ἀδιάκριτα, να καταγράψει, χαρτίν και καλαμάρι τά παντοειδοῦς ἐσώψυχά του…!

Δεν πρόκειται διά σπάνιο ἱστορικό φαινόμενο ὅπου ὁ φιλοξενούμενος ἐπίσκοπος να ἀποθρασύνεται (διότι ἔχει πλάτες) ἀρειμάνιος κατά τοῦ οἰκοδεσπότου και Κανονικοῦ κυρίαρχου Μητροπολίτου του. Το ἔχομεν ξαναδεῖ τοῦτο το ἔργο σε μαυρόασπρη, λυπητερή βιντεοκασέτα, προτοῦ κἄν βγῶσι τά DVD κ.ο.κ. Μνημονεύω ἄθελά μου εἰς την παροντική περίπτωσιν μία περίφημο σοφήν παροιμία «φοβοῦ την ἀχαριστία ὑπό τῶν σῶν εὐεργετηθέντων» και την παραφράζομεν ὡς ἑξῆς: φοβοῦ τον ἀριβισμόν ὑπό τῶν σῶν ἀποχαυνοῦντων/συλλειτουργούντων.

Ἔτσι ἀνέλαβε ἐργολαβικά με το ἐνθάδε  κείμενό του, διά τῆς ἐπιζήμιας πολυπλοκότητος και τοῦ ὁλοσχεροῦ μηδενισμοῦ κατά πάντων καί πασῶν τῶν καλοδόξων ἀντι-φρονούντων κατά τῆς προσχεδιασθήσας Ληστρικότητος ἐν τῷ Κολυμπάρι. Γίνεται κραυγαλέα φανερόν ἡ μεγίστη ἐμπάθεια τοῦ κρητός Σεβασμιωτάτου πού αἱμοδωτεῖται και πρικοδωτεῖται ὑπό τοῦ πανίσχυρου Νεοφαν[φάρα]ναριώτικου Συνδικάτου τῆς ἄρπα-κόλλα. Ἐπιβάλλετο κατά τακτά διαστήματα, οἱ φανατικοί οἰκουμενιστές, Μητροπολίτες και σύν αὐτῷ, να χρήζωσιν ἀπεξαρτήσεως, ἐκ τῆς εἰδωλολατρικῆς προσωποληψίας ἐπί τοῦ ἑκάστοτε οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ὁ ἑκάστοτε πατριάρχης τοῦ Γένους μας, ὡς ἄνθρωπος και εἰκόνα Θεοῦ, εἶναι καθόλα ἀξιολάτρευτος, πεφιλημένος, συμπαθέστατος και τιμώμενον ἀγαπητό πρόσωπον/ἄτομον. Το μείζον πρόβλημα εἶναι, οἱ μη καλόδοξες και ἀντι-ἑκκλησιολογικές, ΔΗΜΟΣΙΕΣ ἐνέργειες τοῦ προσώπου πού ἐκπροσωπεῖ  διαχρονικά τοῦτον τον πανίερο θεσμό και ὄχι λ.χ. ὁ πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καθ΄ἑαυτός και οἱ ἰδιωτικές ἤ και μυστικές ἀστοχίες του. Ὁ πατρ. κ. Βαρθολομαῖος ΔΕΝ εἶναι ταυτόσημος ἤ ἔστω και ὁμοούσιος με τον ὑπερἱστορικόν ῥόλον τοῦ παναγιωτάτου θεσμοῦ τοῦ ἐν αἰχμαλωσίᾳ Πατριαρχείου τῆς Πόλης. Εἶναι δεῖγμα σοφιστίας, παραλογισμοῦ και ἄπειρης ἀνοησίας να ταυτίζωμεν τά ἀνθρώπινα ἀτελή πρόσωπα με τους ἱερούς θεσμούς ἤ το ἀνάποδον.  Πρέπει να γίνει ἀντιληπτόν, εὐρέως δηλ., ὅτι τέτοια προπαγανδιστικά «φιλοπατριαρχικά κείμενα» ὅπως τοῦ σεβ. Ἰωσήφ εἶναι ἀντι-πατριαρχικές φρικαλέες κακοήθιες ἐκ τινῶν κερκοπιθηκιστῶν και ἀργόσχολων τιτουλάριων ἐπισκόπων πού ἀποσιωπῶσιν ἠχηρῶς την προαναφερομένη σημαντική διάκρισιν.

Ἐξάλλου ἡ ἁμαρτητική δύναμη τῆς ἱεροκατακρίσεως ἔγινε τῆς μόδας ἀπό χείλη ἀρχιερέων. Μη ξεχνάμε και τον ἅγιο Χριστοφόρο τον Παππουλάκο, πού ἐτόνιζε εἰς την ἐποχή του το ἀγκαθερό πρόβλημα τῶν ἐπισκόπων-κατασκόπων. Κατά την προσωπική ἄποψιν τοῦ ὑπογράφωντος, θεωρῶ ὅτι, ἀσχέτως τοῦ προσεγμένου και λαγαροῦ λεξιλογίου πού χρησιμοποιεῖ, φιλολογικά ἀρίστως, ὁ πολυσέβαστος Σεβασμιώτατος κ. Ἰωσήφ, μᾶς ἐμπνέει και λυπάμαι διά την σκληρώτητα τοῦ λόγου μου, ἀντί για θεόμορφος λόγιος, σε θεόγυμνο ἤ και θεονήστικο λογιοτατιστή. Πιο ἁπλούστερα διά τους ἁπλούς ἀναγνῶστες μας, ἔχομεν τον λογισμό, ὅτι ὁ θρησκόληπτος λογιοτατισμός (=ψευδο-λογιοσύνη) τοῦ ἀρχι-οἰκουμενιστοῦ κρητάνακτος κ. Ἰωσήφ εἶναι ἀπόλυτα θεοπάλαβος και θεσκότεινος ἀπό την λόγια θεοπνευστία. Πρόκειται διά προβλεπόμενα και ψευδο-ρωμαλέα ἀνοίγματα κωμικωτραγικῆς ἀρθρογραφίας ἐκ τῶν στενῶν ροπαλοφόρων/κονδυλοφόρων τοῦ  Βαθρ(θ)ολομαίου. Το κείμενο τοῦ φαφλατά κ. Ἰωσήφ πρόκειται ὡστόσο διά ἀνυπολόγιστη και σπάνια «φιλαδελφική» ποιητικότητα ὑπό τη σκέπη τοῦ θεοκατάρατου ψευδο-διανοουμενιτισμοῦ τῆς Ζηζιουλέϊκης Ἰντελιγκέντσιας.

Ἀνάμεσα στην «Ληστρική Ἰντιφάντα» τῶν πειθήνιων Βαρθολομαιοπλάνων, ὑποβόσκει, ὁ ἱοβόλος Βαρθολομαιϊσμός, ὁ ὁποῖος φέρει ὡς γνωστόν εἰς την ραχοκοκαλιά του πάμπολλα ἀναιμικά ἐπιχειρήματα πού παρασέρνωσι εὐκολως τις ἀγύμναστες πνευματικές αἰσθήσεις τῶν ὁπαδῶν του. Ἐπιθυμώμεν τινές ἀποσαφηνισμένες ἐξηγήσεις διά την ἀτεκμηρείωτη  ρετσινιά κατά τινός Ἀντιαιρετικοῦ Γραφείου τῆς Ἱεράς Μητροπόλεως, πού μέμφεται δημοσίως, περί ἀκαθάρτων σινδόνων ἐκ τινός μᾶλλον μαξιλαροπολέμου(;!). Ἐξάπαντος ταπεινά θεωρῶ, ὅτι το συνάφιον τῆς ληστρικῆς Συνάξεως καθῶς και το κατοπινό λόγιο σιρόπιασμα διά τῆς (συν)κρητικίζουσας ἀρθρογραφίας συνιστά γελοίο και σισύφειον κατόρθωμα. Σαφῶς, ὁ ἀθεόφοβος καί αἱμοδιψής λυκοποιμήν τῶν «προικῲων νήσων», καταντεῖ, εἰς την ὑπό κρίσιν περίπτωσιν ὡς ἐκκλησιοκτόνος διαφθορεύς (σίριαλ κίλερ) καί κατά συρροήν ἀνδρείκελο και γλύφτης τοῦ αἱρετικώτατου καί Πράσινου Πατριάρχου.



6. Η ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ «ΤΡΙΠΛΑ» ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟΓΚΟΛ ΤΩΝ ΜΕΙΚΤΩΝ ΓΑΜΩΝ: «ΕΘΝΙΚΗ ΦΑΝΑΡΙΩΤΩΝ-ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑΣ 0-3».

Τολμεῖ θρασέως βέβαια, τινά ἀπαράδεκτη ἀναγωγή και ἀνόμοια (παραλογισμός) σύγκρισις ἐπί τοῦ Μέγα Μυστηρίου τοῦ Γάμου με τους ἀντι-Κανονικούς Μεικτούς Γάμους, δηλ. τῆς γνωστῆς συγκρητιστικῆς θρησκευτικῆς τελετουργίας· ἀλλά ἐπεκτείνεται ἡ ἄδικη σύγκρισις, τοῦ ἴδιου Μυστηρίου, καί μετά τῶν ἐν Γεωργίᾳ Πολιτικῶν γάμων (χωρίς κἄν να ἀναφερθεῖ τινά λέξις διά τά «ἡμέτερα» νέο-Ἑλλαδικά και νέο-Κυπριακά πολιτικάντικα καμώματα περί τοῦ Συμφώνου Συμβιώσεως μετά τῶν διάφορων ἀνωμάλων) μέχρι και μετά τῶν πανάρχαιων πολυ-πολιτισμικῶν και ἀνάμεικτων Ἰβιρικῶν γάμων, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ἀναντιλέκτως ἄνευ τινάς ἱερουργίας τοῦ Μυστηρίου τῆς Γαμήλιας θεουργίας. Πρέπει ἐπί τέλους να διδαχθῶμεν μία νέα διάκρισιν, ἄλλο οἱ ἀρειμανεῖς λόγιοι και ἕνα ἄλλον οἱ ρωμαλέοι λόγιοι. Ὄντως οἱ ἰωσήφειες πλάνες καί μαλαγανίες εἶναι παράδοξες ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ παρερμηνείες κατά τοῦ ὁμολογιακοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ ἀγῶνος, στα ὅρια, μά και δουλικά ἰσότιμες παρερμηνείες, μετά πάντων τῶν ἐχθρευομένων την Θεανθρώπινη Ἐκκλησία Του. Σαφῶς πρόκειται διά κωμικωτραγικά καμώματα ὀρκισμένων Γραικυλιστῶν/Νεογραικῶν.

Το κείμενο του σεβασμιωτάτου εἶναι ἄτσαλο, ἀβασάνιστο, φονταμενταλιστικό, συναισθηματικόν, διό και ἄχαρο το λεπίδι τοῦ λόγου ἐλέω σημαίνουσας ἐλλείψεως καλοῦ ἀκονηστηρίου. Το κοφτερό λεπίδι τῆς θεο-λογικῆς μάχαιρας τοῦ Πνεύματος θέλει και πεπαιδευμένο ἤ ἄριστον ἀκονιστήν πού με εὐλάβεια και ἐν Χριστῷ ταπείνωσιν, να τροχιστεῖ σβάρνα, ἐπάνω εἰς το θεανθρώπινο Ἀκόνι, την ἀκονό-Πετρα, ὁ παντοειδεῖς λόγος τῶν τρισμακάριων δούλων Του. Εἶναι ἀπόλυτα τεκμηρειωμένον ἀπό πολλαπλές πηγές, ὅτι το ἀκονιστήριον τοῦ κάθε προσκολλημένου «ὀρθοδόξου» Οἰκουμενιστή εἶναι καταμπαζωμένον ἀπό σωρηδόν σκουριές και βρωμιές και «ἐπόμενον τοῖς πονηροῖς πατράσιν (=διαβόλοις)» διά τοῦτο και εἶναι ἀδύνατον να κατορωθεῖ πανυπερτέλειον ἀκόνισμα τῆς λογικῆς και νοερᾶς μάχαιρας. Ἐξάπαντος συμμαρτυρεῖ ἡ ἀφυδατωμένη και νοσηρή σκέψη ἀνεπίσκοπων και συγκεχυμένων ἀγύμναστων αἰσθητηρίων.

Ἐν κατακλείδι τοῦτο το ἐλεϊνό κείμενο τοῦ ἀγαπητοῦ Μητροπολίτου Προικοννήσου, εἶναι ἕνας μασκοφορεμένος καθωσπρεπισμός, (ἀλλοτριο)ἐπισκοπική αὐθάδεια  κατά τοῦ χαρισματούχου  Βασίλειου Ἱερατεύματος· ὑποκειμενική ἰδεοληψία τινός αγνώμωνος μητροφοροῦντος Ἱεράρχου· ὅπου κατά συμπαντική νομοτέλεια και ἄμεση, λογική συνέπεια, προκαλῶσι τινές δύσθυμες,  διαλεκτικές ἀναμετρήσεις, ἐξ αἰτίας τινάς δύσοσμης πυρηνικῆς πορδῆς…! Το πρόβλημα ὅμως ἔγκειται και κάπου ἀλλοῦ και ἔχομεν χρέος να ἀποδείξομεν το κάτι-τις.



7. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Π. ΤΡΕΜΠΕΛΛΑ ΑΠΟΔΕΚΑΤΙΖΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΦΑΦΛΑΤΑΔΙΚΑ ΨΕΥΔΗ ΤΩΝ ΑΘΕΟΛΟΓΗΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ.

Πρόκειται διά την ὀδυνηρή, ἱστορική ἀνακρίβεια, και ἔμμεσον κακοποίησιν στά περί τῆς συγνωστῆς φήμεως τινῶν μακαριστῶν ἀκαδημαϊκῶν Θεολόγων (Φλωρόφσκυ, Ρωμανίδη, Ἀνδροῦτσο, Καρμίρη, Τρεμπέλλα κ.ἄ.) λόγῳ σημαίνουσας ἀπουσίας ἐπιστημονικῶν κριτηρίων (π.χ. ἱστορικόν πλαίσιον) εἰς τους φαφλατοῦντες συγκρητιστές. Μη ξεχάσουμε ἀσφαλῶς, καί τον Βακώνειον φιλοσοφικό στοχασμό διά τά τέσσερα αἴτια τῆς ἀμάθειας: (α΄) ἀνίσχυρη ἡγεσία, (β΄) ἡ συνήθεια τῆς ἀμάθειας, (γ΄) τά ἀγνοήματα τοῦ λαοῦ καί (δ΄) ἡ ἀπόκρυψις τῆς ἀμάθειας με ἐπιφανειακά και ἐντυπωσιακά μέσα.

Σημειώνει ὁ σεβασμιώτατος Προικοννήσου τά πιο κάτω:

«Ὅμως δεν εἶναι καθόλου ἄγνωστη στην ἱστορία ταῆς Ἐκκλησίας ἡ χρῆσις τοῦ ὅρου αὐτοῦ («Ἑτερόδοξη Ἐκκλησία») για μη Ὀρθοδόξους, τόσο ἀπό μεμονωμένους Ἁγίους Πατέρες, ὅσο και ἀπό Συνόδους. Ἀκόμη και στις μέρες μας, συντηρητικοί και κατά τά ἄλλα σοφοί Θεολόγοι, ὅπως ὁ Χρ. Ἀνδροῦτσος, ὁ χαρακτηρισθείς (ὄχι ἀδίκως) «λιοντάρι ταῆς Ὀρθοδοξίας» μακαριστός Παναγιώτης Τρεμπέλας, ὁ ὁποῖος εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, μετέσχε ἐνεργῶς τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως με πρωτεύοντα ρόλο, ἔλαβε μέρος στη Γενική Συνέλευσι τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν στο Ἔβανστον (1954) και ὄχι μόνο, ὁ Παναγιώτης Μπρατσιώτης, ὁ Ἰωάννης Καρμίρης, ὁ Κωνσταντῖνος Μουρατίδης κ.ἄ., παραδοσιακοί και συντηρητικοί, ἐπαναλαμβάνω, καθηγητές, στις πανεπιστημιακές τους παραδόσεις και στα συγγράμματά τους μιλοῦσαν πάντοτε περί «Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας». (…) Ποτέ δεν διανοήθηκαν να μιλήσουν για «Ρωμαιοκαθολική θρησκευτική Κοινότητα», ὅπως κάποιοι ὄψιμοι ὀρθοδοξαμύντορες ἀπαίτησαν.»

-Τί και ποῖον ἀκριβῶς «ἀποδεικτικόν» μήνυμα θέλει να περάσει ὁ Σεβ. κύριος Ἰωσήφ;

-Το ἁπλοϊκόν, ἄδικον, ἀπατηλόν, συκοφαντικόν και δυσφημιστικόν, κοιλιόπνευστον μήνυμα: ὅτι λόγῳ τῆς καταχρηστικῆς, ἀκαδημαϊκῆς χρήσεως, τοῦ ὅρου «Ἑτερόδοξη Ἐκκλησία» ἀπό τους συγκεκριμένους παραδοσιακούς και Ὀρθοδόξους Καθηγητάδες (ἀλλά και ἀπό «μεμονωμένους» Ἁγίους Πατέρας και ἱερές Συνόδους, φεύ! τῆς ἀνόητου και ἀθεολόγητου βλασφημείας), ὅτι δῆθεν ΝΟ-ΜΙ-ΜΟ-ΠΟΙ-ΕΙ-ΤΑΙ  μία νέα Πανορθόδοξη, εἴτε Τοπική, εἴτε Οἰκουμενική Σύνοδος να εἰσαγάγει στην καλύτερη τῶν περιπτώσεων,  ἐνῶ στην χειρώτερη να ἐκκλησιοποιήσει (π.χ. Κολυμπάριον 2016), τεχνολογικῶς, ΑΝΤΙ ἀπλανῶς και ἁγιοπνευματικῶς, τις ἑτερόδοξες και αἱρετικές κακοδοξιές/ὁμολογίες/ὀργανώσεις/κοινότητες/παρασυναγωγές κ.ο.κ., ἐπί τῆς ἄτοπης, ἄστοχης, ἔωλης και σαθρῆς βάσεως, εἴτε ἐκ τῶν ἀκαδημαϊκῶν εἴτε ἐκ πατρολογικῶν εἴτε και ἐκ τινῶν συνοδικῶν ἐσφαλμένων. Τώρα τί ἀκριβῶς, ΔΕΝ κατανοῶσι οἱ δικηγόροι τοῦ Σατᾶν, εἶναι ἄλλου παπά Εὐαγγέλιον.

Πάμε και σε κάτι το ὁριστικά τελευταίον διά να τελειῶσει, ἅπαξ και διαπαντῶς, το φελλένιο παραμύθιον καί τῆς φαιδρῆς καπηλεύσεως, τῶν κεκοιμημένων Ὀρθοδόξων ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων.

Ὁ τῷ ὄντι λέων τῆς Ὀρθοδοξίας Τρεμπέλλας δεν ἐπρόσφερεν μονάχα πολύτιμες και ἀξιόλογες ἀκαδημαϊκές ὑπηρεσίες στην Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία σε τινά Διορθόδοξα και Θεολογικά Συνέδρια, ἀλλά ὄντως συμμετέσχεν ὡς μόνιμος ἀντιπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων σε σωρηδόν Θεολογικούς Διαλόγους μετά τῶν ἑτεροδόξων. Παράλληλα, μέχρι και ἡ Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν και πάσης Ἑλλάδος ἐζητοῦσεν, τις ἀριστοτεχνικές, πολύτιμες και ἀπλανεῖς, θεολογικῶς, ἀκαδημαϊκές συμβουλές του. Εἰρήσθῳ ἐν παρόδῳ  τοῦ ἐζητήθην μάλλιστα, μία ἐπίσημη Θεολογική Γνωμάτευσις, περί τοῦ ζητήματος τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως (=Οἰκουμενισμός), διά το Παγκόσμιο Συμβούλιον «Αἱρετικῶν Ἐκκλησιῶν» ἀλλά και διά την προ πολλοῦ προετοιμαζόμενη και διακαῶς προσδοκούμενη Νέα Πανορθόδοξη Σύνοδο…

Ὁ ἄριστος Δογματολόγος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλλας, ἀσχέτως κι ἄν ἐχρησιμοποιοῦσεν (ἐσφαλμένα σαφῶς) τον ἀκαδημαϊκό ὅρον «Ἑτερόδοξη Ἐκκλησία», τοῦτο το ἔπραττεν ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΩΣ, ἐντός τοῦ ἱστορικοῦ και ἀκαδημαϊκοῦ πλαισίου τῆς ἐποχῆς του, ἡ ὁποῖα ἦτο βαθειά ἐπηρεασμένη ὑπό τοῦ δυτικότροπου Σχολαστικισμοῦ μέχρι και εἰς τά τρίσβαθα ἐν Ἑλλάδι ὀρθόδοξα ἀκαδημαϊκά θεολογικά ἔδρανα· το ἀπέδειξεν και το ξετίναξεν συγκρουσιακῶς [5] μετά τοῦ Τρεμπέλλα, ὁ διάδοχος Καθηγητής και μεθεπόμενος, μείζων Δογματολόγος ἐκ Καππαδοκίας π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Ἀναντίρρητα ὅμως ὁ Τρεμπέλλας ΟΥΔΕΠΟΤΕ ἐπίστευεν ἤ ἐπίστευσεν (σαν μερικά ἀκαδημαϊκά φερέφωνα τοῦ Ζηζιούλα) εἰς την «Χιμαιρική Ἐκκλησιολογία» τῆς διηρημένης και διευρυμένης Ἐκκλησίας.

Τά πιο πάνω, εἴς πείσμα ταῶν προκατειλημμένων, δύνανται να ἀποδειχθῶσι ἀνέτως και την ἴδια ἀκριβῶς στιγμή να καταισχύνη τους φαιδρούς διαστρεβλωτάς και δύσφημους, ἀκαδημαϊκούς και κληρικούς, πού προσπαθῶσι, ἔντεχνα ἀλλά ἀνεπιτυχῶς να (ὑπο)στηρίξωσι τά ληστρικά και αἱρετίζοντα ἰδεολογήματα τους ὅπως και τά ΑΝΟΗΤΑ ἀποφασισθέντα τῆς κακοΣυνόδου τῆς Κρήτης, ἐπάνω σε μεγάλους προασπιστάς και ὁμολογητάς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ποῦ και πῶς ἀκριβῶς ὅλοι αὐτοί οἱ ὀρθοδοξοῦντες (sic) προσπαθῶσι να θεμελιώσουσι τις σωρηδόν αἱρετικολογίες τους; Μά ἐπισφαλῶς, σε ἀκαδημαϊκές κιτάπες και ἐσφαλμένα (ἐκκλησιολογικῶς) λεξίδια και φρασίδια τῶν ἀειμνήστων ὀρθοδόξων Καθηγητῶν.

Δειγματοληπτικῶς, και διά τοῦ λόγου το ἀληθές, πολλῷ μᾶλλον διά μία παραδείσια πρόγευσιν ἐκ τῶν ἀπαράμιλλων γραπτῶν τοῦ Τρεμπέλλα, ἵνα μη κουράσομεν ἔτι περαιτέρῳ τους φιλότιμους και φίλτατους/ες ἀναγνώστας/τριες μας, να σημειώσουμε και τά ἑξῆς ἐλάχιστα διά τιμητικόν μνημόσυνο: ὅτι ὁ λεοντόκαρδος Θεολόγος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς και Ἱεραποστολικῆς Ἀδελφότητος «ὁ ΣΩΤΗΡ», κατέγραψεν ἐκτενῶς, τινά ἐπίσημον ΚΑΙ σημαίνουσα Θεολογική Γνωμάτευσιν περί τοῦς Διαχριστιανικούς Διαλόγους εἰς το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἑτερόδοξων Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.Ε.), μιά ἀπαστράπτουσα θεολογική γνωμάτευσις πού πολύ το ἀμφιβάλλομεν ἄν ὁ Σεβ. κύριος Ἰωσήφ και οἱ ὁμόφρωνές του προέκυψε ποσῶς (ὄχι να την μελετήσωσι ἤ ἔστω ἁπλά να την διαβάσουν) να την μετροφυλήσωσιν. Διότι μελετώντας την κανεῖς διεξοδικῶς και προσεκτικά, διαπιστώνει πολύ εὔκολα, ὅτι διαψεύδονται ὅσοι ἄδικα και ἐπιτήδεια χρησιμοποιῶσι (τον Τρεμπέλλα ἐξ ἀρχῆς) ὡς ἀπαρασάλευτον θεολογικόν (;) ἐπιχειρήμα διά την μαζικά (ἐξ Ἀρχιοικουμενιστῶν μετά τῶν τσιρακίων αὑτῶν) ψυχωτική, μανιακή, ὑστερική καί ὑπερφίαλη ἐπιμονή και ἐμμονή ὅπως παραμένωσι ἀγκιστρωμένοι ἐντός τοῦ Π.Σ.Ε.Ε.

Λόγου χάριν, σημειώνει ὁ Τρεμπέλλας ἀνάμεσα στα τόσα πολλά, καί πολύ εὔστοχα, δογματολογικά γραφθέντα του [6] :

«Ἡ ὑπό τους σημερινούς (15 Μαΐου 1971) ὅρους συμμετοχή μας εἰς το Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι ὅλως ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ. Ἐάν δεν ἐξασφαλισθῆ, καθ΄οὕς ὅρους αὐτός ὁ ἅγιος Χαλκηδόνος καθώρισε, το να φέρωσιν αἱ ἐνέργειαι και ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τοῦτο ΕΜΦΑΝΗ οὐχί την προτεσταντική ἀλλά και την ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ σφραγῖδα, ἐνδείκνυται να ΑΠΟΧΩΡΗΣΩΜΕΝ

Παρατηρεῖ κανεῖς σας την σἠμερον, μετά παρέλευσιν σχεδόν πεντήκοντα χρόνων, ἀπό την γνωμοδώτησιν τοῦ Τρεμπέλλα, να ὑφίστατο ἐμφανής (ἔστω καί διά ὑποθαλάσσιου τηλεσκοπείου) τινά ὀρθόδοξη σφραγῖδα εἰς το Παγκόσμιο φαρισαϊκόν Συμβούλιον τῶν ψευδοἘκκλησιῶν; Τότε τι σόϊ κουραφέξαλα μᾶς ἀραδιάζωσιν τά ἀχάπαρα καί Νεορθόδοξα ἀρειμάνια;

Τώρα καταλεικτικῶς, ὅσον ἀφορά διά την ληστρική και παμπόνηρον, φατριά τῶν ἀρειμανιῶν, αἱρετιζόντων κερκοπιθηκιστῶν και πανούργων ἀρχι-λυκοποιμένων (τύπου Προύσης, Ἀβυδοῦ, Μεσσηνείας, Λευκωσίας, Κυκκωτῶν, Ἀρκαλοχωρίου, Πάφου, Κιτίου, Κων/Πόλεως, Περγάμου και σύν αὐτῷ) ὁ Τρεμπέλλας ἐν σκηναῖς δικαίων καταγράφει ρωμαλαίως, τά ἑξῆς (παν)εὔστοχα διά την σημερινή τραγελαφική περίπτωσιν:

« Το Σχίσμα (Ὀρθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικῶν) ἐφ΄ὅσον ἡ ἄρσις αὐτοῦ ΔΙΑ ΣΥΝΟΔΟΥ γενικωτέρας ΔΕΝ ΑΠΕΦΑΣΙΣΘΗ και ἐφ΄ ὅσον ἡ κοινή τοῦ χριστιανικοῦ λαοῦ (α΄. σημείωσις δική μας: ΑΥΤΟΥ τοῦ λαοῦ ἐξυπνόπουλε σεβ. Προικοννήσου κ. Ἰωσήφ) συνείδησις ΔΕΝ ΣΥΜΜΑΡΤΥΡΕΙ, παραμένει. Το να κηρύττεται ὅτι το Σχίσμα ἤρθη (…) (β΄. σημ. δική μας: ὅτι δηλαδή οἱ Παπικοί δεν εἶναι σχισματικοαἱρετικοί, πλέον, σύμφωνα κατά το Φανάριον κ.ἄ. δορυφόρους) ἀποτελεῖ προφανῆ ἀντίφασιν και ἐξόφθαλμον ΕΜΠΑΙΓΜΟΝ. (γ΄. σημ. δική μας: μιᾶς και ΔΕΝ ὑφίστατο ἀλλά ΟΥΤΕ πρόκειται να ὑφίστατο, Κοινωνία, διά τῆς Κοινῆς Θείας Μεταλήψεως τῶν Ὀρθοδόξων μετά τῶν Ἑτεροδόξων) Ἐπί δογματικῶν δε ζητημάτων, οἷον και το προκείμενον, μεταξύ τῶν Ἱεραρχῶν δέον να ὑπάρχῃ ὁμοφωνία. Ἱεράρχης τολμῶν να διακηρύττῃ ὅτι ἔχει διάφορον ταῶν λοιπῶν Ἱεραρχῶν γνώμην ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΑΙΡΕΤΕΟΣ κατά την ἀπ΄ἀρχῆς πρᾶξιν τῆς Ἐκκλησίας».

Ὑφίστατο ἔν τινι ὁμοφωνία ἐπί Δογματικῶν, Ἐκκλησιολογικῶν και ἄλλων Κανονικῶν ζητημάτων λ.χ. μεταξύ τῶν ἁγίων Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν: Προικοννήσου κ. Ἰωσήφ και Πειραιῶς κ. Σεραφείμ; Ἀνταντίρρητα ἡ ἀπάντησις εἶναι ἀποφατική! Τότε, π.χ. ποῖος ἐκ τῶν δύο Ἱεραρχῶν εἶναι πανάξιος τῆς Κανονικῆς καθαιρέσεως σύμφωνα με την ἀπλανή και ὀρθόδοξον Συνοδική Πρᾶξιν τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας; Διαλέγετε και παίρνετε…




Τοῦ Παναγιώτου Π. Νούνη


Δεῖτε το καί ΕΔΩ σέ PDF στο GOOGLE.DRIVE






ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ/ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

[1] Νίκου Α. Ματσούκα, Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας, ἐκδόσεις: Πουρναρᾶ, Θες/νίκη 2009, σελ. 632-636.

[2] Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου (Πρωτοπρεσβυτέρου), Πατερική Θεολογία, ἐκδόσεις: Παρακαταθήκη, Θες/νίκη 2004, σελ. 103-105.

[3] Δημήτριος Στανιλοάε (Πρωτοπρεσβυτέρου), Ἡ Ἁγία και Μεγάλη Σύνοδος ταῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Ὁ Πνευματικός ὀρίζοντας), ἐκδόσεις: Μπαρμπουνάκη, Θες/νίκη 2014, σελ. 102.

[4] Αὐτοκρατορίσσης Αἰκατερίνης Β΄ τῆς Μεγάλης, «ΕΙΣΗΓΗΣΙΣ»: Τά Θεμέλια τῆς Ἰδανικῆς Νομοθεσίας, εἰσαγωγή: Βασίλειος Βολουδάκης (Πρωτοπρεσβύτερος), Α΄ ἔκδοση, ἐκδόσεις: ΥΠΑΚΟΗ, Ἀθήνα 2013 σσ. 381. Και το ἄλλο ἀξιόλογο Πολιτικο-ποιμαντικό ἐγχειρίδιον: πρωτ. Β. Βολουδάκης, Ἡ Πολιτική εἶναι Ποιμαντική (Ἡ πνευματική μας εὐθύνη για το κατάντημα ταῆς Πατρίδος μας), ἐκδόσεις: ΘΥΗΠΟΛΟΣ, Α΄ ἔκδοση 2011, σς. 358.

[5] Ἰωάννου Ρωμανίδου (Πρωτοπρεσβυτέρου), Ἐγχειρίδιον- Ἀλληλογραφία π. Ι. Σ. Ρωμανίδου καί καθ. Π. Ν. Τρεμπέλα (Καταγραφή ἑνός θεολογικοῦ διαλόγου), γενική εἰσαγωγή: Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου και εἰδική εἰσαγωγή: π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, ἐκδόσεις: ΑΡΜΟΣ, Ἀθήνα 2009, σς. 250.

[6] Παναγιώτου Ν. Τρεμπέλλα, Ἐπί τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως και τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, ἔκδοσις Τρίτη, Ἀδελφότης Θεολόγων «ὁ ΣΩΤΗΡ», Ἀθήναι 2007, σελ. 93 καί σελ. 94. Ἐπίσης δεῖτε: Π. Τρεμπέλλα, Δογματική, Τόμος Β΄, ἔκδοσις Δευτέρα, ἔνθ. ἀνωτ., Ἀθήναι 1979, σελ. 348-354. Τοῦ αὐτοῦ, Οἱ Λαϊκοί ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ (Τό «Βασίλειον ἱεράτευμα»), ἔκδοσις Τρίτη, ἔνθ. ἀνωτ., Ἀθήναι 2008, σς. 310.

ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΛΛΙΑΝΙΩΤΟΥ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ: Η ΑΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΟΡΘΟΤΗΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ:
Η ΑΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΟΡΘΟΤΗΣ
Ὑπὸ Δρος Ἰωάννου Ν. Καλλιανιώτου
Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου
τοῦ Scranton (Η.Π.Α)
Scranton, Σεπτέμβριος 2016
Α΄ Πρόλογος
«Ἐγὼ εἰμι τὸ α καὶ τὸ ω, λέγει Κύριος ὁ Θεός,
ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ.»
(Ἀποκαλ. α΄ 8)
Ὁ Λόγος ἐστὶν ἡ ἀρχὴ τῆς Δημιουργίας, καθ’ ὅτι Οὗτος ἐστὶν ὁ Θεός. Ὁ Ἑλληνικὸς λόγος, ἡ ἡμετέρα γλῶσσα, ἐστίν ἡ ἀρχή τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας˙ δύναται δέ αὕτη νὰ ἐκφράσῃ ἀπολύτως καί τὸν Θεῖον Λόγον. Ἡ ἀρχὴ (α) καὶ τὸ τέλος (ω) τοῦ Ἀλφαβήτου ταύτης ταυτίζεται πλήρως μὲ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἡ ὁποία ἀποκορυφοῦται μὲ τὸ ρῆμα: ἀ-γαπ-ῶ (ἀγάπη ἐν ἀληθείᾳ). Ἡ γλῶσσα αὕτη ἐγεννήθη ὑπό ἑνός, προωριζομένου διά τήν μέλλουσαν υἱοθεσίαν, περιουσίου λαοῦ εἰς τήν πλέον παναρχαίαν περιοχήν τῆς Νοτιο-Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. Μία ξυλίνη πλάκα μέ τό πρῶτον γραπτόν κείμενον εἰς τήν Εὐρώπην ηὑρέθη εἰς τό Δισπηλιόν, Καστοριᾶς, ἡ ὁποία χρονολογεῖται ἀπό τό 5260 π.Χ. Συνεπῶς, οἱ Ἕλληνες ἔγραφον μέ συλλαβάς πρίν ἀπό τήν Νεολιθικήν περίοδον, κατά τήν Παλαιολιθικήν τοιαύτην (περί τό 15000 π.Χ.), πολύ ἐνωρίτερα ἀπό τούς Φοίνικας, Βαβυλωνίους, Σουμερίους, Χαναναίους καί λοιπούς λαούς τῆς Ἀνατολῆς. Τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ θεία αὕτη γλῶσσα παραχαράσσεται καὶ αἱ ἐκφράσεις της κατέστησαν ἀ-λόγοι. Ἡ ὀρθὴ ὅμως (δημιουργία τῶν ὀνομάτων ἤ τῆς «τῶν ὀνομάτων ὀρθότητος») Ἑλληνικὴ γλῶσσα ὀφείλει μέν νὰ ἀνακαλῇ καὶ νὰ ἀποκαθιστᾷ τὸ ἐγκαταλελειμμένον καὶ παραπεποιημένον ἱστορικὸν ἡμῶν παρελθόν. Δύναται δὲ αὕτη καὶ ὀφείλει νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τάξιν τὴν παροῦσαν ἐπιβεβλημένην ἀ-ταξίαν (ἀνθ-ελληνισμὸν καὶ κακο-δοξίαν) καὶ βεβαίως διὰ τῆς διδασκαλίας της καί τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἠθικῆς Γραμματείας της, τὸ μέλλον τῆς χώρας καθ’ ὡς καὶ ἁπάσης τῆς ἀνθρωπότητος ἐμφαίνονται εὐοίωνοι. Ἄλλως, ἀπολλούμεθα.
Δυστυχῶς, ἡ σημερινὴ ἐλεγχομένη καὶ κατευθυνομένη παιδεία, πολιτική, ἐπιστήμη, θεολογία, μέσα ἐνημερώσεως καὶ γλῶσσα, ὡδήγησαν τὴν κοινωνίαν μας εἰς τὴν τρέχουσαν παρά-λογον ἐκτροπὴν, ἀπάτην, διαφθοράν, πλάνην καί ἀποστασίαν. Ἡ ἐπιδίωξις ἡμῶν θὰ πρέπῃ νὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διατήρησις τοῦ ἡμετέρου λόγου (τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης) καὶ δι’ αὐτοῦ νά ἐπέλθῃ ἡ ἀνάκαμψις τοῦ Ἔθνους ἐκ τῆς γενικῆς παρακμῆς καὶ ἱστορικῆς πλάνης, εἰς τὰς ὁποίας τὸ περιήγαγον οἱ ἀνθέλληνες καί αἱρετικοί (ἀκόμη καί οἱ κατευθυνόμενοι ψευδο-ἐπιστήμονες) τῆς δύσεως. Ὁ Ἑλληνισμὸς σήμερον προχωρεῖ τὴν κατωφερῆ πορείαν του τυφλῶς, ἄνευ ὁδηγοῦ, λόγῳ ἐγκαταλείψεως τῆς γλώσσης του, τῆς παιδείας του, τῶν ἀξιῶν του, τῆς παραδοσιακῆς πίστεώς του, τῆς ἱστορίας του καὶ συνεπῶς, δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ἀναμενόμενον προορισμόν του, τήν διάσωσιν τῆς χώρας του καί τήν τελείωσιν τοῦ λαοῦ του, ἐάν δέν ἀλλάξῃ πορείαν καί ἡγεσίαν.
Ἀπεκόπημεν ὡς Ἔθνος ἐκ τοῦ λαμπροῦ ἡμῶν παρελθόντος καὶ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ κατανοήσωμεν τὸ παρὸν καὶ δυστυχῶς, ἀνίκανοι νὰ δημιουργήσωμεν ἓν ἰσάξιον τούτου μέλλον. Ἀγνοοῦμεν «τά τ’ ἐόντα πρό, τά τ’ ἐόντα, τά τ’ ἐσόμενα». Οἱ ἔλ-λογοι Ἕλληνες καὶ Πανέλληνες ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ὀφείλουν νὰ ἀμύνωνται συνεχῶς (διὰ μιᾶς ἀδιαλείπτου πνευματικῆς ἐπαναστάσεως) κατὰ τοῦ ψεύδους καὶ τῆς πλάνης τῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν τοῦ Λόγου (τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ) εἰς τὴν ἡμετέραν πατρίδα. Τό βάρος τῆς εὐθύνης πάντων ἡμῶν πρός τό λαμπρόν, ἔνδοξον καί πνευματικόν παρελθόν τῶν προγόνων μας ἐστίν ἄπειρον καί δυσβάστακτον. Καθ’ ὅτι ἡ Ἑλληνική γλῶσσα δέν εἶναι μόνον μέσον ἐπικοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καί διατυπώσεως τῶν σκέψεών των, ἀλλά εἶναι καί μέσον χρονολογήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἔχει δέ αὕτη ἱστορικούς δεσμούς, ὅπως: ἄνθρωπος περιβάλλον γλῶσσα γραφή πολιτισμός φιλοσοφία παιδεία τρόπος σκέψεως τρόπος ζωῆς ἐλπίς μέλλοντος. Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα εἶναι ὄντως ἕν σπουδαῖον στοιχεῖον δημιουργίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους.
Β΄ Ἡ Ἐπινόησις τῆς Ὀρθοτάτης Γλώσσης τῆς Δημιουργησάσης
τὸν Μείζονα Ἑλληνορθόδοξον Πολιτισμὸν
Ἐν Ἀρχῇ  (α) ἦν ὁ Λόγος καὶ ἐν τῷ Τέλει (ω) ἔσται ὁ Ὠρανός:
Αὕτη ἐστὶν ἡ Ἔκπαλαι Θεία Ἑλληνικὴ Γλῶσσα.
Τὸ ὑπέρτατον ἡμῶν πολιτιστικόν μνημεῖον ἐστὶν ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ «τῶν ὀνομάτων ὀρθότης», τῆς ὁποίας τὰ ὀνόματα δὲν εἶναι συμβατικά, ἀλλ’ ἐσχηματίσθησαν δι’ ἀπολύτου φυσικῆς ὀρθότητος. Συνεπῶς, κάποια δύναμις ἀνωτέρα τῆς ἀνθρωπίνης εἶναι αὕτη, ἡ ὁποία καθώρισε τὴν ἡμετέραν γλῶσσαν καὶ διά τοῦτο κατέχει τήν ἀπόλυτον (θείαν) ὀρθότητα τῶν λέξεων καὶ ὀνομάτων. Τὸ πλέον σημαντικὸν ὄργανον τοῦ πολιτισμοῦ μας εἶναι ἡ γλῶσσα! Οἱ Ἕλληνες δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὴν υἱοθέτησιν γραφῆς τινός ἐξ ἄλλων πολιτισμῶν, ὡς συμβαίνει μὲ πλείστας ἄλλας γλώσσας, ἀλλ’ ἐπενόησαν τὴν μοναδικὴν ἕως σήμερον, εἰς τελειότητα ἰδίαν γραφήν˙ ἱκανὴν ἵνα διατυπώνῃ διὰ τῶν γραμμάτων της, συμβόλων, τόνων καὶ πνευμάτων, λέξεων καὶ ἐκφράσεων, ἐννοίας ἑνὸς πολιτισμοῦ, τὸν ὁποῖον οἱ ἴδιοι ἐδημιούργησαν, ἀνέπτυξαν καὶ ἐτελειοποίησαν. Διατὶ οὐδεὶς ἕτερος λαὸς νὰ μὴ ἐπινοήσῃ ἰσότιμον, ἰσάξιον ἢ καὶ ἀνωτέραν γλῶσσαν ταύτης; Ἁπλούστατα, διότι εἰς οὐδένα λαόν ὑπῆρξεν εἷς Ἠσίοδος μέ Θεογονίαν καί βεβαίως, ἕνας Ὅμηρος μέ ’Ιλιάδα καί Ὀδύσσειαν.
Ὁ διδασκόμενος τὴν Ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν Γλῶσσαν ἀγαλλιᾶται, γοητεύεται, μορφοῦται καὶ ἐπηρεάζεται ὑπὸ ταύτης εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὅπου προσανατολίζεται ὁριστικῶς εἰς τὴν μελέτην καὶ μάθησιν ταύτης, ὥστε δι’ αὐτῆς νὰ ἀντιληφθῇ τὴν ἀνθρωπίνην γνῶσιν καὶ τήν θείαν σοφίαν (τήν ἐξ ἀποκαλύψεως). Διὰ τοῦτο καὶ ὁ πόλεμος, ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ, τῶν ἐπιδιωκόντων μὲ τὴν σκόπιμον διαστρεβλωτικὴν συνεχῆ καί ἀσύμμετρον ἐπέμβασιν, τῶν διαστροφέων τούτων τοῦ πολιτισμοῦ μας (τῶν δημιουργῶν τοῦ παρα-λόγου), νά ἐπιφέρουν τήν κατάργησιν τοῦ ὑπερτάτου ὀργάνου τοῦ Ἑλληνορθοδόξου πολιτισμοῦ καί παιδείας, τήν ἐμαυτοῦ γλῶσσαν. Οὗτοι μισοῦν τὸν ἀρχέγονον Ἑλληνικόν, ἀλλὰ καὶ τὸν Θεῖον λόγον καὶ ἀγωνίζονται, ματαίως ὅμως, διὰ τὴν κατάργησίν των. Στόχος ἡμῶν εἶναι ἡ αὐτοκάθαρσις καὶ διαιώνισις τοῦ προγονικοῦ ἡμῶν λόγου πρὸς ἀποφυγὴν τῆς αὐτοεξαφανίσεώς του, ἡ ὁποία θὰ σημάνῃ καὶ τὸ τέλος τῆς Ἱστορίας, καθ’ ὅτι ἡ γένεσίς του συματοδοτεῖ τὴν ἀρχὴν τῆς Ἱστορίας μας καί ἡ συνέχισίς του τήν διατήρησιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Ἡ λογικὴ ἀπόδειξις τῆς τελειότητος τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης εἶναι ὁ πολιτισμός, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη ἐκ τῆς γλώσσης ταύτης, ἡ μετάδοσίς της ὑπό τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου εἰς τά πέρατα τοῦ τότε κόσμου, καθ’ ὡς ἐπίσης καὶ ἡ ἐπιλογὴ αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἵνα μεταδώσῃ τὸ Εὐ-αγγέλιόν Του. Ἡ καταγωγὴ τῆς ἡμετέρας γλώσσης ἐστὶ τῷ ὄντι θεία!  Ἀρχή της, ἡ Ἑλληνικὴ Γραμματεία, ἡ Θεογονία, ὡς καὶ ὁ Ἡσίοδος, ὅς ἀφηγεῖται αὐτά, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐδίδαξαν αἱ Μοῦσαι λέγων, «τόνδε δὲ μὲν πρώτιστα θεαὶ πρὸς μῦθον ἔειπον». (Θεογονία, 24). Ἐπίσης, τὰ εὐφυῆ Ὁμηρικὰ ἔπη διέσωσαν πολύτιμα στοιχεῖα, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἀνεπτύχθη ἡ παναρχαία Ἑλληνικὴ γλῶσσα. Οὐδεὶς πολιτισμὸς δύναται νὰ δημιουργηθῇ ἄνευ γλώσσης, συνεπῶς, αἰτία τοῦ μοναδικοῦ τούτου Ἑλληνορθοδόξου πολιτισμοῦ εἶναι ἡ ἑαυτοῦ θεόσδοτος γλῶσσα. Δημιουργοί τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ὑπῆρξαν ἡ Ἑλληνική φύσις καί ὁ ἄνθρωπος, οἱ κάτοικοι τῆς περιόδου τοῦ Ἕλλοπος θηρευτοῦ, τοῦ κτηνοτρόφου κύκλωπος καί τοῦ μετέπειτα Ἕλληνος γεωργοῦ. Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα ἐξηπλώθη ἀρχικῶς ἀπό τήν «ἔνθα Δωδώνη Ἑλλοπίης», πρό τοῦ Δευκαλίωνος πολιτισμοῦ (Πλειστοκαίνου Ἐποχῆς), εἰς τόν τοῦ Ἑλ-λοῦ (ἤ Ἐλ-λοῦ), Π-ελ-ασγοῦ καί Ἕλληνος πολιτισμοῦ.
Ὁ Ἡρόδοτος (Ε 59) λέγει ὅτι: «ἐν τῷ ἱερῷ τοῦ Ἀπόλλωνος Ἰσμηνίου ἐν Θήβῃσι τῇσι Βοιωτῶν» ἀνέγνωσεν ἐπιγραφάς ἐπί τριπόδων μέ γράμματα «ὅμοια ἐόντα τοῖσι Ἰωνικοῖσι», τά ὁποῖα χρονολογεῖ ἀπό τῆς ἐποχῆς τοῦ Λαῒου, τοῦ υἱοῦ τοῦ Λαβδάκου, τοῦ υἱοῦ τοῦ Πολυδώρου, υἱοῦ τοῦ Κάδμου. Οἱ Αἰγύπτιοι ἱερεῖς «ἀτρεκέως φασί ἐπίστασθαι, ἀεί λογιζόμενοι καί ἀεί ἀπογραφόμενοι τά ἔτεα ..., πεντακισχίλια καί μύρια λογίζονται», τά ἔτη πού ἔζησε ὁ Κάδμος πρό τοῦ Βασιλέως Ἄμασι. Αὐτός ὁ Ἄμασις ἤ Ἄχμωσις Β΄, Φαραώ τῆς 26ης Αἰγυπτιακῆς δυναστείας, ἔζησε τό 569 π.Χ. Ἑπομένως, γράφων ὁ Ἡρόδοτος (Εὐτέρπη 145) αὐτά περί Κάδμου λέγει: ὅτι διά τούς Αἰγυπτίους ὁ Κάδμος ἔζησε δέκα πέντε χιλιάδες χρόνια πρό τοῦ 569 π.Χ. (δηλ. 15.000+569 = τό 15569 π.Χ.). Αὕτη ἐστίν ἡ χρονολογική περίοδος τῶν γραπτῶν μνημείων τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Συνεπῶς, ἡ Ἑλληνική γράφεται ἐπί 17585 ἔτη (15569 π.Χ. +2106 μ.Χ.).
Ὁ Γερμανὸς λόγιος, Victor Engelhardt, ἐρωτᾶ, «Διατὶ ὁ πολιτισμὸς τῆς ἀνθρωπότητος ἐδημιουργήθη καὶ ἐθεμελιώθη ὑπὸ τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων;» Εἰς τὴν ἐρώτησιν δὲ ταύτην ἀπαντᾷ ὁ Η. Λ. Τσατσόμοιρος ὡς ἑξῆς: «… ἡ ἐπίδρασις τοῦ περιβάλλοντος… Αὐτὴ ὑπῆρξε ἡ “μείζων δύναμις” καὶ δι’ αὐτῆς ἐσχηματίσθη ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα. Γλῶσσα δὲ σημαίνει πολιτισμός».  Βεβαίως, ἡ γλῶσσα δὲν διαμορφοῦται μόνον ἀπὸ τὸ περιβάλλον, ἀλλὰ δηλοῖ καὶ τὴν ἠθικὴν καὶ πνευματικὴν κατάστασιν τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου καὶ συνεπῶς, τοῦ λαοῦ τούτου. Ἄλλος μέν εἶναι ὁ λόγος τῶν ἀγρίων λαῶν, ἄλλος τῶν πεπολιτισμένων τοιούτων, ἕτερος δὲ εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖται ἀπὸ λαοὺς εὑρισκομένους εἰς περίοδον παρακμῆς των (ὡς εἶναι ἡ σημερινὴ κομματικῶς ἀλλοτριωμένη ΠΑΣΟΚο-Κεντρο-Ψευδο-Δεξιο-ΣΥΡΙΖAία Ἑλλάς), κενός, πτωχός, λελησμένος, ἀνήθικος, ὑβριστικός, ἄνευ περιεχομένου. Ἄκρως διαφορετικὸς εἶναι ὁ λόγος περιόδου ἀκμῆς ἑνὸς λαοῦ, ὀρθός, περιεκτικός, ὡραῖος, φιλοσοφικός, πλούσιος, ἠθικός, εὐχαριστιακός, δοξαστικός, πνευματικός, δημιουργικός.
Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, Λόγος εἶναι ὁ Θεός, ἡ ὑπερτάτη δύναμις τοῦ νοεῖν˙ ἀλλ’ ἐπίσης, λόγος εἶναι ὁ ἔναρθρος λόγος, ἡ προφορικὴ ἔκφρασις διανοήματος, δι’ οὗ ὁ ἐνδιάθετος λόγος ἐκφέρεται. Καὶ ἀκόμη αὐτὸς ὁ ἐνδιάθετος λόγος, τὸ λεγόμενον ἢ λαλούμενον, ἡ λέξις καὶ πληθυντικῶς αἱ λέξεις, διὰ τῶν ὁποίων πραγματοποιεῖται ἡ ὁμιλία, λόγος ἐστίν, ὡς καὶ ἡ γραπτὴ τούτου διατύπωσις ἀποτελοῦν τὴν ἀξίαν λόγου (ἀξιό-λογον) Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Τόσον ὁ  Ὅμηρος ὅσον καὶ ὁ Ἡσίοδος κάμνουν χρῆσιν τῆς λέξεως «λόγος»˙ «τὸν ἔτερπε λόγοις» (Ἰλιὰς Ο 393) καὶ «αἱμυλίοισι λόγοισιν» (= μὲ κολακευτικοὺς λόγους) (Θεογονία, στίχος 890). Ἀληθῶς, αὕτη ἡ γλῶσσα εἶναι μοναδικὴ καὶ θεία! Ἓν ἐλάχιστον δεῖγμα εἶναι ἡ ἀνάλυσις τῆς λέξεως «Χορὸς», ἥ ἀκριβῶς ἀποκαλύπτει τὴν χαρὰν («Χ») τῆς ὁμηγύρεως («Ο»), ἡ ὁποία ῥέει («Ρ») εἰς τὸν χῶρον («Ο») μὲ κινήσεις παλινδρομικάς («Σ»). Διά δέ τῆς γραφῆς τῆς πρώτης ταύτης γλώσσης τοῦ κόσμου καί τῶν ἄλλων μνημείων τέχνης διεσώθη ὁ γηγενής, αὐτόχθων καί ἄνευ δανείων Ἑλληνικός πολιτισμός.
Οἱ πρόγονοί μας, οἱ Ἕλληνες, εἶχον τήν ἰδίαν γλῶσσαν (εἰς τόν προφορικόν καί γραπτόν λόγον των) καί ἀνεγνώριζον τήν κοινήν των Ἑλληνικήν καταγωγήν, ἡ ὁποία δέν ἦτο κοινή μέ κανένα ἄλλον λαόν. Οἱ Ἕλληνες οὗτοι ᾐσθάνοντο ὅτι ἀνήκουν εἰς τήν Ἑλλάδα. Οἱ μή Ἕλληνες ἦσαν «βάρβαροι». Ἀναμφιβόλως, τά ἐπιτεύγματα καί ἡ περιωπή τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἐμφανῆ εἰς ὅλους τούς τομεῖς τοῦ βίου των καί ἀναγνωρίζονται ἀκόμη καί ἀπό τούς ἀντικειμενικούς ξένους ἱστορικούς. Ἕν ἐκ τῶν μεγάλων ἐπιτευγμάτων των ἦτο ἡ μοναδική τούτων γλῶσσα. Αἱ ἱστορίαι δι’ ἀνύπαρκτους «Ἰνδοευρωπαίους» καί πεπολιτισμένους «Φοίνικας» εἶναι ἐντελῶς φανταστικαί τῶν δυτικῶν ψευδο-ἐπιστημόνων, τῶν χρηματοδοτουμένων ὑπό τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων.
Περαιτέρω, ἀκόμη καί ἡ μουσική εὐαισθησία, τό εὐπροσδιόριστον, τό κάλλος καί ἡ πληθώρα τῶν λέξεων τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἀποδεικνύουν τήν μοναδικότητά της. Ἅπασαι αἱ γλῶσσαι τῶν λαῶν ἐδέχθησαν, εἰς κάποιον βαθμόν, τήν πολιτιστικήν ἐπίδρασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λόγου. Αἱ δέ ἐπιστῆμαι χρησιμοποιοῦν μόνον Ἑλληνικάς λέξεις. Εἶναι, συνεπῶς, αὕτη μία γλῶσσα ἐννοιῶν, ἐπιστήμης, φιλοσοφίας, τέχνης, Ἱστορίας, θρησκείας (Εὐαγγελική καί Πατερική), πολιτισμοῦ καί παιδείας. Μία γλῶσσα πολλῶν ἑκατομμυρίων λέξεων καί ἐκφράσεων. Ἔχουν καταγραφῆ 6.000.000 Ἑλληνικαί λέξεις καί 78.000.000 Ἑλληνικοί λεκτικοί τύποι. Ἡ ἀρχή, ἡ γένεσις τοῦ Ἕλληνος λόγου εἶναι μοναδική, ἀλλ’ ἡ οἰκουμενικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ δικαιολογεῖ τήν ἐκ μέρους του προσφοράν εἰς ὅλας τάς ἄλλας γλώσσας.
Γ΄ Διαστρέβλωσις, Ὑποτίμησις καί Ἐπικειμένη Κατάργησις
τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης καί τοῦ Ἀλφαβήτου της
«Ἐξεχύθη ἐξουδένωσις ἐπ’ ἄρχοντας αὐτῶν,
καί ἐπλάνησεν αὐτούς ἐν ἀβάτῳ καί οὐχ ὁδῷ.»
(Ψαλμ. 106)
Δυστυχῶς, διά τόν μέλλοντα Ἑλληνισμόν, τήν θείαν ταύτην γλῶσσαν διεστρέβλωσαν προσφάτως καί συνεχίζουν νά ὑποτιμοῦν οἱ ψευδο-πολιτικοί μας, τῇ ἐπιταγῇ τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων. Τὴν μὲν ὑπερέχουσαν πασῶν τῶν γλωσσῶν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν τὴν προέδωκαν τρεῖς μασόνοι ψευδο-πολιτικοὶ τῆς χώρας μας ἐν ἔτει 1976ῳ, ὁ Γεώργιος Ράλλης (ὑπουργὸς παιδείας), ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς (πρωθυπουργὸς) καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Τσάτσος (πρόεδρος τῆς δημοκρατίας), οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν εὐτελῆ δημοτικήν˙ ἀπόδειξις τῆς γινομένης ἀρχῆς καταπτώσεως τοῦ Ἑλληνορθοδόξου πολιτισμοῦ. Τὸ δὲ μονοτονικὸν σύστημα ἐπεβλήθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὑπὸ μιᾶς ἄλλης φοβερᾶς κυβερνήσεως, τῶν νεο-ανερχομένων ψευδο-σοσιαλιστῶν. Πρωθυπουργὸς ὁ Ἀνδρέας Παπανδρέου, πρόεδρος δημοκρατίας ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς καὶ ὑπουργὸς παιδείας ὁ Ἐλευθέριος Βερυβάκης, ὅπου μὲ τροπολογίαν, ἡ ὁποία προετάθη αἰφνιδίως κατὰ τὸ μεσονύκτιον τῆς συνεδριάσεως τῆς 11ης Ἰανουαρίου 1982 τῆς «Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων», κατήργησαν τοῦς τόνους, τά πνεύματα καί τούς κανόνας τονισμοῦ. Συνεπῶς, κατήργησαν τήν ὀρθήν γραφήν τῆς ὑπερτάτης Ἑλληνικῆς γλώσσης καί τήν κατέστησαν ξένην τοῦ πολιτισμοῦ, τόν ὁποῖον προήγαγεν ἐπί χιλιάδας ἐτῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ ἀνθέλληνες οὗτοι νὰ ἀποτελοῦν μέλη τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων; Λίαν ἐπιεικῶς, θὰ ἠμπόρουν νὰ χαρακτηρισθοῦν οἱ καταδόται οὗτοι, ὡς ἐκτελεσταὶ τοῦ σχεδίου ἐξανδραποδισμοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ἐκπονηθέντος ὑπὸ τοῦ Ἑβραίου «Νομπελίστα Εἰρήνης» (sic) Henry Kissinger.  Διατὶ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἀποτελεῖ τὴν μόνην γλῶσσαν, ἡ ὁποία διώκεται τόσο πολύ; Ἡ ἀπάντησις εἶναι εὔλογος καὶ πρόδηλος. Ἡ θεία καταγωγή της καὶ ἡ τελειότης της κατέστησαν ταύτην μισητὴν εἰς τοὺς ἐγνωσμένους ἐχθρούς τοῦ Λόγου.
    Τήν ὕπαρξιν τοῦ πρώτου καί μείζονος πολιτισμοῦ ἐπί τῆς γῆς τήν μαρτυρεῖ ἡ διασωθεῖσα, ὡς τό μοναδικόν καί ἀνεπανάληπτον ἀκέραιον (μή λεηλατηθέν ἕως προσφάτως) μνημεῖον τοῦ ἡμετέρου θησαυροῦ τῆς σοφίας τῶν ἀνθρώπων τούτων, ἡ Ἑλληνική Γλῶσσα, τήν ὁποίαν κατήργησαν σήμερον οἱ ἐσωτερικοί (οἱ ἐντός τῶν τειχῶν) ἐχθροί τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τούς ὁποίους μᾶς ἐπέβαλον αἱ σκοτειναί δυνάμεις. Δυστυχῶς, ἐσχάτως, τά ὀνόματα, τά ὁποῖα δίδει ἡ κατευθυνομένη «ἐπιστημονική» κοινότης εἰς τά διάφορα ἀντικείμενα, εἶναι ἀσυναρτησίαι δημοσιευμέναι εἰς ἐπιστημονικόν τί περιοδικόν καί τοιουτοτρόπως, καθίσταται ἐπίσημος ἡ ὀνομασία των (ἡ τῶν ὀνομάτων σφαλερότης). Δίδουν ὀνόματα ἀεροπορικῶν ἑταιρειῶν εἰς ἀστεροειδεῖς, ὅπως Swissair, κ.λπ.˙ δίδουν ὀνόματα χρηματοδοτῶν, ὡς τό ὄνομα μιᾶς μικρᾶς πεταλούδας μέ τό ὄνομα, Sorolopha Bruneiregalis, διότι συνεισέφερε εἰς τά ἔξοδα διά τήν μεταφοράν τῶν ἐρευνητῶν ἡ ἀεροπορική ἑταιρεία Royal Brunei Airlines καί ἄλλα ἄ-σχετα ὀνόματα.
    Τό ἀνθ-ελληνικόν, ἄ-θεον καί ἀντι-παιδαγωγικόν Ὑπουργεῖον Παιδείας εἶναι κατά τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καί τοῦτο ἀποδεικνύεται μέ τήν κατάργησιν τῆς καθαρευούσης (τήν Ἑλληνιστικήν γλῶσσαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς), τῶν πνευμάτων, τῆς Γραμματικῆς, τοῦ Συντακτικοῦ κ.λπ. (ὡς καί τῆς Ἱστορίας καί τῶν Θρησκευτικῶν) καί τήν συμπερίληψιν καί διδασκαλίαν τῆς Ἀγγλικῆς ἀκόμη καί εἰς τούς μαθητάς τῆς Α΄ Δημοτικοῦ, πρίν οὗτοι μάθουν τήν μητρικήν των γλῶσσαν. «Τ’ Ἀγγλικά, λοιπόν, τοῦ λοιποῦ, ὡς ἐπίσημη γλῶσσα τῆς Ψωροκώσταινας, ὡς εὐρωβριθές ἐκσυγχρονιστάν, ὥρισεν ἡ ὑπερεθνική Ἄννα Διαμαντογέννητη.»  Λέγει δέ τό φοβερόν τοῦτον ὑπουργεῖον τοῦ «διά Βίου Μάθησης» ὅτι ἡ Ἀρχαία Ἑλληνική γλῶσσα εἶναι «νεκρή γλῶσσα». Ὁ ὑπουργός Παιδείας σήμερον, ὁ Νίκος Φίλης, εἶναι ἕν νέον μοναδικόν φαινόμενον παρα-παιδείας καί ἀ-θεῒας. Τήν «νεκρήν» ταύτην γλῶσσαν εἰσήγαγε ἀπό τό 2002 τό Ὑπουργεῖον Παιδείας τῆς Γαλλίας εἰς τάς δύο τελευταίας τάξεις ἁπάντων τῶν Λυκείων τῆς Γαλλίας. Ἐν ᾧ οἱ ἡμέτεροι ἀπαίδευτοι πολιτικοί κατήργησαν τήν φωνολογικήν δομήν, τήν ὀρθογραφικήν δομήν, τήν Γραμματικήν, τόν τονισμόν, τούς κανόνας καί ἐδημιούργησαν μίαν συμβατικήν πτωχοτάτην γλῶσσαν καί ἐντός μικροῦ χρόνου (δύο γενεῶν) θά ἔχωμεν μίαν φωνολογικῶς παραμορφωμένην λέξιν καί ὀρθογραφικῶς μεταβαλλομένην τοιαύτην, παρ’ ὅλην τήν ἱστορικήν της καθιέρωσιν ἐπί χιλιάδας ἔτη. Ἐνομιμοποίησαν οἱ ἀγράμματοι ψευδο-ἡγέται μας τόν βιασμόν τοῦ προφορικοῦ καί γραπτοῦ λόγου, τούς ἐπιδρομεῖς καί ἐχθρούς τοῦ Ἑλληνορθοδόξου πολιτισμοῦ καί παιδείας καί οἱ ὀπαδοί αὐτοί τοῦ παραλόγου νά ἐπικαλοῦνται τήν «λογικήν» διά τά ἐπιτεύγματά των.
    Ἡ ὀρθή γραφή (Ὀρθογραφία) τῶν λέξεων τῆς Ἐλλοπικῆς ἤ Ἑλληνικῆς γλώσσης εἶναι ἀπαραίτητος, ἄλλως ἡ ἀντιγραμματική γραφή τῆς γλώσσης, ἀπορρίπτεται ἀπό τό γλωσσικόν μας αἴσθημα, ὡς συμβαίνει καί μέ τάς φωνολογικάς δομάς της, ἔτσι καί αἱ ὀρθογραφικαί δομαί (ὀπτικόν ἴνδαλμα ἤ ὀπτικήν εἰκόνα) εἶναι ἀπαράδεκτοι ἐάν ἀλλοιωθοῦν. Ἡ γραφή τῆς λέξεως, ἡ ἑρμηνεία, ἡ προφορά, ὁ τονισμός, τά πνεύματα, οἱ κανόνες Γραμματικῆς καί Συντακτικοῦ ὑποδηλώνουν ἐάν κάποιος γνωρίζει τήν λέξιν, τήν ἱστορίαν της, τήν ὀρθήν χρῆσίν της, τόν λόγον, τόν ὁποῖον θέλει νά ἐκφέρῃ. Ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι ἡ ἀρχή τῆς Ἱστορίας μας καί ὁ Θεῖος Λόγος εἶναι ἡ ἀρχή τῆς Ἱστορικῆς θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου. Τό παρά-λογον εἶναι ἡ γενεσιουργός αἰτία τῆς Ἱστορικῆς νόσου, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ μέ θάνατον τήν μεμολισμένην ἀνθρωπότητα (καί δυστυχῶς καί τήν χώραν μας) διά τήν διαστρεβλωτικήν της ἐπέμβασιν εἰς τόν ὀρθόν λόγον καί διά τήν ἀποκήρυξιν τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Οἱ τοῦ παρα-λόγου ὀπαδοί (ψευδο-ἡγέται μας) κατέστησαν οἱ διαστροφεῖς τοῦ ἡμετέρου πολιτισμοῦ, καθ’ ὅτι ἡδραίετο οὗτος εἰς τόν λόγον καί Λόγον. Ἡ τρέχουσα κακοποίησις τῆς παιδείας μας, ἡ περίοδος τῆς κατευθυνομένης ἐπιστήμης καί ἡ ἐποχή τῆς ἐλεγχομένης πληροφορήσεως κατέστησαν οἱ συντηρηταί τοῦ παρά-λογου καί τῆς ἐκτροπῆς τοῦ λόγου.
    Ἀναμφισβητήτως, τά προβλήματα τῆς Ἑλλάδος ἤρχισαν τό 1924 μέ τήν ὑποταγήν τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας εἰς τήν Φραγκιάν καί τήν ἀπόσχισίν της ἀπό τήν παραδοσιακήν Ὀρθοδοξίαν. Τό 1962, ἀρχίζει ὁ πόλεμος τῶν Οἰκουμενιστῶν κατά τῶν Θρησκευτικῶν μέ τό πρόσχημα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ, ὥστε νά ἐνταχθῶμεν εἰς τήν Ἑβραιόδουλον ΕΟΚ, τό ὄνειρον τοῦ «μεγάλου ἐθνάρχου», Κωνστατίνου Καραμανλῆ, ὅς κατεῖχε καί τό «Βραβεῖον Καρλομάγνου» (τοῦ μείζονος ἐχθροῦ τῆς Ρωμῃοσύνης). Κατόπιν, ἐπεκτείνεται ὁ πόλεμος καί κατά τῆς Ἱστορίας μας, θῦμα καί αὕτη τοῦ παρα-λόγου καί ὑποδεεστέρου ἐξευρωπαϊσμοῦ, τῆς ἐθνοκτόνου πολυπολιτισμικότητος διά τῆς ἐπιβολῆς τῶν μουσουλμάνων μεταναστῶν, τῆς ἀνοσιουργοῦ ἀνεκτικότητος πασῶν τῶν διαστροφῶν (ὁμοφυλοφιλίας, κ.λπ.) καί τῆς ἐγκληματικῆς παγκοσμιοποιήσεως. Ἐν συνεχείᾳ, ἡ πολεμική ἔφθασεν εἰς τήν Γλῶσσαν, ὥστε νά ὑποταχθῇ πλήρως ὁ Ἑλληνισμός, κατόπιν τῆς μακροχρονίου ταύτης προδοσίας. Ἡ ἀντεθνική αὕτη πολιτική εἶναι ἡ ἐπιβαλλομένη ἀπό τήν «Νέαν Ἐποχήν». Ὅλα ταῦτα τά εἶχε διατυπώσει ὁ Ἑβραῖος Jakob Philipp Fallmerayer  τόν 19ον αἰῶνα καί τά ἐσυνέχισαν οἱ ὁμοϊδεᾶται τούτου τοῦ 20ου αἰῶνος (Kissinger, Soros, κ.λπ.), οἱ πρόδρομοι τοῦ ἀντιχρίστου-«θεοῦ των».  Δια τοῦτο προετοιμάζουν τό ἔδαφος διά τήν ὑποδοχήν του καί βιάζονται νά δημιουργήσουν ἑνιαίαν συνείδησιν καί πολυπολιτισμικήν κοινωνίαν διά τόν ἐν ἀγνοίᾳ πλανητικόν ἄνθρωπον καί ἡ πηγή εἶναι τό Ὑπουργεῖον Παιδείας τῆς χώρας μας, ὥστε νά διαπλάσουν «ὀρθῶς» τάς ἀπολωλυίας νέας γενεάς τῶν Ἑλλήνων. Εὐχόμεθα, οἱ Ἑλληνορθόδοξοι διδάσκαλοι καί καθηγηταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγίστην εὐθύνην ἔναντι Θεοῦ καί ἀνθρώπων, νά διδάσκουν εἰς τούς νέους μας τάς ἀξίας μας, τήν ἀρετήν, τήν πίστιν, τήν ἀληθῆ Ἑλληνορθοδοξίαν μας.  
    Σήμερον, ἡ γλῶσσα συρρικνοῦται λόγῳ καταπτώσεως τοῦ πολιτισμοῦ μας. Ἑπομένως, ἡ γραφή τῶν Ράλληδων καί Παπανδρέων εἶναι αὕτη, ἡ ὁποία ἀποτυπώνει καί τόν πολιτισμόν των, τήν κατάπτωσιν καί ὑποβάθμισιν τοῦ ἡμετέρου Ἑλληνορθοδόξου πολιτισμοῦ. Ἡ τεραστία παραγωγή λέξεων ἱκανῶν νά βοηθήσουν τήν ἀνάδειξιν τοῦ μεγαλυτέρου ἀμθρωπίνου πολιτισμοῦ δέν χρειάζεται πλέον, κατόπιν ἐντολῶν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων πρός τούς προδότας τοῦ Ἑλληνορθοδόξου πολιτισμοῦ (ψευδο-συντηρητικῶν, ΠΑΣΟΚων, Κεντρῲων, ΣΥΡΙΖΑίων, κ. λπ.). Ἡ ὑποταγή τῶν ἡμετέρων εἰς τήν παράνοιαν, τήν διαστροφήν, τήν πλάνην, τήν διαφθοράν, τόν σκοταδισμόν, τήν ἀθεῒαν, τήν ἀ-γλωσσίαν, τήν ἀ-σκεψίαν, μᾶς ὡδήγησαν εἰς τήν γενικήν παρακμήν καί κρίσιν, ἡ ὁποία θά σημάνῃ καί τό τέλος τῆς Ἱστορίας μας. Ὁ Ἕλλην τῆς σήμερον ἀπεκόπη ἀπό τήν Ἱστορίαν του, τήν Ἱστορικήν ἀλήθειαν, τήν Ἱστορικήν γνῶσιν καί ἄνευ τούτων ὁδεύει τυφλῶς πρός ἕν ἀβέβαιον μέλλον, τήν ὁδόν τῆς Ἱστορικῆς παρακμῆς του.
Δ΄ Ἐπίλογος
«Ἐπίρριψον ἐπί Κύριον τήν μέριμνάν σου,
καί αὐτός σέ διαθρέψει.»
                    (Ψαλμ. 54, 23)
Τὰ διασῳθέντα κείμενα τῆς παναρχαίας καὶ κλασσικῆς Ἑλληνικῆς Γραμματείας, ἂν καὶ ἐλάχιστα, εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀποδείξουν τὸ μέγεθος τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καὶ παιδείας, καθ’ ὡς καί τήν τελειότητα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἡ Γραμματική, τὸ Συντακτικόν, τὸ λεξιλόγιόν της, αἱ ἀξίαι καὶ οἱ γενικοὶ νόμοι ταύτης ὀφείλονται νὰ ἀκολουθῶνται καί νά τηρῶνται πρώτιστον, ὑπὸ τῶν κυβερνήσεών μας, σήμερον καί εἰς τό μέλλον. Οὗτος ἐστί καί ὁ λόγος ἐκλογῆς των, ἡ προάσπισις τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας.  Ἡ σημασία τῶν γραμμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀλφαβήτου εἶναι μοναδικὴ εἰς τὴν παγκοσμίαν γλωσσολογίαν. Π.χ. τὸ Α (ἄλφα): Ἀρχὴ – Ἄνθρωπος – Ἀγάπη – Ἀριθμὸς – Ἀρετὴ κ.λπ. Τὸ Ω [ΟΟ] (ὦ μέγα): Ὠρανὸς (ὁ μέγιστος χῶρος) – Ὠκεανὸς (μέγας χῶρος) – Ὡραιότης (μεγίστη ἀκμή τῆς νεότητος)– Ὠφελιμότης (μέγα ὄφελος), κ.λπ. Ἄρα, ἡ τελειότης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐξισοῦται μέ τόν πολιτισμόν, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη ἐκ τῆς γλώσσης ταύτης.
Ἡ Ἑλληνική γλῶσσα εἶναι αὐτόχθονος καί τό Ἑλληνικόν ἀλφάβητον ἐπίσης καί δέν προέρχεται ἀπό τούς Φοίνικας, ὡς λέγουν ὡρισμένοι ἀνιστόριστοι καί ἀνθέλληνες δυτικοί ψευδο-ἐπιστήμονες. Ἡ λογική ὁδός ἀποκαλύπτει, ὅτι τό προηγμένον ἀλφάβητον ἀνήκει εἰς προηγμένην γλῶσσαν καί ἡ προηγμένη γλῶσσα ἀνήκει εἰς προηγμένον πολιτισμόν καί λαόν μέ θεῖον προορισμόν, ὡς οἱ Ἕλληνες. Ἡ ἀπόλυτος καὶ πλήρης γνῶσις τῆς γλώσσης ἡμῶν φανεροῖ τὴν γενικὴν καλλιέργειαν τῶν ἀτόμων, τὴν ζωήν των, τὴν κοινωνίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας ζῶμεν. Ὁ λόγος μας εἶναι ἡ ἀπόδειξις τοῦ ἐπιπέδου τοῦ ἡμετέρου πολιτισμοῦ. Ἅπασαι αἱ ἐπιστῆμαι χρησιμοποιοῦν μόνον Ἑλληνικὰς λέξεις. Εἶναι, συνεπῶς, αὕτη μία γλῶσσα ἐννοιῶν, ἐπιστήμης, φιλοσοφίας, τέχνης, πολιτισμοῦ, ἀληθοῦς θεολογίας˙ μία γλῶσσα πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων λέξεων. Ἡ γλῶσσα καὶ ἡ γραφὴ ταύτης δύνανται νὰ ἀποδείξουν τὴν ἱστορίαν, τὸν πολιτισμὸν, τήν παιδείαν, ἀλλά καὶ τὴν συνέχειαν ἑνὸς λαοῦ. Ἡ σημερινὴ παρεφθαρμένη καί ἀκατάληπτος ἡμῶν γλῶσσα, τὰ «κορακίστικα» (ἡ γλῶσσα τοῦ πεζοδρομίου, τῶν γηπέδων καὶ τῶν ἀ-γραμμάτων), τί ἠμποροῦν νὰ ἀποδείξουν; Μόνον τήν ἐγκατάλειψιν τῆς ἡμετέρας παιδείας καί τὴν τεραστίαν ἐπιβεβλημένην εἰς ἡμᾶς κρίσιν καὶ μάλιστα εἰς ἅπαντας τοὺς τομεῖς!
Ἀναμφιβόλως, τό πρόβλημα τῆς ἀ-γλωσσίας, δηλαδή κάποιας περιωρισμένης εἰς ἕν ἐλάχιστον λεξιλόγιον γλώσσης, ἦτο καί εἶναι, δυστυχῶς, ἕως σήμερον τό κυριώτερον πρόβλημα πολλῶν λαῶν εἰς ὁλόκληρον τήν γῆν. Ἕν παράδειγμα γλωσσικῆς πτωχείας εἶναι καί ἡ Ἀγγλική γλῶσσα, ἡ lingua franca τῆς σκοταδιστικῆς ἐποχῆς μας καί ἐπιδιώκουν νά ἐπιβάλλουν ταύτην καί εἰς τόν Ἑλληνικόν λαόν. Ἀλλά δι’ ἡμᾶς, τούς νοῦν ἔχοντας, οἱ ἔλ-λογοι, ἐλ-εύθεροι Ἕλληνες εἶναι ἡ μόνη ἐλπίς σωτηρίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λόγου καί τοῦ Θείου Λόγου, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγκαῖοι διά τήν διάσωσιν τῆς χώρας, ἡ ὁποία ἐγέννησε τόν Ἑλληνικόν λόγον καί διεφύλαξε καί μετέδωσεν ἀνόθευτον τόν Θεῖον Λόγον εἰς τούς ὁμοδόξους ἀδελφούς λαούς, μακράν τοῦ ψεύδους καί τῆς καταστροφῆς τῶν αἱρετικῶν ἑτεροδόξων, ἀλλοθρήσκων καί λοιπῶν ἐχθρῶν τῶν λόγων (τῆς τρισολβίου παιδείας μας καί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας).
Δυστυχῶς, ἐσχάτως, οὐχὶ μόνον ἡ διεφθαρμένη πολιτεία, ἀλλὰ καὶ ἡ παραπαίουσα ἐπίσημος Ἐκκλησία, μέ τήν ἀπόλυτον ἐνδοτικήν καί οὐνιτικήν πολιτικήν των (τήν τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» των) δέν ἀντιδροῦν εἰς οἱανδήποτε ξένην ἀξίωσιν τῆς φθονερᾶς καί αἱρετικῆς δύσεως. Εἶναι δέ καί ἡ δευτέρα τοιαύτη κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης μὲ τὴν προσπάθειάν της νὰ ἐπιβάλῃ τὴν μετάφρασιν τῶν λειτουργικῶν κειμένων εἰς τὴν ἀπαράδεκτον δημοτικήν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐκ τῶν πιστῶν ἀποδέχεται, καθ’ ὅτι οὗτοι γιγνώσκουν τὴν πραγματικὴν Ἐκκλησιαστικὴν γλῶσσαν ἐπὶ 2.000 ἔτη. Ἐλπίζομεν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ καταψηφίσῃ τοὺς πολιτικοὺς προδότας τῆς γλώσσης μας καὶ νὰ ἀποτειχισθῇ ἀπὸ τοὺς θρησκευτικοὺς τοιούτους διὰ τὸ ἀτομικόν του καλὸν καὶ διὰ τὴν διάσωσιν τῆς Ἑλληνορθοδοξίας. Τέλος, ὀφείλομεν νὰ μὴ γράφωμεν καὶ νὰ μὴν ἀγοράζωμεν ὅ,τι δήποτε εἶναι γεγραμμένον εἰς τὴν Δημοτικὴν καὶ μὲ Μονοτονικὸ σύστημα γραφῆς. Ἡ ἐλπίς πάντων ἡμῶν τῶν Ἑλληνορθοδόξων εἶναι ἡ Θεία Πρόνοια τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ!


Διαβάστε το ΕΔΩ σέ PDF GOOGLE.DRIVE ὥστε να δεῖτε καί τις παραπομπές.